Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

BOLIVIA. Μικρό ταξιδιωτικό intermezzo 4 ημερών.

Ταξιδιωτικά

Μιά εκδρομή στον "δρόμο του θανάτου" και λίγη άγνωστη ιστορία.

   Η πρωτεύουσα Λα Παζ βρίσκεται στο ανατολικό άκρο της ραχοκοκαλιάς των Άνδεων, λίγα χιλιόμετρα από το απότομο κατέβασμα στο επίπεδο της Αμαζονίας.
   Ως γνωστόν ο Αμαζόνιος δεν είναι ένας συγκεκριμένος ποταμός, όπως π.χ. ο Νείλος ή ο Γάγγης, αλλά αποτελεί ολόκληρο συγκρότημα μικρότερων ποταμών, (πάνω από 500), το οποίο λειτουργώντας όπως ακριβώς ένα δέντρο, (κλαδάκια, κλαδιά, παρακλαδιά, κορμός) συνθέτουν ολόκληρο υδάτινο σύστημα που συγκεντρώνει όλα τα νερά των ανατολικών πλαγιών των Άνδεων και τα κατευθύνει μέσα από το τεράστιο και, εν πολλοίς, ανεξερεύνητο δάσος της Αμαζονίας, στο να καταλήξουν σε μεγάλους κορμούς του ποταμού και μέσω αυτών, τελικά, στον φυσικό τους προορισμό, τη θάλασσα. Η περιοχή της Αμαζονίας καλύπτει περίπου 7 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα. Κοιτώντας τον χάρτη της Νοτ. Αμερικής διακρίνεται να καλύπτει ολόκληρο το βόρειο τμήμα της, το φαρδύ. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του ποταμού, εκτός από μήκος και ποσότητα νερού, είναι η πολύ αργή ροή του. (Σημ. Είναι ο πρώτος ποταμός της Γης σε πλήθος νερού και ο δεύτερος σε μήκος, υπολειπόμενος κατά τι του Νείλου. Νείλος 6680 χλμ. – Αμαζόνιος 6430 χλμ.). Το γεγονός οφείλεται στη μικρή υψομετρική διαφορά που έχει ως προς τη στάθμη της θάλασσας, σχεδόν σε όλο το μήκος του. Στο τελευταίο κομμάτι του, από τη βραζιλιάνικη πόλη Μανάους, (το μακρύτερο πλωτό σε μεγάλα πλοία τμήμα του), μέχρι τις εκβολές, η υψομετρική διαφορά με τη θάλασσα είναι μόλις λίγες δεκάδες μέτρα! Αποτέλεσμα η ροή να είναι σχεδόν αδιόρατη και το ποτάμι να μοιάζει ακίνητο, όμοιο με θάλασσα, ή λίμνη.

   Γυρίζοντας στο θέμα μας, την Βολιβία τώρα, θα επιχειρήσουμε μιά θαυμάσια, κατά τα άλλα, ημερήσια εκδρομή στην περιοχή των Yungas και του Coroico. Η απόσταση από την πρωτεύουσα δεν ξεπερνάει τα 120 με 130 χιλιόμετρα, αλλά η διαδρομή σου δίνει την αίσθηση ότι ταξιδεύεις μέχρι…. τον άλλο κόσμο! Τη διαδρομή την έκανα 4 φορές στη ζωή μου και αισθάνομαι πάρα πολύ τυχερός που επέζησα. Ο δρόμος θεωρείται ο πιό επικίνδυνος δρόμος του κόσμου και αποκαλείται «ο δρόμος του θανάτου», αφού είναι στενός και ανώμαλος χωματόδρομος, το πολύ 3 μέτρα φάρδος στο μεγαλύτερο τμήμα του, και αν πέσεις και σε περίοδο βροχών, (αξιώθηκα άπαξ), γίνεται και γλιστερός και απείρως πιό επικίνδυνος. Κατά καιρούς φωτογραφίες του δρόμου εμφανίζονται στο διαδίκτυο και αρκετές φορές, διάφοροι φίλοι, μου τον έχουν στείλει σε βίντεο. Η υπόμνηση και μόνο φέρνει ανατριχίλα!

   Την πρώτη φορά τον «κατέβηκα» μάλλον αμέριμνος, σχεδόν χαζοχαρούμενα, υπακούοντας στον προγραμματισμό ενός ρηξικέλευθου ταξιδιωτικού γραφείου και την φιλόδοξη διάθεση του σχεδιαστού της εκδρομής να προσφέρει στην ελληνική ταξιδιωτική αγορά κάτι καινούργιο, κάτι μοναδικό, κάτι πρωτότυπο! Εννοείται, χωρίς να ξέρει, όπως μου ομολόγησε αργότερα, περί τίνος ακριβώς επρόκειτο, αλλά το προγραμμάτισε από μπροσούρες και προγράμματα διαφόρων ευρωπαϊκών και βολιβιάνικων γραφείων! Τις επόμενες δύο τις έκανα υπακούοντας στις επιταγές της αδρεναλίνης που ανυπομονούσε να διαχυθεί και πάλι, ορμητική και άφθονη στο αίμα μου, αφού είχα προειδοποιήσει το γκρουπ περί τίνος επρόκειτο, με αποτέλεσμα η συμμετοχή του να περιοριστεί στο μισό περίπου, κατά την αρχή του «κάλλιο γαϊδουρόδενε….» και στην τέταρτη, που πραγματοποιήθηκε με ψιλή βροχή μέσα σε χαμηλά σύννεφα που έκαναν το πούλμαν να μοιάζει με αεροπλάνο, αξιώθηκα και μιάς γλίστρας που έφερε το όχημα στην άκρη του γκρεμού, γιά το ορθοπλώρισμα του οποίου απαιτήθηκε η συνδρομή των οδηγών 3-4 φορτηγών που ακολουθούσαν, η χρήση σκοινιών που όλοι οι οδηγοί, γνωρίζοντας τις συνθήκες, διέθεταν και το ομαδικό τράβηγμα -Εϊ’ ώπ!- όλων των επιβατών που με τα μάτια πεταγμένα έξω από την τρομάρα και την ψυχή άρτι αφιχθείσα εκ Κούλουρης, υπακούοντας στην ανάγκη της επιβίωσης, έπαιξαν θέλοντας και μη, το διασκεδαστικό παιχνίδι της διελκυστίνδος. Από τη μιά το πούλμαν με τάσεις πτώσεως προς το γκρεμό, από την άλλοι όλοι εμείς! Τελικά το ανθρώπινο δαιμόνιο υπερίσχυσε, μαζί κι εμείς! Εννοείται πως έκτοτε οι σχέσεις και διαθέσεις μου με το Κορόικο θυμίζουν εκείνες του σκηνοθέτη κ. Ν. Κούνδουρου με τους αλλοδαπούς λαθρομετανάστες!

   Η διαδρομή, την πρώτη φορά που προσέρχεσαι ανύποπτος στο τι σε περιμένει, ξεκινάει ευχάριστα και σε καλό ασφαλτόδρομο. Μάλιστα ένα περίεργο ρολόι στο χέρι του ξεναγού μου επέτρεπε να παρακολουθώ και το υψόμετρο. Στην αρχή και γιά κάμποσα χιλιόμετρα όλο ανεβαίνεις, μέχρι τα 4600 μ., ώσπου φτάνεις σε ένα περίεργο σημείο-σταθμό, (αν δεν με απατά η μνήμη θα πρέπει να λέγεται Λε Κούμπρε, ή κάπως έτσι). Απ’ εκεί αρχίζει η απότομη κατάβαση που θα σε φέρει, σε λίγα χιλιόμετρα, περίπου στα 260 μ. υψόμετρο!
   Στον σταθμό συμβαίνουν τρελά πράγματα! Το πούλμαν περνάει κάτω από μία αψίδα-γέφυρα γεμάτη ένοπλους στρατιώτες οι οποίοι το ξετινάζουν στο ψάξιμο! Του ξηλώνουν το ραδιοκασετόφωνο και αφαιρούν κάθε συσκευή τηλεπικοινωνίας που υπάρχει σε οδηγό και ξεναγό! Ο λόγος απλός. Κάτω οργιάζει η παραγωγή κόκας και, κατά συνέπειαν, η παραγωγή και διακίνηση κοκαΐνης. Ειδικά στην επιστροφή το ψάξιμο γίνεται αγριότερο και περιλαμβάνει και όλους τους ταξιδιώτες. Δεν ξέρω γιατί, αλλά το όλο σκηνικό των αγριωπών κι αμίλητων στρατιωτών με τις στολές αγγαρείας και τα προτεταμένα όπλα να μας γυροφέρνουν με τα σκυλιά τους, σαν τις μέλισσες, μου θύμισαν σκηνές από κινηματογραφικές ταινίες σχετικές με λατινοαμερικάνικες δικτατορίες. Άγριες εικόνες που δένουν αφάνταστα με την αγριότητα του τοπίου. Σκηνές μοναδικές που, αφού τότε τη «σκαπουλάρισες», τώρα μπορείς τις θυμάσαι μέσα από την σιγουριά και την ασφάλεια του χώρου σου και σε κάνουν να νομίζεις ότι έζησες κάτι σπουδαίο και ηρωικό, Κάτι σαν να διασώθηκες από μιά μάχη, π.χ. στο Βιετνάμ ή από μιά σφαγή στο Χαλέπι, (παρομοίωση λόγω επικαιρότητος!).

   Μετά το «ψάξιμο», το πούλμαν αρχίζει την απότομη κάθοδο. Δεξιά ορθώνεται ένα απότομο πανύψηλο βραχώδες τείχος και κάτω χάσκει ένα ασύλληπτο χάος. Στην αρχή, πριν αρχίσεις να σκέφτεσαι και να τρομάζεις, έχεις την αίσθηση πως βρίσκεσαι σε αεροπλάνο και κοιτάς κάτω! Σύντομα τα άπειρα μικρά προσευχητάρια με τους σταυρούς και τα καντήλια, ακριβώς όπως βλέπεις στους ελληνικούς δρόμους, σου θυμίζουν τα αντίστοιχα που οι συγγενείς των άτυχων θυμάτων τοποθετούν στα σημεία θανατηφόρων ατυχημάτων και σε κάνουν να συνειδητοποιήσεις το πού βρίσκεσαι και γιά πού πάς!
    Εννοείται πως γιά όποιο αυτοκίνητο πέσει στο βάραθρο, που έχει συνολικό βάθος κάπου 4300 μ., όλα τελειώνουν εκεί. Κανείς δεν μπορεί και δεν πρόκειται να ψάξει, όχι γιά επιζώντες αλλά ούτε καν γιά περισυλλογή πτωμάτων. Η πυκνή βλάστηση έχει «ρουφήξει» τα πάντα. Αυτοκίνητο επιβάτες, όλα. Στην απίθανη περίπτωση που κάποιος επιβάτης δεν βρει ακαριαία τον θάνατο, αυτό θα συμβεί μοιραία και βασανιστικά αργότερο. Η βοήθεια γι’ αυτόν δεν θα έρθει ποτέ. Ένα προσκυνητάρι που θα στηθεί στην άκρη του δρόμου θα υποδηλώνει ένα ακόμη μοιραίο ατύχημα. Κι αυτό είναι όλο!
   Στην αρχή, αναπτύσσεται ένα κύμα οργής γιά τον ιδιοκτήτη του γραφείου «Τ…» και τον ρηξικέλευθο ιδιοκτήτη του, τον Ν. Μ. (που πραγματικά θαυμάζω και υπολήπτομαι ως τέτοιον), που συμπεριέλαβε αυτή την εκδρομή στο πρόγραμμα και τα «καντήλια» που κατεβαίνουν, προς τιμή του, συναγωνίζονται σε πλήθος αυτά του δρόμου, Όμως σε λίγο ο τρόμος σφραγίζει τα στόματα, παγώνει το αίμα και γουρλώνει τα μάτια. Όλοι μουρμουρίζουν προσευχές ή υποβάλλουν … αιτήσεις γιά τη σωτηρία της ψυχής τους! Εννοείται πως όταν τελειώσει η περιπέτεια όλοι νοιώθουν υπερήφανοι, φουσκώνουν σαν διάνοι και διηγούνται την περιπέτειά τους αυτή περίπου σαν…. κατάκτηση του Έβερεστ!
   Στο δεύτερό μου ταξίδι διαπίστωσα πως ο δρόμος λειτουργεί μονοδρομικά. Τέσσαρες ώρες κάθοδο και άλλες τόσες άνοδος. Πολύ λογικό αφού προσπέρασμα ή διασταύρωση οχημάτων είναι αδύνατη σε δρόμο που ίσα-ίσα χωράει ένα όχημα.
   Φθάνοντας κάτω, οι απέραντες φυτείες κόκας, η τροπική βλάστηση και η γνωστή τροπική ζέστη σε κάνουν να ξεχάσεις προς στιγμήν την περιπέτεια που έζησες. Την διώχνεις σαν κακό όνειρο. Τώρα είμαστε στο μικρό χωριό Κορόικο και την αρχή της απέραντης ζούγκλας του Αμαζονίου που εκτείνεται ανατολικά, μέχρι την άλλη άκρη της ηπείρου, και τελειώνει μαζί της, στον Ατλαντικό!
   Ένα πολύ καλό ξενοδοχείο, (γιά τα δεδομένα του τόπου πάντα), ένα θαυμάσιο γεύμα και μιά βουτιά στην πισίνα, γιά τους προνοήσαντες να κουβαλήσουν μαζί τους μαγιό), χαλαρώνουν κι αποφορτίζουν. Και μετά ο εφιάλτης της επιστροφής ξαναγυρίζει έντονα και βασανιστικά. Όλοι, τότε, συναισθάνονται κι αναγνωρίζουν την μεγάλη μεταφορική αξία ενός …. λυτρωτικού ελικοπτέρου!

   Η επιβαρημένη, λόγω της βροχής και του γλιστερού δρόμου, περιπέτεια της τελευταίας εκδρομής στο Κορόικο σφυρηλάτησε τη σχέση μου με τον ξεναγό, αφού μαζί σπρώχναμε, βάζαμε ξύλα κάτω από τις ρόδες γιά σταθερό υπόστρωμα και κάναμε διάφορες άλλες «ταρζανιές» προκειμένου να ξεκολλάμε, κάθε λίγο και λιγάκι, το πούλμαν από τη λάσπη. Κάτι μισόλογα με φαντάρους, ζούγκλες, φτώχεια κι επαναστάσεις και… βγήκε λαβράκι! Ο πατέρας του νεαρού, όταν ήταν φαντάρος, μετείχε στο επίλεκτο σώμα που κυνήγησε και σκότωσε τον περίφημο Τσε Γκεβάρα κι ο τύπος γνώριζε πολλά πράγματα γιά το γεγονός από πρώτο χέρι!
   Η έμφυτη περιέργεια κι ο μύθος που περιέβαλε την αμφιλεγόμενη προσωπικότητα του μεγάλου επαναστάτη κέντρισε, πολύ φυσικό, το ενδιαφέρον μου. Ένα καλό δείπνο κι ένα κολλαριστό εκατοδόλλαρο κέντρισε, ομοίως, το ενδιαφέρον του νεαρού Χόρχε με αποτέλεσμα να ξενυχτήσουμε κι οι δυό συζητώντας, σχετικά, στο σαλόνι του Sheraton.

   Η ιστορία του Τσε Γκεβάρα είναι σε γενικές γραμμές πασίγνωστη, με πολλές παραλλαγές ανάλογα με την οπτική γωνία, τα πολιτικά φρονήματα και την ευθυκρισία, τον φανατισμό και την καλοπιστία του καθενός. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, πολύ σκοτεινή, με ποικίλες εκδοχές και πολλά κενά που ο καθένας συμπληρώνει κατά το δοκούν. Γι’ αυτό και θα περιοριστώ σε όσες μικρές ή μεγάλες, σοβαρές ή ασήμαντες, λεπτομέρειες δεν έχουν γίνει γνωστές ή, έστω, δεν έχουν γίνει ευρέως γνωστές μέχρι σήμερα, είτε διαφέρουν από κάποια στερεότυπα.
   Την ακρίβεια του περιεχομένου της αφήγησης δεν μπορώ να την εγγυηθώ, αφού δεν μπορώ να εγγυηθώ το τι ακριβώς ξέρει και τι δεν ξέρει ο αφηγητής μου, ή σε τι μπορεί κι ο ίδιος να είναι κακώς πληροφορημένος. Εγγυώμαι όμως την ακριβή μεταφορά των όσων μου είπε, καθώς και τον απολιτικό χαρακτήρα του νεαρού, την ψυχρή τοποθέτησή του στα γεγονότα, χωρίς να πολυνοιάζεται γι’ αυτά, και στην πλήρη άγνοιά του γιά ένα μεγάλο μέρος της δράσης του Τσε. Άρα εικάζω πως ό,τι μου είπε, το είπε καλόπιστα και με βεβαιότητα περί της αληθείας του. Η συζήτηση με τον Χόρχε απετέλεσε την κόλλα που συνέδεσε τα διάφορα γεγονότα και το πασπαρτού που ξεκλείδωσε διάφορες κρυφές λεπτομέρειες και ο φακός που φώτισε κάποια σκοτεινά σημεία που η λογική έψαχνε, αλλά η σκοπιμότητα απέκρυβε. Κάποια πράγματα και γεγονότα που η πολιτική σκοπιμότητα, ένθεν και ένθεν, αποκρύπτει ή παραποιεί.

   Ο Τσε υπήρξε ένθερμος κομμουνιστής, βαθιά ποτισμένος με τις μαρξιστικές ιδέες και ταγμένος, ολόψυχα και πάση θυσία, στην υπηρεσία της εφαρμογής τους. Χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς παζάρια, αλλά και χωρίς έλεος. Ή έννοια της προλεταριακής μονάδας, η ασημαντότητά της και η θυσία της μπροστά στην τελική επικράτηση των συμφερόντων του συνόλου, τον έκανε ιδιαίτερα σκληρό απέναντι στην έννοια «άνθρωπος», όπως άλλωστε συνέβαινε και με όλους τους μεγάλους κομμουνιστές ηγέτες, (Στάλιν, Μάο, Πολ Ποτ), αλλά και θα συμβαίνει, νομοτελειακά, και στο μέλλον με όσους θέλουν την αυστηρή εφαρμογή του κομμουνιστικού δόγματος.
   Ο Γκεβάρα, αρκετά πριν γνωριστεί και συνδεθεί με τον Κάστρο είχε ήδη αποκτήσει αρκετή επαναστατική πείρα επικοινωνώντας με πολιτικούς εξόριστους από διάφορες λατινοαμερικάνικες χώρες. Αν και Αργεντίνος, μετά την επικράτηση της επανάστασης στην Κούβα, στην διάρκεια της οποίας υπήρξε πρωτεργάτης και έμπιστος σύντροφος του Κάστρο, πήρε, gratis, κουβανική υπηκοότητα και ανέλαβε διάφορα κυβερνητικά πόστα. Από την διαφώτιση του λαού μέχρι, τελικά, το Υπουργείο Βιομηχανίας και τον βασικό τομέα της αναγκαίας αγροτικής μεταρρύθμισης. Όμως σύντομα οι ακραίες του θέσεις τον έφεραν σε σύγκρουση με τον Κάστρο!
   Οι τέσσερις τοίχοι ενός γραφείου δεν ήσαν ικανοί να χωρέσουν την επαναστατικότητα, την πληθωρική ενέργεια και την αστείρευτη διάθεση του ανδρός γιά δράση. Αυτός ήταν γεννημένος επαγγελματίας επαναστάτης και όχι γραφειοκράτης «χαρτογιακάς». Άρα αθεράπευτος εραστής της ουτοπίας και, σε τελευταία ανάλυση, σοβαρό εμπόδιο στη διακυβέρνηση μιάς χώρας.
   Ο Κάστρο, επαναστάτης μεν, αλλά και σοβαρός πολιτικός, κατάλαβε σύντομα πως καλά τα πολιτικά μανιφέστα, αλλά θα πρέπει να ξεχνιόνται ή να τροποποιούνται και οι επαναστατικές παντιέρες να υποστέλλονται όταν καλείσαι, νικητής και κυρίαρχος πλέον, να κυβερνήσεις υπεύθυνα μιά χώρα. Και μάλιστα κάτω από το ρουθούνι του ταξικού σου αντιπάλου, που τυχαίνει μάλιστα να είναι υπερδύναμη.
   Όπως αποδεικνύουν τα γεγονότα, με την μακροημέρευση του Κάστρο στην εξουσία, αλλά και τη ζωή, και κυρίως με την διατήρηση της ασφαλέστερης φυλακής των ΗΠΑ στο….Γκουαντάναμο, στο έδαφος της Κούβας, η αγκαλιά του Κάστρο απετέλεσε και αποτελεί (λόγω του ανελεύθερου καθεστώτος του), τον ιδανικότερο φύλακα και προστάτη ζωτικών συμφερόντων των ΗΠΑ. Γιά όσους βλέπουν καθαρά, το παιχνίδι είναι απόλυτα στημένο και η, τάχα, αντιπαλότης Κάστρο-ΗΠΑ, ένα όμορφο παραμυθάκι γιά φανατικούς χαχόλους και αφελείς ιδεολόγους. Καλώς ή κακώς αυτά έχει η πολιτική! Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο Τσε φάνταζε, όχι μόνο ξένο σώμα, αλλά και επικίνδυνη παραφωνία που θα μπορούσε, ανά πάσα στιγμή, να δυναμιτίσει συμφωνίες και διαταράξει ισορροπίες. Έπρεπε λοιπόν, με κάθε τρόπο να βγει από τη μέση! Στην αρχή, πάντα με βάση το στοιχείο του αέναου επαναστάτη που κουβαλούσε μέσα του, εστάλη να οργανώσει την επανάσταση (!) στην…. Αφρική! Με την λογική του Κάστρο
   - Φύγε, φίλε, από τα πόδια μας, κι άσε μας να κάνουμε τη δουλειά μας! Πήγαινε να παίξεις με τους Αφρικανούς, να ησυχάσουμε από σένα.
