Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Παιδικές αναμνήσεις

  



Καλή χρονιά και υπομονή! 




Παιδικές αναμνήσεις



   Όταν το παρόν σου προβάλλεται ιδιαίτερα μαύρο και απεχθές, τότε η προσφυγή στο παρελθόν, στα χρόνια της νιότης και της ανεμελιάς, αποτελεί το πιό ασφαλές και σίγουρο καταφύγιο. Ανάσα ζωής και δροσερή πηγή ανανέωσης κι αισιοδοξίας.
   Το σύγχρονο καθολικό μπάχαλο με στέλνει αναπόφευκτα σ’ εκείνες τις παλιές εποχές όπου όλα ήσαν πιό απλά, πιό φτωχά, αλλά πιό ανέμελα και πιό αντιμετωπίσιμα. Χωρίς ηλεκτρικά πλυντήρια και Ajax, αλλά με πλυσταριό στην ταράτσα, πράσινο σαπούνι και αλισίβα. Και με μιά μικροκαμωμένη και αεικίνητη πλύστρα, την κυρα-Σπυριδούλα, που ερχόταν κάθε εβδομάδα από τα Τουρκοβούνια στο Βούθουλα γιά να μας βγάλει τη γλίτσα από τα ρούχα κι εμείς, τέσσερις διαβόλοι, της βγάζαμε το λάδι στο πείραγμα, ώσπου μπαϊλντισμένη από το τρίψε-τρίψε στον τρίφτη της σκάφης και το κυνήγι αυτού που της τράβαγε την κοτσίδα η οποία της  έφτανε κάτω απ’ τη μέση της, τσίριζε απ’ την ταράτσα:
   - Κυρά Κούλα, έλ’ να πάρ’ς το π’ δί σ..!

   Το μικρό πέτρινο σπίτι με την υποτυπώδη αυλή και τη μικρή ταράτσα, ήταν αδύνατον να στεγάσει την ξεχειλίζουσα ζωντάνια τεσσάρων αεικίνητων δαιμόνων. Έτσι την πλήρωνε όποιος είχε την ατυχία, και γιά οιονδήποτε λόγο να βρίσκεται, μαζί τους, μέσα σ’ αυτό.
   Μέγα πρόβλημα της μάνας η αναποτελεσματικότητα του πιό πρόχειρου αμυντικού, κατά του σπασίματος των νεύρων της, όπλου, της θρυλικής ξύλινης κουτάλας, η οποία λειτουργούσε καθημερινώς ακατάπαυστα μετρώντας παΐδια, μέχρι που κι αυτή αποκαμωμένη από τη χρήση, έπεφτε ηρωικά, επιπίπτουσα σε κάποια νεαρή πλάτη και γενόμενη δύο κομμάτια, άρα ακίνδυνη! Τι να σου κάνει και το καημένο το υλικό, έφθανε, κάποτε, στα όρια της αντοχής του! Βεβαίως το πρόβλημα γιά μας δεν λυνόταν κι η ανακούφιση ήταν πρόχειρη. Ίσαμε να βγεί η νέα κουτάλα από τον κρυψώνα της και ν' αναλάβει υπηρεσία και να συνεχίσει έτσι ο ατέρμων κύκλος της... χαρούμενης ζωής μας!  
   Κάποια στιγμή, μέσα στην απελπισία της μητέρας
   - Τι θα κάνω μ’ αυτούς τους τριβόλους. Θα μου στρίψει!, η θεία η Ρίρα, η ψηλομύτα Γερμαναρού, έριξε την ιδέα της γκουβερνάντας. Αυτό, είπε, θα ήταν, η δέουσα ….λύση!
Και έτσι μας προέκυψε η…. Μαντάμ!

   Μιλάμε τώρα γιά εποχές υψίστης φτώχειας, στα όρια της εξαθλίωσης, όπου το κρέας σπάνιζε και το ψωμί πουλιόταν με το δελτίο! Μάλιστα, με το δελτίο! Θυμάμαι ακόμη, πεντακάθαρα, κάτι στενόμακρα πράσινα βιβλιάρια, όπου στη πίσω μεριά του εξώφυλλου υπήρχε το ονοματεπώνυμο του κατόχου, διάφορα στοιχεία και… η φωτογραφία του! Τα εσωτερικά φύλλα, καθένα αντιστοιχούσε σ’ ένα μήνα, είχαν αριθμημένα κουπόνια ανάλογα με το πλήθος των ημερών. Ο Ιανουάριος 31, Φεβρουάριος 28, κ.ο.κ.
   Μ’ έστελνε λοιπόν η μάνα, σαν μεγαλύτερο, στον απέναντι φούρνο του Αναγνώστου, του Ηπειρώτη, που είχε μιά κεφάλα να! Μεγάλη και πλακέ, (βέρος Ηπειρώτης, γαρ), σαν το άκρο της ξύλινης … σάρισας με την οποία φούρνιζε και ξεφούρνιζε στα άδυτα του φούρνου ψωμιά και ταψιά, με αυστηρές οδηγίες:
   -Το νου σου κακομοίρη μου, στο κομματάκι. Τα μάτια σου δεκατέσσερα κι όλα στη ζυγαριά! Αλλιώς χάθηκες φουκαρά μου!
   Η διαδικασία είχε ως εξής. Κάθε οικογένεια εδικαιούτο, κατ’ άτομο, ορισμένα δράμια ψωμιού ημερησίως, εννοείται αγορασμένα κι όχι τζάμπα, γεγονός που  επιστοποιείτο με την προσκόμιση στο φούρνο των σχετικών βιβλιαρίων διανομής. Ο φούρναρης έκοβε τα σχετικά κουπόνια, (ημέρα και μήνας), και ζύγιζε την ανάλογη ποσότητα. Δυστυχώς δεν θυμάμαι τώρα πόση ήταν τότε, ακριβώς, η επιτρεπόμενη κατ’ άτομο. Πάντως σίγουρα και σαφώς κάτω από οκά! (1 οκά = 400 δράμια και γιά τους νεώτερους 1 κιλό = 312,5 δράμια).
   Τω καιρώ εκείνω, δεν υπήρχαν πολυτέλειες στο ψωμί, ποικιλίες, φρου-φρού και τέτοιες αηδίες. Καρβέλι και μόνο καρβέλι, μαύρο και πεντανόστιμο, που επειδή, λόγω φύρας στο ψήσιμο, είχε διάφορα βάρη το καθένα τους, στο ζύγισμα ο φούρναρης πρόσθετε, ή αφαιρούσε, κομμάτι ή κομματάκι αναλόγως, με τη χατζάρα του. Χραπ!
   Σ’ εμάς, λόγω οικογενειακού μεγέθους, 6 στόματα εκ των οποίων τα 4 μίζερα και κακόφαγα, αναλογούσαν κάτι καρβέλια συν… ένα μικρό κομματάκι, που η μάνα, μέσω εμού, το διεκδικούσε μετά μανίας. Κι αν δεν…. αλίμονό μου! Κουτάλα!

   Η δική μας οικογένεια, λόγω του πατρικού βιβλιοπωλείου, έχαιρε φήμης «μπρούκληδων» στη φτωχογειτονιά της Ακαδ. Πλάτωνος, σε τέτοιο «αριστοκρατικό» βαθμό, όχι μόνο επειδή έτρωγε κρέας δυό φορές την εβδομάδα, (μπούτι αρνάκι στο φούρνο με πατάτες, την Κυριακή και κιμά μεσοβδόμαδα. Είτε γιά κεφτέδες, είτε γιά να γαρνιριστούν τα μακαρόνια), αλλά επειδή απολάμβανε και της υψίστης τιμής του… βερεσέ από τον χασάπη! Ένα προνόμιο που προκαλούσε ζήλια και φθόνο στους άλλους μπόμπιρες που ψώνιζαν μαζί μου στο χασάπικο του Γκιόκα, όταν άκουγαν τη φράση:
   - Κυρ Αποστόλη, μου είπε η μαμά μου, 300 δράμια κιμά χωρίς πάχος και… γράφτα!
   Μιά ζήλια που εξαργύρωνα με πολλές κλωτσιές στο καλάμι, επίτηδες, κατά το ατέλειωτο σουράβλι-ποδόσφαιρο που παίζαμε στις αλάνες της γειτονιάς, με την παραγεμισμένη με κουρέλια, τάχα, μπάλα!
   Άλλη μία ρετσινιά που τρόμαξα ν’ αποτινάξω, ήταν αυτή του «βουτυρόπαιδου»! Κι όχι γιατί ήμουνα κανένας «μπούας», ίσα-ίσα, αλλά επειδή, κυριολεκτικά, είχα την πολυτέλεια η απογευματινή φέτα ψωμιού που μου «φούσκωνε» η μάνα, αντί να είναι απλώς βρεγμένη γιά να κολλάει η επιτιθέμενη ζάχαρη, είχε ως «συγκολλητική» ύλη, μεταξύ ψωμιού και ζάχαρης, μιά ψιλή στρώση φρέσκο βούτυρο Κερκύρας! Εκείνο στο πλακέ χάρτινο κουτί με την βοσκοπούλα απ’ έξω.
   Ακόμη θυμάμαι την παλιοπαρέα να με τριγυρίζει, με τρεχούμενα σάλια, όπως οι σκύλοι τα κρεμασμένα λουκάνικα, στην πόρτα του κυρ Αποστόλη, το Πάσχα.
   -Δώσ΄ μου ρε, λίγο. Να, ίσα να δοκιμάσω. Μιά ακρούλα μόνο!
  -Κοίτα, ρε κωλόπαιδο, μη δαγκώσεις πολύ, γιατί βούτυρο θα ξαναφάς, όταν πας φαντάρος! Ξηγημένοι;
   Άραγε, υπάρχει κάποιος, τέως μπόμπιρας και νυν γεροξεκούτης, που να διαβάζει τώρα τούτες τις γραμμές και να θυμηθεί εκείνες τις αξέχαστες στιγμές της Θείας Μετάληψης με τη αλειμμένη με βούτυρο φέτα, στην οποία προσέρχονταν ευλαβικά 6-7 πιτσιρίκοι κάθε απόγευμα;

   Αλλά ας γυρίσουμε στην … Μαντάμ! Θεός σχωρέστην! Απίθανη φιγούρα. Μιά ταλαίπωρη ηλικιωμένη Αιγυπτιώτισσα, χοντρή, ασούμπαλη κι αιώνια πεινασμένη! Σαν τον Σπίθα, το "αιώνια πεινασμένο παιδί" και πιστό φίλο του Γιώργου Θαλάσση, του "Μικρού ήρωα", στο ομώνυμο παιδικό ανάγνωσμα της εποχής, που μαζί με τον "Υπεράνθρωπο" και τον  "Ταρζάν - Γκαούρ", αποτελούσαν τα μπεστ-σέλερς της γενιάς μας. Γιά τα καλά, όμως, παιδιά! Τα... βρωμόπαιδα διάβαζαν "Μάσκα" και αργότερα "Χτυποκάρδι", πριν εισέλθουν, ολοκληρωμένα πλέον, γιά ανώτερες σπουδές στη μελέτη του λάθρα κυκλοφορούντος  - ινδικής προέλευσης-  πανεπιστημιακού επιπέδου συγγράματος, του θρυλικού και αειθαλούς "Κάμα Σούτρα"!
   Τώρα που την μελετάω, ξεκαρδίζομαι ενθυμούμενος το  πώς, τάχατες, «δοκίμαζε» το φαΐ! Όταν είχαμε φασολάδα ή φακές  -συνηθέστατα και καλύτερή της-  και η μητέρα έκανε δουλειές εκτός κουζίνας, άρπαζε βιαστικά και στη ζούλα την κουτάλα σερβιρίσματος, ένα βαθύ πιάτο η χωρητικότης της, και, δήθεν, γιά να τσεκάρει αν… έβρασαν, κατέβαζε δυό γεμάτες κουταλιές, στα σβέλτα, μιά φυσώντας και μιά ρουφώντας γιά να μην καεί, αφ' ενός, αλλά και γιά να προλάβει, αφ' ετέρου, την ξαφνική εμφάνιση της μητέρας. Και πλαταγίζοντας, πάντα, την γλώσσα μ’ ευδαιμονία, αποφαινόταν μονίμως!
   -Μμμμμ, θαύμα είναι! Μόνο που θέλουν λίγο βράσιμο ακόμη! Μου άνοιξαν την όρεξη!

   Αυτή, λοιπόν, η αξιοθρήνητη και πειναλέα Μαντάμ, που ποτέ δεν έμαθα το όνομά της, ή και αν το είχα ακούσει κάποτε θα πέρασε εντελώς φευγαλέα από το νου μου, μένοντας σκέτο το .. «Μαντάμ», ανέλαβε, μαζί με το … πλεκτό και τη βουλιμία της να συνοδεύει τους «Μικρούς Σατανάδες», εμάς, καθημερινά το απόγευμα στην Παιδική Χαρά, όπως λεγόταν απλοποιημένα, το 1ο Κέντρο Νεότητος του Δήμου Αθηναίων. Μιά μεγάλη περιφραγμένη έκταση που έπιανε ολόκληρο τετράγωνο, μεταξύ των οδών Λένορμαν και Άστρους, από τη μία και Αλεξανδρείας και Μύλων, από την άλλη. Εννοείται, πως ταυτόχρονα θα μας μάθαινε και... γαλλικά!
   -Αλεξάντρ, βιενζ ισί!, η Μαντάμ.
   -Η μύτη σου τουρσί!, εγώ!

   Γιά λόγους οικονομίας του χρόνου και υπομονής του αναγνώστη, διακόπτω εδώ με τη ρητή υπόσχεση συνέχισης των αναμνήσεων, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τον Κυρ Αντώνη τον φύλακα, τον γνωστό και ως «Μπαρμπα-Δεινόσαυρο», γιά προφανείς λόγους, τον μουσικό, τον Κυρ Σπύρο, ή αλλιώς «Πιρουράμ-παμ-πάμ» και άλλα ευτράπελα!  


Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

“Πίσω στα παλιά”

Θέσεις - Απόψεις

   Μέσα στην έρημο της σημερινής γενικής και διάχυτης ασχήμιας, της πνευματικής καχεξίας, της παντοίας ρύπανσης, του απόλυτου παραλογισμού, της γραμματικής ημιμάθειας και της ασφυκτικής υποκουλτούρας, όπου η κορύφωση της τεχνολογίας δίνει το δικαίωμα και τη δυνατότητα στον «πάσα ένα» να βγάζει σε κοινή θέα το εσώψυχό του, (ψυχή και μυαλό), στην πλειονότητα κακόγουστο -στα όρια του αντιαισθητικού-, παράλογο -στα όρια του τρελού-, ιδιότροπο -στα όρια του αντικοινωνικού-, ναρκισσιστικό  -στην πρόθεση αυτοπροβολής ποικίλων και ανύπαρκτων «δήθεν»-,  ή φανατικά πολιτικοποιημένο -στα όρια του αντιδημοκρατικού-, και να εκφραστεί δημόσια προβάλλοντας, ό,τι του κατέβει, ως αληθές και ….θέσφατον, υπάρχουν ευτυχώς και μερικές, μικρές, οάσεις ποιότητος, ευπρέπειας και καλαισθησίας. Με σεμνότητα, διακριτικότητα, ευγένεια, άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας και, άρα, δυνατότητα πλατειάς κατανόησης των θεμάτων που διαπραγματεύονται, χιούμορ, καλλιέπεια, δωρική λιτότητα στη διατύπωση και ευστοχία στην επιλογή τους.

   Μιά τέτοια όαση αποτελεί η ιστοσελίδα «pisostapalia» ενός άγνωστου φίλου, η οποία, πέραν όλων των ανωτέρω χαρακτηριστικών, έχει την αποκλειστική ικανότητα να «ταξιδεύει» τον επισκέπτη της πίσω στο παρελθόν. Σε χρόνους αλλιώτικους, αλίμονο «φευγάτους» ανεπιστρεπτί, όπου η ποιότητα ανέβλυζε μέσα από τη λιτότητα των υλικών αγαθών και την ταπεινότητα της ένδειας. Εποχές όπου η σωφροσύνη απέρρεε από την παράδοση, η εγκράτεια από την πείρα κι η εγκαρτέρηση συναγωνιζόταν την θέληση γιά βελτίωση και ανέλιξη, παρακινούμενη και προωθούμενη από την ελπίδα και την προσδοκία ενός καλύτερου «αύριο». Με επίπονη προσπάθεια και σκληρή δουλειά. Στα πλαίσια της «λογικής του εφικτού», που κατίσχυε κάθε άκριτου «εδώ και τώρα» και με αισθητική, λόγων και έργων, που υπερτερούσε της σημερινής χυδαιότητος στις συμπεριφορές, της άκρατης βωμολοχίας στην διατύπωση, της αμετροέπειας στην έκφραση του δημόσιου λόγου του απόλυτου μηδενισμού και της ολοκληρωτικής ισοπέδωσης των πάντων, στα πλαίσια μιάς νεφελώδους αιτιολόγησης ενός απελπισμένου άλματος στο...κενό και το πουθενά!

   Κάτω από αυτό το πρίσμα και υπ’ αυτή την έννοια, όλοι εμείς -όσοι περισσέψαμε, τέλος πάντων- που νοιώθουμε λαϊκά γεννήματα του τόπου και της εποχής, αλλά όχι  -επ’ ουδενί- λαϊκιστές, εμείς που ξέρουμε να τιμούμε την παράδοση και τις ρίζες μας και να βλέπουμε καθαρά στο μέλλον, είμαστε όλοι «feugatoi»! Τουλάχιστον έτσι νοιώθουμε. Και το νοιώθουμε πολύ νοσταλγικά, πολύ περήφανα και, στα σίγουρα, πολύ πιό στέρεα προοδευτικά, από τους «επαγγελματίες» του είδους!



Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΑ ΚΑΛΑΝΤΑ.

Επικαιρότης

   Λαός που ξεχνά τις παραδόσεις του, είναι μοιραίο να χάσει κάποτε και και τον μπούσουλα και την ταυτότητά του. Η στήλη, ως συνεπής παλιομοδίτικη γεροντοκόρη, σέβεται την παράδοση και την τηρεί πιστά και με ευλάβεια!  Επομένως:
   - Να τα πούμε;
   - Αμέ, πέστε τα!

   -Αρχιμηνιά κι αρχή χρονιά,
των νέων μέτρων τη φουρνιά,
ο Αντώνης μελετά και σχεδιάζει
κι ο λαός από κάτω να στενάζει.

   -Άγιος Βασίλης πουθενά,
παραμονεύει όποιος πεινά,
θέλουνε πολλοί ταράνδους να «σβερκώσουν»,
τ’ άντεράκι λιγάκι να λιγδώσουν.

   -Από την πείνα λύσσαξαν
κι οι κάδοι αναστέναξαν,
ψάχνουν μήπως βρουν και φάν κάνα κοψίδι
μα, στο τέλος «τσιμπάνε έν’ αρ…δι».

   -Προσεύχονται στον Άγιο,
του τάζουν και τρισάγιο,
μπας και βρει καμιά δουλειά γιά τον κοσμάκη
κι ένα νέο κανό γιά τον Γιωργάκη.

   -Αρχιμηνιά κι αρχή χρονιά,
καλώστονε και το χιονιά,
κάνει τούρτουρο, χωρίς πετρελαιάκι,
ωχ΄, αμάν, ξύλιασε το κοκαλάκι.

   -Να φέρει δώρα στα παιδιά,
κάνα «ψιλό» και στον μπαμπά,
να γλιτώσει και από τα ρεζιλίκια
κι όλα όσα του σέρνουν μπιν… κια.

   -Τον κυνηγά περιπτεράς,
ράφτης, χασάπης κι ο δοσάς
και τον έχουν όλοι καταξεφτιλίσει,
δεν μπορεί ούτε σεντ να τους ξοφλήσει.

   -Ο μέγας Τσίπρας έρχεται,
πεινάλες το κατέχετε,
από το Μπραζίλ κι από την Αρζεντίνα
τώρα πιά όλοι θα περνάμε φίνα.

   -Καφέ μας φέρνει ευωδιαστόν,
κι αέρα, τον κοπανιστόν,
λόγια παχουλά, πολλά και υποσχέσεις,
που αν θα βγουν, έλα τότε να με χ…σεις!

   -Με μιά μουλάτα καλλονή,
πανύψηλη και μπρούτζινη,
ο Αλέξης προχωράει χέρι-χέρι,
σαν Μητρόπολη μ’ Άγιο Λευτέρη.

   -Στη χώρα του παραμυθιού,
του σεξ, της σάμπας, του φιλιού,
ο «μικρός» μας ετοιμάζει «καρναβάλια»
και σε μας όλους τρέχουνε τα σάλια.

   -Κυβέρνηση των τρικολόρ,
ράβει-ξηλώνει, μι αμόρ,
και τα κάνουν όλα «ούρδου» κι άρες-μάρες,
οι ΝουΔού, οι Πασόκοι κι οι ΔΗΜΑΡες.

   -Μ’ αυτή τη λίστα της Λαγκάρντ,
κλέφτες παλιοί και αβανγκάρντ,
τρέμουν με το τί μπορεί να διαρρεύσει,
τον Πεπόνη που θα τους διακορεύσει.

   -Έτσι τελειώνει η χρονιά,
μέσα στην μαύρη παγωνιά
και ας ευχηθούμε όλοι μετά πόνου,
να τα πούμε μ’ υγεία και του χρόνου.

   -Κι αντί γιά τον Αρμαγεδδών,
εξαποδώ και εκποδών,
ο γνωστός Αγιοβασίλης να ’ρθει πάλι,
και μας βγάλ’ απ’ το μαύρο μας το χάλι.


   Άντε και του χρόνου με υγεία!















Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Μιά παλιά, πρωτοχρονιάτικη ιστορία....

Επικαιρότης

Ψάχνοντας, ματαίως, γιά κάτι επίκαιρο και γιορταστικό, ομολογώ πως δεν βρήκα τίποτε που να μπορεί να συνδυάσει και τα δύο.
Η γενική κατήφεια με στέλνει, κατ' ευθείαν, σε χρόνους και συνθήκες που ούτε ήθελα, αλλά και ούτε πίστευα πως η γενιά μου ήταν δυνατόν να ξαναζήσει.
Δυστυχώς όμως οι καιροί αναπλάθουν αλλήλους, πολύ ταχύτερα απ' όσο ο νους μας βάζει κι η ψυχή μας επιθυμεί.
Έτσι το μόνο που βρίσκω πιό πρόχειρο, αλλά και πιό επίκαιρο, είναι ένα περυσινό διήγημα, το οποίο αντί να ξεθωριάσει ο χρόνος, το στιλβώνει και το καθιστά ακόμη πιό χαρακτηριστικό των καιρών που περνάμε. Το αναρτώ πάλι, γιά όσους το διάβασαν, το ένοιωσαν και θέλουν να συγκινηθούν πάλι, αλλά και γιά όλους τους νέους αναγνώστες της στήλης.
Κατάλληλο γιά μικρά παιδιά, αλλά και γιά όσα μεγάλα αισθάνονται έτσι ή θα ήθελαν να ξαναγίνουν.
Συγκινηθείτε ελεύθερα! 



ΤΟ ΤΟΠΙ ΤΟΥ ΑΡΟΥΛΗ. (Μιά παλιά πρωτοχρονιάτικη ιστορία…)

   Η ιστορία που θα σας διηγηθώ σήμερα και μοιάζει με πρωτοχρονιάτικο παραμύθι, συνέβη πριν πολλά-πολλά χρόνια σε κάποια μεγάλη πόλη της Ελλάδας, που τότε φάνταζε μικρή, στην Αθήνα.
   Την εποχή εκείνη όλα τα σπίτια ήσαν μικρά, φτωχικά και τις νύχτες σκοτεινά. Τα περισσότερα ήσαν πέτρινα, όπως πέτρινα ήσαν και τα χρόνια που ζούσαν οι άνθρωποι. Η φτώχεια ήταν απλωμένη σαν αόρατο μαγικό δίχτυ απάνω από τις περισσότερες συνοικίες της, όμως οι άνθρωποι τότε, παρ’ όλη τη μιζέρια και την κακομοιριά τους μπορούσαν να χαμογελούν και η καρδιά τους ξεχείλιζε από καλοσύνη και αθωότητα. Οι γειτονιές ήσαν ήσυχες και ασφαλείς και μόνο οι παιδικές, χαρούμενες κι αμέριμνες, φωνές διατάραζαν την απέραντη σιωπή τους, γεμίζοντας με ζωή κι αισιοδοξία την ατμόσφαιρα και ζεσταίνοντας τις ψυχές των μεγάλων, που απέβλεπαν στους μικρούς αεικίνητους διαβόλους τους γιά ένα καλύτερο αύριο.
   Οι νύχτες, ιδίως τον χειμώνα, ήσαν σκοτεινές, κατάμαυρες όπως σκοτεινή και μαύρη ήταν κι η ζωή των ανθρώπων. Τότε, στις ατέλειωτες χειμωνιάτικες νύχτες το κρύο ήταν τσουχτερό κι ο παγωμένος αέρας -φαρμάκι- ξύλιαζε το σώμα και μαζί την, ήδη, παγωμένη τους ψυχή. Μόλις ο ήλιος έπεφτε και χανόταν στο βάθος του ορίζοντα, πίσω από το βουνό, ερχόταν βιαστικά η νύχτα κουβαλώντας μαζί της ένα απόλυτο σιωπητήριο στα σπίτια και μιά απέραντη ακινησία στους δρόμους. Τα μικρά, ξύλινα πατζούρια σφάλιζαν βιαστικά γιά να κρατήσουν μέσα, όσο μπορούσαν, τη σπιτική θαλπωρή εμποδίζοντας, κατά το δυνατόν, το άγριο κρύο να μπει και να περονιάσει τα κόκαλα των κατοίκων. Τότε έπιαναν δουλειά οι σόμπες του κωκ, του ανθρακίτη, ή των ξύλων, καθώς και τα ταπεινά μαγκάλια που μάζευαν γύρω τους τα μέλη της οικογένειας. Γιά να ζεσταθούν και αποτελειώσουν οι μικροί τη μελέτη των αυριανών μαθημάτων και οι μεγάλοι, μαμάδες, γιαγιάδες, θείες, να καταπιαστούν με τις συνηθισμένες γυναικείες ασχολίες τους. Σίδερο, ράψιμο, μπάλωμα, κέντημα.
   Ο μικρός Αρούλης, μαζί με τα άλλα τρία μικρότερα αδελφάκια του, καθόταν κι αυτός, κατάχαμα, πάνω στο παλιό τριμμένο χαλί με τα ζωγραφισμένα ελάφια στην περίμετρο, που σκέπαζε το κέντρο του δωματίου, ενώ ολοτρίγυρα αυτό συμπληρωνόταν από μικρές κουρελούδες που, όλα μαζί, προσπαθούσαν να κόψουν το κρύο που αναδινόταν σαν φαρμακερό φίδι, μέσα από τα τετράγωνα μωσαϊκά πλακάκια με τα οποία ήταν στρωμένο το κεντρικό δωμάτιο του σπιτιού. Ένας μεγάλος χώρος που ήταν σαλόνι, τραπεζαρία, καθημερινό. Ένα δωμάτιο γιά όλες τις χρήσεις. Στο κέντρο του, το μεγάλο μαγκάλι, φτιαγμένο από ένα πελώριο στρογγυλό λαμαρινένιο ταψί, στηριγμένο σε χαμηλό σιδερένιο τρίποδο, είχε μέσα του απλωμένη πάνω σ’ ένα παχύ υπόστρωμα στάχτης και χόβολης, μιά στρώση πυρήνα ελιάς που σιγοκαιγόταν τριζοβολώντας και λαμπυρίζοντας και σκορπούσε ολοτρίγυρα αλλόκοτες, μαγικές φωτεινές ανταύγειες μαζί με τη γλυκιά τoυ ζέστη. Οι μικροί, λουσμένοι από το αχνό φως της μεγάλης λάμπας πετρελαίου που την σιγοντάριζαν οι κόκκινες φωτίτσες του μαγκαλιού, ήσαν σκυμμένοι πάνω από τα βιβλία και τα τετράδια, απορροφημένοι στη μελέτη τους, σ’ ένα σκηνικό που θύμιζε κρυφό σχολειό της Τουρκοκρατίας! Έγραφαν, έσβηναν, λογάριαζαν ή σιγοψιθύριζαν συλλαβίζοντας τα μεγάλα γράμματα των αναγνωστικών, έτοιμοι γιά την αυριανή εξέταση της δασκάλας. Όμως το μυαλό του Αρούλη, όσο ζύγωναν οι γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, τριβελιζόταν από μία και μόνη, την ίδια πάντα, πολύ επίμονη κι ανομολόγητη σκέψη, που πλησίαζε κι αυτή με τις γιορτές σαν … τραίνο. Όπως τα τραίνα που έβλεπε να έρχονται από μακριά, καθώς στεκόταν ανάμεσα στις γραμμές τους, εκεί στη ΒΙΟ, και τα κοιτούσε κατάφατσα που ολοένα μεγάλωναν και μεγάλωναν, καθώς πλησίαζαν βιαστικά, μέχρι που ο μηχανοδηγός να σφυρίξει θυμωμένα γιά να διώξει τον ανόητο μικρό που στεκόταν ασυλλόγιστα κι επικίνδυνα στην πορεία του.
   Τα μάτια του ήσαν καρφωμένα, σαν μαγεμένα, στις εναλλασσόμενες κόκκινες ανταύγειες κι η σκέψη του κόλλαγε στα κόκκινα ρούχα του αγαπημένου Άγιου, του Άγιου Βασίλη, που του θύμιζε η αναμμένη πυρήνα στο μαγκάλι.
   Η μητέρα στη διπλανή κουζίνα ετοίμαζε, σαν τελευταία ασχολία της ημέρας όπως πάντα, το βραδινό φαγητό. Λιτό και φτωχικό πάντοτε, περιμένοντας τον πατέρα να γυρίσει, ξεθεωμένος, από τη δουλειά. Έτσι, όλοι μαζί να κλείσουν τον ημερήσιο κύκλο μ’ ένα βαθύ πιάτο σούπα χυλοπίτες, ή τραχανά, που έφτιαχνε μόνη της το φθινόπωρο, γιά να γεμίζει τις χειμωνιάτικες νύχτες το στομάχι και να ζεσταίνει, συνάμα, όλο το κορμί των μελών της οικογένειας. Και μετά, όλοι μαζί τρεχάτοι, να χωθούν κάτω από τις βαριές φλοκάτες των κρεβατιών τους, φορώντας τις πυτζάμες που είχαν προηγουμένως ζεστάνει, ένας-ένας, στη ζεστή ανάσα που έβγαζε το μαγκάλι.

   Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν κι έφερναν μαζί τους μιά αλλιώτικη ατμόσφαιρα στο σπίτι. Η μητέρα, αναστατωμένη και φουριόζα, πάντα τέτοιες ημέρες αλαφιαζόταν περισσότερο! Καθαριότητα γενική και ειδικές ετοιμασίες. Μιά μεγάλη λαμαρίνα, δανεική από το φούρνο, γέμιζε με λαχταριστά μελομακάρονα και μυρωδάτους κουραμπιέδες. Λιχουδιές εποχιακές που έρχονταν στο σπίτι γιά λίγες ημέρες και μετά χάνονταν στη λήθη και την νοσταλγία, γιά να ξανάρθουν πάλι του χρόνου, μαζί με τους… καλικάντζαρους! Στο μυαλό των τεσσάρων μικρών διαβόλων της οικογένειας, Χριστούγεννα σήμαινε σχολικές διακοπές και απέραντο παιχνίδι στις οδούς και τις ρούγες της γειτονιάς. Όχι σχολείο, όχι διαβάσματα, όχι πειθαρχία!
   Η ιστορία της γέννησης του μικρού Χριστού στην ταπεινή φάτνη, μιά ιστορία που η καλή θεία Μαρία, με την αργή, ζεστή και λίγο βραχνή, φωνή της διηγιόταν γλαφυρά, ζωντανά και παραστατικότατα, μετέφερε το εκστατικό παιδικό ακροατήριο κατ’ ευθείαν μέσα στη φάτνη της Βηθλεέμ και συγκινούσε μέχρι δακρύων τις τρυφερές ψυχές τους. Γοητευμένοι παρακολουθούσαν την τόσο ζωντανή αφήγηση της θείας και ένοιωθαν, εκστατικοί, να τους ζεσταίνει πιότερο η ανάσα των αλόγων της φάτνης, παρά η χόβολη του μαγκαλιού! Καθώς η διήγηση προχωρούσε το μισοσκότεινο δωμάτιο μεταμορφωνόταν σε φάτνη, έτσι που όλοι περίμεναν ν’ ανοίξει ξαφνικά η πόρτα και να εμφανιστούν οι τρεις μάγοι με τα δώρα!
   Στην παιδική τους φαντασία και μέσα στην έξαψη της αφήγησης, οι γύρω σκιές εξέφραζαν τους βοσκούς, τον Ιωσήφ, την Παναγία. Και όλοι, μέσα τους, έβλεπαν την αφεντιά τους σαν τον μικρό, νεογέννητο Ιησού! Η μαγεία των στιγμών κατίσχυε των πάντων και κάλυπτε κάθε γωνίτσα της παιδικής ψυχής. Νικούσε την φτώχεια, τη στέρηση, την ανέχεια και τα οδηγούσε, με την αθωότητα της ηλικίας, κατ’ ευθείαν στον ουρανό, να κολυμπούν ανάερα κι ανάλαφρα παίζοντας με τα Χερουβείμ!

   Ο μικρός Αρούλης, ο μεγαλύτερος, ένας μπόμπιρας της 5ης Δημοτικού, ήταν ο πιό προβληματισμένος απ’ όλα τ’ αδέλφια. Οι συγκινητικές αφηγήσεις της θείας Μαρίας δεν σταματούσαν στη γέννηση του Χριστού, αλλά προχωρούσαν, λόγω των ημερών, και στη γοητευτική ιστορία του Άγιου Βασίλη. Του μεγάλου κι αγαπημένου φίλου των παιδιών. Και τι δεν έλεγε η θεία Μαρία γι’ αυτόν τον καλοκάγαθο, χοντρούλη Άγιο. Όλο το χρόνο, αποτραβηγμένος στο εργαστήρι του στον βορά, στην παγωμένη κι απρόσιτη Λαπωνία, κάπου στην άκρη του κόσμου, κατασκευάζει μαζί με τους βοηθούς του, τα ξωτικά και τις νεράιδες, χιλιάδες παιχνίδια. Αυτοκινητάκια, τραινάκια, ποδηλατάκια, κούκλες, επιτραπέζια και διάφορα άλλα παιχνίδια, πέρα από κάθε φαντασία και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα φορτώνει σ’ ένα μεγάλο έλκηθρο που το σέρνουν δώδεκα δυνατοί τάρανδοι, κάτι σαν τεράστια ελάφια με μεγάλα υπέροχα κι επιβλητικά κέρατα, και ξεκινάει από τα βάθη της Ανατολής, την πατρίδα του την Καισαρεία, να τα μοιράσει στα αγαπημένα του παιδιά! Όμως όχι σε όλα. Μόνο σε όσα εκείνο το χρόνο ήσαν φρόνιμα στο σπίτι και καλοί μαθητές στο σχολείο! Ο Άγιος Βασίλης, σαν Άγιος που ήταν, γνώριζε τα καμώματα όλων των μικρών του φίλων και επιβράβευε πάντοτε τα καλά παιδιά, δίνοντας ταυτόχρονα ένα καλό μάθημα στα άτακτα γιά το τι θα παθαίνουν στη ζωή τους, αν δεν συμμορφωθούν και γίνουν καλοί άνθρωποι.
   Ο Αρούλης πάντα προσπαθούσε να είναι καλό, ευγενικό και υπάκουο παιδί. Πρόσεχε, όσο μπορούσε, να μην κάνει σκανταλιές, να μην στενοχωρεί και θυμώνει τη μητέρα και να είναι καθαρός κι επιμελής στο σχολείο. Προσπαθούσε! Όμως φαίνεται πως δεν τα κατάφερνε πάντοτε γιατί, άθελά του, όλο και κάποια ζαβολιά και αταξία θα έκανε την οποία ο καλός Άγιος, που όλα τα έβλεπε και όλα τα πρόσεχε, την κατέγραφε αμέσως στα κατάστιχά του. Έτσι, κάθε χρόνο μάταια ο Αρούλης περίμενε να του φέρει ο Άγιος εκείνο το δώρο που ποθούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής του και που πάντα ανέφερε, ανελλιπώς, στην καθημερινή του προσευχή. Ένα μόνο δώρο λαχταρούσε η καρδούλα του και ένα μόνο ζητούσε, ο μικρός Αρούλης, από τον Άγιο Βασίλη. Ένα και μόνο ένα. Και το ίδιο πάντα! Αυτό που χρόνια έβλεπε να παίζουν κάτι πλουσιόπαιδα στην πάνω γειτονιά, στον Κολωνό, ενώ αυτός και όλη η μικρή παλιοπαρέα του, μόνο στα καλύτερά τους όνειρα έβλεπαν ότι έχουν. Ένα τόπι! Ένα ωραίο, μεγάλο τόπι. Ένα τόπι λαστιχένιο, που να πηδάει και να γκελάρει μέχρι εκεί πάνω! Όλοι στη γειτονιά ήξεραν πως αυτό που η μαμά του Ζήση, η μοδίστρα, έφτιαχνε, παραγεμίζοντας με κουρέλια μιά παλιά κάλτσα και ράβοντάς την σφιχτά, μόνο τόπι δεν ήταν, αφού ούτε τη μισή δουλειά του δεν έκανε! Δεν «μπίσταγε» στο χώμα, ούτε κλωτσιόταν σωστά και μακριά! Κι αυτό το κλοτσοσκούφι που έπαιζαν με δαύτο, μόνο ποδόσφαιρο δεν μπορούσε να είναι, αλλά άθλιο σουράβλι.
   - Αχ, και να είχαν ένα αληθινό τόπι! Ένα ολοστρόγγυλο, μεγάλο άσπρο τόπι! Τι ωραίο ποδόσφαιρο θα έπαιζαν. Αν……
   Όμως όλα τα παιδιά στη γειτονιά είχαν φτωχούς γονιούς. Κι ο Στράτος, κι ο Στέλιος κι ο Ζήσης κι ο Νότης, όλοι. Και κανένας δεν μπορούσε ν’ αγοράσει στο παιδί του ένα αληθινό, πραγματικό άσπρο τόπι! Έτσι τα όνειρα και οι ελπίδες του Αρούλη είχαν εναποτεθεί, αποκλειστικά, πάνω στον Άγιο Βασίλη. Μαζί με τα θερμά παρακάλια και τις ικεσίες που κάθε βράδυ, όλο το χρόνο, με βουρκωμένα μάτια του έστελνε.
   - Αχ΄, Άγιε μου Βασίλη, σε παρακαλώ, φέρε μου ένα τόπι! Θα είμαι καλό παιδί!
   Αλλά, όπως φαινόταν, οι παιδικές αταξίες ήσαν αναπόφευκτες κι έτσι ο καλός Άγιος, αυστηρός αλλά δίκαιος, του έφερνε μόνο μικρά ή άσχετα δώρα, τιμωρώντας τον γιά όλες τις αταξίες της χρονιάς και αρνούμενος να πραγματοποιήσει την σφοδρή του επιθυμία. Όπως έλεγε η μητέρα, ο σοφός Άγιος Βασίλης, που ήξερε την φτώχεια και τις ανάγκες της οικογένειας, του έφερνε πρακτικά και χρήσιμα δώρα και όχι περιττές πολυτέλειες! Κανένα πουλοβεράκι, τίποτε παπούτσια ή καμιά κασετίνα με μολύβια! Τέτοιες αηδίες, έλεγε μέσα του ο Αρούλης, και ποτέ τόπι! Γι’ αυτό, όταν η μητέρα πήγαινε επίσκεψη, βαρετή καθ’ όλα, στη θεία τη Χαρίκλεια, πέρα από τον Κολωνό, κατά τον Λόφο του Στρέφη, με πολλή χαρά την ακολουθούσε, με την κρυφή ελπίδα να ξεκλέψει λίγη ώρα, να ξεγλιστρήσει από τα φουστάνια των γυναικών κι ανακατωμένος με τους άλλους μπόμπιρες της περιοχής, να κλωτσήσει λίγο ένα πραγματικό τόπι! Με τα γκελ και τα φάλτσα του! Να παίξει αληθινό ποδόσφαιρο, με τα δυνατά σουτ των επιθετικών και τα θεαματικά πλονζόν των τερματοφυλάκων. Στιγμές άφθαστης απόλαυσης! Τι ευτυχία, Θεέ μου!

   Αυτή τη χρονιά, μεγαλύτερος και προσεκτικότερος, είχε βάλλει τα δυνατά του να είναι φρόνιμος και καλός και πίστευε ακράδαντα πως ετούτη τη φορά ο καλός του Άγιος δεν θα είχε καταγράψει πολλά στο μεγάλο βιβλίο με τις παιδικές σκανταλιές, οπότε θα του κάνει, επί τέλους, το χατίρι. Δεν είχε τραβήξει καμιάς γάτας την ουρά, δεν είχε σπάσει με την σφεντόνα κανένα τζάμι γειτόνισσας, δεν είχε στήσει ξόβεργες γιά σπουργίτια και ούτε είχε σουφρώσει με το διχαλωτό καλάμι τα σύκα από τη συκιά του γείτονα, που τα κλαδιά της βρίσκονταν σύρριζα με τη μάντρα της αυλής τους! Ήταν ένα πολύ καλό κι υπάκουο παιδάκι! Και στην τάξη πρώτος. Δέκα με τόνο στον έλεγχο και διαγωγή κοσμιωτάτη! Άρα είχε κάθε δικαίωμα να ελπίζει ότι, επί τέλους, ο Άγιος θα εκτιμούσε την καλή του συμπεριφορά και θα του έφερνε το δώρο που λαχταρούσε. Δεν τον ένοιαζαν τα μεγάλα κουρντιστά αυτοκινητάκια, οι εντυπωσιακές τορπιλάκατοι, οι χοντρές γυάλινες γκαζές και, βεβαίως, οι κούκλες. Αυτές τις βλακείες που έπαιζαν, γλυκανάλατα, τα κορίτσια! Αυτός περίμενε ένα μεγάλο, καλοφουσκωμένο και ολοστρόγγυλο τόπι! Άσπρο με κόκκινες και μπλε βούλες, που θα το χτυπάς κάτω και θα γκελάρει ίσαμε τον ουρανό!
   Όσο πλησίαζε η μεγάλη ημέρα, η παραμονή πρωτοχρονιάς, η μέρα που ο Άγιος Βασίλης θα έκανε τη διανομή των δώρων του, τόσο η καρδιά του Αρούλη χτυπούσε όλο και πιό δυνατά. Δυνατότερα κι από το μεγάλο ρολόι στον τοίχο με τον κούκο, που κάθε ώρα έσκαγε μύτη και διαλαλούσε τις ώρες. Τικ-τακ. Τικ-τακ, τικ-τακ! Κούκου! Ολοένα πιό δυνατά, όλο και πιό ανυπόμονα! Είχε βάλει στο μυαλό του μιά πονηριά. Όμως μιά πολύ αθώα πονηριά! Είχε σκεφτεί, το βράδυ που όλοι στο σπίτι θα έπεφταν γιά ύπνο, κουκουλωμένοι κάτω από τις χοντρές φλοκάτες, μπας και γλιτώσουν το κρύο που ερχόταν, σβέλτο και τσουχτερό μόλις έσβηνε η σόμπα και η πυρήνα στο μαγκάλι γινόταν άσπρη στάχτη, και αφού θα άφηνε να περάσει κάμποση ώρα, ώστε να βεβαιωθεί πως ο βαθύς ύπνος τους είχε πάρει όλους στην αγκαλιά του, αυτός θα σηκωνόταν αθόρυβα, θα έπαιρνε μαζί του την κουβέρτα και πατώντας στις μύτες των ποδιών θα έβγαινε στην αυλή κι από εκεί, με τη σιδερένια στριφογυριστή σκάλα, γραμμή γιά την ταράτσα!
   Μέρες πριν, είχε καταστρώσει το καταπληκτικό του σχέδιο, πιστεύοντας πως, στην απίθανη περίπτωση που ο Άγιος Βασίλης, καταλογίζοντάς του κάποια αταξία που ο ίδιος έκανε ακούσια, χωρίς να το καταλάβει, δεν τον υπολόγιζε και φέτος στα καλά παιδιά και δεν σκόπευε να του ικανοποιήσει την παραγγελία, όταν θα τον έβλεπε, περνώντας από ψηλά, να τον περιμένει με τόση αγάπη και τόση λαχτάρα μέσα στο κρύο, σίγουρα θα συγκινιόταν, θα τον συγχωρούσε και θα του έδινε κι εκείνου το τόπι που καρτερούσε τόσα χρόνια! Σίγουρα, όλο και κάποιο τόπι θα περίσσευε του Άγιου. Είναι αδύνατον να μην είχε σκεφτεί να έχει και κάποια παιχνίδια ρεζέρβα, γιά κάποια καλά παιδιά, που μέσα στους πολλούς μπελάδες και τις φούριες των ημερών θα τα είχε ξεχάσει! Και ο ίδιος ήξερε καλά πως ο Άγιος Βασίλης, ποτέ μα ποτέ, δεν άφησε παραπονεμένο κανένα, πραγματικά καλό παιδάκι! Άρα απόψε, ο Αρούλης είχε πάρα πολλές πιθανότητες.
   Από τις διηγήσεις της θείας Μαρίας, ο Αρούλης ήξερε πως το έλκηθρο του Άγιου Βασίλη ερχόταν από την ανατολή, γι’ αυτό και διάλεξε γιά να κουρνιάσει στη γωνία του στηθαίου της ταράτσας με το πλυσταριό. Ήταν σχετικά απάνεμο και αντίκριζε, φάτσα, την εκκλησία του Άι Γιώργη, που όπως έδειχνε η μικρή πυξίδα που ήταν κολλημένη στη σφυρίχτρα που του είχε χαρίσει ο θείος ο Σταύρος στα γενέθλιά του, ήταν στη μεριά της ανατολής.

   Μόλις έσβησε κι η τελευταία λάμπα και στο σπίτι απλώθηκε απόλυτη σιωπή που την διέκοπτε μόνο κάποιο απότομο, στιγμιαίο, ροχάλισμα του κουρασμένου πατέρα, ο Αρούλης εφαρμόζοντας το σχέδιό του, βγήκε με τις πιτζάμες, τα παντοφλάκια και τη βαριά φλοκάτη, διπλωμένη στην πλάτη, στην ταράτσα. Κούρνιασε στη γωνία που είχε διαλέξει και διπλοκουκουλώθηκε με την κουβέρτα, όντας απόλυτα σίγουρος πως ο καλοκάγαθος Άγιος θα εντόπιζε αμέσως τον μικρό σκούρο όγκο στην γωνιά της ταράτσας και θα καταλάβαινε ποιός τον περίμενε με αγωνία κάτω από την φλοκάτη. Τα μάτια του δεν ξεκολλούσαν από τον ουρανό, εκεί στο βάθος του ανατολικού ορίζοντα και περίμενε!
   Ναι, όσο το σκεφτόταν τόσο σιγουρευόταν πως το κόλπο του θα έπιανε. Ήταν απόλυτα σίγουρος και περίμενε να φτάσουν τα μεσάνυχτα! Πίστευε στον Άγιο Βασίλη και την ιστορία του, ακριβώς όπως τους την διηγιόταν η θεία Μαρία, η οποία τα ήξερε καλά αυτά, αφού κάθε μέρα τριγύριζε από εκκλησία σε εκκλησία. Πίστευε με όλη τη δύναμη της ψυχής του και αδιαφορούσε γιά όσα, κάτι κακόπιστα και άτακτα παλιόπαιδα, διέδιδαν στο σχολείο. Ότι, δήθεν, δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης, ότι όλα είναι φαντασίες και παραμύθια των μεγάλων γιά να κρατούν τα παιδιά φρόνιμα όλη τη χρονιά και πως τα δώρα τα αγόραζαν οι γονείς από τα παιχνιδάδικα της οδού Αιόλου! Ήξερε πως όλα αυτά ήσαν κακοήθειες, ζήλιες και δικαιολογίες όλων εκείνων των άτακτων παιδιών που ο Άγιος Βασίλης αγνοούσε με το δίκιο του. Έτσι ήθελαν, από ζήλια και φθόνο, να κλονίσουν την πίστη των καλών στον Άγιο και να τα παρασύρουν στις αταξίες τους!
   Όχι, ο Αρούλης δεν τα δεχόταν αυτά. Δεν θα του την έσκαγαν οι πονηροί. Πίστευε στο καλό, την καλοσύνη, τις καλές πράξεις και στον Άγιο Βασίλη που τις επιβραβεύει με τα δώρα του! Και απόψε, σε λίγες ώρες, θα τους το απόδειχνε.

   Ένας χειμωνιάτικος, μα καθαρός, ουρανός γεμάτος αστέρια φώτιζε πολύ την κατασκότεινη γειτονιά, παρ’ όλο που δεν φαινόταν πουθενά το φεγγάρι. Όλος ο κόσμος κοιμόταν, περιμένοντας να ξημερώσει ο καινούριος χρόνος και μόνο, πού και πού, κάποιο μακρινό γαύγισμα έσπαγε τη σιωπή και τρόμαζε, ξαφνικά όπως ακουγόταν, τον κουκουλωμένο Αρούλη, που γιά πρώτη του φορά έμενε τόσο αργά έξω στην ταράτσα και μάλιστα χειμωνιάτικα. Οι μόνες υπαίθριες διανυκτερεύσεις γινόντουσαν κάποιες πολύ ζεστές καλοκαιριάτικες νύχτες, όπου ολόκληρη η οικογένεια, στρωματσάδα ο ένας δίπλα στον άλλο, αναζητούσε στον ύπνο τη δροσιά της ταράτσας. Όμως τώρα, τα πράγματα ήσαν τελείως διαφορετικά. Όσο περνούσε η ώρα τόσο το κρύο γινόταν όλο και πιό δυνατό, σε βαθμό που η φλοκάτη δεν μπορούσε, πλέον, να το σταματήσει. Κουλουριαζόταν όλο και περισσότερο μέσα της, μικραίνοντας το κορμί του και χουχούλιαζε με την ανάσα τις χούφτες του προσπαθώντας να ζεστάνει τα παγωμένα του δάχτυλα που, λίγο-λίγο, έπαυε να τα αισθάνεται.
   Ήταν αδύνατον να προσδιορίσει πόσος χρόνος είχε περάσει και πόσος απέμενε μέχρι το πέρασμα του Άγιου Βασίλη. Το μόνο που καταλάβαινε καλά ήταν το πώς θα ένοιωθε ο νεογέννητος Χριστός, γυμνός και μικρός, μέσα στην παγωμένη φάτνη, ζεσταμένος μόνο με την ανάσα λίγων αλόγων, μιά βδομάδα νωρίτερα!
   Γιά να φύγει, ούτε λόγος. Καμία δύναμη και κανένα κρύο δεν θα τον έκανε να εγκαταλείψει την ταράτσα γυρίζοντας στο ζεστό του κρεβάτι. Θα έμενε εκεί περιμένοντας τον Άγιο Βασίλη. Ο κόσμος να χαλάσει, αφού ήταν απόλυτα σίγουρος ότι απόψε θα τον συναντούσε. Όσο κι αν αργούσε αυτός κι όσο κρύο κι αν έκανε. Θα έμενε κι έναν ολόκληρο χρόνο, αν χρειαζόταν. Πάει και τελείωσε!

   Δεν ήξερε πιά αν ο χρόνος κυλούσε, ή είχε σταματήσει εντελώς. Ούτε κι αν προχωρούσαν οι ώρες στο ρολόι του τοίχου. Εκείνο που καταλάβαινε μόνο ήταν ότι, σιγά-σιγά, είχε πάψει να αισθάνεται τα πόδια του, που είχαν παγώσει. Το ίδιο όπως και τα χέρια του, που ήταν αδύνατον πλέον να ζεστάνει με την ανάσα του. Δεν ήξερε αν κι αυτή έβγαινε ζεστή ή κρύα! Μόνο η καρδιά του χτυπούσε ακόμη και ένιωθε τον αργό της χτύπο, συνεχώς και αργότερο.
Καταλάβαινε πως δουλεύει ακόμα, όπως και τα μάτια του που έμεναν καρφωμένα στην ανατολή, πάνω από τον τρούλο του Άι Γιώργη και περίμεναν ανυπόμονα.
   Ξάφνου, καθώς το βλέμμα του είχε θολώσει αρκετά από το κρύο, ένα άστρο του φάνηκε σαν να κουνιόταν λίγο. Ναι, ναι!, ένα άστρο είχε ξεκολλήσει από τον ουρανό και πλησίαζε προς την ταράτσα με μεγάλη ταχύτητα. Καθώς σίμωνε γινόταν όλο και πιό μεγάλο, όλο και πιο φωτεινό! Σε βαθμό που τον θάμπωνε. Ο Αρούλης μισόκλεισε τα μάτια γιά ν’ αντέξουν το εκτυφλωτικό φως. Όταν μπόρεσε να διακρίνει καθαρά πάλι, είδε ένα μεγάλο έλκηθρο να κατεβαίνει στην ταράτσα. Δώδεκα τεράστιοι τάρανδοι, με δυνατά στήθη και μεγάλα επιβλητικά κέρατα, σαν βασιλικά στέμματα, στο κεφάλι, ξεφυσώντας σαν ατμομηχανές το προσγείωσαν σαν πούπουλο μπροστά του. Ένα έλκηθρο γεμάτο κουτιά τυλιγμένα με πολύχρωμα χαρτιά και δεμένα με παρδαλές γιορταστικές κορδέλες! Ακριβώς όπως το περιέγραφε στις αφηγήσεις της η θεία Μαρία!
   Μόλις προσγειώθηκε το έλκηθρο  -Ω΄, Θέ μου-  πρόβαλε μέσα από τους σωρούς των δώρων, ο Άγιος Βασίλης! Ο ίδιος, αυτοπροσώπως, με το ίδιο γλυκό καλόκαρδο γέλιο, ακριβώς όπως στις περιγραφές και τις φωτογραφίες που ήξερε ο Αρούλης από τις εφημερίδες! Ο Άγιος πλησίασε, τον πήρε αγκαλιά, του χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά, ζεσταίνοντας με το χοντρό μάλλινο γάντι του το παγωμένο του πρόσωπο και είπε αργά, με τη βαριά του φωνή.
   - Αρούλη, είσαι ένα πολύ καλό παιδί. Το πιό καλό παιδί του κόσμου! Αυτό που έκανες γιά μένα, ποτέ κανένα άλλο παιδάκι δεν σκέφτηκε και δεν τόλμησε να κάνει μέχρι σήμερα!
   Τον φίλησε στοργικά στο μέτωπο και τον τύλιξε απαλά με τη φλοκάτη, μαζί και το μεγάλο, ολοστρόγγυλο, καλοφουσκωμένο και γυαλιστερό τόπι που έβαλε στην αγκαλιά του. Ένα μεγάλο άσπρο τόπι με ωραίες κόκκινες και μπλέ βούλες!
   Ο Αρούλης έκλεισε τα μάτια τρισευτυχισμένος! Δεν ένιωθε πιά κανένα κρύο. Μιά γλυκιά ζέστη τον είχε αγκαλιάσει ολόκληρο.

   Όταν ξύπνησε, ίσως το άλλο πρωί, ίσως το παρ’ άλλο, ίσως πολλά πρωινά μετά, δεν έχει σημασία, βρισκόταν σ’ ένα λευκό δωμάτιο, κουκουλωμένος σ’ ένα άσπρο κρεβάτι όπου πάνω και γύρω του κρέμονταν διάφορα σωληνάκια. Η μητέρα, με πρόσωπο σφιγμένο και την αναστάτωση ζωγραφισμένη επάνω του, καθόταν σε μιά καρέκλα δίπλα του κι η θεία Μαρία, όρθια στο κάτω μέρος του κρεβατιού, τον σταύρωνε από απόσταση. Τα πόδια και τα χέρια του ήσαν τυλιγμένα με άσπρους επιδέσμους και δίπλα, σ’ ένα ψηλό λευκό κομοδίνο, το μεγάλο, ολοστρόγγυλο και καλοφουσκωμένο άσπρο τόπι, με τις μεγάλες κόκκινες και μπλε βούλες! Το τόπι που του έφερε ο αγαπημένος φίλος των καλών παιδιών, ο Άγιος Βασίλης! Ο Αρούλης ξανάκλεισε πάλι τα μάτια γιά να ζήσει στα μικρά του όνειρα, το μεγάλο όνειρο της μικρής του ζωούλας. Ένα πλατύ χαμόγελο ευδαιμονίας σφράγιζε το πρόσωπό του και δεν αισθανόταν πλέον κανένα πόνο στο σώμα, ούτε έβλεπε τα δάκρυα στα μάτια της μητέρας και της θείας του, καθώς έπαιζε «δίτερμα» στον ουρανό με τους αγγέλους! Εννοείται με το μεγάλο άσπρο τόπι που του έφερε, πρωτοχρονιάτικο δώρο, ο αγαπημένος του Άγιος Βασίλης. Ο αγαπημένος Άγιος όλων των φρόνιμων μικρών και των αγαθών μεγάλων. Ο Άγιος των δώρων και της ελπίδας, αυτής που προσδοκούμε και σήμερα, περισσότερο από ποτέ.

   Αφιερωμένο στον εγγονό μου Αριστείδη και χαρισμένο σε όλα τα παιδιά του κόσμου, μεγάλα και μικρά, που εξακολουθούν να κάνουν όνειρα και, κυρίως, να τα κυνηγούν, πιστεύοντας σ’ αυτά και ξεπερνώντας τα όρια.




   Α. Π.
   Χριστούγεννα ’11



Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικα κάλαντα 2012.

Επικαιρότης

   -Καλήν εσπέραν, άρχοντες
κι αν είναι ορισμός σας,
το χάλι ,την κατάντια μας
να πω στο φτωχικό σας.

   -Όπως μας το κατάντησαν
χαράτσια κι Εφορία,
άντε κι οι Μάγοι να μας βρουν
που ’ρχονται απ’ την Περσία.

   -Σε φάτνη γιά τα άλογα
συνήθιζε να «φτάνει»
μα τώρα χάθηκε κι αυτή,
την κλέψαν Πακιστάνοι.

   -Προσπάθησε να γεννηθεί
στη Βίλλα Αμαλία,
τώρα που ο Δένδιας άδειασε
και θα ’χει ασυλία.

   -Προβλήματα όμως και εκεί
απ’ τους καταληψίες,
γιά τρομοκράτης κι ο Ιησούς
γεννάει υποψίες.

-Αντί γιά λίγη θαλπωρή
από προβάτων χνώτο,
μπορεί και να τσουρουφλιστεί
με έκρηξη μολότοφ.

-Και βλέποντάς τα όλ’ αυτά
ο άντρας της Παρθένου,
συμφώνησε με τον Χριστό,
- "Θα γεννηθείς του χρόνου"!





Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Τζίτζης ο αγέρωχος.

Κατευόδιο

Χθες στις 10.35΄ το πρωί «έφυγε» ο εμβληματικός γάτος του σπιτιού. Κάθε σπιτικό έχει κάτι συνυφασμένο με την ύπαρξή του. Άλλο, τα παλιά μισοερειπωμένα, το φάντασμά του, άλλο το φίδι του το καλό, που θεωρείται γούρι και προστάτης, (ξέρω πολλά χωριάτικα σπίτια που τις νύχτες αφήνουν ένα πιάτο γάλα και το πρωί το πιάτο είναι άδειο, από το φίδι που βγαίνει από τη μυστηριώδη τρύπα του και το πίνει). Εμείς είχαμε τον Τζίτζη. Έναν γάτο επιβλητικό, ήμερο και ήρεμο. Ένας τιγκρέ γατούλης. Ένας γάτος ευπατρίδης!

   Όσο κι αν στύβω το μυαλό μου δεν βρίσκω πολλά να πω γιά τον Τζίτζη. Ίσως επειδή ήταν τόσο διακριτικός και ανενόχλητος που δεν άφηνε χαρακτηριστικά στίγματα. Έφυγε πλήρης ημερών, γάτος-μαθουσάλας 18, 5 + χρόνων, έχοντας διανύσει μιά ζωή ονειρώδη και ζηλευτή από τα εκατομμύρια δυστυχισμένα γατάκια, αυτά που δεν ζουν πάνω από δυό χρόνια, κατά μέσο όρο, αδέσποτα, πεινασμένα, κατατρεγμένα και φοβισμένα στους δρόμους.
   Το καλοκαίρι του ΄94 τον κατέβασα, κατατρομαγμένο γατάκι, από μιά χαμηλή ελιά όπου είχε βρει καταφύγιο, με το λυκόσκυλο ενός φίλου μου να λυσσομανά χοροπηδώντας από κάτω και έκτοτε έγινε αναπόσπαστο μέλος της οικογένειας.

   Ο Θάνατος, τελικά, είναι πολύ κρύο πράγμα κι όταν επισκέπτεται, ανεπιθύμητα ένα σπίτι, γιά ν’ αρπάξει κάποιον ένοικο, αφήνει πάντα πίσω του μιά μεγάλη παγωνιά. Δεν έχει σημασία αν αυτό που θα πάρει φεύγοντας είναι ένα καναρίνι ή η μητέρα σου. Το κρύο που θα νοιώσεις θα είναι πάντα το ίδιο. Κι η οξύτητα του πόνου θα έχει την ίδια διατρητική δυνατότητα ώστε να φτάνει στον πυθμένα της ψυχής. Τη διαφορά, προφανώς τεράστια, την κάνει η σημασία κι η διάρκεια του πόνου της απώλειας, το συναισθηματικό δέσιμο και, οπωσδήποτε, οι συνέπειες που αφήνει πίσω του αυτός που φεύγει, αφού η μνήμη λειτουργεί όμοια. Όμως τη στιγμή που αισθάνεσαι δυό μάτια να κλείνουν οριστικά και μιά καρδούλα να παύει να χτυπά, εκείνη τη στιγμή ο πόνος μοιάζει ίδια οξύς, διαπεραστικός κι αβάστακτος.

   Πάντως, στην περίπτωση του Τζίτζη, το καλύτερο παυσίπονο γιά μας αποτελεί η καλή ζωή που έζησε και, κυρίως, η μεγάλη, ανέφελη κι ανενόχλητη διάρκεια της.

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Obligado Alexis, ή ο Έλλην «Τζάμπας»!

Επικαιρότης

   Μπορεί ο κ. Αλέξ. Τσίπρας να μην έπεισε τον Βραζιλιάνο Λούλου, (είχα ένα θείο, Θεός σχωρέστον, που τον έλεγαν έτσι. Φτυστός!), να άρει τις αντιρρήσεις του ως μέλος του ΔΝΤ, γιά την δανειοδότηση της χώρας, (ο Βραζιλιάνος το έκανε προφανώς γιά καλό μας!). Με κάτι πολιτικάντικες αοριστολογίες, πατρικές συμβουλές και τα γνωστά συμβατικά αεροφούμαρα φόρτωσε τον δικό μας μικρό ο πονηρός γέρων κι αυτός ….κατακατουρήθηκε από τη χαρά του, γιά την μεγάλη… επιτυχία της συνάντησης.

   Έχω όμως τη διαίσθηση πως του χρόνου, στα διάφορα καρναβάλια, (Πάτρας, Μοσχάτου, Κωλοπετινίτσας και αλλαχού), το μάτι μας θα χορτάσει κι η ψυχή μας θα ευφρανθεί από την εμφάνιση χιλιάδων ξεβράκωτων καρναβαλιτζούδων εκ Βραζιλίας. Η έμπρακτη βραζιλιάνικη βοήθεια και συμπαράταξη στη χώρα μας. Φάτε μάτια ψάρια….!

   Κάτι δίμετρες μουλάτες, θα παρελαύνουν στον ρυθμό της σάμπας, χάρμα ιδέσθαι και … άπτεσθαι! Κορμιά αγάλματα, μπρούτζινα, χυμώδη, ακούραστα στο… κούνημα   -(Ε’, ρε ψάρι που σαλεύει….!)-   και πρόσωπα θεία, εξαίσια. Αγγελικά μεν, αλλά με χείλη φιλήδονα, σαρκώδη και μάτια φλογερά, όλο υποσχέσεις γιά φλογερούς έρωτες, άκρως επιτυχείς και επαναληπτικές προσπάθειες … αυτοσέξ, (με βαθμό επίδοσης κοντά στο…31!) και ονειρώδεις… ονειρώξεις. Ω’, ρε ψυχή μου, γλέντια!

   Αυτές είναι … επαφές, αυτές είναι συμμαχίες! Όχι εκείνες οι οδυνηρές με την κρυόμπλαστρη αντιερωτική Μέρκελ, (μπλιάαααχ), και την άλλη την ξενέρωτη Βρετανίδα αξιωματούχο της κομισιόν, την … Αναφυλαξία, που την έχουν μόνο γιά να χώνεται στις ομαδικές φωτογραφίες, (και να τις χαλάει)!

   Μπράβο Αλέξη, πάντα τέτοια. Ελλάδα – Βραζιλία, συνεργασία. Στη σάμπα και το τζάμπα!

   ΥΓ. Γιά την ιστορία αναφέρω, μιά και το είδα. Στην πρώτη συνάντηση Τσίπρα με τους ντόπιους επισήμους, πίσω στους τοίχους ήσαν κολλημένες κόκκινες αφίσες που έγραφαν: PARTIDO DOS TRABAHLADORES.
   Τα παιδία… παίζει τραμπάλα!


Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Οι απολύσεις στον «Ριζοσπάστη».

Επικαιρότης

   Όταν στις 5 τρέχοντος μηνός έγραφα γιά τον «θάνατο των ιδεολογιών», ομολογώ πως δεν περίμενα τόσο γρήγορη επαλήθευση. Και μάλιστα από τον κατ’ εξοχήν χώρο που υπερμάχεται την ύπαρξη αυτών, μονοπωλώντας μάλιστα την ορθότητα, το αλάθητο και το λυσιτελές της δικής του. Αποκλειστικά της δικής του!
   Χωρίς ίχνος ειρωνείας, (μολονότι το δέλεαρ είναι μεγάλο και το μυαλό μου γαργαλάει το χέρι μου, προς τούτο), οι σύντροφοι του Περισσού αναγκάζονται, εκόντες-άκοντες, να κάνουν και στο έντυπο κομματικό τους όργανο, ό,τι έκαναν και στο ηλεκτρονικό. Δηλαδή να γονατίσουν υποταγμένοι στον νόμο της αγοράς και ν’ απολύσουν προσωπικό!
   Όσο κι αν προσπαθούν να «στολίσουν» το σκληρό μέτρο  -κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία-  με κούφια επιχειρήματα, σαχλές έως βλακώδεις δικαιολογίες και άσφαιρες αντεπιθέσεις, η απόλυση κάποιων εργαζομένων του Ριζοσπάστη είναι ένα απτό και πραγματικό γεγονός. Με τις όμοιες ακριβώς συνέπειες που έχουν όλες οι απολύσεις, απανταχού της Γης. Και οι καπιταλιστικές και οι «συντροφικές»! Ήτοι ανεργία, φτώχεια, πείνα, δυστυχία, εξαθλίωση των απολυμένων. Δυστυχώς, σ’ αυτές τις περιπτώσεις η αλήθεια είναι μία κι αντικειμενική και η πραγματικότητα αμείλικτη.

   Αφού η εφημερίδα «μπαίνει μέσα» οικονομικά και το ταμείο, (έσοδα-έξοδα), δεν φτάνει να πληρώνει όλους, κάποιοι περισσεύουν και πρέπει να φύγουν. Τόσο απλό, αν και σκληρό. Όσο σκληρός ακούγεται ένας ακρωτηριασμός γαγγραινιασμένου ποδιού, προκειμένου να σωθεί…. το υπόλοιπο σώμα! Ο άτεγκτος νόμος της αγοράς, (αυτής που μάχονται οι «σύντροφοι»), τον οποίον όμως υποχρεούνται να εφαρμόσουν κι αυτοί, όπως κάνουν οι πάντες, ανεξαρτήτως ιδεολογίας.

   Όσο γιά τους απολυόμενους, φρονώ πως ελάχιστα τους αγγίζουν και παρηγορούν οι δικαιολογίες. Είτε καπιταλίστας σε απολύει, είτε κομμουνιστής, το ίδιο κάνει. Ίδια θα πεινάσουν τα παιδιά σου, ίδια οι λογαριασμοί σου θα μείνουν απλήρωτοι και το μαύρο σκοτάδι που θα σε τυλίξει θα είναι το ίδιο μαύρο και ίδια πηχτό. Άσπρος λύκος, μαύρος λύκος, λύκος παραμένει και όμοια θα σε φάει.

   Τα παραπάνω, μαζί με κάτι σαχλαμάρες που έλεγε ο Λοβέρδος, ως Υπουργός Υγείας, στις αρχές της κρίσης, (ότι «αναγκαζόμαστε να πάρουμε αποφάσεις κόντρα…. στην ιδεολογία μας»!), καλό θα είναι να λειτουργήσουν σαν ξυπνητήρι στους, εν ύπνω, «συντρόφους». Οι Ανατολικοευρωπαίοι, οι Ρώσοι, οι Αλβανοί, οι Βιετναμέζοι, οι Κινέζοι το άκουσαν και ξύπνησαν. Οι δικοί μας, ακόμη;

   Το τραγικό, και γιά την περίπτωση Ριζοσπάστη, (με τους εναπομείναντες «συντρόφους», φυλακισμένους στις αυταπάτες τους, να επιμένουν να περπατούν στο… ταβάνι), είναι πως οι Έλληνες κομμουνιστές εξακολουθούν να κυνηγούν μάγισσες και να μάχονται ανεμόμυλους, (μονοπώλια (;), μεγάλο κεφάλαιο, κ.λπ ουτοπίες), αντί να εστιάσουν τις προσπάθειές τους, ρεαλιστικά, στην πραγμάτωση του εφικτού, μέσα στα σύγχρονα οικονομικά πλαίσια και δεδομένα, γεγονός που αποτελεί άλλωστε, την τέχνη και πεμπτουσία της πολιτικής. Έτσι εμπίπτουν καίρια στην, υπό του Νίτσε, αναφερθείσα διαπίστωση:
   - «Μερικές φορές κάποιοι άνθρωποι δεν θέλουν να δεχθούν την αλήθεια, γιατί αρνούνται να σκοτώσουν τις ψευδαισθήσεις τους»!

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Τυπολατρία και νομολαγνεία. Ό,τι μας μάρανε!

Επικαιρότης

   Τα πράγματα είναι απλά. Η ανάγκη αδήριτη, τα ταμεία άδεια, η πραγματικότητα αμείλικτη. Κι εμείς βυζαντινολογούμε ομφαλοσκοπώντας!
   Τις τελευταίες ημέρες παρακολουθούμε ένα ακόμη επεισόδιο από το γνωστό ελληνικό σήριαλ του παραλόγου, με πρωταγωνιστές τους διάσημους σταρ του λαϊκισμού οι οποίοι κοπτόμενοι, δήθεν, γιά τον τύπο της νομιμότητος υποδαυλίζουν κόντρες και αντιπαλότητες φουσκώνοντας την αγανάκτηση του καταταλαιπωρημένου λαού και ποντάρουν στην ακρισία, το θυμικό και, γιατί όχι, στη βλακεία του.

   Αναμφίβολα, το γνωστό χαράτσι των ακινήτων αποτελεί ένα από τα πλέον άδικα, παράλογα και υπερβολικά οικονομικά μέτρα που με το έτσι θέλω μας επέβαλαν οι τελευταίες κυβερνήσεις. Σήμερα μάλιστα, η καταβολή του είναι τελείως προβληματική, αγχώδης και δυσβάστακτη, αφού οι τσέπες των πολιτών είναι, πλέον, πιό άδειες κι απ’ αυτές του κράτους.
Κατά συνέπειαν, προσωπικά, ελάχιστα με απασχολεί η όποια δικαστική διαμάχη Κράτους και Δικαιοσύνης, (που βγήκε κι αυτή όψιμα στα κάγκελα της…. Αντίστασης επειδή της κούρεψαν τις αποδοχές), η παραφιλολογία και η σχετική βυζαντινολογία γιά διαδικασίες, νομιμοφάνειες και τυπολατρίες, σχετικά με την είσπραξη αυτού του χαρατσιού. Εγώ ξέρω πολύ καλά πως ό,τι και να πει ο… Άρειος Πάγος, το χαράτσι δεν το γλιτώνω! Το πολύ-πολύ να μου προσφέρει λίγο… «πάγο» γιά ν’ ανακουφιστεί κάπως το… γνωστό τσούξιμο του γνωστού σημείου επί του οποίου… εφαρμόζεται κάθε μέτρο!

   Αφού λοιπόν, «το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον» κι ο κόσμος να χαλάσει τα ευρουδάκια μου θα τα σκάσω, θεωρώ περιττό, έως κουτό, να «παίζουμε» το κρυφτούλι μεταξύ ΔΕΗ και Εφορίας περί αρμοδιότητος, ή μη, της είσπραξης και μπουρδολογίες περί…. «διαγραμμάτου» και, ταυτόχρονα, το παιχνίδι της κοντοκουρεμένης ξανθιάς της άφθονης διούρησης και του πονηρούλη διοπτροφόρου μικρού Λένιν, του επιλεγόμενου και «μπαλίτσα», οι οποίοι δεν προσεγγίζουν ρεαλιστικά το πρόβλημα, αλλά με ανεύθυνα λεκτικά κόλπα, νομικίστικους θεατρινισμούς και επικίνδυνους λαϊκίστικους αφορισμούς προσπαθούν να κάνουν «ψιλοκοκό αντιπολίτευση», πριονίζοντας ταυτόχρονα, ένα κλαδί στο οποίον είναι κι αυτοί καθισμένοι!

   Τελικά, ως επιστέγασμα της υπόθεσης και γιά να κλείσει ο κύκλος των αντεγκλήσεων, εξεδόθη χθες τελική σχετική απόφαση του Αρείου Πάγου. Αυτή περιγράφεται, όπως πάντα, με περίτεχνες νομικίστικες λεκτικές φιοριτούρες. Όμως εγώ θα σας το πω απλά, λαϊκά και κατανοητά, κατά το «σκάσε και κολύμπα»:
- Σκάστε και πληρώστε! 

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Gunter Grass, Ένας νομπελίστας Γερμανός ποιητής.(1999).

Σχολιασμοί

   Το λογοτέχνη και ποιητή κ. Γκύντερ Γκράςς ομολογώ πως δεν τον ξέρω γενικότερα. Όμως γιά να έχει τιμηθεί με Νόμπελ Λογοτεχνίας θα πει πως, τουλάχιστον, είναι αρκετά αξιόλογος, παρ’ όλον ότι οσμίζομαι πολιτικές δολοπλοκίες στην υπόθεση, όπως γίνεται τελευταία με τις απονομές βραβείων Νόμπελ, που μπήκαν πλέον κι αυτά στο πολιτικό αλισβερίσι και, άρα, στις παρυφές της ανυποληψίας.
   Προσωπικά δεν συμπαθώ τη στρατευμένη και στοχευμένη ποίηση, και τέχνη γενικά. Τις θωρώ αστείες, που σε ακραίες περιπτώσεις σκοπιμότητος ή προσωπολατρίας, εγγίζουν τα όρια της γελοιότητος. Π.χ. Βορ. Κορέα και Κιμ Ιλ Σουνγκ, Αρμπούζωφ και «Μιά ιστορία από το Ιρκούτσκ», Ρίτσος και επικήδειο λιβάνισμα του Στάλιν, κ.λπ.
   Ανήκω σ’ αυτούς που θέλουν το πνεύμα τελείως ελεύθερο, απερίσπαστο στη δημιουργικότητά του και παντελώς απαγκιστρωμένο από το συνεχές και μόνιμο, ασφυκτικό και μονότονο αγκάλιασμά του με την πολιτική, σε βαθμό που ν’ αποτελεί αυτή την κύρια και αποκλειστική πηγή εμπνεύσεώς του. Όχι πως απορρίπτω, θεματολογικά, τελείως την πολιτική, ως αφορμή κι αιτία έμπνευσης, όμως τη συνεχή «μοναχοφαγιά» την αρνούμαι διαρρήδην. (Καλή η καρμπονάρα, αλλά και λίγη φασολάδα ή κάτι λαδερό, δεν βλάπτει, επιβάλλεται. Όλοι οι διαιτολόγοι το λένε!).

   Ο πνευματικός δημιουργός πρέπει να δρα σαν τη μέλισσα που πετάει ελεύθερα και τρυγά πλήθος διαφορετικών λουλουδιών προκειμένου να παράξει το νέκταρ της. Οι παρωπιδιασμένες αγκυλώσεις κι οι στρατευμένες παραγωγές έργων τέχνης, φαλκιδεύουν και την ποιότητα των έργων, αλλά και την αξία των δημιουργών, αφού τους φυλακίζουν σε «κανάλια» λειτουργίας. Τους κάνουν να μοιάζουν με κουρντισμένα ρομπότ, ή «πρωτάκια» που η δασκάλα τους πιάνει το χέρι και τα καθοδηγεί στο γράψιμο. Άλλωστε αυτό έχει αποδειχθεί, de facto, σε κάθε μορφή τέχνης. Κανένα έργο πολιτικής σκοπιμότητος δεν ξεπέρασε τα όρια της μετριότητος.
   Πέραν αυτού, πίστευα και πιστεύω πως το πλήρες «άρωμα» ενός λογοτεχνικού κειμένου αναδύεται μόνο στη γλώσσα που έχει σκεφτεί και γράψει ο δημιουργός του. Και στη μεν λογοτεχνία, μιά πολύ καλή μετάφραση-απόδοση μπορεί «να σώσει την παρτίδα», κάπως, και να σε βάλει αρκετά στο πνεύμα του συγγραφέα, έστω και με σχετική «αφυδάτωση». Όμως ειδικά στην ποίηση αυτό είναι αδύνατον, αφού ποίηση είναι ο συνδυασμός του νοήματος με το μέτρο και την μουσική αρμονία των ήχων κατά την απαγγελία. Γιά ν’ απολαύσεις, π.χ. Λόρκα ή Νερούντα μάθε πρώτα ισπανικά και γιά να ευχαριστηθείς Έλλιοτ, Μπάιρον, Πόε πρέπει οπωσδήποτε να ξέρεις αγγλικά! Όσο γιά τον κορυφαίο των κορυφαίων Καβάφη, γιά να τον «πιάσεις» τελείως χρειάζεσαι όχι μόνο καλά ελληνικά, όχι μόνο να αντιλαμβάνεσαι το αλεξανδρινό γλωσσικό ιδίωμα, αλλά και να γνωρίζεις Ιστορία σε αρκετό, μάλιστα, βάθος.

   Τον Γκράςς τον γνώρισα με το ποίημά του «Η Ντροπή της Ευρώπης», το οποίο δημοσιεύω κατωτέρω, ως αφορμή γιά σχετική ανάλυση και συζήτηση, στη θεωρούμενη ως επιτυχέστερη μετάφραση-απόδοσή του στα ελληνικά.

   Η ντροπή της Ευρώπης

   Στο χάος κοντά,
γιατί δεν συμμορφώθηκε στις αγορές
κι εσύ μακριά από τη Χώρα,
που σου χάρισε το λίκνο.

   Όσα Εσύ με την ψυχή ζήτησες και νόμισες πως βρήκες,
τώρα θα καταλυθούν,
και θα εκτιμηθούν σαν σκουριασμένα παλιοσίδερα.

   Σαν οφειλέτης διαπομπευμένος και γυμνός,
υποφέρει μιά Χώρα
κι Εσύ, αντί γιά το ευχαριστώ που της οφείλεις,
προσφέρεις λόγια κενά.

   Καταδικασμένη σε φτώχεια η Χώρα αυτή,
που ο πλούτος της κοσμεί Μουσεία:
η λεία που Εσύ φυλάττεις.

   Αυτοί που με τη δύναμη των όπλων είχαν επιτεθεί στη Χώρα
την ευλογημένη με νησιά,
στο στρατιωτικό τους σάκο κουβαλούσαν τον Χέλντερλιν (;).

   Ελάχιστα αποδεκτή Χώρα, όμως οι πραξικοπηματίες της,
κάποτε, από Εσένα, ως σύμμαχοι έγιναν αποδεκτοί.

   Χώρα χωρίς δικαιώματα,
που η ισχυρογνώμονη εξουσία ολοένα και περισσότερο
της σφίγγει το ζωνάρι.

   Σ’ Εσένα αντιστέκεται φορώντας μαύρα η Αντιγόνη,
και σ’ όλη τη Χώρα πένθος ντύνεται ο λαός,
που Εσένα φιλοξένησε.

   Όμως, έξω από τη Χώρα,
του Κροίσου οι ακόλουθοι και οι όμοιοί του όλα όσα
έχουν τη λάμψη του χρυσού στοιβάζουν
στο δικό Σου θησαυροφυλάκιο.

   Πιές, επί τέλους, πιές!
κραυγάζουν οι εγκάθετοι των Επιτρόπων
όμως ο Σωκράτης,
με οργή Σου επιστρέφει το κύπελλο γεμάτο ως επάνω.

   Θα καταραστούν εν χορώ,
ό,τι είναι δικό Σου οι θεοί, που τον Όλυμπό τους η δική Σου
θέληση ζητάει ν’ απαλλοτριώσει.

   Στερημένη από πνεύμα,
Εσύ θα φθαρείς χωρίς τη Χώρα,
που το πνεύμα της,
Εσένα, Ευρώπη, εδημιούργησε.

   Κατ’ αρχήν, σαν έργο τέχνης νομίζω πως ανταποκρίνεται πλήρως στα όσα προανέφερα Έτσι πιστεύω ακράδαντα πως αν στο ποίημα αυτό διεκυβεύετο το Νόμπελ, σίγουρα θα το κατακτούσε κάποιος άλλος.
   Προσπερνώντας την ποιητική «φυσιογνωμία» του έργου, θέλω να διατυπώσω κάποιες σκέψεις πάνω στην ουσία των νοημάτων του ποιητή, ασχέτως ποιητικού λόγου και εκφοράς.

   Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο ποιητής ή συγκαταλέγεται στους σφόδρα φιλέλληνες Γερμανούς, ή εντάσσει αυτό το ποίημα, ως όπλο, σ’ ένα γενικότερο αντιπολιτευτικό «οπλοστάσιο» κατά της σημερινής Γερμανικής Κυβέρνησης. Κάτι καθόλου απίθανο, αφού όπως με πληροφόρησαν φίλοι που ξέρουν τα γερμανικά πολιτικά πράγματα, ο κ. Γκράςς ανήκει στην αντιπολίτευση.

   Έμφυτη καλοπιστία με οδηγεί στην πρώτη εκδοχή, δηλαδή του φιλέλληνα πνευματικού ανθρώπου που ξέρει πολύ καλά την Πανευρωπαϊκή Ιστορία και κατανοεί πλήρως τον ακρογωνιαίο ρόλο της Αρχαίας Ελλάδος στη δημιουργία του ανθρώπινου πολιτισμού, του οποίου, ως γνωστόν, υπήρξε το ασφαλές και στέρεο θεμέλιο. Και έναντι αυτής της αρχέγονης ευρωπαϊκής οφειλής μέμφεται τη σημερινή στάση της Ευρώπης έναντι της χώρας μας και ζητεί απ’ αυτήν να εξοφλήσει το παλιό χρέος της…. τώρα!

   Είδα το σχετικό βίντεο, με τον Γερμανό ποιητή απαγγέλοντα, δύο φορές μάλιστα, πριν καταπιαστώ με τον σχολιασμό του ποιήματος, προβληματισμένος και καταντροπιασμένος!
   Κατ’ αρχήν και συνοπτικά, δεν είδα πουθενά σ’ αυτό, κάτι που να συνηγορεί υπέρ της αρωγής προς την Ελλάδα, όχι γι’ αυτό που ήταν κάποτε, αλλά γι’ αυτό που είναι τώρα!

   Ε΄, λοιπόν, αυτό ακριβώς είναι το κρίσιμο σημείο της υπόθεσης και αυτό που με «χαλάει» απέραντα!
   Γιατί, κοντά τρεις χιλιετηρίδες εξακολουθούμε να «σκυλεύουμε» και να καπηλευόμαστε τους …«αρχαίους ημών προγόνους» και να φορτώνουμε πάνω τους όλες μας τις αιτιάσεις και απαιτήσεις και όλα μας τα…. «δίκια». Ζητώντας αντιπαροχές και ανταλλάγματα γιά… πνευματικά δικαιώματα που δημιουργήθηκαν πριν από …. 2500 έτη.
   Γιατί μοιάζουμε με τον άσωτο γιό κάποιου «επώνυμου» μπαμπά που καταξοδεύει σε ασωτίες, γλέντια και σπατάλες την πατρική περιουσία, αλλά και την καλή φήμη του πατέρα, ζητώντας άφεση λόγω, ακριβώς, αυτής της φήμης!
   Η στάση των Φιλελλήνων, ως πομποί, αλλά και η στάση των Νεοελλήνων, ως αποδέκτες, με κάνει να ντρέπομαι! Ναι, ντρέπομαι γιατί, έστω άθελά μου, μετέχω σε μιά σκηνοθεσία κι ένα σκηνικό παγκόσμιας εξαπάτησης!
   Ντρέπομαι γιατί διάφοροι Γκυντερ Γκραςς, ρομαντικοί και αφελείς, βλέπουν την μέχρι θανάτου υπακοή του Σωκράτη στους Νόμους της Πατρίδος και δεν βλέπουν την ανυπακοή καθηγητών, φοιτητών και κομμάτων αντιπολίτευσης στον περί Παιδείας ψηφισμένο νόμο.
   Ντρέπομαι γιατί βλέπουν τις ουμανιστικές θεωρίες του Αριστοτέλη και όχι τον σκουπιδότοπο και την αθλιότητα του ….Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.
   Ντρέπομαι γιατί εμπνέονται από την «Πλάτωνος πολιτεία» και δεν βλέπουν τον βίο και την πολιτεία των διαφόρων Άκηδων, Μάκηδων, Σάκηδων, Λάκηδων.
   Ντρέπομαι γιατί βλέπουν την μαυροντυμένη Αντιγόνη ν’ αντιστέκεται και παραβλέπουν την «σικάτη» Διαμαντοπούλου να ενδίδει στον εκχυδαϊσμό της γλώσσας μας και την διολίσθησή της στα αηδιαστικά greeklish.
   Ντρέπομαι γιατί βλέπουν μόνο τα αρχαϊκά αριστουργήματα στα παγκόσμια Μουσεία και αγνοούν τις στρατιές των αυθαίρετων τερατουργημάτων που «νομιμοποιούνται» κατά καιρούς και κατά «γενιές», με το αζημίωτο γιά τον κρατικό κορβανά, ο οποίος έτσι ενθαρρύνει ουσιαστικά την αυθαιρεσία και διαιωνίζει την υποκρισία και την ασχήμια στο περιβάλλον.
   Ντρέπομαι γιατί οι πολιτισμένοι κι ευαίσθητοι φιλέλληνες, εραστές του Φειδία, του Πραξιτέλη και κάθε άγνωστου, αλλά μεγαλοφυούς, αρχαίου καλλιτέχνη, που απολαμβάνουν το αρχαίο ελληνικό κάλλος στα γλυπτά με τα οποία έχουμε γεμίσει τις ευρωπαϊκές πατρίδες τους, δεν μαθαίνουν ποτέ πως κάτι «τσουρούτικα» και κακότεχνα ντόπια αγαλματίδια, που υποτίθεται κοσμούν πλατείες και κοινόχρηστους χώρους, κλέβονται από γύφτους και λαθρομετανάστες γιά να λειώσουν σε κάποιο πρόχειρο και κρυφό χυτήριο και να γίνουν .. ψιλοευρουδάκια.
   Ντρέπομαι γιατί, συνειδητά ή ασυνείδητα, εξακολουθούμε να κοροϊδεύουμε αγνούς και ιδεολάτρες ανθρώπους που αγαπούν, πιστεύουν και υπερασπίζονται μιά Ελλάδα που δεν υπάρχει πλέον. Μιά Ελλάδα που δεν είναι, όπως την καταντήσαμε, τίποτα πέραν από ένα γεωγραφικό στίγμα στον παγκόσμιο χάρτη.

   Το νόημα και η αναφορά Γκύντερ, (και όλων των όμοιων Γκύντερς), αφορά την αρχαιότητα και τους αρχαίους. Ευτυχώς που δεν έμαθε γιά τους τυφλούς επιδοματίες της Ζακύνθου που αναβλέποντας οδηγούν ταξί! Ευτυχώς που δεν ξέρει γιά το σημερινό χάλι της παιδείας μας και τον σύγχρονο Αριστοφάνη τον…. κλανιάρη! Γιά τους χιλιάδες νεκρούς που, χρόνια μετά τον θάνατό τους, εξακολουθούν να παίρνουν σύνταξη, εξαπατώντας τα ασφαλιστικά Ταμεία και όλη την ανεκτική, τρυφηλή, (μέχρι πρότινος), και ράθυμη σε υγιείς αντιδράσεις κοινωνία!
   Αυτός δεν ξέρει, εγώ όμως που ξέρω πονώ, θλίβομαι, υποφέρω. Και ντρέπομαι βαθύτατα.

   Θα μπορούσα, επί ένα μερόνυχτο, ν’ απαριθμώ λόγους που μου επιβάλλουν να ντρέπομαι γιά την καταγωγή μου. Όχι γιατί έχω μεμπτό παρελθόν και ανάξιους προγόνους, ίσα-ίσα, αλλά γιατί εγώ είμαι ανάξιος γόνος αυτών. Και μάλιστα η αναξιότητά μου αυτή πολλαπλασιάζεται επειδή προσπαθώ, κουτοπόνηρα, να την εκμεταλλευτώ, να την καπηλευτώ και να την μοσχοπουλήσω, σκυλεύοντας και τυμβορυχώντας αρχαίους τάφους!
   Επί τέλους, ως πότε θα προχωρούμε κοιτάζοντας… πίσω; Ως πότε θα πιπιλίζουμε αυτή την καραμέλα των «ένδοξων αρχαίων προγόνων» μας, ζητώντας έλεος κι ελεημοσύνη… ελέω αυτών;
  
   Με λίγα λόγια, ντρέπομαι γιά την κατάντια μας. Μιά κατάντια κι ένα χάλι στο οποίο νοιώθω συμμέτοχος, χωρίς να είμαι συνένοχος. Και αναλογίζομαι:
   -Εμείς πότε θα φτιάξουμε δική μας, αυτοτελή και αυτοδύναμη οντότητα, ούτως ώστε να μπορέσουμε, ίσοι προς ίσους, να βροντοφωνάξουμε περήφανα:
   - Μάλιστα κύριοι, αυτοί είμαστε. Ιδού τα πιστοποιητικά κι οι περγαμηνές ενός ευκλεούς παρελθόντος, να και τα δείγματα της αντάξιας συνέχειας. Αυτοί είμαστε. Περήφανοι γιά το χθες, αλλά πιό περήφανοι γιά το σήμερα! Και αυτά όλα αποτελούν την βάσιμη υποθήκη και στέρεα προοπτική ενός, ακόμη καλύτερου, αύριο! Αυτοί είμαστε, κύριοι!
   Θα μπορέσουμε, άραγε, να το πούμε κάποτε;