Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

Bolivia. Ένα 4/ήμερο ταξιδιωτικό intermezzo.

Ταξιδιωτικά

Λα Παζ


Αφ' υψηλού άποψη της Λα Παζ και της... άφθαστης γοητείας της

   Η πρωτεύουσα της Βολιβίας έχει πολλές παγκόσμιες πρωτοτυπίες. Κατ’ αρχήν αποτελεί την ψηλότερη πρωτεύουσα του κόσμου (3,636 μ.), αφού η πρωτεύουσα του Θιβέτ Λάσα, που είναι κατά 15 μ., περίπου, ψηλότερα χτισμένη δεν λογίζεται ως πρωτεύουσα. Το Θιβέτ δεν αποτελεί πλέον ανεξάρτητη χώρα, αλλά επαρχία της Κίνας.
   Χτίστηκε το 1548 από τον Ισπανό Αλόνσο ντε Μεντόζα και το πλήρες όνομα που της έδωσε είναι Νουέτρα Σενιόρα ντε Λα Παζ. Ήτοι, «Η Κυρία μας της Ειρήνης», δηλαδή η Παναγία της Ειρήνης, θέλοντας έτσι να κατευνάσει όλες τις εμφύλιες διενέξεις που είχαν φουντώσει στις ψυχές των άπληστων και διψασμένων, γιά γρήγορο πλουτισμό, Ισπανών κατακτητών.

   Η ανάγκη δημιουργίας ενδιάμεσου κέντρου γιά την μεταφορά του αργύρου του Ποτοσί και ο χρυσός που βρέθηκε στον ποταμό Τσοκεγιάπου επέβαλε την ίδρυση πόλης στην περιοχή και η προστατευμένη, από ανέμους και παγετούς, θέση της, προσδιόρισε το ακριβές σημείο της ανέγερσης. Η πόλη χτίστηκε στο φαράγγι αυτού του χρυσοφόρου ποταμού (Τσοκεγιάπου) και στις εκατέρωθεν όχθες αυτού. Σήμερα ο ποταμός έχει καλυφθεί από την κεντρική λεωφόρο, η οποία αποτελεί και την μόνη είσοδο και έξοδο της πόλης προς την υπόλοιπη χώρα. Κάπως σαν την δική μας Εθνική οδό που δημιουργήθηκε από την κάλυψη του Κηφισού, ή την άλλη που περνάει εμπρός από το Παναθηναϊκό Στάδιο και κάτω της κρύβει τον Ιλισό. Εκεί στο παλιό Βατραχονήσι, που οπωσδήποτε θα θυμούνται, σίγουρα, οι παλιοί Αθηναίοι.

   Στην πόλη μπαίνεις, ερχόμενος από το αεροδρόμιο που βρίσκεται στο ψηλότερο μέρος του φαραγγιού, το Ελ Άλτο, (4,058 μ.), το οποίον είναι δίδυμη πόλη με την Λα Παζ, (κάτι σαν την Αθήνα με τον Πειραιά), από τον ένα και φαρδύ δρόμο που, όπως είπαμε, αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της πόλης, κρύβοντας από κάτω το ποτάμι και βγαίνεις από το άλλο άκρο της λεωφόρου. Υποχρεωτικά. Όλοι οι άλλοι δρόμοι, κάθετοι, παράλληλοι ή πλάγιοι, καταλήγουν, τελικά, στη λεωφόρο αυτή, η οποία στην μεγάλη και οφιοειδή της διαδρομή αλλάζει διάφορα ονόματα! Εκατέρωθεν της κεντρικής λεωφόρου, υπάρχουν διάφορα αγναντερά σημεία, από τα οποία μπορεί κανείς να αγκαλιάσει με το μάτι όλη την πόλη. Ιδίως το βράδυ, με τα μικρά και χαμηλά φώτα των σπιτιών, νομίζεις ότι βλέπεις έναστρο ουρανό…. ανάποδα. Ή ουρανό καθρεφτισμένο στα ατάραχα νερά μιάς ήρεμης λίμνης.
   Θα μπορούσε και να θεωρηθεί, έτσι όπως αποτελείται από μικρά σπίτια, σαν ένα μεγάλο ψηφιδωτό, με μικρές ψηφίδες-σπίτια κολλημένες στο εσωτερικό ενός τεράστιου μπωλ!


Η εκκλησία του Αγ. Φραγκίσκου

   Μέχρι πριν λίγα χρόνια πριν η πόλη δεν διέθετε πολλά αξιόλογα ξενοδοχεία. Το πολυώροφο Sheraton, στο κάτω άκρο της πόλης αποτελεί την πολυτελέστερη λύση, ενώ το όχι κακό Rey Palace, κάπου πίσω από την εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου, είναι ό,τι πρέπει γιά τα ελληνικά βαλάντια.