   Η «δουλειά» όμως στο Κονγκό, όπου στάλθηκε ο Τσε, εξελίχτηκε σε φιάσκο, λόγω της αβυσσαλέας διαφοράς νοοτροπίας αυτού με τους Κογκολέζους. Όπότε γύρισε, τελικά, στη Κούβα άπρακτος και διψασμένος γιά… νέες περιπέτειες! Στόχος του το Περού και, κυρίως, η Βολιβία, η οποία ήταν, (και είναι ακόμη), η φτωχότερη χώρα της Ν. Αμερικής, άρα το γονιμότερο έδαφος γιά μιά επανάσταση στα μέτρα ενός επαγγελματία «επαναστατοποιού», όπως ο Τσε! Και εστάλη εκεί, με μιά μικρή ομάδα ανδρών, γιά να «στήσουν» την….επανάσταση. Αγνοούσε όμως τα σχέδια Κάστρο-ΗΠΑ και την δράση της CIA, η οποία καθοδηγούμενη από την Αβάνα, ήταν εξ’ αρχής στα ίχνη του και είχε στήσει τα δίχτυα της καραδοκώντας γιά την κατάλληλη ευκαιρία και το καίριο χτύπημα. Μεγάλη απόδειξη της συμπαιγνίας του Κάστρο στην εξόντωση του «ενοχλητικού» φίλου του, αποτελεί η ύποπτη αδράνεια του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βολιβίας, στην τελευταία πράξη του δράματος. Δεν κούνησε δάχτυλο γιά συνδρομή και υποστήριξη στον Τσε.
   Η πραξικοπηματική κυβέρνηση της Βολιβίας του στρατηγού Μπαρριέντος, προφανώς φιλοαμερικανική, διέθεσε μικρό επίλεκτο στρατιωτικό άγημα γιά να τελειώσει τη «δουλειά», κάτω από τις οδηγίες της CIA.
   Ο Τσε, ο οποίος εκ γενετής έπασχε από άσθμα «νόμιζε» ότι κρυβόταν, άρρωστος, ταλαιπωρημένος, αλλά και ηθικά εξουθενωμένος, αφού μάλλον είχε ψυλλιαστεί την εις βάρος του συμπαιγνία, σε μιά καλύβα στη ζούγκλα, κοντά στο χωριό Λα Ιγκουέρα, στην επαρχία Σάντα Κρουζ. Ήταν απόλυτα εγκαταλελειμμένος από συντρόφους, κατάκοιτος και εντελώς αδύνατος να αντιδράσει. Γιά το τέλος του ελέχθησαν πολλά. Άλλα ηρωικά, από τους θαυμαστές του, και άλλα καταφρονητικά, από τους αντιπάλους του. Ο Χόρχε μου είπε :
   - Όλα διαδίδονται είναι παραμύθια!
   Ο Τσε ούτε πολέμησε, ούτε αντιστάθηκε, ούτε προσπάθησε να δραπετεύσει. Ήταν στο κρεβάτι ανήμπορος να κουνηθεί. Ο εκτελεστής του, (λοχαγός επέμεινε πως ήταν και όχι υπαξιωματικός όπως διεδόθη), καθοδηγούμενος μπήκε μόνος στην καλύβα και τον εκτέλεσε, αμέσως και εν ψυχρώ, με περίστροφο και χωρίς καμία κουβέντα εκατέρωθεν. Ο πατέρας του Χόρχε με τρεις άλλους φαντάρους ήταν ακριβώς έξω από την καλύβα και το μόνο που άκουσαν ήταν πυροβολισμοί. Η εκδοχή της προσπάθειας διαφυγής του Γκεβάρα καταρρίπτεται από το γεγονός πως χτυπήθηκε κατάστηθα και όχι στην πλάτη. Επίσης όλες οι θεωρίες και τα διάφορα σενάρια της εκτέλεσης που κυκλοφόρησαν έχουν σαν στόχο την παραπληροφόρηση και συσκότιση της υπόθεσης. Κάτι που γίνεται πάντοτε στις ιστορίες όπου ανακατεύονται υψηλά ιστάμενα πρόσωπα και διακυβεύονται ύψιστα συμφέροντα. Παραπληροφόρηση, συσκότιση και μετά απέραντη σιωπή, μέχρι την οριστική λήθη. Εννοείται ότι ακόμη και στη διαχείριση του πτώματος του Τσε, τον πρώτο ρόλο είχε η CIA, η οποία επενέβη αμέσως με το εκτελεστικό άγημα να επιστρέφει στην έδρα του. Ο Χόρχε μου είπε γιά κάποιους ξένους με πολιτικά που ξεφύτρωσαν από το πουθενά, μιλούσαν αγγλικά και πήραν τη σωρό του Τσε.

   Με τον Χόρχε συζητήσαμε πολλά εκείνο το βράδυ, που η μνήμη δεν είναι δυνατόν να συγκρατεί με όλες τις λεπτομέρειες, και μάλιστα τόσα χρόνια μετά. Το ρεζουμέ όμως είναι όσα αναφέρω, μαζί και με έναν αδιόρατο θαυμασμό από μέρους του, στην προσωπικότητα του ανυπότακτου οραματιστή κι επαναστάτη, του Τσε Γκεβάρα και τον «πουλημένο» θάνατό του. Χαρακτηριστικά που σε κάποιο βαθμό συγκινούν κι εμένα.

   Την επομένη και με αντίστροφη κίνηση, ξαναγυρίσαμε στο Πούνο και τη λίμνη Τιτικάκα, απ' όπου θα ξεκινήσουμε οδικώς γιά το Κούσκο. Την αυτοκρατορική πρωτεύουσα των Ινκας, την γραφικότερη, αυθεντικότερη και συγκινησιακότερη πόλη ολόκληρης της Νοτιαμερικάνικης ηπείρου!


(συνεχίζεται) 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου