Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Αναζητώντας νέους... «Βαρβάρους».



Ευτέρπη. Η Μούσα της ποιήσεως.

   Κουτσά-στραβά και σπρώχνοντας τσούλησε η Μεγάλη Εβδομάδα. Με την σεμνότητα και σοβαρότητα των πολλών και την σαχλότητα και γραφικότητα των παραμενόντων, εισέτι, αριστερών συριζαρέων, οι οποίοι τώρα -στη τούρλα του Σαββάτου- θέλησαν, ντε και καλά, να εκκλησιαστούν ευλαβικά και να τηρήσουν στο ακέραιο τα... πατροπαράδοτα!
   Έτσι όλοι μας, καθ’ όσον όλα τα γήινα και ανθρώπινα έρχονται και παρέρχονται,  αναζητούμε  νέο... «αφήγημα» γιά να συνεχίσουμε τον ανηφορικό και αγχώδη... Γολγοθά μας που μας επεβλήθη και στον οποίον πορευόμαστε, εκόντες-άκοντες.  Πριν συνεχίσω, κάνω μικρή στάση στην ευάκουστη λέξη... «αφήγημα».  Αποτελεί  αλίευμα από τα βάθη του συντηρητικού λεξιλογίου, το οποίον τόσον ενοχλεί τη σύγχρονη αγράμματη αριστερίλα, χωρίς  -μέσα στην μικρόνοη  φανατίλα της- να σκεφτεί πως η ωραία αυτή λέξη είναι αποκαλυπτική και δυσφημιστική γιά  δαύτους, καθώς προδίδει  τον παραμυθιαστικό χαρακτήρα της ιδεολογίας και πρακτικής τους. Όχι τί θα κάνουμε, αλλά τί θα... «πούμε» πως κάναμε και κάνουμε. Μία διαχείριση... «αφήγημα»!
   Επανέρχομαι στη μαύρη... «μαυρίλα» μας, που γιά κάποιους  είναι πιό... μαύρη! Παρ’ όλη την φαινομένη παραδοξολογία της φράσης, με εναντιωμένο  τον λογικό ισχυρισμό πως το «μαύρο», ως χρώμα,  αποτελεί απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη έννοια, η  ψυχική κατάσταση αρκετών καταρρίπτει  αυτό το λογικό «αξίωμα».  Μαζί με την «κλίμακα του κακού», της οποίας το τέλος χάνεται, αόρατο, στα απρόσμετρα βάθη της Κολάσεως.
   Αναζητώντας το δικό μου... «αφήγημα»-σωσίβιο, ανακάλυψα  ότι πιό ανακουφιστικό θα μπορούσε να βρεθεί τώρα στην... «πλώρη» μου. Ένα ποίημα καλού μου φίλου  -πραγματικά φίλου  και όχι «φίλου» μου- το οποίο, παραβαίνοντας  απαίτησή του  να μην κοινοποιηθεί, το αναρτώ, πιστεύοντας πως σε αρκετούς από τους  αναγνώστες θα λειτουργήσει  ομοίως ευεργετικά, όπως σε μένα,
   Προσθέτω -έστω «κομίζοντας γλαύκα εις Αθήνας»-  πως   κατά τη γνώμη μου, το ποιητικό μέλλον του φίλου μου Ε. Γ. -ενός σεμνού νέου παιδιού-  προβλέπεται λαμπρό.

«Ίσως γεμίζουν το κενό σε κάποιο ράφι,
μπορεί και σκόνης, άσπρο πέπλο να φορούν,
ίσως και μ’ άλλους τη συζήτηση να πιάνουν,
όσο ακίνητοι θα στέκουν και σιωπούν.

Μα να 'σαι σίγουρος, γιά σένα θα πενθούν. 
Γιά σένα, φουκαρά, που αργοπεθαίνεις,
που την αδράνεια ερωτεύτηκες σφοδρά
και ενώ έχεις τη μιλιά, όλο σωπαίνεις.

Στη μάχη με το χρόνο, θα βγαίνουν νικητές
και  μένοντας  αθάνατοι, φαντάσματα του χθες,
να ξέρεις δεν πεθαίνουν, ποτέ οι ποιητές».

ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

   Καλότυχοι όλοι όσοι μπορούν να κατανοήσουν και ωφεληθούν από την αισιοδοξία που αναβλύζει, μετά την παρακίνηση γιά αφύπνιση και επαναδραστηριοποίηση.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου