Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Μέντης Μποσταντζόγλου, ή αλλιώς: «Evening Standard Μποστ»!


Αναδρομές

   Έτσι υπέγραφε πολλά από τα σκίτσα του ο ανεπανάληπτος Μέντης Μποσταντζόγλου. Στις 13 Δεκεμβρίου έκλεισαν 17 χρόνια από την ημέρα που ο πολυτάλαντος αυτός δημιουργός ανέβηκε στον ουρανό γιά να συναντήσει την παρέα του, τον Νίκο Τσιφόρο, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και όλους εκείνους με τους οποίους συνεργάστηκε εν ζωή, διασκεδάζοντας δυό γενιές τουλάχιστον, περιπαίζοντας την καθημερινότητα και βομβαρδίζοντας με καυστική σάτιρα και βιτριολικό χιούμορ την επικαιρότητα και την εξουσία.
   Η ευρηματικότητα του Μποστ στην επεξεργασία του κάθε θέματος που έπεφτε στην πλώρη του ήταν σχεδόν διαβολική στην μεγαλοφυΐα της. Σου περνούσε το γέλιο μέσα από δραματικές καταστάσεις και σ’ έκανε να λυπάσαι γελώντας και να διασκεδάζεις κλαίγοντας! Μπέρδευε τόσο το κωμικό με το τραγικό που εσύ, ο θεατής, δεν ήξερες αν έπρεπε να κλάψεις ή να γελάσεις. Και τελικά ξεραινόσουνα στα γέλια. Η δουλειά του Μποστ υπήρξε ο ορισμός και η πεμπτουσία του όρου «κλαυσίγελος»!

   Κατά την προσωπική μου γνώμη, κορυφαία στιγμή της συνολικής του δημιουργίας υπήρξε το θεατρικό του έργο η «Φαύστα», όπου ένα κοριτσάκι χάνεται στη θάλασσα, ο ψαράς πατέρας ψαρεύει τυχαία το ψάρι που το είχε «χάψει» και στην κοιλιά του ψαριού βρίσκεται, ολοζώντανη, η πνιγμένη όπως νόμιζαν, μικρή Φαύστα! Χαρές και πανηγύρια στην οικογένεια γιά την ανακάλυψη του χαμένου παιδιού, αλλά, ξαφνικά, ξαναχάθηκε η Φαύστα, την οποία τελικά …. έφαγαν οι γάτες, επειδή μύριζε…. ψαρίλα!
Τι να πρωτοθαυμάσεις σ’ ένα τέτοιο έργο; Την πρωτοτυπία στη σύλληψη, την πλοκή ή την μοναδική, νυν και αεί, γλωσσική διατύπωση του αξέχαστου Μποστ. Τόσο στη γραμματική και την ορθογραφία, όσο και στη σύνταξη!
   (Κάποιες κακές γλώσσες επιμένουν πως ο Μποστ υπήρξε εν αγνοία του ο πρόδρομος και προφήτης των σημερινών Ελληνικών της νεολαίας μας! Κάτι σαν εξελικτικός συνεχιστής του Τζάρτζανου, του Τριανταφυλλίδη και του σύγχρονου τελικού κατεδαφιστή της γλώσσας Μπαμπινιώτη, προπομπός  της γλωσσικής μας κατάντιας, αλλά σε πρώιμη και προφητική έκδοση, με σκωπτική, εννοείται, διάθεση και αγαθή πρόθεση. Βέβαια, ο Μποστ το διασκέδαζε και «έπαιζε» με όσα έγραφε, περνώντας μηνύματα κατά του τότε «σουσουδισμού» και του καθαρευουσιάνικου μικροαστικού «καθωσπρεπισμού». Πάντα με ευπρέπεια και σεμνότητα, χωρίς αλαζονεία και έπαρση. Με θάρρος αλλά όχι θράσος. Σάμπως κι ο Ιούλιος Βερν το ίδιο δεν «έπαιζε» και περιέπαιζε, όταν έγραφε τα αξεπέραστα προφητικά του μυθιστορήματα;)!

   Εκεί, στο τέλος της δεκαετίας του ’50 με αρχές ’60, απετέλεσε μοναδικό και εκπληκτικό δίδυμο με τον γίγαντα του χιούμορ Νίκο Τσιφόρο, του οποίου «διακοσμούσε» και γαρνίριζε διάφορες σειρές, όπως π.χ. τις «Σταυροφορίες», με απαράμιλλης χιουμοριστικής δύναμης σκίτσα, μπερδεύοντας τους αναγνώστες οι οποίοι δεν ήξεραν με τι θα έπρεπε να γελάσουν περισσότερο. Με το κείμενο ή με τα σκίτσα;
   Τα μεγάλα ιδιότυπα σκίτσα του έβριθαν από χειροβομβίδες γέλιου που έσκαγαν μία- μία, καθώς τις ανακάλυπτε το διψασμένο μάτι των φανατικών αναγνωστών του, ψάχνοντας μέσα στο συνολικό, μεγάλο σχεδιάγραμμα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως κάθε Σάββατο χαράματα, έτρεχα στο διπλανό ψιλικατζίδικο, τον αξέχαστο Μπενέτο της Ακ. Πλάτωνος, και «ξεσκόνιζα» τον κρεμασμένο «Ταχυδρόμο», (πού λεφτά τότε γιά αγορά!), κάνοντας τον ανεκτικό ψιλικατζή να δυσφορεί επειδή του έκανα την εφημερίδα μαντάρα, στριφογυρίζοντάς την στα μανταλάκια. Όμως δεν έφταιγα εγώ αλλά ο Μποστ, που στα σκίτσα του είχε γράμματα, γύρω-γύρω στην «κορνίζα», και έπρεπε να τα διαβάσεις περιστροφικά, άρα να γυρίζεις συνεχώς την εφημερίδα!

   Το μεγάλο χαρακτηριστικό του Μποστ, αλλά και ολόκληρης της εποχής, είναι πως το χιούμορ του, και όλων των αντίστοιχων σκιτσογράφων, κωμωδιογράφων, επιθεωρησιογράφων και γενικώς όλων των σατυρικών αναγνωσμάτων, προέκυπτε χωρίς καμία, το ξαναγράφω με κεφαλαία, ΚΑΜΜΙΑ, βωμολοχία! Και όμως το γέλιο ανέβλυζε ακράτητα! Πηγαίο, γάργαρο, ξεκαρδιστικό! Σε αντίθεση με τη σημερινή κυκλοφορούσα ευρέως χυδαιότητα, (απόλυτα συμβατή με τη γενική παρακμή κράτους και κοινωνίας), όπου πρωταθλητές του γέλιου αναδεικνύονται, (με βάση …. την ΑGΒ), κάποιοι λαοπλάνοι καραγκιόζηδες, πρωταγωνιστές της ασχήμιας, της βλαστήμιας, της ρυπαρότητος αλλά και της αντικοινωνικής προπαγάνδας. Διάφοροι «σαλεμένοι» από…. διάφορα και πολλαπλώς «ιδιότροποι» τύποι, που προσπαθούν να βγάλουν γέλιο αναφέροντας συνεχώς…. «κλανιές» και διάφορες άλλες βωμολοχίες, ύβρεις και παλαβομάρες, κολακεύοντας, ταυτόχρονα, με γαλιφιές και καλοπιάσματα τα επαναστατημένα μαθητούδια και κάποια, αείποτε ευκόλως ποδηγετούμενα, γερούνδια. Αυτοί αποτελούν, λέει, τους σύγχρονους…. Αριστοφάνηδες! Τρομάρα τους και τρομάρα μας!

   Ο Μποστ σατίριζε την επικαιρότητα  -τίποτα δεν ξέφευγε από το ορθάνοιχτο μάτι του-  με ευπρέπεια και ήθος, ακόμη κι όταν σ’ «έκοβε» λεπτές φέτες με το ξυράφι. Τίποτε δεν ξέφευγε από το… φαρμάκι του, το οποίο χυνόταν άφθονο στο χαρτί, μαζί με το μελάνι της πένας του.
   Το οικονομικό χάλι εκείνης της εποχής του ενέπνευσε τρεις αντιπροσωπευτικούς, όσο και χαρακτηριστικούς τύπους που μέσα τους έκλεισε, χωρίς να χρειάζονται λέξεις, όλη τη δραματική κατάσταση της χώρας και του λαού μας.
   Την μαμά- Ελλάς, μιά ξεδοντιάρα, μισοξυπόλητη, σουρομαδημένη και κακάσχημη μπαμπόγρια, με κουρελιασμένη χλαμύδα, … περικεφαλαία και σπασμένο δόρυ, (εμπνευσμένη σίγουρα από το άγαλμα της Αθηνάς, στο πεδίο του Άρεως), ως δείγμα παλαιού κλέους και δόξης, που προσπαθεί να διατηρήσει κάποια υπόλοιπα αξιοπρέπειας, επαιτούσα και ικετεύουσα. Στο ένα της χέρι ο γιός ο Πειναλέων, ή χαϊδευτικά Πειναλάκης, με τα μπαλωμένα ναυτικά ρούχα και τη σφεντόνα στην κωλότσεπη, επιτυχημένη μεταφορά του Κολλητηριού και δίπλα η μικρή… Ανεργίτσα, κόρη της μαμάς-Ελλάς, με το φιόγκο στο κεφάλι, που κρατούσε ένα «βιβληάριον απόρον κορασίς». Αυτό το τρίο που έπλασε η φαντασία του αμίμητου Μέντη ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να εκφράσει πιστά τη χώρα τότε! Μιά εικόνα, εκατό χιλιάδες λέξεις. Μιά εποχή, μιά κατάσταση! Και ένας τεράστιος Μποστ!

   Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς! Το σπαρταριστό «Τσίτα με να σε τσιτώ, να πελνούμε το καιλό», με τον ποντικό που το ’λεγε βγαίνοντας μέσα από μιά πάστα, τότε που η Αστυνομία έπιασε ακάθαρτα πλήθος ζαχαροπλαστείων, (του «Τσίτα» των Αδελφών Νικολούδη, στην αρχή της ομώνυμης στοάς, του Παυλίδη  -η ποντικίνα, η Ιφιγένεια εν Παυλίδη, ακολουθείται από ποντικό μάγκα που την ρωτάει με πονηρό νόημα: «Δεποινίς Ιφιγένεια, ζαχαροπλάστης ήταν ο μπαμπάς σας»;-   και άλλων), τον Παναγιωτάκη, (Παν. Κανελλόπουλο), με μαλλιά κατσαρά ανεμίζοντα, δείγμα της ποιητικής του δραστηριότητος, (τα περίφημα «Σονέτα», κ.α.), ν’ αρμενίζει με ιστιοπλοϊκή βάρκα λέγοντας «Αϊ λάικ τσιμπολογάικ» και τίτλο «Είμεθα πανί με πανί», ή τον Αρχιτραγουδιστή της Πονηρεμβέργης, (Χερ ντόκτορ Ερχάρτο δώστε μας ολίγον άρτο)!
   Νομίζω πάντως πως την παράσταση στα σκίτσα κλέβουν αυτά που «στόλιζαν» τις «Σταυροφορίες» του Τσιφόρου. Όπως εκείνο με τον βαρύμαγκα Άραβα που έπαιζε το μαντολίνο του κι απευθυνόταν σ’ ένα στρουμπουλό Αγγλόπουλο-Σταυροφόρο, με παχουλό κωλαράκι και λουλούδι στο στόμα, και του τραγούδαγε, δείχνοντας μιά σκηνή σ’ ένα παρακείμενο ύψωμα:
   - Εις το βουνό ψηλά εκεί, είναι σκηνή ερημική, έλα αγαπητέ γείτων, να μιλήσουμε γιά το κολέγιο του Ήτον!
   Και το Αγγλόπουλο απαντούσε:
   - Θα έλθω μετά του Αλφόνσου, γι’ αυτό φέρε κι ένα συνάδελφόν σου!
   Νομίζω πως το σκίτσο είχε τίτλο «Πρόσκληση σε…κοζερί»!
   Αναλογιζόμενος, τώρα, το σχετικό ανέκδοτο με την κοπέλα που ήταν «αδιάθετη» και όταν την κάλεσε ο φίλος της, κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ,  της μίλησε γιά  «κοζερί», κ.λπ., κ.λπ...…, προσπαθώ να καταλάβω ποιός γέννησε ποιό! Ο Μποστ το ανέκδοτο, ή το ανέκδοτο ενέπνευσε τον Μποστ.
    Ένα ακόμη σπαρταριστό, (και ποιό δεν ήταν), σκίτσο από τις «Σταυροφορίες», έδειχνε τον ίδιο μαυριδερό, μουστακαλή  Άραβα να παίζει το μαντολίνο του μπροστά σ’ ένα χαριτωμένα λικνιζόμενο Αγγλόπουλο και να του τραγουδά:
   - «Πώς τον λεν, πώς τον λεν τον κουνιστόν; Ούινστόν, Ούινστόν»!
   Ήταν η εποχή του μεγάλου σουξέ του Χατζηδάκι. Του «Ιλισού», με τη Νάνα Μούσχουρη!
   Τι να πρωτοθυμηθείς γιά να στολίσεις έναν ολάνθιστο κήπο. Όπως ο ήλιος δεν φωτίζεται, έτσι κι ο Μποστ δεν χρειάζεται φιλολογικά μνημόσυνα.

   Δυστυχώς όμως, μετά την μεταπολίτευση, όταν η Ελλάδα άρχισε να μπαίνει στο αστερισμό της άκρατης χυδαιότητος και του αηδιαστικού λαϊκισμού, η προχειρότητα, η τσαπατσουλιά, η αμορφωσιά, η κακογουστιά και η οικονομική διαφθορά, όλα αυτά μαζί, άρχισαν να «σκοτώνουν», λίγο-λίγο, στο πνεύμα και την τέχνη κάθε τι το αυθεντικά λαϊκό, το παραδοσιακό, το πηγαίο, το όμορφο. Έτσι το άστρο του Μποστ άρχισε, σιγά-σιγά, να χλωμιάζει. Βλέπεις είχαν φύγει, ή έγερναν προς τη δύση τους, και όλοι εκείνοι που τον πλαισίωναν και «αβαντάριζαν» συνθέτοντας, όλοι μαζί, την ποιοτική αστραφτερή ομάδα που σκόρπιζε ευφρόσυνα το γέλιο και τη διασκέδαση, (π.χ. ο Τσιφόρος πέθανε το 1970). Όλα πλέον, εντάχτηκαν στη λογική του «χάρτινου πιάτου», του «fast food» και του εύκολου, αλλά «πλαστικού», χρήματος. Μέσα σε μιά τέτοια κοινωνία το πνεύμα, αλλά και το ήθος του Μποστ δεν είχαν θέση, ήταν εκτός μόδας πλέον, «ντεμοντέ» που λένε. Γι’ αυτό κι άρχισε να στερεύει και ν’ αποσύρεται.   
   Ένα μικρό μαγαζί, Αλ. Σούτσου και Δημοκρίτου, νομίζω, στο Κολωνάκι, στέγασε την αγάπη του γιά τη ζωγραφική και τη διακοσμητική, προσκολλημένος στη γνήσια λαϊκή, την πηγαία, την αυθόρμητη, την παραδοσιακή τέχνη. Αυτή που γνώριζε άριστα και που εκφραζόταν με την ανάλογη  δημιουργικότητά του, όπως π.χ. ο καθρέφτης που ζωγράφιζε, με τα λουλούδια και την πρωινή ευχή: «Καλημέρα σας», τα πιάτα, τα έπιπλα, τα κεραμεικά!

   Ίσως στους πολλούς σημερινούς νέους, η λέξη Μποστ, και ιδίως το όνομα Μέντης Μποσταντζόγλου, να μην λέει απολύτως τίποτε, όμως σε μας τους παλιούς, που κάποτε γελούσαμε με την καρδιά μας, και μόνο με την προσδοκία του σκίτσου  -πολύ πριν το επισημάνουμε ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα-  εμάς που τραγουδήσαμε την «Ρομβία» και την «Νήσο των Αζορών», η αναφορά στο όνομα Μποστ φέρνει μιά γλυκιά αγαλλίαση στην ψυχή κι ένα μικρό πικρό δάκρυ στα μάτια. Κι αυτό, όχι μόνο γιά το πρόσωπο «Ήβνινγκ Στάνταρ Μποστ», αλλά γιά τον μεγάλο κι αλησμόνητο   δημιουργό-καλλιτέχνη-πνευματώδη διασκεδαστή που με το γλυκόπικρο χιούμορ του σημάδεψε ανεξίτηλα μιά ολόκληρη εποχή. Τη δική μας ανεπίστρεπτη καλή εποχή. 
   Όλοι εμείς, όσοι γαλουχηθήκαμε με τις ζωγραφιές ενός Μανωλόπουλου, ενός Σπαθάρη, ενός Μποστ, όσοι κοινωνήσαμε το πνεύμα ενός Τσιφόρου, ενός Ψαθά,  ενός Σακελλάριου, ενός Παπαδούκα και όσοι κλάψαμε με τη φωνή μιάς Βέμπο, θα κλίνουμε πάντα ευλαβικά το γόνυ, όταν και όποτε η ποιοτική τους ανάμνηση έρχεται στο νου μας γιά να ταράξει το βούρκο της σημερινής υποκουλτούρας.                  

1 σχόλιο: