Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

BOLIVIA. Μικρό ταξιδιωτικό intermezzo 4 ημερών.

Ταξιδιωτικά

Μιά εκδρομή στον "δρόμο του θανάτου" και λίγη άγνωστη ιστορία.

   Η πρωτεύουσα Λα Παζ βρίσκεται στο ανατολικό άκρο της ραχοκοκαλιάς των Άνδεων, λίγα χιλιόμετρα από το απότομο κατέβασμα στο επίπεδο της Αμαζονίας.
   Ως γνωστόν ο Αμαζόνιος δεν είναι ένας συγκεκριμένος ποταμός, όπως π.χ. ο Νείλος ή ο Γάγγης, αλλά αποτελεί ολόκληρο συγκρότημα μικρότερων ποταμών, (πάνω από 500), το οποίο λειτουργώντας όπως ακριβώς ένα δέντρο, (κλαδάκια, κλαδιά, παρακλαδιά, κορμός) συνθέτουν ολόκληρο υδάτινο σύστημα που συγκεντρώνει όλα τα νερά των ανατολικών πλαγιών των Άνδεων και τα κατευθύνει μέσα από το τεράστιο και, εν πολλοίς, ανεξερεύνητο δάσος της Αμαζονίας, στο να καταλήξουν σε μεγάλους κορμούς του ποταμού και μέσω αυτών, τελικά, στον φυσικό τους προορισμό, τη θάλασσα. Η περιοχή της Αμαζονίας καλύπτει περίπου 7 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα. Κοιτώντας τον χάρτη της Νοτ. Αμερικής διακρίνεται να καλύπτει ολόκληρο το βόρειο τμήμα της, το φαρδύ. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του ποταμού, εκτός από μήκος και ποσότητα νερού, είναι η πολύ αργή ροή του. (Σημ. Είναι ο πρώτος ποταμός της Γης σε πλήθος νερού και ο δεύτερος σε μήκος, υπολειπόμενος κατά τι του Νείλου. Νείλος 6680 χλμ. – Αμαζόνιος 6430 χλμ.). Το γεγονός οφείλεται στη μικρή υψομετρική διαφορά που έχει ως προς τη στάθμη της θάλασσας, σχεδόν σε όλο το μήκος του. Στο τελευταίο κομμάτι του, από τη βραζιλιάνικη πόλη Μανάους, (το μακρύτερο πλωτό σε μεγάλα πλοία τμήμα του), μέχρι τις εκβολές, η υψομετρική διαφορά με τη θάλασσα είναι μόλις λίγες δεκάδες μέτρα! Αποτέλεσμα η ροή να είναι σχεδόν αδιόρατη και το ποτάμι να μοιάζει ακίνητο, όμοιο με θάλασσα, ή λίμνη.

   Γυρίζοντας στο θέμα μας, την Βολιβία τώρα, θα επιχειρήσουμε μιά θαυμάσια, κατά τα άλλα, ημερήσια εκδρομή στην περιοχή των Yungas και του Coroico. Η απόσταση από την πρωτεύουσα δεν ξεπερνάει τα 120 με 130 χιλιόμετρα, αλλά η διαδρομή σου δίνει την αίσθηση ότι ταξιδεύεις μέχρι…. τον άλλο κόσμο! Τη διαδρομή την έκανα 4 φορές στη ζωή μου και αισθάνομαι πάρα πολύ τυχερός που επέζησα. Ο δρόμος θεωρείται ο πιό επικίνδυνος δρόμος του κόσμου και αποκαλείται «ο δρόμος του θανάτου», αφού είναι στενός και ανώμαλος χωματόδρομος, το πολύ 3 μέτρα φάρδος στο μεγαλύτερο τμήμα του, και αν πέσεις και σε περίοδο βροχών, (αξιώθηκα άπαξ), γίνεται και γλιστερός και απείρως πιό επικίνδυνος. Κατά καιρούς φωτογραφίες του δρόμου εμφανίζονται στο διαδίκτυο και αρκετές φορές, διάφοροι φίλοι, μου τον έχουν στείλει σε βίντεο. Η υπόμνηση και μόνο φέρνει ανατριχίλα!

   Την πρώτη φορά τον «κατέβηκα» μάλλον αμέριμνος, σχεδόν χαζοχαρούμενα, υπακούοντας στον προγραμματισμό ενός ρηξικέλευθου ταξιδιωτικού γραφείου και την φιλόδοξη διάθεση του σχεδιαστού της εκδρομής να προσφέρει στην ελληνική ταξιδιωτική αγορά κάτι καινούργιο, κάτι μοναδικό, κάτι πρωτότυπο! Εννοείται, χωρίς να ξέρει, όπως μου ομολόγησε αργότερα, περί τίνος ακριβώς επρόκειτο, αλλά το προγραμμάτισε από μπροσούρες και προγράμματα διαφόρων ευρωπαϊκών και βολιβιάνικων γραφείων! Τις επόμενες δύο τις έκανα υπακούοντας στις επιταγές της αδρεναλίνης που ανυπομονούσε να διαχυθεί και πάλι, ορμητική και άφθονη στο αίμα μου, αφού είχα προειδοποιήσει το γκρουπ περί τίνος επρόκειτο, με αποτέλεσμα η συμμετοχή του να περιοριστεί στο μισό περίπου, κατά την αρχή του «κάλλιο γαϊδουρόδενε….» και στην τέταρτη, που πραγματοποιήθηκε με ψιλή βροχή μέσα σε χαμηλά σύννεφα που έκαναν το πούλμαν να μοιάζει με αεροπλάνο, αξιώθηκα και μιάς γλίστρας που έφερε το όχημα στην άκρη του γκρεμού, γιά το ορθοπλώρισμα του οποίου απαιτήθηκε η συνδρομή των οδηγών 3-4 φορτηγών που ακολουθούσαν, η χρήση σκοινιών που όλοι οι οδηγοί, γνωρίζοντας τις συνθήκες, διέθεταν και το ομαδικό τράβηγμα -Εϊ’ ώπ!- όλων των επιβατών που με τα μάτια πεταγμένα έξω από την τρομάρα και την ψυχή άρτι αφιχθείσα εκ Κούλουρης, υπακούοντας στην ανάγκη της επιβίωσης, έπαιξαν θέλοντας και μη, το διασκεδαστικό παιχνίδι της διελκυστίνδος. Από τη μιά το πούλμαν με τάσεις πτώσεως προς το γκρεμό, από την άλλοι όλοι εμείς! Τελικά το ανθρώπινο δαιμόνιο υπερίσχυσε, μαζί κι εμείς! Εννοείται πως έκτοτε οι σχέσεις και διαθέσεις μου με το Κορόικο θυμίζουν εκείνες του σκηνοθέτη κ. Ν. Κούνδουρου με τους αλλοδαπούς λαθρομετανάστες!

   Η διαδρομή, την πρώτη φορά που προσέρχεσαι ανύποπτος στο τι σε περιμένει, ξεκινάει ευχάριστα και σε καλό ασφαλτόδρομο. Μάλιστα ένα περίεργο ρολόι στο χέρι του ξεναγού μου επέτρεπε να παρακολουθώ και το υψόμετρο. Στην αρχή και γιά κάμποσα χιλιόμετρα όλο ανεβαίνεις, μέχρι τα 4600 μ., ώσπου φτάνεις σε ένα περίεργο σημείο-σταθμό, (αν δεν με απατά η μνήμη θα πρέπει να λέγεται Λε Κούμπρε, ή κάπως έτσι). Απ’ εκεί αρχίζει η απότομη κατάβαση που θα σε φέρει, σε λίγα χιλιόμετρα, περίπου στα 260 μ. υψόμετρο!
   Στον σταθμό συμβαίνουν τρελά πράγματα! Το πούλμαν περνάει κάτω από μία αψίδα-γέφυρα γεμάτη ένοπλους στρατιώτες οι οποίοι το ξετινάζουν στο ψάξιμο! Του ξηλώνουν το ραδιοκασετόφωνο και αφαιρούν κάθε συσκευή τηλεπικοινωνίας που υπάρχει σε οδηγό και ξεναγό! Ο λόγος απλός. Κάτω οργιάζει η παραγωγή κόκας και, κατά συνέπειαν, η παραγωγή και διακίνηση κοκαΐνης. Ειδικά στην επιστροφή το ψάξιμο γίνεται αγριότερο και περιλαμβάνει και όλους τους ταξιδιώτες. Δεν ξέρω γιατί, αλλά το όλο σκηνικό των αγριωπών κι αμίλητων στρατιωτών με τις στολές αγγαρείας και τα προτεταμένα όπλα να μας γυροφέρνουν με τα σκυλιά τους, σαν τις μέλισσες, μου θύμισαν σκηνές από κινηματογραφικές ταινίες σχετικές με λατινοαμερικάνικες δικτατορίες. Άγριες εικόνες που δένουν αφάνταστα με την αγριότητα του τοπίου. Σκηνές μοναδικές που, αφού τότε τη «σκαπουλάρισες», τώρα μπορείς τις θυμάσαι μέσα από την σιγουριά και την ασφάλεια του χώρου σου και σε κάνουν να νομίζεις ότι έζησες κάτι σπουδαίο και ηρωικό, Κάτι σαν να διασώθηκες από μιά μάχη, π.χ. στο Βιετνάμ ή από μιά σφαγή στο Χαλέπι, (παρομοίωση λόγω επικαιρότητος!).

   Μετά το «ψάξιμο», το πούλμαν αρχίζει την απότομη κάθοδο. Δεξιά ορθώνεται ένα απότομο πανύψηλο βραχώδες τείχος και κάτω χάσκει ένα ασύλληπτο χάος. Στην αρχή, πριν αρχίσεις να σκέφτεσαι και να τρομάζεις, έχεις την αίσθηση πως βρίσκεσαι σε αεροπλάνο και κοιτάς κάτω! Σύντομα τα άπειρα μικρά προσευχητάρια με τους σταυρούς και τα καντήλια, ακριβώς όπως βλέπεις στους ελληνικούς δρόμους, σου θυμίζουν τα αντίστοιχα που οι συγγενείς των άτυχων θυμάτων τοποθετούν στα σημεία θανατηφόρων ατυχημάτων και σε κάνουν να συνειδητοποιήσεις το πού βρίσκεσαι και γιά πού πάς!
    Εννοείται πως γιά όποιο αυτοκίνητο πέσει στο βάραθρο, που έχει συνολικό βάθος κάπου 4300 μ., όλα τελειώνουν εκεί. Κανείς δεν μπορεί και δεν πρόκειται να ψάξει, όχι γιά επιζώντες αλλά ούτε καν γιά περισυλλογή πτωμάτων. Η πυκνή βλάστηση έχει «ρουφήξει» τα πάντα. Αυτοκίνητο επιβάτες, όλα. Στην απίθανη περίπτωση που κάποιος επιβάτης δεν βρει ακαριαία τον θάνατο, αυτό θα συμβεί μοιραία και βασανιστικά αργότερο. Η βοήθεια γι’ αυτόν δεν θα έρθει ποτέ. Ένα προσκυνητάρι που θα στηθεί στην άκρη του δρόμου θα υποδηλώνει ένα ακόμη μοιραίο ατύχημα. Κι αυτό είναι όλο!
   Στην αρχή, αναπτύσσεται ένα κύμα οργής γιά τον ιδιοκτήτη του γραφείου «Τ…» και τον ρηξικέλευθο ιδιοκτήτη του, τον Ν. Μ. (που πραγματικά θαυμάζω και υπολήπτομαι ως τέτοιον), που συμπεριέλαβε αυτή την εκδρομή στο πρόγραμμα και τα «καντήλια» που κατεβαίνουν, προς τιμή του, συναγωνίζονται σε πλήθος αυτά του δρόμου, Όμως σε λίγο ο τρόμος σφραγίζει τα στόματα, παγώνει το αίμα και γουρλώνει τα μάτια. Όλοι μουρμουρίζουν προσευχές ή υποβάλλουν … αιτήσεις γιά τη σωτηρία της ψυχής τους! Εννοείται πως όταν τελειώσει η περιπέτεια όλοι νοιώθουν υπερήφανοι, φουσκώνουν σαν διάνοι και διηγούνται την περιπέτειά τους αυτή περίπου σαν…. κατάκτηση του Έβερεστ!
   Στο δεύτερό μου ταξίδι διαπίστωσα πως ο δρόμος λειτουργεί μονοδρομικά. Τέσσαρες ώρες κάθοδο και άλλες τόσες άνοδος. Πολύ λογικό αφού προσπέρασμα ή διασταύρωση οχημάτων είναι αδύνατη σε δρόμο που ίσα-ίσα χωράει ένα όχημα.
   Φθάνοντας κάτω, οι απέραντες φυτείες κόκας, η τροπική βλάστηση και η γνωστή τροπική ζέστη σε κάνουν να ξεχάσεις προς στιγμήν την περιπέτεια που έζησες. Την διώχνεις σαν κακό όνειρο. Τώρα είμαστε στο μικρό χωριό Κορόικο και την αρχή της απέραντης ζούγκλας του Αμαζονίου που εκτείνεται ανατολικά, μέχρι την άλλη άκρη της ηπείρου, και τελειώνει μαζί της, στον Ατλαντικό!
   Ένα πολύ καλό ξενοδοχείο, (γιά τα δεδομένα του τόπου πάντα), ένα θαυμάσιο γεύμα και μιά βουτιά στην πισίνα, γιά τους προνοήσαντες να κουβαλήσουν μαζί τους μαγιό), χαλαρώνουν κι αποφορτίζουν. Και μετά ο εφιάλτης της επιστροφής ξαναγυρίζει έντονα και βασανιστικά. Όλοι, τότε, συναισθάνονται κι αναγνωρίζουν την μεγάλη μεταφορική αξία ενός …. λυτρωτικού ελικοπτέρου!

   Η επιβαρημένη, λόγω της βροχής και του γλιστερού δρόμου, περιπέτεια της τελευταίας εκδρομής στο Κορόικο σφυρηλάτησε τη σχέση μου με τον ξεναγό, αφού μαζί σπρώχναμε, βάζαμε ξύλα κάτω από τις ρόδες γιά σταθερό υπόστρωμα και κάναμε διάφορες άλλες «ταρζανιές» προκειμένου να ξεκολλάμε, κάθε λίγο και λιγάκι, το πούλμαν από τη λάσπη. Κάτι μισόλογα με φαντάρους, ζούγκλες, φτώχεια κι επαναστάσεις και… βγήκε λαβράκι! Ο πατέρας του νεαρού, όταν ήταν φαντάρος, μετείχε στο επίλεκτο σώμα που κυνήγησε και σκότωσε τον περίφημο Τσε Γκεβάρα κι ο τύπος γνώριζε πολλά πράγματα γιά το γεγονός από πρώτο χέρι!
   Η έμφυτη περιέργεια κι ο μύθος που περιέβαλε την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του μεγάλου επαναστάτη κέντρισε, πολύ φυσικό, το ενδιαφέρον μου. Ένα καλό δείπνο κι ένα κολλαριστό εκατοδόλλαρο κέντρισε, ομοίως, το ενδιαφέρον του νεαρού Χόρχε με αποτέλεσμα να ξενυχτήσουμε κι οι δυό συζητώντας, σχετικά, στο σαλόνι του Sheraton.

   Η ιστορία του Τσε Γκεβάρα είναι σε γενικές γραμμές πασίγνωστη, με πολλές παραλλαγές ανάλογα με την οπτική γωνία, τα πολιτικά φρονήματα και την ευθυκρισία, τον φανατισμό και την καλοπιστία του καθενός. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, πολύ σκοτεινή, με ποικίλες εκδοχές και πολλά κενά που ο καθένας συμπληρώνει κατά το δοκούν. Γι’ αυτό και θα περιοριστώ σε όσες μικρές ή μεγάλες, σοβαρές ή ασήμαντες, λεπτομέρειες δεν έχουν γίνει γνωστές ή, έστω, δεν έχουν γίνει ευρέως γνωστές μέχρι σήμερα, είτε διαφέρουν από κάποια στερεότυπα.
   Την ακρίβεια του περιεχομένου της αφήγησης δεν μπορώ να την εγγυηθώ, αφού δεν μπορώ να εγγυηθώ το τι ακριβώς ξέρει και τι δεν ξέρει ο αφηγητής μου, ή σε τι μπορεί κι ο ίδιος να είναι κακώς πληροφορημένος. Εγγυώμαι όμως την ακριβή μεταφορά των όσων μου είπε, καθώς και τον απολιτικό χαρακτήρα του νεαρού, την ψυχρή τοποθέτησή του στα γεγονότα, χωρίς να πολυνοιάζεται γι’ αυτά, και στην πλήρη άγνοιά του γιά ένα μεγάλο μέρος της δράσης του Τσε. Άρα εικάζω πως ό,τι μου είπε, το είπε καλόπιστα και με βεβαιότητα περί της αληθείας του. Η συζήτηση με τον Χόρχε απετέλεσε την κόλλα που συνέδεσε τα διάφορα γεγονότα και το πασπαρτού που ξεκλείδωσε διάφορες κρυφές λεπτομέρειες και ο φακός που φώτισε κάποια σκοτεινά σημεία που η λογική έψαχνε, αλλά η σκοπιμότητα απέκρυβε. Κάποια πράγματα και γεγονότα που η πολιτική σκοπιμότητα, ένθεν και ένθεν, αποκρύπτει ή παραποιεί.

   Ο Τσε υπήρξε ένθερμος κομμουνιστής, βαθιά ποτισμένος με τις μαρξιστικές ιδέες και ταγμένος, ολόψυχα και πάση θυσία, στην υπηρεσία της εφαρμογής τους. Χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς παζάρια, αλλά και χωρίς έλεος. Ή έννοια της προλεταριακής μονάδας, η ασημαντότητά της και η θυσία της μπροστά στην τελική επικράτηση των συμφερόντων του συνόλου, τον έκανε ιδιαίτερα σκληρό απέναντι στην έννοια «άνθρωπος», όπως άλλωστε συνέβαινε και με όλους τους μεγάλους κομμουνιστές ηγέτες, (Στάλιν, Μάο, Πολ Ποτ), αλλά και θα συμβαίνει, νομοτελειακά, και στο μέλλον με όσους θέλουν την αυστηρή εφαρμογή του κομμουνιστικού δόγματος.
   Ο Γκεβάρα, αρκετά πριν γνωριστεί και συνδεθεί με τον Κάστρο είχε ήδη αποκτήσει αρκετή επαναστατική πείρα επικοινωνώντας με πολιτικούς εξόριστους από διάφορες λατινοαμερικάνικες χώρες. Αν και Αργεντίνος, μετά την επικράτηση της επανάστασης στην Κούβα, στην διάρκεια της οποίας υπήρξε πρωτεργάτης και έμπιστος σύντροφος του Κάστρο, πήρε, gratis, κουβανική υπηκοότητα και ανέλαβε διάφορα κυβερνητικά πόστα. Από την διαφώτιση του λαού μέχρι, τελικά, το Υπουργείο Βιομηχανίας και τον βασικό τομέα της αναγκαίας αγροτικής μεταρρύθμισης. Όμως σύντομα οι ακραίες του θέσεις τον έφεραν σε σύγκρουση με τον Κάστρο!
   Οι τέσσερις τοίχοι ενός γραφείου δεν ήσαν ικανοί να χωρέσουν την επαναστατικότητα, την πληθωρική ενέργεια και την αστείρευτη διάθεση του ανδρός γιά δράση. Αυτός ήταν γεννημένος επαγγελματίας επαναστάτης και όχι γραφειοκράτης «χαρτογιακάς». Άρα αθεράπευτος εραστής της ουτοπίας και, σε τελευταία ανάλυση, σοβαρό εμπόδιο στη διακυβέρνηση μιάς χώρας.
   Ο Κάστρο, επαναστάτης μεν, αλλά και σοβαρός πολιτικός, κατάλαβε σύντομα πως καλά τα πολιτικά μανιφέστα, αλλά θα πρέπει να ξεχνιόνται ή να τροποποιούνται και οι επαναστατικές παντιέρες να υποστέλλονται όταν καλείσαι, νικητής και κυρίαρχος πλέον, να κυβερνήσεις υπεύθυνα μιά χώρα. Και μάλιστα κάτω από το ρουθούνι του ταξικού σου αντιπάλου, που τυχαίνει μάλιστα να είναι υπερδύναμη.
   Όπως αποδεικνύουν τα γεγονότα, με την μακροημέρευση του Κάστρο στην εξουσία, αλλά και τη ζωή, και κυρίως με την διατήρηση της ασφαλέστερης φυλακής των ΗΠΑ στο….Γκουαντάναμο, στο έδαφος της Κούβας, η αγκαλιά του Κάστρο απετέλεσε και αποτελεί (λόγω του ανελεύθερου καθεστώτος του), τον ιδανικότερο φύλακα και προστάτη ζωτικών συμφερόντων των ΗΠΑ. Γιά όσους βλέπουν καθαρά, το παιχνίδι είναι απόλυτα στημένο και η, τάχα, αντιπαλότης Κάστρο-ΗΠΑ, ένα όμορφο παραμυθάκι γιά φανατικούς χαχόλους και αφελείς ιδεολόγους. Καλώς ή κακώς αυτά έχει η πολιτική! Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο Τσε φάνταζε, όχι μόνο ξένο σώμα, αλλά και επικίνδυνη παραφωνία που θα μπορούσε, ανά πάσα στιγμή, να δυναμιτίσει συμφωνίες και διαταράξει ισορροπίες. Έπρεπε λοιπόν, με κάθε τρόπο να βγει από τη μέση! Στην αρχή, πάντα με βάση το στοιχείο του αέναου επαναστάτη που κουβαλούσε μέσα του, εστάλη να οργανώσει την επανάσταση (!) στην…. Αφρική! Με την λογική του Κάστρο
   - Φύγε, φίλε, από τα πόδια μας, κι άσε μας να κάνουμε τη δουλειά μας! Πήγαινε να παίξεις με τους Αφρικανούς, να ησυχάσουμε από σένα.
   Η «δουλειά» όμως στο Κονγκό, όπου στάλθηκε ο Τσε, εξελίχτηκε σε φιάσκο, λόγω της αβυσσαλέας διαφοράς νοοτροπίας αυτού με τους Κογκολέζους. Όπότε γύρισε, τελικά, στη Κούβα άπρακτος και διψασμένος γιά… νέες περιπέτειες! Στόχος του το Περού και, κυρίως, η Βολιβία, η οποία ήταν, (και είναι ακόμη), η φτωχότερη χώρα της Ν. Αμερικής, άρα το γονιμότερο έδαφος γιά μιά επανάσταση στα μέτρα ενός επαγγελματία «επαναστατοποιού», όπως ο Τσε! Και εστάλη εκεί, με μιά μικρή ομάδα ανδρών, γιά να «στήσουν» την….επανάσταση. Αγνοούσε όμως τα σχέδια Κάστρο-ΗΠΑ και την δράση της CIA, η οποία καθοδηγούμενη από την Αβάνα, ήταν εξ’ αρχής στα ίχνη του και είχε στήσει τα δίχτυα της καραδοκώντας γιά την κατάλληλη ευκαιρία και το καίριο χτύπημα. Μεγάλη απόδειξη της συμπαιγνίας του Κάστρο στην εξόντωση του «ενοχλητικού» φίλου του, αποτελεί η ύποπτη αδράνεια του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βολιβίας, στην τελευταία πράξη του δράματος. Δεν κούνησε δάχτυλο γιά συνδρομή και υποστήριξη στον Τσε.
   Η πραξικοπηματική κυβέρνηση της Βολιβίας του στρατηγού Μπαρριέντος, προφανώς φιλοαμερικανική, διέθεσε μικρό επίλεκτο στρατιωτικό άγημα γιά να τελειώσει τη «δουλειά», κάτω από τις οδηγίες της CIA.
   Ο Τσε, ο οποίος εκ γενετής έπασχε από άσθμα «νόμιζε» ότι κρυβόταν, άρρωστος, ταλαιπωρημένος, αλλά και ηθικά εξουθενωμένος, αφού μάλλον είχε ψυλλιαστεί την εις βάρος του συμπαιγνία, σε μιά καλύβα στη ζούγκλα, κοντά στο χωριό Λα Ιγκουέρα, στην επαρχία Σάντα Κρουζ. Ήταν απόλυτα εγκαταλελειμμένος από συντρόφους, κατάκοιτος και εντελώς αδύνατος να αντιδράσει. Γιά το τέλος του ελέχθησαν πολλά. Άλλα ηρωικά, από τους θαυμαστές του, και άλλα καταφρονητικά, από τους αντιπάλους του. Ο Χόρχε μου είπε :
   - Όλα διαδίδονται είναι παραμύθια!
   Ο Τσε ούτε πολέμησε, ούτε αντιστάθηκε, ούτε προσπάθησε να δραπετεύσει. Ήταν στο κρεβάτι ανήμπορος να κουνηθεί. Ο εκτελεστής του, (λοχαγός επέμεινε πως ήταν και όχι υπαξιωματικός όπως διεδόθη), καθοδηγούμενος μπήκε μόνος στην καλύβα και τον εκτέλεσε, αμέσως και εν ψυχρώ, με περίστροφο και χωρίς καμία κουβέντα εκατέρωθεν. Ο πατέρας του Χόρχε με τρεις άλλους φαντάρους ήταν ακριβώς έξω από την καλύβα και το μόνο που άκουσαν ήταν πυροβολισμοί. Η εκδοχή της προσπάθειας διαφυγής του Γκεβάρα καταρρίπτεται από το γεγονός πως χτυπήθηκε κατάστηθα και όχι στην πλάτη. Επίσης όλες οι θεωρίες και τα διάφορα σενάρια της εκτέλεσης που κυκλοφόρησαν έχουν σαν στόχο την παραπληροφόρηση και συσκότιση της υπόθεσης. Κάτι που γίνεται πάντοτε στις ιστορίες όπου ανακατεύονται υψηλά ιστάμενα πρόσωπα και διακυβεύονται ύψιστα συμφέροντα. Παραπληροφόρηση, συσκότιση και μετά απέραντη σιωπή, μέχρι την οριστική λήθη. Εννοείται ότι ακόμη και στη διαχείριση του πτώματος του Τσε, τον πρώτο ρόλο είχε η CIA, η οποία επενέβη αμέσως με το εκτελεστικό άγημα να επιστρέφει στην έδρα του. Ο Χόρχε μου είπε γιά κάποιους ξένους με πολιτικά που ξεφύτρωσαν από το πουθενά, μιλούσαν αγγλικά και πήραν τη σωρό του Τσε.

   Με τον Χόρχε συζητήσαμε πολλά εκείνο το βράδυ, που η μνήμη δεν είναι δυνατόν να συγκρατεί με όλες τις λεπτομέρειες, και μάλιστα τόσα χρόνια μετά. Το ρεζουμέ όμως είναι όσα αναφέρω, μαζί και με έναν αδιόρατο θαυμασμό από μέρους του, στην προσωπικότητα του ανυπότακτου οραματιστή κι επαναστάτη, του Τσε Γκεβάρα και τον «πουλημένο» θάνατό του. Χαρακτηριστικά που σε κάποιο βαθμό συγκινούν κι εμένα.

   Την επομένη και με αντίστροφη κίνηση, ξαναγυρίσαμε στο Πούνο και τη λίμνη Τιτικάκα, απ' όπου θα ξεκινήσουμε οδικώς γιά το Κούσκο. Την αυτοκρατορική πρωτεύουσα των Ινκας, την γραφικότερη, αυθεντικότερη και συγκινησιακότερη πόλη ολόκληρης της Νοτιαμερικάνικης ηπείρου!


(συνεχίζεται) 





Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Τελετή έναρξης. Πολλή φανφάρα και σπατάλη, ελάχιστο γούστο και καθόλου ολυμπιακό πνεύμα!

Επικαιρότης

   Η τελετή έναρξης της 30ης νεώτερης Ολυμπιάδας πέρασε πλέον στην ιστορία. Και προσωπικά, προβλέπω και εύχομαι να ξεχαστεί σύντομα. Όσο πιό γρήγορα γίνεται!
   Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια η φιλοσοφία της τελετής έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων καθρεφτίζει την ματαιοδοξία και αλαζονεία της κάθε διοργανώτριας χώρας και ανταγωνίζεται, σε πανηγυριώτικη διάθεση και αποτέλεσμα, εκείνη των διαγωνισμών της Eurovision.
   Οι χώρες, φευγάτες από κάθε έννοια ολυμπισμού και την ουσία των αθλητικών αγώνων, διαγκωνίζονται στην επίδειξη αρχοντοχωριάτικης «χλίδας», φαντασμαγορίας του θεαθήναι και σε φωτοβολίδες εφήμερου φανφαρονισμού, μετατρέποντας τα αθλητικά στάδια σε στούντιος της «Τσινετσιτά»!

   Η χθεσινή τελετή δεν μου άρεσε καθόλου. Καθόλου μα καθόλου! Το όραμα γιά ένα λιτό, σεμνό και, συνάμα, μεγαλοπρεπές και συγκινητικό άναμα της ολυμπιακής δάδας και του συμβολισμού που θα εκπέμπει στην Οικουμένη, όσο θα βρίσκεται ψηλά και αναμμένη, θα παραμείνει άπιαστο όνειρο.
   Όσο κι αν στύβω το μυαλό μου δεν βρίσκω σχέση και συνάφεια της γλυκύτατης Μαίρης Πόππινς, του συμπαθέστατου Χάρυ Πότερ και του εναπομείναντα γηραλέου Beatle με την αθλητική ολυμπιακή ιδέα. Κρίμα!
   Όπως όλες οι αξίες, έτσι κι ο ολυμπισμός προσέρχεται ευτελισμένος, σύγχρονη Ιφιγένεια, στον βωμό της εμπορευματοποίησης και του χυδαίου εκθαμβώματος. Μάλιστα, η χθεσινή εμποροπανήγυρις υπερακόντισε σε κακογουστιά, βάζοντας τη βασίλισσα Ελισάβετ να…. πηδάει με αλεξίπτωτο από ελικόπτερο, υπό την προστασία του Τζαίημς Μπόντ, αφού πρώτα τη χαιρέτισε ένας χοντρός, πασαλειμμένος με πίσσα, χοντρός Βούδας που, υποτίθεται, ήταν ο Τσώρτσιλ αναστημένος. Προφανώς από τον ενθουσιασμό του γιά την ευρηματική λαμπρή «παράσταση»! Κακόμοιρο και κακοπαθημένο βρετανικό χιούμορ!

   Όσο γιά την ελληνική αναμετάδοση και σχολιασμό, άκουσα κατ’ επανάληψη, οσάκις γινόταν αναφορά στην βασίλισσα Ελισάβετ, το «Αυτού Εξοχότης» και «Αυτού Υψηλότης», αντί του ορθού «Αυτής Μεγαλειότης», (μέχρι φύλο της άλλαξαν!). Θα μου πείτε παρωνυχίδα. Συμφωνώ, αλλά «εξ όνυχος τον λέοντα». Θέμα τύπων και τάξεως, αλλά και μόρφωσης και επαγγελματικής αρτιότητος.
   (Σημ. Ας μην παρεξηγηθώ ως «φιλοβασιλικός», αφού είμαι δηλωμένος…. «φιλογλαστρικός». Οι μόνες μου συμπάθειες στο θεσμό αφορούν συγκεκριμένα πρόσωπα. Την Ελισάβετ και τον Μπουμιμπόλ της Ταϋλάνδης. Κι αυτό γιά συγκεκριμένους προσωπικούς λόγους).
   Πάντως, ομολογώ, δεν παρετήρησα κανένα «επειδής», ούτε κανένα «την οδός». Πάλι καλά. Ούτε άλλη κοτσάνα, τύπου την «υλοτόμευση», τα «παρατεταμένα όπλα» ή το γνωστό «θα τους περισυνελέξουν», που πολύ φοριούνται στα κανάλια τελευταίως! Πρόοδος και μπράβο μας.

   Τώρα αυτά πέρασαν. Άντε να παρακολουθήσουμε και τίποτε αγώνες της προκοπής, γιά να μπορέσουμε, ξεπλένοντας τα μάτια μας στην ουσία του θεσμού,  να ξεχάσουμε την…. θαυμάσια τελετή έναρξης!


Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2012

Ο ρατσισμός, η υπερβολή και η πολιτική ιδιωτεία.

Επικαιρότης

   Προς αποφυγή παρανοήσεων ξεκαθαρίζω εξ αρχής. Δεν είμαι ρατσιστής, τουλάχιστον με την κυριαρχούσα, λανθασμένη και χιλιοπαρεξηγημένη, έννοια του όρου. Έτσι όπως έντεχνα έχει διαστρεβλωθεί, μαζί με πλείστους άλλους όρους της ελληνικής γλώσσας και περνάει «ξεπλένοντας» το μυαλό των Ελλήνων.
   Διαθέτω φίλους σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, τους οποίους έχω διαλέξει με βάση το περιεχόμενο του μυαλού και της ψυχής τους και όχι το χρώμα του περιβλήματος του σαρκίου τους και τα γενικότερα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά.
   Έχω επίσης και μία κόρη, η οποία θα προτιμούσα, (χίλιες φορές), να είχε παντρευτεί έναν έξυπνο, λογικό, δραστήριο κι εργατικό μαύρο, (κόκκινο, κίτρινο, μπλε, γκρι ή φούξια), τύπο παρά έναν ξανθό παίδαρο, κρετίνο και πανύβλακα, τεμπέλη κι ανεπρόκοπο. Κάτι που της συνέβη τελικά και που, δυστυχώς, τώρα θα πληρώνουμε όλοι στην οικογένεια και μάλιστα διά βίου!
   Στη γενική συνείδηση του λαού μας, έντεχνα και διαβολικά, (όπως γίνεται πάντοτε με τις πολιτικές σκοπιμότητες), πέρασε στρεβλά και το θέμα του ρατσισμού. Η αριστερά εγκολπώθηκε τις λαθρομεταναστεύουσες μεραρχίες, όχι γιά το χρώμα του δέρματος ή το μουσουλμανικό θρήσκευμα, (σιγά που νοιάζεται γι’ αυτά η Παπαρήγα κι ο Στράτα-Στρατούλης), αλλά γιά το εξαθλιωμένο φτωχολόι που τους πυκνώνει τις τάξεις και τους ανεβάζει την εκλογική πελατεία.

   Ο ρατσισμός γεννήθηκε στα χρόνια της δουλείας σε Ευρώπη κι Αμερική, γιά να δώσει επιχειρήματα στην διαιώνισή της.
   - Αυτός είναι μαύρος, κατώτερο ον! Άρα ξέσκισέ τον στη δουλειά και μεταχειρίσου τον σαν «πράγμα», («res» στα λατινικά).
   Βεβαίως το εφεύρημα της εκμετάλλευσης «ανθρώπου από άνθρωπο (!!!)» είναι πανάρχαιο, χωρίς να περιβάλλεται αναγκαστικά από τον όρο «ρατσισμός» και εφαρμοζόταν ευρύτατα και θεσμικά ακόμη και στην αρχαία χώρα μας, την κοιτίδα του πολιτισμού, η οποία, ως γνωστόν, «έδωσε τα φώτα του πολιτισμού και…. μπλα, μπλα, μπλά….». Πασίγνωστα όλα αυτά κι ας τα παρασιωπούμε ευφυώς και υποκριτικά άπαντες εμείς οι.... ανώτεροι!  (Ρατσισμός αντιστρόφου φοράς, υπερτιμητικός!), καθ’ όσον τυγχάνουμε λαός υπέρτερος όλων των άλλων! (Όπως είπε κάποτε με στόμφο, παραληρούσα από τη χαρά της νίκης και το μεθύσι της ντόπας, η χρυσή μας ολυμπιονίκις Νίκη Χαλκιά). Γεγονός που δικαιώνει απόλυτα το αρχαίο αθηναϊκό καθεστώς των 10.000 ελεύθερων και «δημοκρατικών» Αθηναίων πολιτών και του 1.000.000 των δούλων, κάτι που συνήθως κάνουμε.... γαργάρα, αφού δεν αντέχει στην βάσανο της λογικής και της ηθικής!

   Πολύ μεταγενέστερα ο αιμοσταγής Κεμάλ και ο ψυχοπαθής Χίτλερ, ο μεν πρώτος γιά να «τσεπώσει» τις περιουσίες των Ελλήνων του Πόντου και των Αρμενίων, ο δε άλλος των πλούσιων Γερμανοεβραίων, (κατ’ αρχήν), έδωσαν μιά άλλη διάσταση στο φαινόμενο του ρατσισμού εξαπολύοντας «πογκρόμ» και γενοκτονίες λαών, στα πλαίσια μιάς δήθεν εθνοκάθαρσης.

   Σήμερα ζούμε σε μιά Γη όπου ο εκμηδενισμός των αποστάσεων και η τεχνολογία έφεραν, μέσω της ευχερούς επικοινωνίας, τη δυνατότητα ανάμειξης των λαών, της κουλτούρας, του τρόπου ζωής και των παραδόσεών τους. Και μέχρις εδώ όλα καλά. Όμως η αυθαίρετη και μαζική εισβολή ολόκληρων ορδών, πεινασμένων κι εξαθλιωμένων, στην επικράτεια ενός άλλου λαού είναι φυσικό κι επόμενο να συναντά την αντίδραση του δεχόμενου την επίθεση και την εχθρική αντιμετώπιση του «εισβολέα». Ό,τι δηλαδή έγινε και το ’40 με τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ. Τα μεγέθη είναι ανάλογα και το αποτέλεσμα το ίδιο.
   Η αντίδραση, φυσιολογική κι αναμενόμενη, δεν εκφράζει ρατσισμό, ούτε ξενοφοβία, (σιγά μη φοβηθούμε πως θα μας κάνουν «βουντού» οι μαύροι), αλλά στοιχειώδη νόμιμη άμυνα σε μαζικά εισβάλλοντες επιδρομείς οποιουδήποτε χρώματος, ράτσας, θρησκεύματος ή οιουδήποτε άλλου χαρακτηριστικού, οι οποίοι μη μπορώντας να «φτιάξουν» τη ζωή τους στον τόπο τους, έρχονται απρόσκλητοι και με το έτσι θέλω, να «χαλάσουν» τη ζωή μιάς άλλης αθώας και ανύποπτης  χώρας! Πολλώ δε μάλλον όταν αυτή η χώρα, που την πλημμυρίζουν κυριολεκτικά κατά στίφη, αντιμετωπίζει χίλια-μύρια προβλήματα επιβίωσης σε βαθμό που να μην μπορεί να διαθρέψει, πλέον, ούτε τα παιδιά της.
   Προσωπικά, την ίδια άρνηση θα αντέτασσα, όχι μόνο στον Αφγανό, Νιγηριανό, Αλβανό, κ.λπ., λαθρομετανάστη, αλλά και στον Ελβετό, τον Σουηδό, τον Καναδό, τον Γάλλο, κ.λπ., αν ερχόταν με το ίδιο οικονομικό χάλι στη τσέπη, την πείνα στο στομάχι και στις ίδιες τεράστιες ποσότητες ανθρώπων, με σκοπό να βρει την τύχη του εδώ, όταν ξέρω πως τα παιδιά και τα εγγόνια μου δεν έχουν μέλλον στον ίδιο τους τον τόπο και φεύγουν απελπισμένα κι απογοητευμένα γι' αλλού.
   ( Σημ. Εννοείται ότι Δανέζες και Σουηδέζες είναι πάντα ευπρόσδεκτες και σε απεριόριστες ποσότητες, γιά να αντικαταστήσουν τις δικές μας «ξανθές», οι οποίες πλέον, με όλη τους την άνεση, θα μπορούν να μαλλιοτραβιώνται και ξεκατινιάζονται νυχθημερόν στα κανάλια. Ένας γλυκός και νοσταλγικός ρατσισμός, του οποίου δηλώνω ένθερμος υποστηρικτής).
   Όποιος θεωρεί μιά τέτοια στάση και τέτοιες απόψεις ρατσισμό ή ξενοφοβία είναι άξιος της τύχης του και καλώς θα πάθει, ό,τι πάθει, στο προσεχές σύντομο μέλλον!

   Στο επίμαχο, τώρα, ερέθισμα που αναζωπύρωσε ένα ήδη φλέγον ζήτημα, η ελληνική υπερβολή ξανάκανε το θαύμα της. Όσοι αρμόδιοι ασχολήθηκαν με την υπόθεση Παπαχρήστου έσφαλαν. (Η σπουδή της απόφασης το αποδεικνύει). Όλα βιαστικά, όλα επιπόλαια, όλα λάθος. Και η ζημιά της χώρας μεγάλη.

   Ας δούμε το θέμα εξ αρχής. Αυστηρά μεν, αλλά με καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας, χωρίς υπονοούμενα και συμπλεγματικές εξαρτήσεις.
   Πουθενά δεν προκύπτει η προσβολή Αφρικανών μέσα στο διαβόητο, ας το πούμε, ανέκδοτο που προσωπικά το βρίσκω, όχι βέβαια κορυφαίου πνεύματος, αλλά αρκετά έξυπνο κι επιτυχημένο και χωρίς ίχνος ρατσισμού!
   Το κουνούπι είναι αφρικανικής προέλευσης, (αληθές), η Ελλάδα βρίθει Αφρικανών, (αληθές), άρα ένα κουνούπι που θα τσιμπήσει έναν Αφρικανό, μπορούμε να πούμε με αρκετή δόση χιούμορ πως «γεύεται το φαΐ του τόπου του»! Που βρίσκεται λοιπόν ο ρατσισμός και η προσβολή! Αν, π.χ., λεγόταν κάτι τέτοιο ανέκδοτο, γιά κάποιο υποτιθέμενο έντομο που προέρχεται από τις ρωσικές στέπες και τσίμπαγε στη Χαλκιδική μερικές κουκλάρες Ρωσίδες τουρίστριες, θα μιλάγαμε πάλι γιά ρατσισμό;
   Τί κομπλεξικές κουταμάρες είναι αυτές που κάποιοι μεγαλοποίησαν χωρίς σοβαρό λόγο μιά χιουμοριστική παρόλα και κατέστρεψαν, μονοκοντυλιά κι αναπολόγητα, τα όνειρα, τους κόπους και τις φιλοδοξίες ενός κοριτσιού! Όποιος έχει κάνει αθλητισμό στη ζωή του, και μάλιστα πρωταθλητισμό, αυτό το καταλαβαίνει καλύτερα.
   Επί χρόνια ακούμε να κυκλοφορούν διάφορα ανέκδοτα, ποικίλης σπιρτάδας και ευφυΐας γιά Πόντιους, ξανθές και άλλες κοινωνικές υποομάδες με σαφώς προσβλητικό χαρακτήρα, χωρίς ν’ ακουστεί το παραμικρό και χωρίς ν’ ανοίξει μύτη. Η Παπαχρήστου μας μάρανε και σπεύσαμε, υποτασσόμενοι αβασάνιστα, στα κελεύσματα της ΔΟΕ να την «αποκεφαλίσουμε».
   Χαρακτηριστικό παράδειγμα πραγματικά εμπαθούς ρατσιστικής αντιμετώπισης, ο κ. Ρέσλερ. Ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας. Αναμφίβολα οι θέσεις του και οι κατά καιρούς δηλώσεις του, αν και απόλυτα σωστές γιά τα γερμανικά συμφέροντα, είναι φαρμακερά δυσάρεστες γιά τη χώρα μας και δικαίως προκαλούν αναταραχή και αντιδράσεις. Ε’, λοιπόν, ο οποιοσδήποτε σχολιασμός των απόψεών του από τα ελληνικά ΜΜΕ αρχίζει και τελειώνει με την …βιετναμέζικη καταγωγή του και τη σχιστοματική του φάτσα! Και κάπου στη μέση μασουλιέται και κανένα επιχείρημα Αυτός είναι ρατσισμός, αυθεντικός και απαράδεκτος, κι ας αφήσουν την υποκρισία και την μικροσυφεροντολογία οι ακραιφνείς αντιμνημονιακοί δημοκράταροι.

   Από την άλλη πλευρά όμως, και όπως και να έχει το πράγμα, η Ελληνίδα αθλήτρια δεν είχε, πλέον, θέση στους Ολυμπιακούς αγώνες. Σίγουρα δεν θα μπορούσε να σηκώσει το ψυχολογικό βάρος των δυσμενών, (έστω στρεβλών, έστω άδικων), εντυπώσεων της όλης αναταραχής. Ένας αγώνας, και μάλιστα στιγμιαίας διάρκειας, όπως το άλμα τριπλούν, απαιτεί κορυφαία συγκέντρωση, κάτι που αποκλείεται να είχε όταν θα έπρεπε. Άρα η αποτυχία, και μάλιστα παταγώδης, θα ήταν εξασφαλισμένη. Όπότε έπρεπε να αναζητηθεί πολιτική λύση.
   Θα μπορούσαν, σε συνεννόηση με την Ελληνική Ομοσπονδία, να μεθοδεύσουν παραίτηση γιά προσωπικούς λόγους, αίτηση συγγνώμης, ευθιξία και τα τέτοια, η δε Ομοσπονδία να την υπερασπίσει στα διεθνή fora, με επιχειρηματολογία, πάνω-κάτω, σαν αυτή που ανέπτυξα. Από λόγια οι πολιτικοί μας άλλο τίποτα. Εν ανάγκη ας ανέθεταν στον ευτραφή κ. Ευφράδεια, τώρα που υποαπασχολείται και δεν έχει πολλή δουλειά, να φτιάξει μία από τις γνωστές ατέρμονες και ακαταλαβίστικες παρλαπίπες του και να κλείσουν πολιτικά το θέμα.
   Δυστυχώς όμως ούτε γιά τα απλά και τα εύκολα δεν είμαστε ικανοί!


Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

Bolivia. Ένα 4/ήμερο ταξιδιωτικό intermezzo.

Ταξιδιωτικά

Λα Παζ


Αφ' υψηλού άποψη της Λα Παζ και της... άφθαστης γοητείας της

   Η πρωτεύουσα της Βολιβίας έχει πολλές παγκόσμιες πρωτοτυπίες. Κατ’ αρχήν αποτελεί την ψηλότερη πρωτεύουσα του κόσμου (3,636 μ.), αφού η πρωτεύουσα του Θιβέτ Λάσα, που είναι κατά 15 μ., περίπου, ψηλότερα χτισμένη δεν λογίζεται ως πρωτεύουσα. Το Θιβέτ δεν αποτελεί πλέον ανεξάρτητη χώρα, αλλά επαρχία της Κίνας.
   Χτίστηκε το 1548 από τον Ισπανό Αλόνσο ντε Μεντόζα και το πλήρες όνομα που της έδωσε είναι Νουέτρα Σενιόρα ντε Λα Παζ. Ήτοι, «Η Κυρία μας της Ειρήνης», δηλαδή η Παναγία της Ειρήνης, θέλοντας έτσι να κατευνάσει όλες τις εμφύλιες διενέξεις που είχαν φουντώσει στις ψυχές των άπληστων και διψασμένων, γιά γρήγορο πλουτισμό, Ισπανών κατακτητών.

   Η ανάγκη δημιουργίας ενδιάμεσου κέντρου γιά την μεταφορά του αργύρου του Ποτοσί και ο χρυσός που βρέθηκε στον ποταμό Τσοκεγιάπου επέβαλε την ίδρυση πόλης στην περιοχή και η προστατευμένη, από ανέμους και παγετούς, θέση της, προσδιόρισε το ακριβές σημείο της ανέγερσης. Η πόλη χτίστηκε στο φαράγγι αυτού του χρυσοφόρου ποταμού (Τσοκεγιάπου) και στις εκατέρωθεν όχθες αυτού. Σήμερα ο ποταμός έχει καλυφθεί από την κεντρική λεωφόρο, η οποία αποτελεί και την μόνη είσοδο και έξοδο της πόλης προς την υπόλοιπη χώρα. Κάπως σαν την δική μας Εθνική οδό που δημιουργήθηκε από την κάλυψη του Κηφισού, ή την άλλη που περνάει εμπρός από το Παναθηναϊκό Στάδιο και κάτω της κρύβει τον Ιλισό. Εκεί στο παλιό Βατραχονήσι, που οπωσδήποτε θα θυμούνται, σίγουρα, οι παλιοί Αθηναίοι.

   Στην πόλη μπαίνεις, ερχόμενος από το αεροδρόμιο που βρίσκεται στο ψηλότερο μέρος του φαραγγιού, το Ελ Άλτο, (4,058 μ.), το οποίον είναι δίδυμη πόλη με την Λα Παζ, (κάτι σαν την Αθήνα με τον Πειραιά), από τον ένα και φαρδύ δρόμο που, όπως είπαμε, αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της πόλης, κρύβοντας από κάτω το ποτάμι και βγαίνεις από το άλλο άκρο της λεωφόρου. Υποχρεωτικά. Όλοι οι άλλοι δρόμοι, κάθετοι, παράλληλοι ή πλάγιοι, καταλήγουν, τελικά, στη λεωφόρο αυτή, η οποία στην μεγάλη και οφιοειδή της διαδρομή αλλάζει διάφορα ονόματα! Εκατέρωθεν της κεντρικής λεωφόρου, υπάρχουν διάφορα αγναντερά σημεία, από τα οποία μπορεί κανείς να αγκαλιάσει με το μάτι όλη την πόλη. Ιδίως το βράδυ, με τα μικρά και χαμηλά φώτα των σπιτιών, νομίζεις ότι βλέπεις έναστρο ουρανό…. ανάποδα. Ή ουρανό καθρεφτισμένο στα ατάραχα νερά μιάς ήρεμης λίμνης.
   Θα μπορούσε και να θεωρηθεί, έτσι όπως αποτελείται από μικρά σπίτια, σαν ένα μεγάλο ψηφιδωτό, με μικρές ψηφίδες-σπίτια κολλημένες στο εσωτερικό ενός τεράστιου μπωλ!


Η εκκλησία του Αγ. Φραγκίσκου

   Μέχρι πριν λίγα χρόνια πριν η πόλη δεν διέθετε πολλά αξιόλογα ξενοδοχεία. Το πολυώροφο Sheraton, στο κάτω άκρο της πόλης αποτελεί την πολυτελέστερη λύση, ενώ το όχι κακό Rey Palace, κάπου πίσω από την εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου, είναι ό,τι πρέπει γιά τα ελληνικά βαλάντια.

   Η Λα Παζ, αυτό θα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα, από πλευράς επιδόσεων ανήκει στην πρώτη εθνική κατηγορία των πόλεων που διαπρέπουν στην λωποδυσία! Μαζί με το περουβιάνικο Cuzco και το Quito του Ισημερινού, διεκδικούν, με τις ίδιες αξιώσεις, το χρυσό μετάλλιο. Τσάντες, πορτοφόλια και φωτογραφικές μηχανές εξαφανίζονται από τις τσέπες και τα χέρια σου με μαγικό τρόπο, χωρίς να το πάρεις μυρουδιά! Η πόλη κατοικείται από πλήθος ικανότατους David Copperfield, που σου εξαφανίζουν, έτσι κι αφαιρεθείς λιγάκι, όλα σου τα υπάρχοντα! Δεν υπήρξε μετάβασή μου εκεί χωρίς ένα, τουλάχιστον, σοβαρό κρούσμα κλοπής. Όλη η Νότια Αμερική θέλει προσοχή, όμως οι προαναφερθείσες πόλεις είναι το κάτι άλλο, πρωταθλήτριες!

   Το ταξιδιωτικό ενδιαφέρον γιά την πόλη εστιάζεται στο να την περιδιαβείς αυτή ταύτη, αφού διαφέρει εντελώς από τις υπόλοιπες πόλεις των Άνδεων. Είναι πιό πρωτόγονη και πιό αυθεντικά ινδιάνικη. Ακόμη και σήμερα, ο χριστιανισμός δεν κατάφερε ν’ απαλλάξει τον κόσμο από τις παλιές παγανιστικές του δοξασίες, αλλά τις ενσωμάτωσε και τις ανακάτεψε, βγάζοντας ένα περίεργο θρησκευτικό και κοινωνικό χαρμάνι και ένα μοναδικό τρόπο καθημερινής ζωής.

Η αγορά των μαγισσών
   Η εκκλησία του Αγ, Φραγκίσκου με την μικρή ομώνυμη πλατεία μπροστά της αποτελεί το κεντρικότερο σημείο της πόλης και το ορμητήριο των απανταχού κλεφταρέων της. Ακριβώς πίσω από την εκκλησία, στη διασταύρωση των οδών Σάντα Κρουζ και Λιναρές, κυρίως, υπάρχει η πιό περίεργη αγορά του κόσμου. Η αγορά των μαγισσών! Ή, Mercado de Hechiceria, όπως λέγεται ισπανικά.




Αγέννητο λάμα
      Το τι αλλόκοτα πράγματα μπορείς να βρεις εκεί δεν περιγράφεται! Σπόροι, βότανα, μαντζούνια, μαγικές σκόνες κι αλοιφές, αγέννητα βαλσαμωμένα έμβρυα λάμα και αλπακά, χάντρες, χαϊμαλιά και ό,τι πολύχρωμα σε χάντρες, πέτρες, «ευλογημένα» κομματάκια υφάσματος, σκοινάκια και ό,τι άλλο κατεβάζει μιά γόνιμη φαντασία, που μπορεί να διώξει τα κακά πνεύματα, να προσελκύσει τα καλά και να εξευμενίσει τη μάνα-γη που τους τρέφει, (την Πάτσα-μάμα, όπως την λένε), σύμφωνα με τις προαιώνιες δοξασίες των Αϋμάρα, θα τα βρείτε εκεί! Κι αυτά όχι γιά τουριστικούς λόγους, αλλά γιά καθημερινή πρακτική χρήση από τους ντόπιους, που σπεύδουν και τ’ αγοράζουν!


Plaza Mourillo

   Γενικώς η πόλη δεν παρουσιάζει πολλά και αξιόλογα κτίρια γιά να δεις και τα διάφορα μικρά μουσεία της δεν συνιστούν κάτι το αξιόλογο. Η κεντρική πλατεία μπροστά στον Καθεδρικό ναό, περιέργως γιά λατινοαμερικάνικη πόλη, δεν λέγεται Πλατεία των Όπλων, αλλά Πλατεία Μουρίγιο, (Mourillo), προς τιμήν του Πέδρο Ντομίνγκο Μουρίγιο, ενός ντόπιου ήρωα, μέλους της μεγάλης ομάδας των Απελευθερωτών, (Libertadores), της Λατινικής Αμερικής, από την ισπανική κυριαρχία. Εκεί στην πλατεία αυτή ο Μουρίγιο, συλληφθείς από τους Ισπανούς, απαγχονίστηκε μαζί με άλλους πατριώτες.





Moon Valley




      Το σπουδαιότερο, όμως,  και χαρακτηριστικότερο θέαμα της πόλης προσφέρεται, λίγο έξω απ’ αυτήν. Στην κάτω άκρη της, μ’ ένα πραγματικά αλλόκοτο τοπίο που λέγεται «Κοιλάδα της Σελήνης», (Μoon Valley), το οποίο δικαιολογεί απόλυτα την προσωνυμία του αφού η απόκοσμη θέα του προκαλεί δέος κι ανατριχίλα. Η ομοιότητα με το άγριο και φοβερό σεληνιακό τοπίο είναι απόλυτη.

Επίσης, η καταπληκτικότερη εντύπωση, σε επίπεδο κουλτούρας, που αποκομίζεις απ’ αυτήν την πόλη, περισσότερο από κάθε άλλη στο Αλτιπλάνο, δημιουργείται με την επίσκεψη γιά δείπνο, σ’ ένα εστιατόριο με ντόπιο μουσικό και, γενικά, φολκλορικό πρόγραμμα.
   Οι χώροι απλοϊκοί και φτωχικοί μεγαλοποιούν την αισθαντική αυθεντικότητα του προσφερόμενου θεάματος κι ακροάματος, παρά την απογοήτευση κάποιων «καλομαθημένων» συμπατριωτών μας που οραματιζόντουσαν φώτα, φρου-φρού διάκοσμο και χλιδάτες πίστες. Η μουσική των Άνδεων, βγαλμένη από αυθεντικά όργανα φτιαγμένα με καλάμια, καύκαλα ζώων, (αρμαντίλλος), και ιδιότροπα έγχορδα, ( τσαράνγκος, κ.λπ.), συγκινεί αφάνταστα όσο λίγες λαϊκές μουσικές παγκοσμίως. Από τ’ αυτιά περνάει τράνζιτ και τραβάει, κατ’ ευθείαν, στην ψυχή όπου της μιλάει φέρνοντας μαζί με τους ήχους και όλο τον ρομαντισμό αλλά και την ζωντάνια των βουνών και των ορεσίβιων κατοίκων τους. Και την συγκλονίζει. Ποιός δεν έχει συγκινηθεί ακούγοντας το έξοχο «Πέταγμα του κόνδορα», (El condor pasa)! Πάω στοίχημα, πως όποιος το ακούσει στον ευρύτερο τόπο δημιουργίας του, με τα αυθεντικά πρωτόγονα όργανα του ξερού και σκληρού ήχου, πάνω στις πανύψηλες βουνοκορφές, βλέποντας τους τεράστιους κόνδορες με τα ορθάνοιχτα φτερά τους να πλανάρουν στον καθαρό ουρανό, δεν θα συγκινηθεί απλά, αλλά θα δακρύσει σίγουρα! Και θα σημαδευτεί διά βίου ανεξάλειπτα!
   Όπως κι οι ζωηροί χοροί παρουσιασμένοι από κοντούλες και στρουμπουλούλες «τσολίτας», (κοπελίτσες), που στροβιλίζονται ντυμένες με πολύχρωμα ρούχα, αποτελούν αξέχαστο θέαμα.
   Εδώ θα πρέπει να σημειώσω μερικά χαρακτηριστικά του μεγάλου πουλιού που λέγεται κόνδορας. Είναι αρπακτικό αλλά τρέφεται με πτώματα. Αρπάζει στα νύχια του μικρά, σχετικά, ζώα, τα ανεβάζει ψηλά και τ’ αφήνει να σκάσουν κάτω σαν καρπούζια! Και μετά τα κολατσίζει νεκρά και πολτοποιημένα. Το άνοιγμα των φτερών του φτάνει τα 3,50 μέτρα και μοιάζει στον ουρανό με μικρό αεροπλανάκι, αφού δεν τα ανοιγοκλείνει πετώντας, αλλά μόνο γιά ν’ ανέβει ψηλά από όπου κατεβαίνει πλανάροντας! Διαθέτει το πιό αναγνωρίσιμο πέταγμα πουλιού. Το τραγούδι το «Πέταγμα του κόνδορα», σήμα κατατεθέν των Άνδεων, έχουν προσπαθήσει να το οικειοποιηθούν και η Βολιβία και το Εκουαντόρ. Όμως είναι καθαρά περουβιάνικο, αλλά συγκινεί εξ ίσου οπουδήποτε ακουόμενο! Αρκεί να το εκτελούν τύποι με «πόντσος» στους ώμους, (ινδιάνικες κάπες), «τσούλιος» στο κεφάλι, (ινδιάνικα σκουφιά με αυτιά) και ντόπια μουσικά όργανα στα χέρια.

   Αφήνω γιά την προσεχή ανάρτηση δύο πολύ σημαντικά, γιά μένα, στοιχεία από τις μεταβάσεις μου στην πιό εξωτική και πιό ιδιόρρυθμη χώρα της Νότιας Αμερικής.
   Το κατέβασμα στο Coroico, από τον πιό επικίνδυνο δρόμο του κόσμου και τη συγκλονιστική αφήγηση, από πρώτο χέρι, που είχα ξενυχτώντας ολόκληρο βράδυ στο σαλόνι του Sheraton, με ένα νεαρό ξεναγό μου, τον Χόρχε, του οποίου ο πατέρας μετείχε ως φαντάρος στο επίλεκτο σώμα που κατεδίωξε και τελικά σκότωσε τον περίφημο Τσε Γκεβάρα στις ζούγκλες της Βολιβίας. Μιά συγκλονιστική συζήτηση που μου κόστισε μιά νύχτα ύπνου κι ένα ολόκληρο εκατοδόλλαρο!

(συνεχίζεται)












Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

BOLIVIA. Μικρό ταξιδιωτικό intermezzo 4 ημερών.

Ταξιδιωτικά

   Η θερινή ραστώνη, που με την θερμοκρασία πάνω από τους 40 βαθμούς Κελσίου αυξάνεται γεωμετρικά, οι φορολογικές δηλώσεις με την αναμενόμενη σφαλιάρα του εκκαθαριστικού της και η εν γένει πολιτικοοικονομική κατάσταση που, αν και αναμενόμενη, φέρνει την επαπειλούμενη ασφυξία χώρας και λαού ένα βήμα κοντύτερα, κάνει το πνεύμα ανήμπορο να σκεφτεί και το χέρι πολύ βαρύ γιά να γράψει. Όλα γύρω μου κινούνται σαν ξεκούρντιστη λατέρνα, με το κακό να επεκτείνεται και μέσα μου. Είναι, βλέπεις, κι η αγωνία γι’ αυτά τα υπόλοιπα ρημαδοψίχουλα των 11,5 δις που αναζητούν, επειγόντως μέσα στον Ιούλιο, όσα εναπομείναντα «λίπη» υπάρχουν γιά να μπορέσουν ν’ απαντληθούν, μέσω κάποιας από τις γνωστές και δοκιμασμένες συνταγές φορολογικής «λιποαναρρόφησης», που οι ατσίδες πολιτικοί ταγοί μας θα ξαναχρησιμοποιήσουν οσονούπω στην πλάτη μας!
   Με τέτοια, λοιπόν, μαυρίλα γύρω σου πού να βρεις το κέφι και το κουράγιο να γράψεις. Ή μάλλον, να σκεφτείς, καν, και να γράψεις.

   Ευτυχώς, κάποια τηλεφωνήματα γνωστών και φίλων της στήλης επισημαίνουν την απουσία, ασυνήθιστα μακριά γιά Ορφέα, και με παρακινούν να συνεχίσω. Η επιθυμία τους λειτουργεί σαν κεντρί οίστρου, με βγάζει από τον λήθαργο και φιλοτιμώμενος συνεχίζω!

   Γιά όποιον κινείται ελεύθερα, χωρίς υποχρεωτικό πρόγραμμα και χωρίς τον ομφάλιο λώρο ενός γκρουπ, (αν δεν περιέχεται στο πρόγραμμά του), έχει μοναδική ευκαιρία να «πεταχτεί» από το Πούνο στην γειτονική Βολιβία και να πάρει, σε 4 ημέρες, μιά καλή και χορταστική «κουταλιά» από την πιό φτωχή, την λιγότερο ανεπτυγμένη, άρα και την πιό ενδιαφέρουσα χώρα των Άνδεων, ίσως και ολόκληρης της Νοτ. Αμερικής. Μιά χώρα που η φτώχεια, η μιζέρια και η υπανάπτυξη την καθιστά, τουριστικά, ως την καλύτερη αυθεντική ακτινογραφία λαού και τόπου, αφού το πέρασμα του χρόνου τους έχει μεταβάλει ελάχιστα. Περιδιαβαίνοντας την Βολιβία είναι σαν να μπήκες στην περίφημη «μηχανή του χρόνου» και να γυρνάς αιώνες πριν!

   Ξεκινώντας νωρίς το πρωί από το Πούνο, μετά από λίγα χιλιόμετρα, οδικώς, μπαίνεις στην Βολιβία από το Γιουνκούγιο και σε 11 ακόμη χιλιόμετρα φθάνεις στην Κοπακαμπάνα, μιά μικρή και πολύ γραφική βολιβιάνικη πόλη, στις όχθες της Τιτικάκα. Κατά την πασίγνωστη και απόλυτα σοφή ρήση, «η φτώχεια θέλει καλοπέραση», και με δεδομένο πως η Βολιβία είναι μία από τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη, οι χοροί και τα πανηγύρια εδώ δίνουν και παίρνουν! Ιδίως οι τρεις μεγάλες γιορτές της Κοπακαμπάνα έχουν τεράστια δημοφιλία και μαζεύουν κόσμο από όλες τις παρόχθιες περιοχές της λίμνης, βολιβιάνικες και περουβιάνικες, κυρίως κουλτούρας Αϋμάρα, η οποία κυριαρχεί στην περιοχή, έναντι της «αντίπαλης» Κέτσουα, που επικρατεί σ’ ολόκληρο το υπόλοιπο Αλτιπλάνο των Άνδεων. (Περού, Εκουαδόρ).
   Εκείνη τη διήμερη φιέστα, μάλιστα, της 1ης και 2ας Φεβρουαρίου που γιορτάζει και λιτανεύεται η θαυματουργός «Μαύρη Παναγία της Κοπακαμπάνα», «η Παρθένος της Καντελάρια», όπως λέγεται και η οποία αποτελεί την προστάτιδα της Βολιβίας, γίνεται ένας μικρός, τοπικός χαμός! Ο θρύλος, πάντως, της μαύρης Παναγιάς οφείλεται στην κάπνα των κεριών που έχει μαυρίσει το πρόσωπο του αγάλματος, παρά σε άλλη αιτία. Όταν, σπανιότατα, το καθαρίζουν η Μαντόνα … ξανασπρίζει και γίνεται λαμπίκος. Κάτασπρη σαν περιστέρι! Το μαύρισμα οφείλεται κυρίως στην μεγάλη λιτανεία της Μεγ. Παρασκευής με τα πολλά καντηλέρια. Εκεί όμως που γίνεται το «έλα να δεις», είναι την εβδομάδα που γιορτάζεται η εθνική τους απελευθέρωση. Από τις 3 μέχρι τις 10 Αυγούστου, όλη η περιοχή χορεύει, γλεντάει και μπεκροπίνοντας μεθοκοπάει με την ντόπια μπύρα, την «τσίτσια», η οποία φτιάχνεται από καλαμπόκι. Ένα προϊόν που δεν αξιώθηκα ποτέ να δοκιμάσω αφού έμαθα, πριν το πρωτοπιώ, πως ο πανάρχαιος και οικογενειακός τρόπος παρασκευής της ήταν να μασούν και να φτύνουν (!) το καλαμπόκι, που εν συνεχεία αφηνόταν στη ζύμωση και την μετατροπή του σε αλκοόλ. Παρ’ όλο που τώρα έχει αλλάξει, προφανώς, ο τρόπος παρασκευής της, (τουλάχιστον, υποθέτω), κάθε φορά που πλησίαζα ένα ποτήρι τσίτσια, κάτι μέσα μου έλεγε:
   - Άσ’ το καλύτερα!
   Ήταν βλέπεις κι αυτό το όνομα, -τσίτσια- που, όσο να’ ναι, δεν αβαντάριζε και πολύ! Άκου, τσίτσια! Και να στο δίνουνε να το πιείς!!!
   Εκεί, στην Κοπακαμπάνα, συνάντησα ένα φαινόμενο που νόμιζα πως συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, στα Σπάτα. Κάποιες ημέρες, σε ειδικές τελετές, ο παπάς ευλογεί τα…. αυτοκίνητα! Έτυχε και έπεσα σ’ ένα τέτοιο πανηγύρι. Καλογυαλισμένα και καλοστολισμένα με κορδέλες και γιρλάντες σαραβαλάκια περίμεναν με ανοιχτά καπώ τον παπά να τους ευλογήσει μέχρι…. και τα καρμπυρατέρ!

   Μπαίνοντας στη Βολιβία καλό είναι να πούμε μερικά γενικά γιά την χώρα. Το όνομά της το οφείλει στον μεγάλο στρατηγό, πολιτικό και επαναστάτη Σίμον Μπολιβάρ (1783-1830), γεννημένο στην Βενεζουέλα, ο οποίος βασικό ηγετικό μέλος της μεγάλης ομάδος των Επαναστατών, (Libertadores), που απελευθέρωσαν την Λατινική Αμερική από την Ισπανική κατοχή κι εκμετάλλευση. Όμως, καθώς πέθανε νέος, το όραμά του γιά μιά ενωμένη κι ελεύθερη Νότ. Αμερική έμεινε απραγματοποίητο, δεδομένης και της κλασσικής τοπικιστικής φαγωμάρας που τον οδήγησε να αποσυρθεί πικραμένος κι αηδιασμένος από την πολιτική. Κάτι ανάλογο με τον επίσης σπουδαίο Αργεντίνο, τον Χοσέ ντε Σαν Μαρτίν. (Η κοινή μοίρα όλων των μεγάλων, που αφού βγάζουν το φίδι απ’ την τρύπα, ροκανίζονται από τους μικρούς και φθονερούς, μέχρι ο χρόνος κι η Ιστορία τους αποκαταστήσει στη συνείδηση των λαών τους. Δυστυχώς πάντοτε κατόπιν εορτής, αφού στο μεταξύ έχουν «φύγει» από τον μάταιο τούτο κόσμο με την πικρή γεύση της αγνωμοσύνης και αχαριστίας. Παγκόσμιος νόμος από τον οποίον κανείς μεγάλος δεν ξεφεύγει.
   Όταν, από τα μέσα του 19ου αιώνα, άρχισαν να διαμορφώνονται τα διάφορα κράτη της ηπείρου με, πάνω-κάτω, τη σημερινή τους οντότητα, αλλά διαφορετική μορφή και έκταση, άρχισαν και οι επί μέρους έριδες, οι οποίες ανέδειξαν την Βολιβία ως τον κατ’ εξοχήν καρπαζοεισπράκτορα της περιοχής! Με τις ΗΠΑ να εφαρμόζουν, τότε, το περίφημο «δόγμα Μονρόε» (1823) που έλεγε να μην επεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών της Λατ. Αμερικής, όλη η περιοχή αποτελούσε, γιά πάνω από αιώνα, καζάνι που έβραζε και ο κάθε ισχυρός διεκδικούσε και «τσιμπολογούσε» από τον ασθενέστερο γείτονα ό,τι κομμάτι του άρεσε και μπορούσε να προσαρτήσει με την δύναμη των όπλων. Και εκείνη που την πλήρωνε πάντοτε ήταν η Βολιβία!

   Με τον πόλεμο του Ειρηνικού, (1879-1883), έπαθε τη μεγαλύτερη ζημιά, αφού έχασε από τη Χιλή την περιοχή της Αντοφαγκάστα, (350 χλμ. ακτογραμμής) και μαζί την πολύτιμη έξοδο στη θάλασσα! Στη συνέχεια της έφαγαν κομμάτια η Αργεντινή κι η Βραζιλία, με την προσάρτηση της Άκρα, ενώ την τελευταία «φάπα» την έφαγε στον πόλεμο, το 1932-35, με την Παραγουάη, που κάτι της τσίμπησε κι αυτή!
   Παρ’ όλα αυτά και με ό,τι της απέμεινε η έκτασή της χώρας φτάνει σήμερα το 1.098.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, δηλαδή όσο Γαλλία κι Ισπανία μαζί! Ή με βάση εμάς, κάπου 8,3 φορές η Ελλάδα!
   Ο πληθυσμός της εκτιμάται γύρω στα 8,2 εκατομμύρια ψυχές, αφού οι μετρήσεις γενικά στη χώρα δεν διακρίνονται και γιά μεγάλες ακρίβειες. Πάντως το 60% του αποτελείται από ατόφια ινδιάνικο στοιχείο, (πλειονότητα Αϋμάρα, μειοψηφία Κέτσουα και ψήγματα Γκουαρανί, λόγω γειτνίασης με Παραγουάη) και ελάχιστους αμιγούς ευρωπαϊκής προέλευσης. Οι υπόλοιποι είναι «μεστίζος», δηλαδή παράγωγα επιμειξίας. Όπως, λοιπόν, προκύπτει από τον συσχετισμό γεωγραφικού χώρου και πληθυσμού, πρόκειται γιά μιά τεράστια αλλά πολύ αραιοκατοικημένη χώρα.

   Παρ’ όλο το πλούσιο υπέδαφος της Βολιβίας ο λαός της παρέμεινε εσαεί πάμπτωχος και μόνιμο θύμα εκμετάλλευσης. Ήδη τα ασημωρυχεία του Ποτοσί έχουν, πρακτικά, στερέψει, όπως και όλα τα λοιπά μέταλλα που υπήρξαν κάποτε άφθονα στην χώρα (κασσίτερος, σίδηρος, χαλκός, βολφράμιο, αντιμόνιο), τα οποία λιγοστεύουν απελπιστικά, θύματα της υπεράντλησης και της αδηφάγου μανίας των πολυεθνικών που τα εκμεταλλεύονταν. Τελευταία ανακαλύφθηκαν κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου στα οποία, πολύ φυσικά, έπεσαν τα κοράκια των πολυεθνικών γιά τη σχετική απομύζηση.

   Μέσα στη λαίλαπα της κρατικής διαφθοράς, προ ολίγων ετών, ανέλαβε πρόεδρος ένας τύπος, ινδιάνος 100% και ονόματι Ίβο Μοράλες, αμόρφωτος αλλά τσίφτης, ο οποίος, μάλλον, αποδεικνύεται σωστός κυβερνήτης του λαού και του τόπου του, αφού αρπάζει απ’ τ’ αυτί έναν-έναν όλους αυτούς που απομυζούν τον εθνικό πλούτο της χώρας και, χωρίς πολλά-πολλά, τους στέλνει από κεί που ήρθαν!
   -«Πίσω κου...άλες, έρχεται ο Μοράλες»! (Δεν ξέρω αν χρησιμοποιεί αυτό το ελληνοπρεπέστατο σλόγκαν, θα μπορούσε όμως! Αν διαβάζει Ορφέα σίγουρα θα το υιοθετήσει στις προσεχείς εκλογές). Πάντως, παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής στους ταλαίπωρους φτωχούς βολιβιάνους «καμπεσίνος».
   Γενικά η χώρα συντηρείται από τη γεωργοκτηνοτροφία μικρής κλίμακας που, ίσα-ίσα, επιτρέπει στους ντόπιους να επιβιώνουν φτωχικά. Παρ’ όλες τις εκατοντάδες ποικιλίες πατάτας και τις αντίστοιχες καλαμποκιού οι κλιματολογικές συνθήκες και το δύσβατο έδαφος δεν επιτρέπουν εκτεταμένες καλλιέργειες. Παράγει όμως μαλλί φίνο!


Αλπάκα

Λάμα


   Ένα γενικό χαρακτηριστικό της Βολιβίας είναι τα ασοβάντιστα σπίτια. Τα περισσότερα, σχεδόν στην απόλυτη πλειοψηφία τους, μένουν μόνο με τα τούβλα. Ακόμη και πιό μεγάλα και σοβαρά οικοδομήματα, που οπωσδήποτε δεν προδικάζουν ιδιοκτήτη σε ένδεια, θυμίζουν γιαπιά. Επειδή το φαινόμενο δημιουργεί έντονες απορίες η απάντηση μας εντυπωσίασε. Όποιο κτίσμα δεν έχει αποπερατωθεί πληρώνει μειωμένο φόρο! Συνεπώς και ευνοήτως οι οικοδομές στην Βολιβία δεν τελειώνουν ποτέ!
   Στην περιοχή επιχειρούν διάφορες εταιρείες σκαφών που προσφέρουν τουριστικές υπηρεσίες. Μιά εξαίρετη, η καλύτερη απ’ αυτές, είναι η «Titikaka Catamaran» της «Transturin», η οποία συνδέει την Κοπακαμπάνα με την Τικίνα, απ’ όπου σε λιγότερα από 100 χλμ δρόμο φθάνεις στην Λα Παζ.
   Η κρουαζιέρα με καταμαράν στην Τιτικάκα αποτελεί αξέχαστη ταξιδιωτική εμπειρία και κατά την διαδρομή έχεις την ευκαιρία να επισκεφτείς το Νησί του Ήλιου, το οποίον όπως προείπαμε σε παλιότερες αναρτήσεις αποτελεί τον γενέθλιο τόπο των Ίνκας.

Δεξιά το Νησί του Ήλιου κι απέναντι της Σελήνης
                                                                                        


Φυτείες στο Νησί του Ήλιου














Ξεναγική αντίπραξη από ντόπιο σαμάνο

   Αργά το απόγευμα, μετά ένα θαυμάσιο μπουφέ-γεύμα στο πλοίο, φτάνουμε και αποβιβαζόμαστε στην Τικίνα. Μιά αξέχαστη διαδρομή στην ψηλότερη λίμνη του κόσμου τελειώνει πολύ νοσταλγικά.

Ιερό των Τιαχουανάκο
   Καθ’ οδόν προς Λα Παζ, 72 χλμ. προ αυτής, επιβάλλεται η περιήγηση του αρχαίου ιερού των Τιαχουανάκο. Ένας τεράστιος και μυστηριακός χώρος του σημαντικότερου πολιτισμού της περιοχής που άνθισε ακριβώς προ των Ίνκας και κατελύθη και απορροφήθηκε απ’ αυτούς. Όμοια μυστηριωδώς όπως όλοι οι αρχαίοι πολιτισμοί της περιοχής, αφού δεν υπάρχουν γραπτά στοιχεία, λόγω έλλειψης γραφής και έτσι λίγα πράγματα είναι γνωστά γιά όλους αυτούς. Εκτιμάται από τους αρχαιολόγους πως οι Τιαχουανάκο αναπτύχθηκαν από το 600 π.Χ, πως το το ιερό κατασκευάστηκε χίλια χρόνια πριν, περίπου, και πως οι Ίνκας τους κατάπιαν γύρω στα 1200 μ. Χ.

Η πύλη του Ιερού

   Πάντως θρησκευτικά είχαν τις ίδιες περίπου απόψεις με τους Ινκας, (Βιρακότσα, θεός του Ήλιου, κλπ.). Εδώ πρωτοσυνάντησα τον όρο «Πάτσα Μάμα», που αναφέρεται στην μάνα - γη που καρπίζοντας τρέφει τον κόσμο.
   Η μεγάλη πόρτα εισόδου στο ιερό με την μορφή του Βιρακότσα στο υπέρθυρο. Αυτός ο τεράστιος σκαλισμένος μονόλιθος, βάρους πάνω από 175 τόνους, άντεξε στην καταστροφική μανία των φανατισμένων καθολικών παπάδων και λοιπών ιεροεξεταστών σκοταδιστών, με αρκετά εμφανή σημάδια των ευγενικών τους προσπαθειών γιά διάλυση.
   Στην παραπλεύρως αναμνηστική φωτογραφία, ένα ελληνικό γκρουπ στην πύλη του Βιρακότσα με την ηγεσία του και τα…. τυχερά αυτής!

   Καθ’ οδόν προς Λα Παζ, σχεδόν σε κάθε ταξίδι, (τόσο βέβαιο που το ανακοίνωνα, πριν προετοιμάζοντας τον κόσμο γιά το θέαμα που θα έβλεπε), στο απέραντο υψίπεδο του Αλτιπλάνο παρακολουθούσαμε ποδοσφαιρικούς αγώνες γυναικών! Δεν υπάρχει αστειότερο θέαμα από το να βλέπεις τις κοντόχοντρες παρδαλοντυμένες βολιβιάνες, σίγουρα όχι πρώτης νεότητες, να τρέχουν ασούμπαλα κυνηγώντας μιά μπάλα! Με εντυπωσιακότερη σκηνή την εξής. Όπως είναι γνωστό, όλες οι γυναίκες στη Βολιβία φοράνε καπέλο. Ένα μικρό στρογγυλό καπελάκι, πολύ μικρότερο από το κεφάλι τους που με μυστηριώδη τρόπο το κρατούν πάντα καλοστηριγμένο και όρθιο στη μέση του κεφαλιού. Ένα καπέλο σαν αυτό που φορούσε, για όσους θυμούνται, το δίδυμο Χοντρός - Λιγνός. Ε΄, λοιπόν οι κυράδες έπαιζαν ποδόσφαιρο φορώντας το καπέλο τους (!) και τρεχαλάγανε χωρίς αυτό να πέφτει ποτέ!! Όταν πήγαινε να μετατοπιστεί λιγάκι, με ένα μικρό ζογκλερικό τίναγμα του κεφαλιού το επανέφεραν στη σωστή του θέση!
   Δυστυχώς δεν κατέστη ποτέ δυνατή η λήψη φωτογραφιών από τέτοιον αγώνα, αφού οι παγανιστικές παραδόσεις των ιθαγενών λένε πως όταν τους φωτογραφίζεις τους παίρνεις την ψυχή! Κάθε φορά, σε όλη τη χώρα, όταν προσπαθήσεις να τραβήξεις κοντινό πλάνο βολιβιάνου ινδιάνου, αυτός το αποφεύγει επιμελώς. Αν μάλιστα, επιμένοντας, πέσεις σε κανένα ζόρικο, θα έχεις σίγουρα κακά ξεμπερδέματα!
Αξιοσέβαστος πρωτευουσιάνικη οικογένεια περιπατούσα
   Η πιό κάτω φωτογραφία τραβήχτηκε στο κέντρο της Λα Παζ, από απόσταση και με τηλεφακό και ας εκληφθεί ως ορεκτικόν  περιήγησης στην πόλη, κάτι που θα γραφτεί στην επόμενη ανάρτηση.





(συνεχίζεται)


Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

PERU. A/Π «YAVARI»

Ταξιδιωτικά

   Η κυβέρνηση του Περού παρήγγειλε το 1861 σε αγγλικά ναυπηγεία του Μπέρμιγχαμ, την κατασκευή δύο ατμόπλοιων, μήκους 30 μ. και ισχύος μηχανής 60 ΗΡ. Τα ήθελε γιά να συμμαζέψει το εμπόριο από όλες τις παραλίμνιες περιοχές, δεδομένου του σχεδόν ανύπαρκτου οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου εκείνης της εποχής. Και, γιά τον φόβο των Ιουδαίων, ζήτησε να διαθέτουν και μερικά κανόνια, καλού-κακού!
   Τότε ένα μεγάλο μέρος της σημερινής Βόρειας Χιλής ανήκε στο Περού και τη Βολιβία. Μαζί με το λιμάνι της Αρίκα και ένα μεγάλο μέρος των ορυχείων χαλκού της περιοχής, το προϊόν των οποίων έπρεπε να διακινηθεί. Όπως επίσης ένα μεγάλο μέρος από το ασήμι των ορυχείων της Βολιβίας μαζί με διάφορα προϊόντα, όπως μαλλί, ξύλο από τα δάση του Αμαζονίου και άλλα γεωργικά, κυρίως, αγαθά που έπρεπε να συγκεντρωθούν από τις παραλίμνιες περιοχές και να προωθηθούν, μέσω Πούνο, προς διάφορα λιμάνια γιά να εξαχθούν, ή ν' αξιοποιηθούν στο εσωτερικό.
   Βασική προϋπόθεση της συμφωνίας ναυπήγησης ήταν πως τα πλοία έπρεπε να παραδοθούν, συναρμολογημένα, στη λίμνη Τιτικάκα. Άρα, αφού κατασκευαστούν, θα έπρεπε να αποσυναρμολογηθούν στα ναυπηγεία στην Αγγλία, να πακεταριστούν κατάλληλα, να μεταφερθούν με πλοίο στην Αρίκα, να κουβαληθούν σε υψόμετρο 3820 μ. μέχρι το Πούνο και εκεί, με ειδικό βρετανικό
συνεργείο των ναυπηγείων, να συναρμολογηθούν πάλι! Η έλλειψη οδικού και σιδηροδρομικού δικτύου προέβλεπε μεταφορά με κάθε διαθέσιμο μέσον. Με μουλάρια, ακόμη και με αχθοφόρους!
   (Η υπόθεση θυμίζει αντίστοιχη περίπτωση με δύο αυτοκίνητα, μάρκας Austin, που δωρίστηκαν από τους Βρετανούς στον Δαλάι Λάμα την δεκαετία του 1930, τα οποία διαλύθηκαν στην Ινδία, πέρασαν τα Ιμαλάια φορτωμένα σε γιάκ, και ξανασυναρμολογήθηκαν από τους μηχανικούς της Austin στη Λάσα!).
   Συνεπώς το βάρος κάθε πακέτου δεν έπρεπε να υπερβαίνει τις σχετικές μεταφορικές ικανότητες ζώου και ανθρώπου.

   Το 1862 έφτασαν ατμοπλοϊκώς στην Αρίκα περίπου 2800 κομμάτια συνολικού βάρους 210 τόνων, τα οποία και αποτελούσαν τα δύο πλοία σε συσκευασία ….κιτ! Η μεταφορά και συναρμολόγηση των πλοίων στο Πούνο αποτέλεσαν μία πολύ μεγάλη και ηρωική εποποιία, γιά την περιγραφή της οποίας θα χρειαζόταν ολόκληρο βιβλίο! Λιμοί, σεισμοί, καταποντισμοί και πτωχεύσεις μεταφορικών εταιρειών που είχαν αναλάβει το έργο μεταφοράς, έκαναν την υπόθεση να τραβήξει οκτώ χρόνια! Τελικά, το πρώτο ατμόπλοιο, που ονομάστηκε «Yavari», ξεκίνησε το παρθενικό του ταξίδι τα Χριστούγεννα του 1870 χρησιμοποιώντας γιά καύσιμο…. κοπριά από λάμας! Και τρία χρόνια μετά τέλειωσε η συναρμολόγηση και του άλλου πλοίου, του «Yapura». Και τα δύο οφείλουν τα ονόματά τους σε ομώνυμους ποταμούς του υδάτινου συγκροτήματος του Αμαζονίου.

   Μετά τον «Πόλεμο του Ειρηνικού», (όπως απεκλήθη, 1879 – 1883), που είχε ως αντιπάλους, από τη μιά μεριά τη Χιλή κι απ’ την άλλη το Περού και τη Βολιβία, ο πολιτικός χάρτης της περιοχής άλλαξε δραματικά. Τα συνεταιράκια ηττήθηκαν κατά κράτος και υπέστησαν σημαντική απομείωση πλούσιων εδαφών με τεράστια κι ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά, ενώ η Χιλή μεγάλωσε κατά 1/3, κερδίζοντας σημαντικής οικονομικής απόδοσης εδάφη. (Ορυχεία χαλκού και παραλίες που έβριθαν από το φυσικό λίπασμα-χρυσάφι, γιά την εποχή, το γκουανό). Η Βολιβία, μάλιστα, αποκόπηκε από την θάλασσα, χάνοντας την περιοχή της Αντοφαγκάστα, με την έρημο Ατακάμα και αποτέλεσε πλέον, μαζί με την Παραγουάη, τις μόνες χώρες της Νοτ, Αμερικής που δεν βρέχονται από θάλασσα, εξ ου και οι πιό φτωχές! Οι συνέπειες εκείνου του πολέμου υπήρξαν καθοριστικές γιά τη μοίρα των τριών χωρών και είναι καθαρά ορατές, ακόμη και σήμερα!

   Η οδυνηρή ήττα του Πολέμου έφερε την οικονομική κατάρρευση του Περού οπότε, μεταξύ άλλων αναγκαστικών ιδιωτικοποιήσεων, η διαχείριση των περουβιάνικων σιδηροδρόμων και των πλοίων της Τιτικάκα πέρασε σε κάποια, βρετανικών συμφερόντων, εταιρεία που, νομίζω, λεγόταν Peru Corporation. Όντας τα σκάφη στην κατοχή της εταιρείας αυτής, κατά το 1914, αντικατεστάθη η παλιά μηχανή του «Yavari» με μία άλλη, επίσης εξαιρετική και σπάνια, μιά 4/κύλινδρη σουηδική ημιντηζελομηχανή, τύπου Bolinder, ανεβάζοντας την ιπποδύναμη του σκάφους από 60 σε 320 ΗΡ!
   Η εταιρεία αυτή εθνικοποιήθηκε, (μάλλον μπατιρημένη), το 1975 και όλα τα πλοία της πέρασαν στην ιδιοκτησία του περουβιάνικου ναυτικού. Τότε το μεν «Yapura» μετασκευάστηκε σε πλωτό νοσοκομείο, το δε «Yavari» κρίθηκε ως άχρηστο κι αφέθηκε να σαπίζει σε μιά γωνιά του λιμανιού του Πούνο.

   Από καλή του τύχη, το 1982, μία Αγγλίδα κυρία, η Μύριελ Λάρκεν, λάτρης του Περού και δισέγγονη κάποιου Άλφρεντ Γιάρροου, που είχε κι αυτός ναυπηγείο στο Μπέρμιγχαμ, το είδε τυχαία και πιστεύοντας, (λανθασμένα, όπως απεδείχθη μετά), πως το πλοίο το έφτιαξε ο προπάππους της έβαλε σκοπό της ζωής της να το αναστήσει, αν και εφ’ όσον ήταν αυτό εφικτό!

Η τιμονιέρα του σκάφους

   Λεπτομερής εξέταση από τους Loyds απέδειξε πως οι φθορές του σκάφους ήσαν απολύτως επανορθώσιμες. Λόγω του γλυκού νερού της λίμνης ο σιδερένιος σκελετός, (η γάστρα), του πλοίου ήταν σε άριστη κατάσταση, χωρίς τις καταστροφικές διαβρώσεις που προκαλεί το αλάτι της θάλασσας και πως το σκάφος θα μπορούσε να ξαναταξιδέψει αφού, βέβαια, υποστεί τις σχετικές επισκευές και αντικαταστάσεις. Το θέμα πλέον ήταν, καθαρά, υπόθεση κόστους. Έτσι το 1987, φτιάχνοντας μιά ΜΚΟ (μη κυβερνητική οργάνωση), η κυρία Μύριελ Λάρκεν αγόρασε το καράβι και βάλθηκε να το αναστήσει.


   Είχα την τύχη να γνωρίσω την Ζιζέλ, (δεν θυμάμαι επώνυμο), μιά δραστήρια περουβιάνα νταρντάνα που διορίστηκε, από χρόνια, «καπετάνισσα» και τον Μάξιμο, (νομίζω, δεν είμαι σίγουρος γιά το όνομα), τον γελαστό λοστρόμο του πλοίου, και είδα στα λόγια και τα μάτια τους που σπίθιζαν, τη λαχτάρα να κάνουν το «Yavari» να ξαναταξιδέψει. Όμως τα έξοδα είναι πολλά, τα λεφτά λίγα και ο χρόνος πλαταίνει. Όσα ελληνικά γκρουπς ξεναγήθηκαν εκεί προσπάθησαν, συγκινημένα από την ιστορία του καραβιού, να συμβάλλουν κατά τι στο έργο, αγοράζοντας διάφορα μικροσουβενίρ του πλοίου.

   Σήμερα βρίσκεται αραγμένο μπροστά από το ξενοδοχείο Sonesta Posada del Inka και όπως μαθαίνω, αφού έχω 4 χρόνια και να πάω εκεί, πως τώρα λειτουργεί, εκτός από επισκέψιμο αξιοθέατο, και σαν μικρή πανσιόν, διαθέτοντας 3 δίκλινες καμπίνες και μία μονόκλινη. Γιά μιά ή περισσότερες, αξέχαστης εμπειρίας, διανυκτερεύσεις. Κάτι που, προφανώς και ευνοήτως, σίγουρα δεν θ’ αξιωθώ να γευτώ!


(συνεχίζεται)