   Η Λα Παζ, αυτό θα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα, από πλευράς επιδόσεων ανήκει στην πρώτη εθνική κατηγορία των πόλεων που διαπρέπουν στην λωποδυσία! Μαζί με το περουβιάνικο Cuzco και το Quito του Ισημερινού, διεκδικούν, με τις ίδιες αξιώσεις, το χρυσό μετάλλιο. Τσάντες, πορτοφόλια και φωτογραφικές μηχανές εξαφανίζονται από τις τσέπες και τα χέρια σου με μαγικό τρόπο, χωρίς να το πάρεις μυρουδιά! Η πόλη κατοικείται από πλήθος ικανότατους David Copperfield, που σου εξαφανίζουν, έτσι κι αφαιρεθείς λιγάκι, όλα σου τα υπάρχοντα! Δεν υπήρξε μετάβασή μου εκεί χωρίς ένα, τουλάχιστον, σοβαρό κρούσμα κλοπής. Όλη η Νότια Αμερική θέλει προσοχή, όμως οι προαναφερθείσες πόλεις είναι το κάτι άλλο, πρωταθλήτριες!

   Το ταξιδιωτικό ενδιαφέρον γιά την πόλη εστιάζεται στο να την περιδιαβείς αυτή ταύτη, αφού διαφέρει εντελώς από τις υπόλοιπες πόλεις των Άνδεων. Είναι πιό πρωτόγονη και πιό αυθεντικά ινδιάνικη. Ακόμη και σήμερα, ο χριστιανισμός δεν κατάφερε ν’ απαλλάξει τον κόσμο από τις παλιές παγανιστικές του δοξασίες, αλλά τις ενσωμάτωσε και τις ανακάτεψε, βγάζοντας ένα περίεργο θρησκευτικό και κοινωνικό χαρμάνι και ένα μοναδικό τρόπο καθημερινής ζωής.

Η αγορά των μαγισσών
   Η εκκλησία του Αγ, Φραγκίσκου με την μικρή ομώνυμη πλατεία μπροστά της αποτελεί το κεντρικότερο σημείο της πόλης και το ορμητήριο των απανταχού κλεφταρέων της. Ακριβώς πίσω από την εκκλησία, στη διασταύρωση των οδών Σάντα Κρουζ και Λιναρές, κυρίως, υπάρχει η πιό περίεργη αγορά του κόσμου. Η αγορά των μαγισσών! Ή, Mercado de Hechiceria, όπως λέγεται ισπανικά.




Αγέννητο λάμα
      Το τι αλλόκοτα πράγματα μπορείς να βρεις εκεί δεν περιγράφεται! Σπόροι, βότανα, μαντζούνια, μαγικές σκόνες κι αλοιφές, αγέννητα βαλσαμωμένα έμβρυα λάμα και αλπακά, χάντρες, χαϊμαλιά και ό,τι πολύχρωμα σε χάντρες, πέτρες, «ευλογημένα» κομματάκια υφάσματος, σκοινάκια και ό,τι άλλο κατεβάζει μιά γόνιμη φαντασία, που μπορεί να διώξει τα κακά πνεύματα, να προσελκύσει τα καλά και να εξευμενίσει τη μάνα-γη που τους τρέφει, (την Πάτσα-μάμα, όπως την λένε), σύμφωνα με τις προαιώνιες δοξασίες των Αϋμάρα, θα τα βρείτε εκεί! Κι αυτά όχι γιά τουριστικούς λόγους, αλλά γιά καθημερινή πρακτική χρήση από τους ντόπιους, που σπεύδουν και τ’ αγοράζουν!


Plaza Mourillo

   Γενικώς η πόλη δεν παρουσιάζει πολλά και αξιόλογα κτίρια γιά να δεις και τα διάφορα μικρά μουσεία της δεν συνιστούν κάτι το αξιόλογο. Η κεντρική πλατεία μπροστά στον Καθεδρικό ναό, περιέργως γιά λατινοαμερικάνικη πόλη, δεν λέγεται Πλατεία των Όπλων, αλλά Πλατεία Μουρίγιο, (Mourillo), προς τιμήν του Πέδρο Ντομίνγκο Μουρίγιο, ενός ντόπιου ήρωα, μέλους της μεγάλης ομάδας των Απελευθερωτών, (Libertadores), της Λατινικής Αμερικής, από την ισπανική κυριαρχία. Εκεί στην πλατεία αυτή ο Μουρίγιο, συλληφθείς από τους Ισπανούς, απαγχονίστηκε μαζί με άλλους πατριώτες.





Moon Valley




      Το σπουδαιότερο, όμως,  και χαρακτηριστικότερο θέαμα της πόλης προσφέρεται, λίγο έξω απ’ αυτήν. Στην κάτω άκρη της, μ’ ένα πραγματικά αλλόκοτο τοπίο που λέγεται «Κοιλάδα της Σελήνης», (Μoon Valley), το οποίο δικαιολογεί απόλυτα την προσωνυμία του αφού η απόκοσμη θέα του προκαλεί δέος κι ανατριχίλα. Η ομοιότητα με το άγριο και φοβερό σεληνιακό τοπίο είναι απόλυτη.

Επίσης, η καταπληκτικότερη εντύπωση, σε επίπεδο κουλτούρας, που αποκομίζεις απ’ αυτήν την πόλη, περισσότερο από κάθε άλλη στο Αλτιπλάνο, δημιουργείται με την επίσκεψη γιά δείπνο, σ’ ένα εστιατόριο με ντόπιο μουσικό και, γενικά, φολκλορικό πρόγραμμα.
   Οι χώροι απλοϊκοί και φτωχικοί μεγαλοποιούν την αισθαντική αυθεντικότητα του προσφερόμενου θεάματος κι ακροάματος, παρά την απογοήτευση κάποιων «καλομαθημένων» συμπατριωτών μας που οραματιζόντουσαν φώτα, φρου-φρού διάκοσμο και χλιδάτες πίστες. Η μουσική των Άνδεων, βγαλμένη από αυθεντικά όργανα φτιαγμένα με καλάμια, καύκαλα ζώων, (αρμαντίλλος), και ιδιότροπα έγχορδα, ( τσαράνγκος, κ.λπ.), συγκινεί αφάνταστα όσο λίγες λαϊκές μουσικές παγκοσμίως. Από τ’ αυτιά περνάει τράνζιτ και τραβάει, κατ’ ευθείαν, στην ψυχή όπου της μιλάει φέρνοντας μαζί με τους ήχους και όλο τον ρομαντισμό αλλά και την ζωντάνια των βουνών και των ορεσίβιων κατοίκων τους. Και την συγκλονίζει. Ποιός δεν έχει συγκινηθεί ακούγοντας το έξοχο «Πέταγμα του κόνδορα», (El condor pasa)! Πάω στοίχημα, πως όποιος το ακούσει στον ευρύτερο τόπο δημιουργίας του, με τα αυθεντικά πρωτόγονα όργανα του ξερού και σκληρού ήχου, πάνω στις πανύψηλες βουνοκορφές, βλέποντας τους τεράστιους κόνδορες με τα ορθάνοιχτα φτερά τους να πλανάρουν στον καθαρό ουρανό, δεν θα συγκινηθεί απλά, αλλά θα δακρύσει σίγουρα! Και θα σημαδευτεί διά βίου ανεξάλειπτα!
   Όπως κι οι ζωηροί χοροί παρουσιασμένοι από κοντούλες και στρουμπουλούλες «τσολίτας», (κοπελίτσες), που στροβιλίζονται ντυμένες με πολύχρωμα ρούχα, αποτελούν αξέχαστο θέαμα.
   Εδώ θα πρέπει να σημειώσω μερικά χαρακτηριστικά του μεγάλου πουλιού που λέγεται κόνδορας. Είναι αρπακτικό αλλά τρέφεται με πτώματα. Αρπάζει στα νύχια του μικρά, σχετικά, ζώα, τα ανεβάζει ψηλά και τ’ αφήνει να σκάσουν κάτω σαν καρπούζια! Και μετά τα κολατσίζει νεκρά και πολτοποιημένα. Το άνοιγμα των φτερών του φτάνει τα 3,50 μέτρα και μοιάζει στον ουρανό με μικρό αεροπλανάκι, αφού δεν τα ανοιγοκλείνει πετώντας, αλλά μόνο γιά ν’ ανέβει ψηλά από όπου κατεβαίνει πλανάροντας! Διαθέτει το πιό αναγνωρίσιμο πέταγμα πουλιού. Το τραγούδι το «Πέταγμα του κόνδορα», σήμα κατατεθέν των Άνδεων, έχουν προσπαθήσει να το οικειοποιηθούν και η Βολιβία και το Εκουαντόρ. Όμως είναι καθαρά περουβιάνικο, αλλά συγκινεί εξ ίσου οπουδήποτε ακουόμενο! Αρκεί να το εκτελούν τύποι με «πόντσος» στους ώμους, (ινδιάνικες κάπες), «τσούλιος» στο κεφάλι, (ινδιάνικα σκουφιά με αυτιά) και ντόπια μουσικά όργανα στα χέρια.

   Αφήνω γιά την προσεχή ανάρτηση δύο πολύ σημαντικά, γιά μένα, στοιχεία από τις μεταβάσεις μου στην πιό εξωτική και πιό ιδιόρρυθμη χώρα της Νότιας Αμερικής.
   Το κατέβασμα στο Coroico, από τον πιό επικίνδυνο δρόμο του κόσμου και τη συγκλονιστική αφήγηση, από πρώτο χέρι, που είχα ξενυχτώντας ολόκληρο βράδυ στο σαλόνι του Sheraton, με ένα νεαρό ξεναγό μου, τον Χόρχε, του οποίου ο πατέρας μετείχε ως φαντάρος στο επίλεκτο σώμα που κατεδίωξε και τελικά σκότωσε τον περίφημο Τσε Γκεβάρα στις ζούγκλες της Βολιβίας. Μιά συγκλονιστική συζήτηση που μου κόστισε μιά νύχτα ύπνου κι ένα ολόκληρο εκατοδόλλαρο!

(συνεχίζεται)












Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου