Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Το αίτιον και το αιτιατόν.

Eπικαιρότης

    Το νέο δράμα της Κύπρου, η καιροσκοπία, ο λαϊκισμός.
    
    Πρόκειται γιά παγκόσμιο νόμο. Κάτι που εφαρμόζεται απαρέγκλιτα στο Σύμπαν, τη Φύση, τη Ζωή, τον Άνθρωπο. Τίποτε δεν γίνεται χωρίς αιτία δημιουργίας του. Και ό,τι συμβαίνει επί Γης, αποτελεί αποτέλεσμα κάποιας αιτίας.
   Η κατάσταση στην Κύπρο δεν έπεσε απ’ τον ουρανό. Απλώς το σαράκι που δούλευε δεν ήταν γνωστό στους πολλούς κι ανυποψίαστους, γι’ αυτό και το δυσάρεστο μπαμ! ήταν ξαφνικό κι αναπάντεχο. Στη μέση μιάς μακάριας, αμέριμνης και χαζοχαρούμενης, αλλά εντελώς καταστροφικής πορείας προς το γκρεμό.
   Σε κανένα δεν αρέσει ν’ ακούει δυσάρεστα πράγματα και κυρίως να πληρώνει γιά τα λάθη που έκανε, πλην όμως δεν γίνεται αλλιώς. Κι αυτό αποτελεί άλλον ένα παγκόσμιο και απαράβατο νόμο. Γιά όλους και όλα έρχεται «η ώρα της κρίσεως».
   Μέχρι πρότινος η Μεγαλόνησος φάνταζε σαν αξιοζήλευτο παράδειγμα ευδαιμονίας. Με τις υψηλές αποδοχές, τα μεγάλα επιτόκια και την καλή ζωή, που όμως έκρυβαν πίσω τους ασυλλόγιστες σπατάλες, ολέθρια κακοδιοίκηση και απίθανες ρεμούλες. Η βιτρίνα έδειχνε μόνο dolce vita και με τα… «ούλαν της»! Από τότε μάλιστα που σιγουρεύτηκαν και οι, κατά τον.. καϋμένο Καμμένο, υδατάνθρακές της, αρκετοί την θεώρησαν ως έναν ακόμη επίγειο παράδεισο. Και τη μάτιασαν.
   Μάλιστα οι γνωστοί επιπόλαιοι του ελληνικού κοινοβουλίου, άφρονες και βιαστικοί όπως πάντα, την κατέτασσαν παλαιότερα στα προς μίμηση παραδείγματα. Μαζί με την … Αργεντινή και την εσχάτως ανακαλυφθείσα… Ισλανδία!
   Τελικά, και πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις, η κυπριακή φούσκα έσκασε αποδεικνύοντας τη συνέχεια και συνέπεια του… ελληνισμού.
   Ελλάς και Κύπρος, από διαφορετική σκοπιά εκάστη, προσπάθησαν να υπερκεράσουν και ανατρέψουν παγκόσμιους νόμους και βεβαίως την … πάτησαν, αφού τίποτε δεν προκύπτει αφ’ εαυτού και άνευ λόγου και αιτίας. Πολύ περισσότερο η … καλοπέραση. Ο προαναφερθείς παγκόσμιος νόμος λειτούργησε και πάλι.

   Εν προκειμένω, (και για τις δύο χώρες ισχύει), παραβιάστηκαν συγκεκριμένοι φυσικοί νόμοι, όπως;
   - Δεν μπορείς να καταναλίσκεις περισσότερα απ’ όσα παράγεις.
   - Εκ του μηδενός, με αέρα, δεν παράγεται τίποτε, μόνο φούσκες που κι αυτές κάποτε σκάνε.
  - Στο τέλος σε περιμένει πάντοτε ο…. λογαριασμός και τότε δεν σε σώζει τίποτα από την τιμωρία. Ούτε η προσεπικαλούμενη «αλληλεγγύη των λαών», την οποίαν ερμηνεύουμε κατά περίεργο και ιδιοτελή τρόπο, θεωρώντας πως εμείς πρέπει να σκορπάμε  -όπα!-  τα λεφτά που βγάζουν οι άλλοι, ένεκα..... αλληλεγγύης!
   Το μάθημα από το πάθημα της Κύπρου είναι σαφές, ανάγλυφο και εύκολα κατανοητό, ακόμη κι από μέσου βαθμού ευφυΐες. Και το σπουδαιότερο σε εποχές που κανείς δεν δικαιούται να είναι, ή να δηλώνει «ανύποπτος».
   Βλέποντας τις συνέπειες και τις ραγδαίες δυσμενείς εξελίξεις στην Κύπρο, όλοι θα πρέπει να διδαχθούμε και να πορευτούμε αναλόγως. Χωρίς λεονταρισμούς και «τσαμπουκάδες», όντες κουνέλια μπροστά σε ελέφαντες. Οι παλικαριές και οι αυθάδειες έχουν πρακτική αξία μόνο όταν  είσαι αποφασισμένος να φτάσεις στα άκρα, στην υπέρτατη θυσία, στο ολοκαύτωμα. Όπως π.χ. ο Σαμσών, ο καλόγερος Σαμουήλ με τους έγκλειστους στο Αρκάδι, ή όπως οι Μπαλινέζοι στο χαρακίρι που έκαναν, το λεγόμενο «Puputan», κόντρα στους κατακτητές Ολλανδούς, το 1906.
   Αφού οι εποχές δεν σηκώνουν πλέον τέτοιους ηρωισμούς, όποιος σήμερα «σαλπίζει» ανεύθυνα, ασυνάρτητα κι επικίνδυνα πολιτικά σαλπίσματα, προσδοκώντας θώκους κι εξουσία, μόνο σε ρομαντικούς και «ιδανικούς αυτόχειρες» οπαδούς μπορεί να ελπίζει. Ή σε ηλίθιους. Αν παρά ταύτα καταφέρει, ακροβατώντας στο χείλος του γκρεμού, να συμπαρασύρει τη χώρα στο «salto mortale» που προετοιμάζει, το μόνο που θα πετύχει είναι η κατάρα των επιγόνων. Κάτι που πέτυχαν οι ομόφρονές τους, σχεδόν μισόν αιώνα πριν, με την επίσης αλόγιστη συμπεριφορά τους.
   Η Ιστορία διδάσκει, αλλά όποιος δεν διδάσκεται ξαναζεί τα ίδια λάθη και τις ίδιες συνέπειες. Μαγκιές δεν περνάνε πιά και οι μάγκες μας τελείωσαν. Τους έχει πατήσει όλους το τρένο. 

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

- Τώρα ξέρω, παππού μου! (Διήγημα)



      Ένας καλός φίλος της στήλης μου έστειλε δύο παιδικά διηγήματα που έγραψε.... παίζοντας. Επειδή "κάνουν" και γιά μεγάλα παιδιά τα αναρτώ, ένα- ένα.



- ΤΩΡΑ ΞΕΡΩ, ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ!
διήγημα




   - Παππού, τι θα πει μοναξιά;
   Ο μικρός  Φοίβος αιφνιδίασε και πάλι τον γέρο παππού του. Εκείνος άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί πέρα από την κατάφυτη πλαγιά, πέρα κι από τον πράσινο κάμπο και να φτάσει ίσαμε τη θάλασσα. Κι αν βοήθαγαν η αδυνατισμένη απ’ τα χρόνια ματιά του κι η καμπυλότητα της Γης, θα την έστελνε ακόμη μακρύτερα. Να ξεπεράσει τον πόνο και το μαράζι που του άφησε, κοντά οχτώ χρόνια πάνε, ο χαμός της «γριάς» του. Της πολυαγαπημένης του Νιόβης, της γυναίκας του. Λίγους μόνο μήνες μετά που ήρθε στον κόσμο ο Φοίβος. Το μονάκριβο απομεινάρι μιάς οικογένειας έξι ανθρώπων, που μόλις πρόλαβε κι αυτή να κανακέψει γιά λίγο στην αγκαλιά της, πριν κινήσει να συναντήσει την κόρη τους τη Μυρσίνη, που πέθανε από σηψαιμία και ιατρικό λάθος πάνω στη γέννα.  
   Σαρανταδύο χρόνια δεν κούνησε ρούπι ο ένας απ’ τον άλλο, αφ’ ότου, νεαρό παλικαράκι αυτός κι άβγαλτη κορασίδα εκείνη τους έριξε ο Θεός, τον ένα πάνω στον άλλο, γιά μην χωρίσουν, έκτοτε, ποτέ. Μέχρις ότου ο Ίδιος με τις άγνωστες βουλές Του πήρε αυτή στον ουρανό κι έστειλε εκείνον στο βουνό, να παριστάνει έναν σύγχρονο Προφήτη Ηλία. Αποτραβηγμένο από τα εγκόσμια και βουτηγμένο στις σκέψεις και τη νοσταλγία μιάς ευτυχισμένης ζωής και μιάς επιτυχημένης καριέρας. Διυλισμένες κι οι δυό μέσα στη ματαιότητα των γήινων και το αστραπιαίο διάβα του χρόνου. Μιάς ματαιότητος  που φαίνεται καθαρά, όταν κοιτάζεις προς τα πίσω. 
   Ένα μικρό εξοχικό, πάνω σ’ ένα διάσελο, ανάμεσα σε δυό αντικριστές  κορυφές του δίνει την εντύπωση πως βρίσκεται πιό κοντά της. Να μιά δρασκελιά δρόμο από τ’ αστέρια που τις ξάστερες νύχτες χαμηλώνουν να τον χαιρετίσουν. Έτσι κάνεις και τα  ’πιασες! Ένα υψόμετρο που του εξασφαλίζει ηρεμία κι απομόνωση στην απλή καθημερινότητα και μιά ψευδαίσθηση πως θα συντομέψει το χρόνο της συνάντησής του με την καλή του τη  Νιόβη, όταν σημάνει κι εκείνου η καμπάνα.
   Ένα μικρό χωραφάκι κι ένα πελώριο δάσος κρατούν τις ώρες του γερο Μηνά και του τις δίνουν, λίγες-λίγες, κάθε μέρα, γιά να τις σκορπίζει παραγωγικά στη γη, που κι αυτή τον ανταμείβει, μάνα ευγνωμονούσα, προσφέροντάς του τα λίγα κι απαραίτητα ζαρζαβατικά, που ο πάντοτε λιτοδίαιτος Μηνάς χρειάζεται γιά να ζήσει. Έτσι που η μέση σύνταξη, προϊόν και αποτέλεσμα αδιάκοπης και σκληρής δουλειάς, να του φτάνει και περισσεύει γιά να περάσει με αξιοπρέπεια το γέρμα, όπως γινόταν και με την εργασία του στο μεσουράνημα της ακμής του. Η πλησιέστερη κωμόπολη του προμηθεύει ό,τι χρειάζεται. Μαζί και την κυρά Φρόσω, μιά μπρατσωμένη κι αεικίνητη διαβολογυναίκα που, μιά φορά την εβδομάδα και σε πέντε ώρες, κάνει το σπίτι λουστρίνι και την μικρή γκαρνταρόμπα του αστραφτερή σαν καινούργια.
   Δόξα τω Θεώ, δεν του λείπει τίποτε κι από υγεία πάει μιά χαρά. Ένα φαρμακείο του εξασφαλίζει ό,τι μικροχάπι χρειαστεί. Κάτι ασπιρίνες και ντεπόν δηλαδή, και το μικρό πρόχειρο ιατρείο με τη γλυκιά Ελπίδα, τη γιατρίνα που κάνει το αγροτικό της, παραμένει πάντοτε μιά σίγουρη καβάτζα, αν, ο μη γένοιτο, του στείλει κάτι η κακιά ώρα.    
    - Ελπίδα, ελπίζω να σ’ απελπίσω στο… περίμενε! Την πείραζε όταν συναντιόντουσαν  τις  σπάνιες αλλά τακτικές  φορές,  που  κατέβαινε  γιά προμήθειες   
   - Αυτό ελπίζω κι εγώ κύριε Μηνά, του απαντούσε γελαστή κι εκείνη. Και το εύχομαι από καρδιάς.    
*
  - Ε΄, παππού ξύπνα, κάτι σε ρώτησα, επανέλαβε ο μικρός διακόπτοντας την ονειροπόληση του γέρου.
   - Ναι παιδί μου, αυτό σκεπτόμουν κι εγώ. Σκεπτόμουν γιά να σου απαντήσω. Μοναξιά είναι αυτό που νοιώθω τώρα, αυτό που νοιώθω χρόνια.
   - Μα παππού τώρα είμαι μαζί σου, πως λες ότι είσαι μόνος;
   - Δεν έχει σημασία αγόρι μου. Δεν έχει καμία σημασία. Η μοναξιά βρίσκεται μέσα σου και μπορεί να υπάρχει ακόμη κι αν βρίσκεσαι σ’ ένα στάδιο με χιλιάδες κόσμο γύρω, σε μιά πυκνή διαδήλωση ή πατικωμένος σ’ ένα λεωφορείο. Τη μοναξιά τη γεννά το μυαλό και την κουβαλά η ψυχή σου. Και την αισθάνεσαι μόνο όταν και αν θέλεις. Δεν σ’ ενοχλεί, παρά μονάχα αν δεν μπορείς να φιλιώσεις μαζί της. Κατάλαβες παιδί μου;
   Στο μικρό Φοίβο όλα αυτά του φάνηκαν λίγο μπερδεμένα, όμως σε κάποια γωνιά του μυαλού του νόμισε πως βρήκε μιά μικρή άκρη νήματος που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να ξεμπερδέψει το κουβάρι των σκέψεων του παππού. Όπως γινόταν πάντα, αφού ο παππούς του λίγα έλεγε και πολλά εννοούσε. Ο Φοίβος ήταν έξυπνο παιδί κι είχε πολύ συγκροτημένη σκέψη. Έτσι πάρα πολλά τα έπιανε με την πρώτη και μόνο τα πιό στρυφνά, τα πιό μπλεγμένα και πιό δύσκολα, τα πέρναγε… επανάληψη με τον παππού!
   Η περίεργη ορφάνια, γνωρίζοντας γιά μάνα την αδελφή της μάνας του, τον πατέρα να βολοδέρνει στις θάλασσες, εμφανιζόμενος σαν κομήτης, γιά να χαθεί πάλι, η μόνη πατρική αίσθηση είχε εναποτεθεί στον θείο Σταύρο, τον άντρα της «μαμάς» Ισμήνης, όπως αποκαλούσε τη θειά του. Καλά όλα αυτά και σου δίνουν ένα αίσθημα σιγουριάς κι ασφάλειας, όμως στο βάθος τους σου αφήνουν κι ένα μικρό… «δεν». Κι αυτό το «δεν», τράβαγε απότομα τον μικρό Φοίβο προς την ωριμότητα. Ο παππούς Μηνάς, (τον άλλον παππού ούτε τον γνώρισε ποτέ, ούτε κι άκουσε κουβέντα γι’ αυτόν), ήταν ένας ακόμη δυνατός ελκυστήρας. Ίσως ο δυνατότερος. Γι’ αυτό κι ο μικρός λάτρευε τον παππού Μηνά και με κάθε ευκαιρία, κυρίως σε σχολικές διακοπές, έτρεχε κοντά του. Να μοιραστούν ποτίσματα, σκαλίσματα στον μπαξέ και μακρινούς περιπάτους στο δάσος, αλλά, κυρίως, να μάθει απ’ αυτόν. Ο παππούς του ήξερε τα πάντα, του απαντούσε σε κάθε του ερώτηση και του ξεδιάλυνε την κάθε του απορία, κάνοντας τον, συνάμα, να σκέφτεται. Ναι, του άρεσε πάρα πολύ του μικρού η συντροφιά του παππού, αφού του άνοιγε τη μαγική πόρτα της γνώσης.
   Αλλά και του γέρου του άρεσε η παρέα του παιδιού. Τη λαχταρούσε και την πρόσμενε με κρυφή αδημονία. Μιά ευχάριστη προσθήκη στη μόνη και μόνιμη συντροφιά του, αυτή του Άργου, του πιστού του σκύλου και της Ζιζέλ, της ναζιάρας και χαδιάρας ψιψίνας, κολλητής φίλης του Άργου, που τα βράδια κοιμoύνται σφιχταγκαλιασμένα, κι ας λένε ό,τι θέλουν γιά παροιμιώδη έχθρα σκύλου και γάτας. Αυτές ήσαν και οι μοναδικές κι αγαπημένες έμψυχες παρουσίες στο σπίτι, το οποίο γέμιζε   μιά μικρή βιβλιοθήκη, ο μόνος πραγματικός θησαυρός που συσσώρευε όλη του τη ζωή, μία σειρά άλμπουμ με φωτογραφίες που κρατούν κλειδωμένες τις αναμνήσεις του κι η αγαπημένη του δισκοθήκη με το μικρό στερεοφωνικό που, ξεφωνίζοντας στη διαπασών, έμαθε στις ντομάτες και τ’ αγγούρια όλες τις σονάτες του Μπετόβεν και τα κοντσέρτα του Μότσαρτ και έκανε τα κοτσύφια και τ’ αηδόνια την άνοιξη να σιωπούν ευλαβούμενα!    Και  να  δεις  που  τα  αφιλότιμα  τα  λαχανικά καταλαβαίνουν κι αυτά από μουσική, κρίνοντας από την παραγωγή που του δίνουν, ευχαριστημένα!
   Α΄ ναι, ξέχασα, υπάρχει κι η τηλεόραση. Αυτή όμως δεν την πολυνοιάζεται ο γέρος και ίσα που την ανοίγει, αραιά και που, μόνο γιά να μαθαίνει κανένα νέο. Πιό πολύ από συνήθεια παρά από ενδιαφέρον, αφού γι’ αυτόν το ρολόι της ζωής έχει σταματήσει στην ώρα που έφυγε η Νιόβη. Από εκεί και πέρα, όλα τα ρολόγια του κόσμου δουλεύουν ανάποδα γι’ αυτόν. Κι ό,τι πάει εμπρός, του είναι αδιάφορο.
   Ένα μικρό, τοσοδούλι, κινητό τηλέφωνο αποτελεί τον μόνο ομφάλιο λώρο που τον κρατά δεμένο με την οικογένεια. Όση περίσσεψε, τέλος πάντων, κι από δαύτη.
   Αυτό του ανακοινώνει ό,τι ευτυχέστερο νέο μπορεί ν’ ακούσει πλέον στη ζωή του. Την έλευση του εγγονού του, του Φοίβου. Του αεικίνητου μικρού διαβολάκου που με κάθε ευκαιρία του φέρνει αναστάτωση στη ζωή και ζωή στη μονίμως ανάστατη ψυχή του. Ένα περίεργο κράμα καταλαγής κι εγρήγορσης, αφού ο μικρός, με μυαλό σφουγγάρι και με αφοπλιστική αφέλεια, του υποβάλλει συνεχώς ερωτήσεις που τον αιφνιδιάζουν, τον καθηλώνουν, τον προβληματίζουν και τον κάνουν να σκέπτεται.
   Ένας μικρός περίπατος με τον μικρό Φοίβο στο δάσος ισοδυναμεί με έναν μεγάλο στην περιπατητική σχολή του Αριστοτέλη ή, τουλάχιστον, μ’ ένα απογευματινό μάθημα σε βουδιστικό μοναστήρι στο Θιβέτ, στο Ντρέπουνγκ ας πούμε, όπου ο μαθητής βομβαρδίζει με ερωτήσεις το δάσκαλο, προσπαθώντας να του «αρπάξει» γνώσεις και να ανιχνεύσει τα μυστικά του σύμπαντος!
   - Τι είναι το χάος, παππού;
   - Αγόρι μου......., τι σκέφτηκες!  ο γέρος μένει άφωνος.
   Πώς να εξηγήσεις σ’ ένα μικρό παιδί αυτό που χιλιάδες χρόνια ψάχνουν όλοι οι σοφοί και όλοι οι επιστήμονες του κόσμου. Πώς να χωρέσει ένα παιδικό μυαλό, όσο έξυπνο κι αν είναι, έννοιες όπως το διάστημα, το απόλυτο κενό, ο  απροσμέτρητος χώρος, το άπειρο. Την ανυπαρξία και την κοσμογονία. Και πάνω απ’ όλα τον Θεό, ως την γενεσιουργό και κινητήριο δύναμη του Σύμπαντος.
   - Θα σου εξηγήσω όταν ξανάρθεις. Θα το μελετήσω καλά, θα προετοιμαστώ σωστά και την επόμενη φορά θα σου πω!
   Ο χρόνος που ζήτησε ο γέρος γιά να ξεφύγει δεν αποτελούσε πρόφαση, ήταν όντως σε δύσκολη θέση, αφού κι εκείνου το μυαλό ήταν πολύ δύσκολο να μορφοποιήσει τέτοιες έννοιες.
   Τελικά, όσο κι αν χώθηκε σε βιβλία, θεωρίες κι ερμηνείες, όσο κι αν έψαξε και στοχάστηκε, το μόνο που περίσσεψε στο νου του, κι από εκεί φώλιασε, κατ’ ευθείαν καρφωμένο, στην ψυχή του είναι κάποιοι στίχοι της Κικής Δημουλά, που τώρα θυμάται σκόρπια.

«………………………………
Χαμένα πάνε εντελώς, τα λόγια των δακρύων.
Όταν μιλάει η αταξία, η τάξη σωπαίνει, κι έχει μεγάλη πείρα ο χαμός.
Τώρα θα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό του ανώφελου.
Σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη,
να δίνει ωραίες συμβουλές μακροζωίας
σε ό,τι έχει πεθάνει.
……………………………….
Ο μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ό,τι ζήσαμε, είναι η απουσία μας».

  Ό,τι κι αν σκεφτεί ο γερο Μηνάς, η Νιόβη πάντα κρύβεται πίσω απ’ αυτό. Μπουρδουκλωμένη κι αχνή στα πέπλα του μυαλού του. Μήπως η απουσία της δεν γέννησε ένα μικρό χάος μέσα του, με το απλήρωτο κενό που άφησε η φυγή της;
   Κάθισε κι έγραψε, σε μιά όμορφη γυαλιστερή κόλλα χαρτί, ολόκληρο το ποίημα, καλλιγραφημένα κι επιμελημένα.
- Άκουσε εδώ μικρέ, του είπε δίνοντας τις λίγες αράδες. Ό,τι κι αν σου πει ο οποιοσδήποτε, το απόλυτο χάος κρύβεται μέσα σε τούτες εδώ τις  γραμμές.
   Κράτα το και διάβαζέ το κατά καιρούς. Όταν ωριμάσεις γιά τα καλά, τότε θα  καταλάβεις το νόημά του, από μόνος σου. Πρώτα σαν ποίημα και μαζί θα συλλάβεις και το χάος, σαν έννοια. Όχι πριν.
   Ο μικρός Φοίβος καταχώνιασε τις 17 σειρές που του έδωσε ο παππούς του στην ασφαλέστερη κρυψώνα που διαθέτει ένα μικρό παιδί, τη μνήμη του. Και κάθε τόσο τις αναμασούσε προσπαθώντας να τις καταλάβει. Μιά, δυό, τρεις, αλλά στο τέλος έλεγε πάντα:
- Δεν ήρθε ακόμη η ώρα!
*



    Το φετινό Πάσχα αργούσε κομμάτι κι η Ανάσταση χωνόταν λίγο στον Μάιο, ένα γεγονός που στενοχωρούσε και τους δυό. Και παππού και εγγονό, αφού θα καθυστερούσε και το σμίξιμό τους. Όμως, όπως κάθε νόμισμα έχει δυό όψεις, έτσι κι αυτή η καθυστέρηση έχει και την καλή της πλευρά. Η προχωρημένη άνοιξη έκανε τη Φύση να φορέσει την πιό γιορτινή της φορεσιά, τονίζοντας τα χρώματα με τις πιό ζωντανές τους αποχρώσεις. Η ζωή ξαναγύριζε ορμητικά στον τόπο και οι χυμοί ανέβαιναν στα δέντρα, με την ίδια ορμή που κατέβαζαν τα ποτάμια νερό. Η αλήθεια είναι πως φέτος ο καλός Θεούλης έριξε πάρα πολλή βροχή στην περιοχή και όλα τα σπαρτά έχουν ανθίσει πρόωρα.
*
   - Παππού, μεθαύριο ερχόμαστε! ο Φοίβος αναγγέλλει πανηγυρικά την άφιξη της οικογένειας στο χωριό.
   Παραμονές του Ευαγγελισμού μιά ξαφνική απεργία έκλεισε τα σχολεία λίγο πριν το προγραμματισμένο τριήμερο, κάτι που ο γέρος ποτέ δεν έμαθε  -και ποιός να του το πει, άλλωστε-  και αυγατίζοντας το γιορταστικό τριήμερο, φέρνει την οικογένεια κοντά του, αναπάντεχα, γιά κάμποσες ημέρες, λίγο πριν τις ημέρες της Λαμπρής. Τόσο το καλύτερο γιά τον Μηνά.
   - Και κοίτα να δεις παππού, αυτή τη φορά σου έχω μιά δύσκολη λέξη να μου εξηγήσεις. Η δασκάλα, κρυφογελώντας, μας είπε πως είναι πολύ δύσκολη. Όμως εσύ παππού θα μου τη μάθεις καλά. Καλά και σωστά, όπως πάντα. Είμαι σίγουρος!
   - Και ποιά είναι, παιδί μου, η λέξη;
   - Αλτρουισμός, παππού μου. Αλτρουισμός! Άλφα-λάμδα-ταυ…. Κι ο μικρός βάλθηκε να προφέρει τη λέξη, γράμμα-γράμμα, γιά να μην λαθέψει ο…. παππούς.
   - Καλά, αγόρι μου, καλά. Κατάλαβα. Ελάτε εδώ με το καλό και τα λέμε. Όπως πάντα, θα σας περιμένω στο σταθμό του τραίνου. Εντάξει; Να μου φιλήσεις τη μαμά-Ισμήνη και τον θείο.
   Ο γέρος έκλεισε το τηλέφωνο, λάμποντας από ευτυχία και άρχισε να αναλογίζεται τις ώρες που απομένουν μέχρι να σφίξει τον μικρό μπόμπιρα στην αγκαλιά του.
   - Τ’ άκουσες γερο-Άργο, ετοιμάσου γιά την υποδοχή. Ο σκύλος σαν να κατάλαβε κούνησε την ουρά του, δίνοντας συγκατάθεση.
*
   Ο Μηνάς την κατάλληλη ώρα κίνησε γιά το σταθμό. Όπως έκανε κάθε φορά που η Ισμήνη με τον άντρα της, τον Σταύρο, του έφερναν τον Φοίβο του. Ο ήλιος, αν και κατέβαινε προς τη δύση, ήταν λαμπρός, γελαστός και φωτεινός. Μιά τελευταία, μεσημεριανή μπόρα τον έκανε να λάμπει, φρεσκοπλυμένο και χαρούμενο, απαλλαγμένο από τα ενοχλητικά σύννεφα που τον σκίαζαν. Όπως τον Μηνά, να πούμε, που ο ερχομός του εγγονού, θα σκόρπιζε, έστω και γιά λίγο, τα δικά του.
   Η μακριά του γκλίτσα, κάτι μέρες σαν κι αυτή, φάνταζε ως απαραίτητο αξεσουάρ της εμφάνισής του. Τα μονοπάτια που ο γέρος τραβούσε, γιά να κόψει δρόμο μέχρι το σταθμό, γλιστρούσαν σαν τσουλήθρες. Λίγο να παραπατούσε, αντί τον Φοίβο, θα συναντούσε τη … Νιόβη. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, αυτό το τρίτο πόδι, η γκλίτσα, του ήταν απαραίτητη. Μιά γκλίτσα, μιά ζωή!
   Τα κυπαρίσσια και τα έλατα, (το υψόμετρο του σπιτιού του ήταν ο τόπος συνάντησής τους), έλαμπαν σαν κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, καθώς ο ήλιος σκέδαζε το φως του απάνω στις σταγόνες που κρατούσαν ακόμη τα κλαδιά και τα φύλλα τους.
   Περνώντας το δάσος, στάθηκε στο ξέφωτο να πάρει μιάν ανάσα και να ρίξει ακόμη μιά ματιά στο ρολόι του. Εντάξει, καλά σημάδεψε. Όπου να ’ναι, εκεί στο βάθος, εκεί που οι γραμμές του τραίνου σμίγουν με τη γραμμή του ορίζοντα θα σκάσει μύτη η γαλάζια σκουληκαντέρα, έτσι είχε βαφτίσει το οτομοτρίς, που θα του έφερνε την οικογένεια και, κυρίως, τον μικρό του Φοίβο. Στο μυαλό του γυρίζει η τελευταία γλωσσική απορία του εγγονού, που αποτελούσε και δική του δοκιμασία:
   - Παππού, τί σημαίνει αλτρουισμός;
   Η λέξη δυσκόλεψε αρκετά τον γερο Μηνά, όχι γιατί δεν την ήξερε, ή δεν είχε δοκιμάσει τη ισχύ και την αξία της, αλλά γιατί, ειδικά μ’ αυτή, φοβόταν πως θα φανέρωνε μύχιες σκέψεις που δεν ήθελε, με τίποτε, να βγάλει. Βλέπεις, όλες οι εξηγήσεις στις απορίες του μικρού, πέρναγαν μέσα από τα βιώματα της μακράς κοινής ζωής με την κυρά του και το ζύμωμα που δημιούργησε αυτή. Η Νιόβη, πανταχού παρούσα και κυρίαρχος στη σκέψη του, στην τωρινή περίπτωση, εμπλεκόταν επικίνδυνα! Σαν μαθητούδι, είχε σχεδιάσει το λογύδριο που θα έλεγε στον μικρό, βάζοντας γιά πρώτη φορά την πολιτική στα λόγια του.
   Πάνω στην τελευταία πρόβα που έκανε στα λόγια που είχε ετοιμάσει με το μυαλό του, γιά ν’ αντιμετωπίσει την περιέργεια του Φοίβου, ένας εκκωφαντικός θόρυβος του τα σκόρπισε όλα!
   Ένα μεγάλο τμήμα του βουνού, σαν πελώριο κομμάτι τούρτας, ξεκόλλησε αστραπιαία και βούτηξε στο κενό, παρασύροντας στο βάραθρο και τις γραμμές του τραίνου που κουβαλούσε πάνω του! Μιά τεράστια καταβόθρα έκοψε τη συνέχεια της γραμμής κι έστησε θανάσιμη παγίδα,  που περίμενε χάσκοντας το ανύποπτο θύμα της. Το ότι αυτή δημιουργήθηκε αμέσως μετά μιά ελαφριά αριστερή καμπή και το ότι  η βλάστηση στο σημείο εκείνο την καθιστούσε αόρατη, έκανε την πρόβλεψη κατακρήμνισης του τραίνου βεβαιότητα και το μοιραίο αποτέλεσμα αναπόφευκτο.
   - Ω΄ Θεέ μου, ψέλλισε αυθόρμητα ο γέρος και το μυαλό του μούδιασε μέσα στο μαρμαρωμένο του κορμί με το σταματημένο αίμα!
   - Ω΄ Θεέ μου, Θεέ μου, φώναξε απεγνωσμένα, καθώς από το βάθος του ορίζοντα πρόβαλε η μικρή κουκίδα του τραίνου!
   Το παγωμένο του κορμί ξεπάγωσε στη στιγμή και το μυαλό του καθάρισε μπροστά στην αδήριτη ανάγκη. Το οτομοτρίς ερχόταν ολοταχώς προς την πτώση και τον θάνατο των επιβατών του. Και στην κοιλιά του κουβαλούσε την οικογένειά του και τον Φοίβο του! Η φρίκη της μοιραίας στιγμής έσπρωξε με ορμή κάθε άλλη σκέψη κι ο γέρος βρήκε όση δύναμη χρειαζόταν γιά να κουτρουβαλήσει προς τις γραμμές, αψηφώντας λάσπες, γλιστερές πέτρες, κλαδιά, τα πάντα. Βγήκε στις γραμμές αλλόφρων κι άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση του τραίνου που ερχόταν τρεχάτο κι από κουκίδα είχε γίνει ήδη ένας μικρός κύκλος που όλο και μεγάλωνε, ενώ άρχισε κιόλας τα χαρούμενα μακρόσυρτα σφυρίγματα, γιά να αναγγείλει την άφιξή του. Μιά άφιξη που δεν θα γίνει ποτέ στον σταθμό, όπως εννοούσε ο μηχανοδηγός του, αν  δεν μεσολαβήσει κάτι, ένα θαύμα, ή  ένας από μηχανής Θεός!
   Το μυαλό του γέρου, δουλεύοντας σαν πολύστροφο μοτέρ φόρμουλας 1, έβγαλε την απόφαση. Με γρήγορες κινήσεις πέταξε το σακάκι κι έβγαλε το άσπρο πουκάμισο. Έδεσε σφιχτά τα μανίκια στη γκλίτσα μετατρέποντας το πουκάμισο σε αυτοσχέδια σημαία. Τράβηξε από την πίσω τσέπη τον σουγιά που πάντα κουβαλούσε μαζί του, γιά ώρα ανάγκης, και μ’ ένα πικρό χαμόγελο γιά το είδος της ανάγκης που προέκυψε, χάραξε μιά βαθιά κοψιά στον αριστερό του καρπό. Το αίμα ανάβλυσε με ορμή επάνω στο λευκό πουκάμισο που δίπλωσε γύρω από  την πληγή. Με το δεξί του χέρι φρόντιζε το αίμα που έτρεχε σαν από βρύση, να βάφει τελείως το πουκάμισο, ολοκληρώνοντας την μετατροπή του σε κόκκινο λάβαρο. Όμως οι δυνάμεις του γερο Μηνά λιγόστευαν, σε ευθεία αναλογία με το αίμα του. Το τραίνο πλησίαζε με ταχύτητα. Επιστρατεύοντας τις τελευταίες ικμάδες που του απόμειναν,  σήκωσε τη γκλίτσα με το αιματοβαμμένο πουκάμισο κι άρχισε να την κουνάει, δεξιά-αριστερά, ενώ το αίμα του ράντιζε το χώρο. Γρήγορα κουράστηκε κι η «σημαία» του έγινε ασήκωτη. Μιά γλυκιά ζάλη άρχισε να τον κυριεύει κι η ματιά του θόλωσε. Με ύστατη προσπάθεια έμπηξε το αυτοσχέδιο λάβαρο στα χαλίκια της γραμμής, αυτά που ρίχνουν ανάμεσα στους στρωτήρες γιά να την στηρίξουν, και σωριάστηκε ξέψυχος ανάμεσα στις ράγες. Τελευταία, φευγαλέα του σκέψη ήταν.
- Αν είναι να πεθάνουν οι δικοί μου, ας φύγω εγώ πρώτος. Ας με λειώσει το τραίνο.
*
   - Ρε, Κώστα, τι κόκκινο πανί είναι αυτό που βλέπω εκεί κάτω, ανάμεσα στις γραμμές. Ποιός κερατάς το έχωσε εκεί; Τι γίνεται;
   - Ξέρω κι εγώ ρε Μήτσο; 15 χρόνια στα τραίνα, πρώτη φορά μου συμβαίνει κάτι τέτοιο! Σαν σημαία μοιάζει!
   Οδηγός και βοηθός απορούσαν βλέποντας από μακριά το κόκκινο μπαϊράκι, ώσπου!
   - Ρε συ, κόψε γρήγορα! Αμέσως. Το κόκκινο σημαίνει κίνδυνος και κάτι βλέπω ανάμεσα στις γραμμές!
   Τα φρένα άρχισαν να στριγκλίζουν ανατριχιαστικά και η οτομοτρίς σερνόταν με τις ρόδες να πετούν σπίθες καθώς τρίβονταν, μέταλλο με μέταλλο, με στις ράγες. Τελικά το θηρίο σταμάτησε, ούτε δυό μέτρα από το πεσμένο κορμί του γέρου που εξακολουθούσε να αιμορραγεί, βουτηγμένος στη λιμνούλα του δικού αίματος.
*
    - Ένα κορδόνι γρήγορα! Μιά λουρίδα, ένα σπάγκο… κάτι! Τρέξτε, δέστε του τον καρπό! Ο άνθρωπος ζει. Αιμορραγεί, αλλά ζει!
   Ήταν οι τελευταίες λέξεις που νόμισε ο Μηνάς πως άκουσε, πριν βυθιστεί σ’ ένα βαθύ λήθαργο, χάνοντας ολωσδιόλου την επαφή με το περιβάλλον.
*
   Στο αγροτικό ιατρείο του χωριού και μόλις ανοίγοντας τα μάτια, ο γερο Μηνάς διακρίνει θαμπά μερικές φιγούρες να κινούνται  γύρω του κι ακούει αχνά απόμακρες φωνές.
   - Πατέρα, κουράγιο! Η Ισμήνη είμαι. Πατέρα σ’ ευχαριστούμε. Πατέρα, κρατήσου. Έρχεται ελικόπτερο από Αθήνα να σε σώσει. Κουράγιο. Εσύ ήσουν πάντα δυνατός. Ήσουν νικητής. Πατέρα θα νικήσεις και πάλι!
   - Παππού μου, παππού μου, εγώ είμαι, ο Φοίβος. Μη φεύγεις παππού μου σε παρακαλώ. Σε θέλω, σ’ αγαπάω, σε χρειάζομαι! Ο μικρός έσκυψε και φίλησε τον παππού του, πριν η Ελπίδα, η γιατρίνα, τον τραβήξει μαλακά.
   Ο γέρος μισάνοιξε πάλι τα μάτια και με φωνή που μόλις ακουγόταν, άρχισε να λέει:
   - Παιδί μου, γιά εκείνη τη λέξη που με ρώτησες….
   -  Όχι παππού μου, όχι! Μην κουράζεσαι, ξέρω. Τώρα ξέρω παππού μου! Μου το έδειξες ήδη. Όχι παππού μου, μη φεύγεις, μη….
   Ένα απαλό, πλατύ κι ευτυχισμένο χαμόγελο απλώθηκε στο γαλήνιο πρόσωπο του γερο Μηνά, καθώς η συναίσθηση πως έκανε το ύστατο καθήκον με μιά υπέρτατη θυσία, έδωσε την απαραίτητη ώθηση στην ψυχή του γιά να φτερουγίσει, βιαστική κι ανάλαφρη, προκειμένου να συναντήσει αυτή της Νιόβης του, που τον περίμενε ανυπόμονα, στο κατώφλι του Παραδείσου.
   Το γοερό κλάμα του Φοίβου και το πονεμένο ουρλιαχτό του Άργου, ακούστηκαν μέχρι κάτω, τη ρεματιά.....


ΤΕΛΟΣ

Α. Π. 



Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

«Όλα τα θαύματα…. 3 ημέρες».

 Επικαιρότης

Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων….

   Δυστυχώς ο ανεπανάληπτος, μελαγχολικός, αλλά προφητικός Καβάφης επαληθεύεται γιά μιά ακόμη φορά.
   Όπως δείχνουν τα πράγματα η υπερηφάνεια του ελληνισμού δεν θα κρατήσει πολύ. Το νέο «ΟΧΙ» μαραίνεται βιαστικά κάτω από την αδήριτη ανάγκη της αμείλικτης πραγματικότητος. Όσοι αιθεροβάμονες βιάστηκαν να θριαμβολογήσουν και να το παραλληλίσουν με εκείνο του Μεταξά, προκύπτουν, (γιά άλλη μιά φορά), επιπόλαιοι κι ανιστόρητοι. Ο Μεταξάς είχε πολυετή προετοιμασία γι’ αυτό το «ΟΧΙ» του, το οποίον  άντεξε μιά αυτοκρατορία και λύγισε μόνο κάτω από το βάρος δύο, ενώ η Κύπρος η οποία προετοίμαζε γιά μήνες ένα «ΝΑΙ», βρέθηκε χωρίς εναλλακτική λύση εκστομίζοντας ένα βιαστικό, επιπόλαιο και κοντό, (όπως αποδεικνύεται), ΟΧΙ, χωρίς τη συνειδητοποίηση του προβλήματος και των συνεπειών του. Μπλοφάρισε και έχασε!
   Δυστυχώς, όταν αντιδρά δυναμικά και σθεναρά ο αδύνατος, πηγαίνοντας γιά μαλλί, συνήθως βγαίνει κουρεμένος και μάλιστα με την ψιλή. Ίσως γιά τιμωρία που.... αυθαδίασε στον δυνατό! Έτσι τώρα ψάχνονται στη Μεγαλόνησο, όχι γιά να κρατήσουν το αρχικό..... «όχι» τους, αλλά τα προσχήματα της άτακτης επιστροφής στο μαντρί του «ναι»! 'Αλλωστε αυτή η τακτική αποτελεί πλέον τη μοίρα της χώρας. Αφού πάντοτε «τρέχει» γιά να πετύχει περισσότερα, αλλά διεκδικώντας τα, στο τέλος ξεμένει με.... λιγότερα! Αυτό από την εποχή του '50, επί Χάρντινγκ, γιά όσους θυμούνται και όσους γνωρίζουν Ιστορία.
   Το φιάσκο της Κύπρου, γιατί περί φιάσκου πρόκειται, αφού πήδηξε στο κενό χωρίς αλεξίπτωτο, φέρνει πολλά μηνύματα και σε  πολλούς αποδέκτες.

   Ως προς το καθ’ ημάς, αποδεικνύεται πλέον περίτρανα η πανάρχαια αλήθεια πως  «δριμύ προς κέντρα λακτίζειν». Με απλά λόγια, ψευτομαγκιές,  κορδακισμοί και τσαμπουκάδες, όταν είσαι μικρός και καταχρεωμένος, δεν περνούν στους ισχυρούς που τυχαίνει να είναι και δανειστές σου. Αν το επιχειρήσεις, στο τέλος θα βγεις «και κερατάς και δαρμένος», χάνοντας και τ' αυγά και τα πασχάλια!
   Ίσως θα πρέπει, εκεί στον ΣΥΡΙΖΑ ωριμάζοντας, να ξανασκεφτούν τους λεονταρισμούς, τύπου «εμείς θα επαναδιαπραγματευτούμε σκληρά το μνημόνιο με την τρόικα», και κόψουν τις ύβρεις, τύπου «γκάνγκστερς», και άλλες τέτοιες αμετροέπειες, που ίσως στο μέλλον τις πληρώσουμε όλοι!  Οι ψευτοπαληκαριές γιά εσωτερική κατανάλωση δεν έχουν καμία αξία εκτός συνόρων. Ακόμη κι αν υπονοούν πως θα στείλουν στις Βρυξέλλες την Κωνσταντοπούλου γιά να τους…. εξουθενώσει στην πάρλα! Οι βλακείες που εκτοξεύουν κατά καιρούς τα διάφορα στελέχη του, (π.χ. Λαφαζάνης: Να παραιτηθούν Στουρνάρας και…Σαμαράς!), δεν έχουν κανένα πρακτικό νόημα και βλάπτουν, πρώτα απ’ όλα, τους ίδιους και την αξιοπιστία τους.

   Πέρα από κάθε άλλη διάσταση του προβλήματος, φαίνεται καθαρά η εγγενής αδυναμία της ελληνικής αριστεράς να καταλάβει πώς λειτουργεί η σύγχρονη οικονομία. Έχοντας μείνει σε λογικές και πρακτικές του σοβιετικού «κλήρινγκ» και την πλήρη απουσία τραπεζικών συστημάτων, αποκαλύπτουν καθημερινά το πόσο επικίνδυνοι θα γίνουν γιά τον λαό και την χώρα αν, ο μη γένοιτο, κληθούν να κρατήσουν το τιμόνι της. Η αδυναμία αντίληψης της σύγχρονης οικονομικής πραγματικότητος και της λειτουργίας της εξηγεί τις διάφορες απιθανότητες που κατά καιρούς εκτοξεύουν, όπως π.χ. η πρόσληψη όλων των ανέργων στο δημόσιο, η κρατικοποίηση του ΟΤΕ και της Ολυμπιακής, η αποκατάσταση των μισθών και συντάξεων στα προ του 2009 επίπεδα, η μονομερής….διαγραφή του χρέους (!) και άλλα τέτοια… κουφά! Μακάρι όλες αυτές οι «λιχουδιές» να μπορούσαν να προσφερθούν στο ταλαιπωρημένο Έλληνα. Όμως η Οικονομία δεν λειτουργεί με το συναίσθημα, το όραμα και το «θέλω», αλλά με την ψυχρή λογική των αριθμών.
   Εν τούτοις, η δημαγωγία της ελληνικής αριστεράς επιμένει να μοιράζει, απερίσκεπτα και λαϊκίστικα, αυτά που κάποια συντηρητική, αλλά σώφρων, πολιτική πρέπει να δημιουργήσει με σύνεση, υπομονή, προσπάθεια και στερήσεις. Παραβλέποντας το ότι  η πίττα, γιά να μοιραστεί, θα πρέπει πρώτα να παραχθεί. Χωρίς πίττα μοιρασιά δεν γίνεται και όπως λέει η σοφή λαϊκή παροιμία «με πο…ές αυγά δεν βάφεις». Η αριστερόστροφη οπτική των πραγμάτων δεν αρκεί, χρειάζεται και η εφαρμοσιμότητα των ιδεών και απόψεων.
  
    Όσο γιά την Κύπρο, μετά το πυροτέχνημα υπερηφάνειας που μας πρόσφερε, θα πληρώσει κι αυτή με τη σειρά της το τίμημα της μακρόχρονης αεριτζίδικης, καιροσκοπικής και τυχάρπαστης πολιτικής που εφάρμοσε. (Επιτόκιο 5%, έναντι 0,5 έως 1% της ευρωζώνης).

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

"Επιστροφή απ' το Αύριο". (μυθιστόρημα)


Μικρά, τυχαία αποσπάσματα.... 

                                                       "..........................................................................................................
Επιστροφή απ΄ το αύριο    Δυστυχώς, στο σχολείο δεν είχαμε μάθει ακόμη για τον Άτλαντα ώστε να μπορέσω να τον αντιστοιχίσω, όμως μου θύμιζε, ακριβέστατα, έναν άλλο τύπο της γειτονιάς, τον περίφημο Τάσο! Τον μπεχλιβάνη, τον παλαιστή, το παλικάρι, τον ήρωα! 
   Ο τύπος αυτός εμφανιζόταν τ’ απογεύματα σε διάφορες πλατείες στις γειτονιές της Αθήνας. Μεγάλες, κεντρικές και πολυσύχναστες κατά προτίμηση, για ευνόητους λόγους. Εκεί έδινε τις παραστάσεις του, σαν καλός σολίστας - μπεχλιβάνης. Παραστάσεις δύναμης και παλικαριάς.
   Άπλωνε, κατ’ αρχήν, τα σύνεργά του στην πλατεία. Αλυσίδες, σίδερα, σχοινιά, τράπουλες, τούβλα και διάφορα άλλα περίεργα. Για να βλέπει το φιλοθεάμον κοινό και να εντυπωσιάζεται. Μαζί με φωτογραφίες σε πόζες αγριμιού έτοιμου να σε κατασπαράξει, μετάλλια αγνώστων ανδραγαθημάτων (μάλλον αγορασμένα από το Μοναστηράκι, Δημοπρατήριο το λέγανε τότε) και διάφορα άλλα τέτοια … πιστοποιητικά ανδρείας και λεβεντιάς! Μετά μάζευε, διαλαλώντας με στεντόρεια φωνή την παράσταση, στην αρχή τη μαρίδα και τους αργόσχολους και μετά, λίγο-λίγο, όλους τους περίεργους περαστικούς ή και όσους τον ήξεραν από προηγούμενες εμφανίσεις. Γδυτός μ’ ένα λιγδιασμένο δερμάτινο σορτσάκι, φαρδιά πέτσινη ζώνη στη μέση με γυαλιστερή, μπρούτζινη, αγκράφα, κορδέλα στο μέτωπο και φαρδιά δερμάτινα βραχιόλια να σφίγγουν τους καρπούς των χεριών. Ίδιος ο περίφημος δούλος Σπάρτακος, επί το...λυμφατικότερο, αφού ο ταλαίπωρος Τάσος ήταν σκέτος σπάγκος στο σουλούπι! Πετσί και κόκαλο. Όμως  για να λέμε την αλήθεια, διέθετε πολύ νεύρο και μεγάλη δύναμη.
   Αυτός λοιπόν ο Τάσος, τι «ταρζανιά» ήθελες και δεν έκανε. Λύγιζε σίδερα, έσπαγε πέτρες και τούβλα μ’ ένα χτύπημα καράτε, έσκιζε ολόκληρες τράπουλες στα δύο, κράταγε πρόκες ανάμεσα στα δάχτυλα και με μια μπουνιά τις κάρφωνε σε μια σανίδα που κρατούσε στο άλλο χέρι και έκανε ένα σωρό άλλα «κατορθώματα» που άφηναν όλους, και ιδίως εμάς τους μικρούς θαυμαστές του, έκθαμβους και κατάπληκτους! 
   – Τς, τς, τς…. Τι κάνει, ρε συ, το παλικάρι!! 
   Και κάθε τέταρτο ο λεβέντης σταμάταγε για λίγο τη δράση για ξεκούραση αλλά, κυρίως, για να βγάλει δίσκο, περιφέροντάς τον στον ευρύτατο κύκλο του φιλοθεάμονος κοινού και μαζεύοντας πενταροδεκάρες. 
   – Για να βγει η φασολάδα, ρε παιδιά! Ο,τι έχετε ευχαρίστηση. Οπως δήλωνε ο ίδιος. Για να ζήσει ο αθλητής, ρε παιδιά!
   Το μεγάλο κλου, όμως, της παράστασης ήταν το αλυσόδεμά του! Το μεγαλύτερό του ανδραγάθημα. 
   Ζητούσε από την παρακολουθούσα ομήγυρη κάποιον, ή κάποιους δυνατούς εθελοντές, τους έδινε μια τεράστια και μακριά αλυσίδα και τους έλεγε να τον δέσουν. Όσο πιο σφιχτά μπορούσαν. Κι αυτός, μετά, με διάφορες κινήσεις, τσαλίμια και τινάγματα λυνόταν. Σε σύντομο χρόνο! Θαύμα! Μπράβο το παλικάρι! Χαλάλι του πλέον τα φραγκοδίφραγκα που έπεφταν βροχή στον δίσκο αντικαθιστώντας τις, προηγούμενα ριφθείσες, πενταροδεκάρες. Και δώσ’ του χειροκρότημα και σφυρίγματα επιδοκιμασίας της παιδικής γαλαρίας! 
   Ωσπου κάποια μέρα ήρθε η καταστροφή! Η κωμικοτραγική αποκαθήλωση του ήρωα Τάσου και η πλήρης ξεφτίλα και γελοιοποίηση. Ο φουκαράς δεν απέφυγε τη μοιραία κατάληξη του πλείστου των «λαϊκών» ηρώων του είδους και της λαϊκής ζήλιας και κακεντρέχειας. Καταραμένη μοίρα και κοινωνία άσπλαχνη!
   Η απομυθοποίηση έγινε στη μικρή πλατεία, μπροστά στον Άγιο Κωνσταντίνο της Λένορμαν, εν όσο η παράσταση προχωρούσε κανονικά κι ο «λεβέντης» θριάμβευε. Ξαφνικά, εκεί που ο τύπος, αγωνιζόμενος σκληρά, ίδρωνε και ξίδρωνε, είχε την ατυχή έμπνευση να ζητήσει λίγο νεράκι από τους θεατές. Να ξεδιψάσει λιγάκι. Αρχή καλοκαιριού ήτανε, ζέστη έκανε, κουρασμένος ήτανε, το νερό του χρειαζόταν. Κοράκιασε ο χριστιανός. 
   – Λίγο νεράκι, ρε παιδιά, στο παλικάρι! 
   Κάποιοι μάγκες, που μάλλον του την είχαν στημένη, ή θέλησαν να κάνουν πλάκα, όπως αυτοί την εννοούσαν, προσφέρθηκαν να τον κεράσουν λεμονάδα. Και του έδωσαν μία καθαρτική! Ο ατυχής Τάσος, μέσα στη μεγάλη του δίψα, την κατέβασε μονορούφι, χωρίς ν’ αντιληφθεί περί τίνος επρόκειτο. Αμφιβάλλω αν είχε πιει ποτέ του καθαρτική λεμονάδα. Ακόμη και η συνολική πείρα του για τις κοινές λεμονάδες θα ήταν, σίγουρα, φτωχή λόγω… φτώχειας. Οι εποχές καθιστούσαν το είδος σπάνιο… απεριτίφ! 
   Η παράσταση προχωρούσε κανονικά, μια και η δράση του καθαρτικού δεν είναι ακαριαία, αλλά απαιτεί κάποιο χρόνο. Και αυτό έγινε, κατά διαβολική σύμπτωση, όταν ο δυστυχής βρέθηκε δεμένος με την αλυσίδα!
   Θέλεις η ατυχής συγκυρία, θέλεις το, περιστασιακά, καλύτερο δέσιμο, θέλεις η απώλεια δυνάμεων λόγω του φαρμάκου και της αγωνίας για τουαλέτα, ο Τάσος βρέθηκε, τη… στιγμή μηδέν, αλυσοδεμένος σφιχτά να προσπαθεί απεγνωσμένα ν’ απαλλαγεί από τα δεσμά για να αναζητήσει, επειγόντως, τουαλέτα και να μην μπορεί! Ενα πολλαπλό και πολύπλοκο πρόβλημα με πολύ δύσκολη επίλυση στην πιο ακατάλληλη στιγμή!! Το μεγαλύτερο, ίσως, της «αθλητικής» του καριέρας. Ο τετραγωνισμός του κύκλου για τον «σπουδαστή» Τάσο!
   Οι θεατές, που στην αρχή δεν καταλάβαιναν τίποτε, έβλεπαν απορημένοι το «παλικάρι» με ιδιαίτερη μανία και ορμή να προσπαθεί να λυθεί. Να παλεύει, να στριφογυρίζει, να κυλιέται στο έδαφος και σιωπούσαν αμήχανοι αγωνιούντες κι αυτοί με την προσπάθεια του παλικαριού. Στο μεταξύ, άρχισε να διαδίδεται, σιγά σιγά, ο λόγος της αγωνίας του Τάσου και η αρχική θυμηδία, προϊόντος του χρόνου, μεταβαλλόταν σε τρανταχτά γέλια που έπνιγαν τις απεγνωσμένες κραυγές του «λεβέντη» για βοήθεια.  Στο τέλος δεν άντεξε! 
   – Έλεος  χριστιανοί, βοηθήστε με, μωρέ, γιατί χέζομαι. Λύστε με, βρε! 
   Σιγά μη νοιαστεί κανείς! Τα γέλια, τα ξεφωνητά και τα σφυρίγματα της γαλαρίας έφταναν μέχρι την Ομόνοια! 
   – Βοήθεια, χριστιανοί, χέζομαι!!! 
   Ο φουκαράς ο Τάσος σφιχτοδεμένος σαν λουκάνικο με τις αλυσίδες του μαρτυρίου προσπαθούσε με μικρά βηματάκια, αφού το δέσιμό του έφτανε μέχρι τα γόνατα, ίδια γιαπωνέζα γκέισα σαν τη Μαντάμ Μπατερφλάι, ας πούμε, να φύγει από την πλατεία και σπεύσει, πελιδνός και κάθιδρος, να βρει χωράφι να «τα κάνει» με την ησυχία του! Λίγο πιο πέρα, πίσω από το θερινό σινεμά το « Άκρον», όντως υπήρχε άχτιστο οικόπεδο. Και μάλιστα με ψηλά χορτάρια. Προς τα εκεί κατευθύνθηκε χοροπηδώντας αλυσοδεμένος, σαν καγκουρό,  ο δύσμοιρος Τάσος. Με το σορτσάκι, τις αλυσίδες, με τα όλα του! Φτάνει ν’ ανακουφιστεί από τα σουβλερά κοψίματα της κοιλιάς του.
   Η πιτσιρικαρία στην αρχή τον ακολουθούσε κατά πόδας σφυρίζοντας και γιουχάροντας. 
   – Όλο! Ο Τάσος χέζεται. Ζήτω! 
   Και δώσ’ του χάχανα και πανηγύρια. Καμιά φορά η παιδική αφέλεια γίνεται αφόρητο σαδιστικό βάσανο και τα απερίσκεπτα παιδικά μαρτύρια, χωρίς τη λογική της ωριμότητας, θα τα ζήλευε κι η πιο σκληρή και αδυσώπητη χούντα!
   Τελικά οι μεγάλες τσουκνίδες και η άναρχη βλάστηση του παρακείμενου χωραφιού περιέσωσαν τα λείψανα της αξιοπρέπειας του ταλαίπωρου μπεχλιβάνη και του επέτρεψαν… ν’ ανακουφιστεί, κρυμμένος στα χόρτα, χωρίς περαιτέρω ξεφτίλα.
   Κι εκεί καλυμμένος δεμένος και ολόχεστος, σαν μωρό στις πάνες του, έμεινε μέχρι να νυχτώσει και ν’ αραιώσει η κίνηση!
   Το φινάλε της ιστορίας το έμαθα την επομένη, γιατί η νύχτα που έπεφτε και ο ατελής δημόσιος φωτισμός έβαζε τέλος στη παράσταση επιβάλλοντας διάλυση της ιλαρής συγκέντρωσης και την εσπευσμένη επιστροφή στο σπίτι, καθ’ όσον η μητρική κουτάλα δεν συγχωρούσε και πολύ μεγάλες αργοπορίες. Η νύχτα τρόμαζε τη μητέρα μου και η κουτάλα εμένα!
   Ο δυστυχής ο Τάσος, αφού λύθηκε, χεσμένος σαλτάρισε στην παρακείμενη κλειδωμένη Παιδική Χαρά, πλύθηκε, ξεσκατίστηκε, μάζεψε τα εγκαταλελειμμένα στην πλατεία σύνεργα της μοιραίας παράστασης κι όπου φύγει φύγει. Συντετριμμένος, ταπεινωμένος και … κατάχεστος!
   Έκτοτε, δεν ξαναφάνηκε ποτέ στη γειτονιά. Οι πληροφορίες ανέφεραν ότι εθεάθη, κάπου κατά Θησείο μεριά, να δίνει τις παραστάσεις του. Μπορεί. Πάντως τα δυτικά σύνορα του Μεταξουργείου δεν τα ξαναπέρασε ποτέ!
.................................................................................................................... "

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Κύπρος, Ευρωπαϊκή Ένωση και το άγνωστο αύριο.


  

Θέσεις - Απόψεις

                                                 Δεν ξέρω τι πρόκειται να επακολουθήσει, αφού όλα είναι μετέωρα και κρατημένα από μιά κλωστή. Σίγουρα όμως ζούμε ιστορικές και κρίσιμες στιγμές. Όχι μόνο γιά την Κύπρο, την Ελλάδα και τον ελληνισμό, αφού η όλη υπόθεση που λέγεται Ευρωζώνη (και στο βάθος Ε.Ε.) βρίσκονται σ’ ένα οριακό σημείο καμπής, με το αύριο να μην προδιαγράφεται καθόλου σαν το χθες.  Πιθανόν αυτή η απόφαση της Κυπριακής Βουλής ν’ αποτελέσει το έναυσμα, όπως διαφαίνεται, στη μπαρουταποθήκη που λέγεται Ευρωπαϊκή Ένωση.
   Στη σημερινή δύσκολη κατάσταση παίζεται ένα γερό και κρίσιμο πόκερ, γιά γερά νεύρα και με παγκόσμιους παίκτες, όπου ο καθένας ποντάρει και μπλοφάρει κατά το συμφέρον του. Και οι μέσα στην Ε.Ε. και οι έξω. Μικροί και μεγάλοι, με δεδομένη την κακή παγκόσμια οικονομική συγκυρία.
   Κάτω από τέτοιες συνθήκες, φαίνεται πως ολόκληρη η Ε. Ε. και όχι μόνο η Ευρωζώνη, δεν έχουν μέλλον και όπως αχνοφαίνεται τη ληξιαρχική πράξη θανάτου θα την υπογράψει πρώτη η Γερμανία, ως η ισχυρότερη χώρα-μέλος και μπροστάρισα στις αποφάσεις.
   Σε καιρούς παχιών αγελάδων υπάρχει άφθονος χώρος και ιδανικές συνθήκες γιά ν’ ανθίσουν ωραία λόγια περί ενότητος, σύμπνοιας και αλληλεγγύης, με τα προβλήματα, την προϊστορία, τους ανταγωνισμούς και τους εθνικισμούς να κρύβονται, σαν σκουπίδια κακονοικοκυράς, κάτω από το χαλί. Όλα όμορφα, αγγελικά, ιδανικά.
   Όμως η απίσχνανση των αγελάδων τα βγάζει όλα στην επιφάνεια και οι προηγουμένως αγαπημένοι «εταίροι», αφήνουν τα χαμόγελα και τις τσιριμόνιες και σκορπίζουν σαν πυροβολημένο σμήνος πουλιών, προσπαθώντας να σώσει έκαστος το τομάρι του. Στιγμές όπου αποδεικνύεται περίτρανα η πρόταξη του ρεαλιστικού, αμείλικτου και σοβαρού προσώπου της οικονομίας έναντι του υποκριτικού, ουτοπικού και χαμογελαστού της πολιτικής. (Ανάγκαν και θεοί πείθονται).

   Όσο γιά την Κύπρο, με το ηρωικό της «ΟΧΙ», (ενέργεια που θυμίζει κάτι από καλόγερο Σαμουήλ στο Αρκάδι, έξοδο Μεσολογγίου και χορό Ζαλόγγου), όχι μόνο διέσωσε, έστω και καθυστερημένα, το ελληνικό γόητρο και το πατροπαράδοτο και μοναδικό παγκοσμίως ελληνικό φιλότιμο, (επί τέλους ένα «ΟΧΙ»), αλλά πέταξε το μπαλάκι των μοιραίων αποφάσεων στο ευρωπαϊκό γήπεδο! Έτσι αυτή τη στιγμή ο δαυλός, το βαρέλι με το μπαρούτι, αλλά και η ευθύνη της έκρηξης βρίσκονται στα χέρια της Μέρκελ, του Σόιμπλε και των περί αυτούς!

      Πάντως, ανεξάρτητα του τι θα συμβεί με την Κύπρο, η αξιοπιστία της ευρωπαϊκής ηγεσίας, των θεσμών και των πάσης φύσεως «μηχανισμών» τους έχουν τρωθεί ανεπανόρθωτα, με την αμφιβολία, την ανησυχία και την αμφισβήτηση να μπαίνουν ορμητικά και διάχυτα στο παιχνίδι και να λειτουργούν ως σαράκια που ήδη κατατρώγουν κάθε συνδετικό ευρωπαϊκό δεσμό. Εδώ που έφθασαν τα πράγματα, ή η μικρή Ιφιγένεια-Κύπρος θα θυσιαστεί προς παραδειγματισμό, οπότε θα ξεσηκωθούν οι υπόλοιποι «μικροί» που περιμένουν ουρά τη σειρά τους ως «μελλοθάνατοι», με τον λαό τους αλαφιασμένο και ξεσηκωμένο, ή θα επιχειρηθεί συμβιβαστικός ελιγμός, ο οποίος όμως θα καταρρίψει το αλάθητο των αποφάσεων και την παντοδυναμία της Γερμανίας. Όμως έτσι θα δοθεί άλλου είδους λαβή γιά να ξεσηκωθούν οι «μικροί» απαιτώντας αντίστοιχη μεταχείριση με την Κύπρο! Όπου κλονίζεται το imperium των μεγάλων, ορμούν οι μικροί. Έτσι γίνεται πάντα, ιστορικά.
   Σε κάθε περίπτωση, η «κουρελού» άρχισε να ξηλώνεται!  

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Ζαννίνα. Ένα αστεράκι σε χαμηλή πτήση.

    Η προχθεσινή ενασχόληση με τον Φώτη Πολυμέρη απετέλεσε πρώτης τάξεως αφορμή γιά μιά βαθύτερη ανασκαφή της μνήμης κι επιστροφή σ’ εκείνα τα παλιά, τα δύσκολα  χρόνια της πρώιμης παιδικής ηλικίας, που τόσο γοητευτικά φαντάζουν τώρα.
   Θα ήταν άνοιξη του 1950 που τραβήχτηκε η συνημμένη φωτογραφία, στην ταράτσα του σπιτιού μας στην Ακαδημία Πλάτωνος. Εμφανίζονται τα μικρά δίδυμα αδέλφια μου και στη μέση τα αγκαλιάζει η τραγουδίστρια Ζαννίνα!

   Η Ζαννίνα σχετιζόταν τότε με τον αδελφό της μητέρας μου, τον μακαρίτη πλέον Σταύρο Σταυρόπουλο, έναν γόη της εποχής με πολλές κι επώνυμες κατακτήσεις, μεταξύ των οποίων και πασίγνωστη πρωταγωνίστρια της αρχαίας τραγωδίας, σε νεαρή της ηλικία. Επειδή σήμερα ζεί, αναφέρω μόνο τα αρχικά της, Ε. Π. την λένε.


   Η τραγουδίστρια Ζαννίνα, γλυκύτατη και πολύ ευγενική κυρία, δεν έφτιαξε σπουδαία καριέρα στο τραγούδι και χάθηκε σύντομα χωρίς ν’ αφήσει πολλά ίχνη πίσω της. Μόλις και μετά βίας την εντόπισα ν’ ακομπανιάρει την Ιωάννα Άλβα και την Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου σε κάποια τραγούδια του Χρ. Χαιρόπουλου, π.χ. το «Ό,τι και να μου κάνεις σε συγχωρώ», το «'Ονειρα σβησμένα» και να τραγουδάει αυτή σαν πρώτη το  «Μη με ζητάς» του Θ. Παπαδόπουλου, συνοδευόμενη από τον Νίκο Παπαδάκη σε ηχογράφηση του 1939. Στο βίντεο που επισυνάπτω, ( «Ό,τι και να μου κάνεις σε συγχωρώ») κάπου εμφανίζεται η φωτογραφία της, ακριβώς όπως την γνώρισα και την θυμάμαι! 
   Με πολλή συγκίνηση θα άκουγα γι’ αυτήν. Αν κάποιος αναγνώστης αυτής της ανάρτησης γνωρίζει κάτι σχετικό με τη λεπτεπίλεπτη και φινετσάτη εκείνη κοπέλα που, όταν την έφερνε σπίτι ο θείος μου, συχνότατα, πάντα μας γέμιζε τις τσέπες με καραμέλες και τη μνήμη σήμερα με νοσταλγία.
   Η αναφορά μου σ’ αυτήν γίνεται, κατά βάση, γιά έναν λόγο. Κάτι που με εντυπωσίασε χρόνια μετά, αναδρομικά, αφού όταν έζησα τα γεγονότα ήμουν πολύ μικρός γιά τέτοιους εντυπωσιασμούς, (τα μικρά παιδιά απλώς βλέπουν, δεν κρίνουν, δεν προβληματίζονται), και επειδή εκείνη η κατάσταση φάνταζε σε μένα, τότε, ως κάτι το πολύ φυσικό γιά την εποχή της.
   
   Κάποιο απόγευμα ο θείος Σταύρος πήγε να πάρει την Ζαννίνα και να την συνοδεύσει στο θέατρο που τραγουδούσε. Και πήρε μαζί του κι εμένα, τον πιτσιρίκο. Ποδαράτοι ή με το τραμ το 11 όλοι, εννοείται.
    Η Ζαννίνα έμενε μέσα στο ….. παλιό Καπνεργοστάσιο! Το μεγάλο πέτρινο διώροφο κτίριο προς το τέρμα της Λένορμαν, όπου σήμερα στεγάζεται η Βιβλιοθήκη της Βουλής.
   Εκείνη την εποχή, με τον εμφύλιο στα τέλη του αλλά και την Ελλάδα κατεστραμμένη, ιδίως στην επαρχία της, το Καπνεργοστάσιο στέγαζε πρόχειρα κόσμο και κοσμάκη. Άστεγοι πρωτευουσιάνοι και πρόσφυγες εξ επαρχίας, έβαζαν το κεφάλι τους κάτω από τη στέγη του εγκαταλελειμμένου θηριώδους κτιρίου μέχρι να ορθοποδήσουν και τακτοποιηθούν κάπου καλύτερα. Η έλλειψη στέγης ήταν μεγάλη και σε συνάρτηση με τη φτώχεια, ο θεσμός του «ενοικιοστασίου» δούλευε στο φουλ. Έμενες όπου εύρισκες και δόξαζες και το Θεό που δεν κοιμόσουν στο δρόμο! Θυμάμαι καθαρά πως ο διαχωρισμός των χώρων, ανά οικογένεια, μέσα στην απεραντοσύνη του άδειου εργοστασίου γινόταν με ριντώ, κουρτίνες, κουρελούδες και ότι διέθεταν, τέλος πάντων οι άνθρωποι, προκειμένου να απομονώσουν τον «δικό» τους ιδιωτικό χώρο με ένα  στοιχειώδη διαχωρισμό. Όλα αυτά τα διαχωριστικά κρέμονταν από σύρματα που είχαν τοποθετηθεί οριζόντια και κάθετα από τοίχο σε τοίχο και «μπακλαβαδοποιούσαν» τον γυμνό εργοστασιακό χώρο, με τα δημιουργούμενα κομμάτια-νοικοκυριά, σε ευθεία αναλογία, από πλευράς μεγέθους «σπιτικού», με το πλήθος των μελών της στεγαζόμενης οικογένειας! Οι πολυμελείς πιό μεγάλο κομμάτι, οι ολιγομελείς λιγότερο. Κι αυτό το κουρελαριό να κρέμεται όχι από οροφής, που ήταν πανύψηλη, αλλά από ορισμένο ύψος και κάτω. Ίσα να κόβεται η οπτική επαφή. Γιά ακουστική, ούτε λόγος!   
   Η Ζαννίνα, (γύρευε από πιό ερημωμένο χωριό ή πόλη κράταγε η σκούφια της, η ίσως από ποιά μετοικεσία βρέθηκε στην Ελλάδα), ζούσε με την μητέρα της, οπότε σε δυό άτομα αναλογούσε… «καμαρούλα μιά σταλιά»! Την θυμάμαι, σαν τώρα, καθισμένη σ’ ένα στενόμακρο τραπεζάκι-τουαλέτα, κολλημένο στον τοίχο και τον μικρό καθρέφτη κρεμασμένο σ' αυτόν. Στον μόνο πραγματικό τοίχο του… σπιτιού αφού οι άλλοι τρεις ήσαν ....κουρελούδες, να μακιγιάρεται με τις ώρες και να χτενίζει τα μακρειά μαλλιά της κότσο, καθώς η ηλικιωμένη μητέρα της την παρακολουθούσε καθισμένη στο κρεβάτι κι εμείς όρθιοι!
   Δεν ξέρω πόσο κράτησε η σχέση της Ζαννίνας με τον θείο μου, αλλά η ανάμνησή της, αιθέρια όπως κι η ίδια, χάθηκε στο ύφασμα του χρόνου, όπως χάθηκε κι από τη ζωή ο θείος Σταύρος πριν προφθάσω, από την υπεύθυνη θέση της ωριμότητος, να τον «ξεψαχνίσω» σχετικά μ’ αυτή την πολύ σεμνή και τρυφερή κοπέλα που ποτέ δεν την άκουσα, όντας παιδί άλλωστε, να τραγουδάει. 
   Βλέπεις όσο είσαι νέος κοιτάς μόνο μπροστά και πρέπει να γεράσεις γιά να γυρίσεις με νοσταλγία το βλέμμα σου πίσω.



     Αυτά τα συμβάντα εκείνων των εποχών, μοιάζουν απίστευτα κι ακατανόητα σ' έναν σύγχρονο  νέο, αλλά σφυρηλατούν την καρτερία, ημών των παλαιοτέρων, στις σημερινές δύσκολες συγκυρίες, χαλυβδώνουν την θέλησή μας γιά προσπάθεια ανάκαμψης κι εξόδου από το σκοτάδι που μας τυλίγει και τονώνει τη πίστη μας σε ένα φωτεινότερο αύριο, στο οποίο  προσβλέπουμε.