Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Art de rue. Μικρή συνέχεια.

Grafity.


    Ο ίδιος φίλος, βασικά συμφωνώντας, μου έστειλε μιά σειρά εξαιρετικών φωτογραφικών περιπτώσεων γκράφιτις, όπου διαπίστωσα, γιά άλλη μιά φορά, πόσο σπουδαία υπόθεση είναι το σωστό, το εμπνευσμένο και έντεχνο grafity, εφαρμοσμένο βέβαια στο κατάλληλο σημείο και υπό την αυστηρή προϋπόθεση της συγκατάθεσης του κατόχου του τοίχου, αν είναι ιδιωτικός, ή του αρμοδίως υπεύθυνου, αν είναι δημόσιος.

    Παρατηρήσατε τώρα αυτό που, υποτίθεται, εκφράζει το ελληνικό grafity στους αθηναικούς δρόμους. Μιζέρια στην έμπνευση, μονότονη χυδαιότητα στο περιεχόμενο και γκρίζα ασχήμια στην εκτέλεση. Ένα άθλιο αποτέλεσμα κι ένα ακόμη δείγμα πολιτιστικής και πολιτισμικής κατάπτωσης. Μιά εσωτερική ρυπαρότητα βγαλμένη από άρρωστα μυαλά κι εκτελεσμένη από άτεχνα χέρια. Κολλημένη αυθαίρετα και πασαλειμμένη θρασύτατα σε ξένους τοίχους, ασεβώντας και ποδοπατώντας τα δικαιώματα των ιδιοκτητών στην καθαριότητα του ακινήτου τους. Μιά, ακόμη, ασέλγεια στο μολυσμένο και απάνθρωπο περιβάλλον μας, που καθίσταται έτσι ακόμη πιό ασφυκτικό, ακόμη πιό απάνθρωπο. Με τη θλίψη, την κατήφεια, τη μαυρίλα και την ασχήμια που ακτινοβολούν και διαχέουν όλες αυτές οι αηδείς "μουτζούρες" στις προσόψεις των κτιρίων.
Και όλα αυτά, υποτίθεται, εν ονόματι της "τέχνης" και του "λαού". Τρομάρα τους και τρομάρα μας, αφού τόσα και τόσα αδικήματα, από πταίσματα έως κακουργήματα, διαπράττονται στο όνομα του λαού... ερήμην του, από πάσης φύσεως ανεχόμενους σαλεμένους!

   Μιά βόλτα με τον ηλεκτρικό, (Κηφισιά - Πειραιάς), είναι ό,τι πρέπει γιά να σε στείλει στο Μαρκομιχελάκειο με βαθειά κατάθλιψη. Θαυμάζοντας (!) τις παρόδιες ιδιοκτησίες, καταμουτζουρωμένες μέχρι α' ορόφου, ιδίως από Ν. Ηράκλειο μέχρι Αττική και από Θησείο μέχρι Μοσχάτο. (Με προσπίπτουσα επιβαρυντική ακουστική παράμετρο τις παρακλήσεις  των δεκάδων επαιτών που μπαινοβγαίνουν, συν την αγωνιώδη επιφυλακή γιά την προστασία του πορτοφολιού σου!).

Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Περί «τέχνης», κάποιες σκέψεις.


Θέσεις - Απόψεις

   Ένας πάρα πολύ καλός φίλος, «μπαλκονάτος στο Αιγαίο», με τον οποίο συνηθίζουμε ν’ ανταλλάσσουμε σκέψεις και προβληματισμούς, είναι ο ηθικός αυτουργός αυτού του κειμένου. Πάνω σε κάτι σχετικό που συζητούσαμε, μου έδωσε αφορμή να διαμορφώσω τις επόμενες απόψεις.


Μικελάντζελο.   Δαβίδ

Τσολιαδάκια

Άλλο «τέχνη» κι άλλο «λαϊκή τέχνη». Η δεύτερη εκφράζεται από αυτοδίδακτους, συνήθως πηγαίους και γνήσια λαϊκούς καλλιτέχνες, όχι ιδιαίτερα ταλαντούχους, ή με μέτριο τάλαντο και απευθύνεται στην ψυχή, το θυμικό, τον αυθορμητισμό, το συναίσθημα του δέκτου  λαού και έχει πεδίο εφαρμογής τον απτό, συγκεκριμένο και κατανοητό κόσμο. Υλικό και πνευματικό. Η πρώτη παράγεται από εξέχοντα ταλέντα, προϋποθέτει μαθητεία, μελέτη και προσπάθεια στην παραγωγή έργου και στοχεύει στην ποιότητα και τον εκλεπτισμό, μέσω της συνειδητής και μετά προσοχής συμμετοχής, της συστηματικής ενασχόλησης, της πείρας και της σύμπτωσης πνεύματος και αισθήσεων του δέκτου.


Ο δε χώρος δράσης και δημιουργίας της, το άπαν! Το σύμπαν, το άπειρο, το χάος! Όπου μπορεί να φτάσει η έμπνευση του δημιουργού.

   Χρήσιμες κι οι δυό μορφές τέχνης. Τις αγαπώ και τις δύο. Όμως έμαθα να τις ξεχωρίζω και να τις απολαμβάνω κατά περίπτωση και κατά συνθήκη, με δικαίωμα προσωπικής κριτικής κι επιλογής, εννοείται. Όμως άλλο Καβάφης και Παλαμάς και άλλο Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, που την λατρεύω.
  
   Όλα στη Ζωή και τη Φύση είναι, (και πρέπει), «Τάξη». Με την έννοια που δίνουν οι αμερικανοθρεμένoι στη λέξη «Order»!

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

«Η Φτερού στο … Ναυτικό»!


 «Ναυτάκι, ναυτάκι, που φεύγεις και που πάς….»!



   Ο φίλος ιστο-πλόος «Pisostapalias», ούτε βαλτός να ήτανε! Με τις αναρτήσεις του μου γαργαλάει συνέχεια τη μνήμη και, … αναγκαστικά, όλο και κάτι προκύπτει.

   Και μόνο με την αναφορά του πατρικού καταστήματος, Ιπποκράτους και Ακαδημίας, αμέσως οι σχέσεις μου με τον Αντρέα τη… Φτερού, προκύπτουν ανάγλυφα  ως ένα μοιραίο και αναπόφευκτο γεγονός. Κάτι σαν συνταγή γιατρού.
   - Αυτόν θα τον βλέπεις δύο φορές την εβδομάδα!
   Γιά «ξεφωνητά» και τέτοια, η συνταγή δεν έλεγε κουβέντα, αλλά και δεν χρειαζόταν. Η περιοχή περιείχε μερικούς από τους καλύτερους… «εκφωνητές» του, αλλά ταυτόχρονα και τους καλύτερους πελάτες του. Ειδικά ο Τάσος δίπλα, ο βενζινάς, διέθετε μιά αρκετά πλούσια συλλογή φτερών, (σκέτο βεστιάριο του «Μουλέν Ρουζ» το βενζινάδικο), με τα οποία ξεσκόνιζε τ’ αμάξια, καθ’ ον χρόνο έβαζαν βενζίνη. Άσε πιά το μούτρο, ο μεταξουργιώτης μάγκας παπουτσής Ροζάνης. Παναγιά, βοήθα!!!

   Έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να περάσει ο Αντρέας από τη γειτονιά και να μη γίνει της μουρλής στην πλάκα και το καλαμπούρι, αφού επρόκειτο γιά έναν από τους πλέον ετοιμόλογους και χαρισματικούς ανθρώπους που γνώρισα. Μιά ευστροφία που πήγε αδικοχαμένη κι ένα σπιρτόζικο πνεύμα που σπαταλήθηκε τζάμπα στα πεζοδρόμια της πρωτεύουσας.
   Εκείνο τον καιρό, δεν ήσαν και λίγοι εκείνοι που υποστήριζαν:
   - Δεν μπορεί, πλάκα μας κάνει! Αποκλείεται να είναι…. «τέτοιος»! Έτσι που το «φωνάζει», μάλλον γιά διαφήμιση πρόκειται. Γιά να πουλάει φτερά!.
   Ο Αντρέας ήταν τόσο προχωρημένος γιά την εποχή του, ώστε η ευθαρσής και έντιμη, κατ’ εμέ, «εκδήλωση» των σεξουαλικών του φρονημάτων, εξέφραζε μιά ειλικρινά λεβέντικη στάση, που σε εποχή άκρως συντηρητική γινόταν δύσκολα πιστευτή!
   Όμως η κατάθεση, κατωτέρω, κάποιου γεγονότος, ξεκαθαρίζει τα πράγματα, μην αφήνοντας ίχνος αμφιβολίας.

   Είμαστε ακριβώς στον 15/αύγουστο του 1959, όπου μόλις είχα ενταχθεί στις ποδοσφαιρικές τάξεις του «Κεραυνού» Ψυχικού, ομάδας Γ’ κατηγορίας.
   Στα πλαίσια καλοκαιρινού ξεμουδιάσματος και ψιλοδιακοπών, η ομάδα είχε μεταβεί στην Άνδρο, όπου ανήμερα της Παναγίας παίξαμε φιλικό με τον ντόπιο «Ανδριακό».
   Αργά το ίδιο βράδυ μπήκαμε στο καράβι της επιστροφής και ξημέρωμα της επομένης αριβάραμε στον Πειραιά, μισογλαρωμένοι, μισοζαλισμένοι και με τη σκέψη στο …. κρεβάτι.
   Όμως με το που κατεβαίνουμε απ’ το πλοίο, τι να δούμε; Τη… Φτερού! Στη στιγμή έφυγε η γλάρα, πάει κι η κούραση και άρχισε το πανηγύρι!

   (Σημ. Μην παρασύρεστε από την έδρα της ομάδος. Ψυχικό, αριστοκρατία και τέτοια. Επρόκειτο γιά μιά παλιοπαρέα αληταρέων πρώτης. Ένα τσακ χρειαζόμασταν πάντοτε γιά να γίνει της κακομοίρας.)
   Αλλά και τι έναυσμα μας βρήκε αναπάντεχα! Δεν θα άφηνε ασυγκίνητους ούτε τους μαθητές της… Ριζαρείου. Η Φτερού προς επιβίβαση γιά Πόρο. Γιά το κέντρο νεοσυλλέκτων. Γιά κατάταξη στο… Ναυτικό!

   Ένας Αντρέας που δεν είχε δει, ούτε θα ξαναδεί ποτέ, άνθρωπος. Μαλλί περμανάντ γυαλιστερό, μακιγιάζ αλά Μάρλεν Ντητριχ, ψεύτικες βλεφαρίδες δυό πόντους, σαν Κατ-γούμαν, βαμμένο νυχάκι, πάνω- κάτω και …ξώφτερνο. Μιά «τζελουδία» που λένε κι οι Κεφαλλωνίτες!
   Στα πρώτα, ουρανομήκη …ούούούού, απάντησε, πανηγυρίζοντας σαν… Σταρ Ελλάς:
   - Σκάστε βρε, φεύγω, φεύγω. Πάω να…. καταταγώ!

   Σε λιγότερο από πέντε λεπτά, από την  βαβούρα που επακολούθησε, οι μισοί μαγαζάτορες της Ακτής Κονδύλη είχαν πεταχτεί απέναντι κι απολάμβαναν θέαμα μετέχοντες κι αυτοί, αφορμής δοθείσης, στην απρόβλεπτη παράσταση. Αν το έβλεπε ο μακαρίτης Τσιφόρος θα χλώμιαζε απ' τη ζήλεια του κι ο Αριστοφάνης θα ξανάγραφε τη ...Λυσιστράτη!
   Τελικά το σόου έληξε με το σφύριγμα του καραβιού που θα σαλπάριζε και τη, σηκωτή, επιβίβαση της Φτερούς σ’ αυτό!
   - Άντε αγάπη μας και καλός… πολίτης.
   - Γειά σας, βρε! Να κοιμάστε ήσυχοι. Εγώ θα σας φυλάω!

   Δεν θα είχαν περάσει πάνω από 5 ημέρες κι η γνώριμη φωνή:
   - Φτεράάάά…, δονούσε την Ιπποκράτους, καθώς ο Αντρίκος ανέβαινε από το Ακροπόλ προς τα πάνω, με το απολυτήριο, φυσικά, στην …κωλότσεπη! (Το τελευταίο, κυριολεκτικά!).

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

«Κορίτσια …..ο Μπάρκουλης»!



Γυμναστικές επιδείξεις,  μισόν αιώνα πριν. 

   Η αναγραφόμενη στον τίτλο ιαχή θριάμβου του θηλυκού μαθητόκοσμου είναι πασίγνωστη! Δεν ξέρω όμως αν είναι συνδεδεμένη με πραγματικά περιστατικά, ή προέρχεται από κατασκευασμένη κινηματογραφική ατάκα.

   Αυτό που θα περιγράψω όμως, αποτελεί προσωπικό βίωμα, αλλά και αντίστοιχο τέτοιο δεκάδων χιλιάδων θεατών που το παρακολούθησαν στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Ίσως μάλιστα να αποτελεί προπομπό ή και έμπνευση γιά το γνωστό, κλασσικό σλόγκαν.


Βρισκόμαστε στην αρχή καλοκαιριού του ’59 ή ’60. Τότε υπήρχε ο θεσμός των γυμναστικών επιδείξεων στο Καλλιμάρμαρο, όπου τα … άλκιμα μαθητικά νιάτα της πρωτεύουσας, στο τέλος της χρονιάς, επιδεικνύουν, σε μιά πανηγυρική (και πανηγυριώτικη) διαδικασία τις γυμναστικές και αθλητικές τους ικανότητες. Περιττό να λεχθεί πως στο Στάδιο δεν έπεφτε καρφίτσα, αφού μεγάλα γεγονότα σπάνιζαν στην φτωχή και μίζερη,  από πλευράς σημαντικών εκδηλώσεων, εποχή. Κι όταν γινόταν κάποιο, ο κόσμος έτρεχε μιλιούνια.


   Το μεγαλύτερο μέρος των θεατών το αποτελούσε μαθητόκοσμος, καθώς οι «πρωταγωνιστές» των επιδείξεων αποτελούσαν μικρή αντιπροσωπεία από κάθε σχολείο. Πολύ φυσικό και λογικό ήταν, λόγω του μεγάλου πλήθους των μαθητών, πολλοί να θέλουν να δουν, τουλάχιστον, τις επιδείξεις και να χειροκροτήσουν το σχολείο και τους συμμαθητές τους. Οπότε γέμιζαν το Στάδιο ασφυκτικά. Συνεπώς, λόγω του νεαρόκοσμου, ο ενθουσιασμός κι ο παλμός στις κερκίδες ήταν έντονος, οι εκδηλώσεις ουρανομήκεις και γενικά η ατμόσφαιρα εκπληκτική. Χωρίς αντιπαλότητες, ανταγωνισμό, αντεγκλήσεις και καυγάδες. Μιά πραγματική γιορτή της νεολαίας!



   Το Παναθηναϊκό Στάδιο έχει μιά, μεταξύ άλλων, μοναδική ιδιομορφία. Σε ειδικές περιπτώσεις ενδιαφέροντος αγώνα, (όπως έγινε την άνοιξη του 1968, με τον αγώνα μπάσκετ ΑΕΚ – Σλάβια, γιά το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης), μπορεί να «στοιβάξει» κοντά 60.000 κόσμο. Όμως αν καθίσεις κοντά στην είσοδο, μπροστά στα Προπύλαια, δεν υπάρχει περίπτωση να μπει γνωστός σου μέσα και να μην τον πάρεις χαμπάρι, καθώς κι όποιον κυκλοφορήσει στους διαδρόμους! Αποκλείεται!

   (Σημ. Η προσωπική αυτή διαπίστωση είναι «καρατσεκαρισμένη» μέσα από δεκάδες παρακολουθήσεις αγώνων στίβου, π.χ. Βαλκανικοί, Μεσογειακοί, Βαλκάνια – Σκανδιναβία, Πανελλήνιοι και πλήθος άλλοι, όπου δεν πέρναγε κουνούπι απαρατήρητο!).
                                                                                                                                           
 
Ξαναγυρίζοντας τώρα σ’ εκείνες τις γυμναστικές επιδείξεις, αρχίζω από τον πρωταγωνιστή της ημέρας, τον Μιχάλη Νικολινάκο, πιστεύοντας πως όποιος διαβάζει τώρα αυτές τις γραμμές και ήταν μεταξύ των περίπου 50.000 θεατών εκείνης της εκδήλωσης, θα αρχίσει να χαμογελάει με νόημα.

   Ο Μιχάλης Νικολινάκος υπήρξε ένας ωραιότατος άνδρας, ψηλός, αδύνατος, αρρενωπός,  αριστοκρατικός και συναρπαστικός. Πληρούσε όλα τα ανδρικά πρότυπα γοητείας της εποχής του.  Ακόμα κι αν δεν τον ήξερες, επί τη εμφανίσει του, εντυπωσιαζόσουν.
   - Παιδιά, ο Νικολινάκος!
   - Καλά ρε, και ποιός είναι αυτός;
   - Είναι ο…..
   - Καλά, δεν πειράζει. Όμως πολύ ομορφάντρας, ο μπαγάσας!
   Κι ενώ τα κορίτσια της παρέας, ξελιγώνονταν, οι σερνικοί κατσουφιάζαμε. Άλλοι εμφανώς, οι ζηλιάρηδες, κι άλλοι από μέσα μας, οι…τάχα αδιάφοροι!

   Τον τύπο τον είχα διασταυρώσει παλαιότερα στο Ναύπλιο, όταν γύριζαν το φιλμ, «Ο άνθρωπος του τραίνου», (κάτι είχα αναρτήσει παλαιότερα σχετικά). Σαν ηθοποιός ήταν μάλλον μέτριος, παρ' όλον ότι η εξωτερική του εμφάνιση γεννούσε προσδοκίες ζεν πρεμιέ, που όμως δεν επαληθεύτηκαν, καθώς όλα τα έργα που έπαιξε πέρασαν μάλλον αδιάφορα, πλην αυτού που προανέφερα. Κι εκεί αποτελούσε μεν κεντρικό ήρωα, αφού αυτός ήταν ο… «άνθρωπος του τραίνου», όμως ο ρόλος του ήταν πολύ μικρός, σχεδόν ελάχιστος.

   Επίσης αναφερόταν και σαν ζωγράφος, αλλά ελάχιστοι έχουν… απολαύσει ζωγραφικά του έργα. Εγώ, πάντως, δεν υπήρξα μεταξύ αυτών.
   Θυμάμαι πως κάποτε μου είχαν δείξει και το «ατελιέ» του, στην Ομόνοια. (Έτσι έλεγαν τότε τις γκαρσονιέρες). Στο υπόγειο του κτιρίου που στέγαζε τον κινηματογράφο «Κοτοπούλη», με πόρτα δίπλα από την είσοδο του σινεμά. Εκεί «δημιουργούσε» και δίδασκε τα μυστικά του… πινέλου στη σωρεία των θαυμαστριών του, που έσπευδαν εκστασιασμένες να ....διδαχθούν!
   - «….Μάθε και μένα, μπάρμπα»! Και είχε πολλές, ο αφιλότιμος!

   Την ημέρα των επιδείξεων ο Νικολινάκος ήταν στο Στάδιο. Σύμπτωση ή τυχαία, δεν παίρνω όρκο! Όπως δεν ορκίζομαι αν ήταν τυχαία ή όχι, η περαντζάδα που έκανε στο μεσαίο διάδρομο, εμπρός-πίσω, κοντά στο πέταλο, στην αριστερή πλευρά του Σταδίου, τάχα γιά να βρει θέση.
   Το τι έγινε, δεν περιγράφεται. Όσοι καθόμασταν απέναντι, στην αρχή δεν πήραμε χαμπάρι περί τίνος επρόκειτο. Βλέπαμε τον κόσμο να σηκώνεται και να κάθεται, (ακριβώς όπως κάνουν σήμερα, συνεννοημένα, κάποιοι οπαδοί στα γήπεδα, ανεμίζοντας χρωματιστά σημαιάκια και σχηματίζοντας διάφορα κόλπα), και μετά μιά συνεχώς απλωνόμενη οχλαγωγία κάλυψε το Στάδιο.
   - Καλά, τι γίνεται εκεί, ρε παιδιά;
   - Δεν ξέρεις; Ο…Νικολινάκος!

   Σε πολύ λίγο διάστημα, όλο το Καλλιμάρμαρο ήταν στο πόδι. Μέχρι κι οι «επιδεικνύοντες» μαθητές είχαν πάψει να υπακούουν στα παραγγέλματα του γυμναστού, είχαν γυρίσει και περίεργοι παρακολουθούσαν το… σουλάτσο του Νικολινάκου και τη «βεντάλια» των θεατών που ανεβοκατέβαιναν στη θέση τους, διασκεδάζοντας με το γενικό «τζέρτζελο».

   Τελικό αποτέλεσμα; Σε λίγο απέναντι, 5-6 αστυφύλακες τον «τσουβάλιασαν» και τον σέρναν καρότσι προς τα Προπύλαια και την έξοδο! Χαρακτηριστικά θυμάμαι έναν να τον έχει σβερκώσει με το ένα χέρι και να τον σπρώχνει με το άλλο και, καλού-κακού, να τον πλαισιώνουν μερικοί άλλοι, κουστωδία, τραβώντας τον ηθοποιό από τα χέρια, ενώ εκείνος … φρενάριζε γέρνοντας το σώμα προς τα πίσω!
   Από όσο θυμάμαι, ούτε αυτός κατέθεσε ποτέ μήνυση γιά βάναυση συμπεριφορά και παραβίαση … ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ούτε ο τύπος έγραψε γιά… αστυνομική βία και ούτε τα κόμματα διαμαρτυρήθηκαν γιά .. αντιδημοκρατική συμπεριφορά του… αστυνομικού παρακράτους, ζητώντας παραιτήσεις υπευθύνων!



Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Παλιές γηπεδικές λιχουδιές



«Είναι άχτερ, είναι μπούχτερ….»!
  
   Αρχίζω με τον πιό συμπαθή τύπο και την παρλάτα του, που δεν μπορεί να ξεχαστεί από όσους τον διασταύρωσαν στα γήπεδα. Προσωπικά, τον θυμάμαι στις εξέδρες της Λεωφόρου να τριγυρίζει αεικίνητος, πουλώντας πάντα φιστίκια Αιγίνης. Νέος, περίπου 35-40, με μουστακάκι που τον μεγάλωνε, έκανε από μακριά αισθητή την παρουσία του καθώς κυκλοφορούσε βιαστικός στους διαδρόμους, ανάμεσα στα διαζώματα παρλάροντας:
   - «Είναι άχτερ, είναι μπούχτερ, είναι μάκινα μπουζούχτερ»! Και μετά συνέχιζε με διάφορα….. επίκαιρα. Π.χ. «Το έφαγε ο…τάδε και έκανε… αυτό. Το έφαγε ο… δείνα και είπε το … άλλο». Και έτσι, μέσα στην ιλαρότητα που σκορπούσε ξεπούλαγε, αφού είχε γυροφέρει όλο το γήπεδο, 2-3 φορές! Τότε δεν υπήρχαν κάγκελα και διάφορα διαχωριστικά στις κερκίδες και ο μόνος αποκλεισμός αφορούσε τον χώρο των … επισήμων, και των ακριβότερων εισιτηρίων. Όμως και τότε, από τον πάνω-πάνω διάδρομο, μπορούσες να παρακάμψεις αυτό το … γκέτο και να κυκλοφορήσεις σε όλο το γήπεδο, κάτι που έκαναν οι μικροπωλητές.
   Βασικά πωλούμενα είδη τα πάσης φύσεως στραγαλοπασατεμπικά και τα αναψυκτικά, φάρμακο γιά τη δίψα που προκαλούσαν τα προηγούμενα και ο … ήλιος.

   Άλλο φρούτο των κερκίδων, η λοταρία. Ο…. «διοργανωτής» πουλούσε χαρτάκια-λαχεία με αριθμούς, συνήθως πεντάδες, γραμμένους κάθετα. Π.χ. από το 1 έως 5, από το 5 έως 10, κ.ο.κ. Το έπαθλο ήταν ποικίλης … ύλης. Από μεγάλες πλάκες σοκολάτας μέχρι… ψάρι! Έδειχνε με καμάρι το .. βραβείο, κυκλοφορώντας στην εξέδρα κι όταν ξεπούλαγε τους λαχνούς, κάποιος πιτσιρίκος τραβούσε από μιά σακούλα το τυχερό νούμερο κι ο κάτοχος, μόλις το άκουγε, σηκωνόταν όρθιος φωνάζοντας:
   - Το 163, είπες; Εδώ! Και γύριζε σπίτι με την… ψαρούκλα γυμνή, κρεμασμένη από ένα σπάγγο!
   Ο αθλοθέτης, γιά να πείσει και τον τελευταίο δύσπιστο περί του αδιάβλητου της κληρώσεως, καθώς τριγυρνούσε πουλώντας τους λαχνούς, διαλαλούσε συνέχεια δείχνοντας την ….κληρωτίδα:
   - Και η σακούλα… ελέγχεται! Μιά φράση που νομίζω αποτελεί και σήμερα ένα γενικότερο σλόγκαν επιβεβαίωσης αξιοπιστίας, μαιευτήριο του οποίου υπήρξε το γήπεδο του Παναθηναϊκού.
   (Σημ. Αργότερα αυτή τη λοταρία τη συναντούσα συνεχώς, με έπαθλο μόνο ψάρια, στα πλοία του Αργοσαρωνικού).

   Με τη λήξη του αγώνα, καθώς τα λεφούσια ξεμπουκάριζαν από τις πόρτες, σου έσπαγε τη μύτη η τσίκνα των διάσπαρτων υπαίθριων σουβλατζίδων. Εκεί γινόταν η εξής πλάκα. Πέραν από το αμφιβόλου ποιότητος κρέας, έπαιζε και το, με πολλές πιθανότητες μάλιστα, να σου πασάρουν σουβλάκι… άδειο! Τυλιγμένο κανονικά, με ντομάτα, κρεμμύδι, αλλά χωρίς… κρέας μέσα! Λόγω της φούριας στη λήξη του αγώνα, ο πονηρός σουβλατζής, γιά να προλαβαίνει την πελατεία, είχε ήδη έτοιμα από πριν σουβλάκια, αραδιασμένα στον κινητό πάγκο του, πασάροντας στη ζούλα και μπόλικα ... άδεια! Ο μουστερής στην πρεμούρα του και τον συνωστισμό άρπαζε όποιο του σέρβιρε ο πωλητής κι έφευγε. Κι έτσι έπαιζε με… τις πιθανότητες.
   Ο μόνιμος «βουθουλέος» συμμαθητής και σύντροφος στις παρακολουθήσεις, ποδοσφαιρικών αγώνων, φανατικός παναθηναϊκάκιας, ο Φώκος, ήταν ένα πολύ καλό και αγαθό παιδί. Όμως ήταν χοντρός, ολοστρόγγυλος,  που έτρωγε σαν λύκος. Παντού και  πάντα μασούλαγε. Όταν δεν έτρωγε, στα διαλείμματα των γευμάτων, όλο και κάτι… τσίμπαγε!
   Ο Φώκος λοιπόν, μόλις βγαίναμε από το γήπεδο, όρμαγε πρώτος και καλύτερος, γιά να προλάβει, κι αγόραζε μισή ντουζίνα σουβλάκια, έτσι γιά να σπάσει λίγο τη… λιγούρα!
   Σχεδόν πάντα, και μέχρι να φτάσουμε στην Ιπποκράτους, ο Φώκος, μισομπουκωμένος και πασαλειμένος με τζατζίκια, άρχιζε τα μπινελίκια:
   - Τον π…η, πάλι άδειο μου ’δωσε!
   Κι ας ξέραμε όλοι το τι θα συμβεί, κι ας τον προειδοποιούσα συνέχεια. Πού αυτός. Απ’ τη λιγούρα δεν καταλάβαινε Χριστό. Πάντα αγόραζε σουβλάκια και συνηθέστατα την πάταγε, οπότε όλη η παρέα περίμενε πότε θα σκάσει η … μπόμπα, δηλαδή το τζούφιο σουβλάκι, γιά να βάλει τα γέλια!
   - Μωρέ, μπράβο! Φτάσαμε Ασκληπιού κι ακόμα να φανεί το…. τυχερό!

   Στο γήπεδο του Πλάτωνα τα πράγματα ήσαν πιό φτωχικά και πιό λαϊκά. Κεντρική φιγούρα μικροπωλητή ένα σαμαλιτζής. Ένας και μοναδικός έτυχε στη ζωή μου, αφού έκτοτε όπου ζητούσα σάμαλι μου πασάρανε ραβανί. Όμως πρόκειται γιά τελείως άλλο πράγμα. Έτσι ακόμη και τώρα, εκείνη η γεύση με στοιχειώνει ακόμη!
   Ο τύπος είχε το … μαγαζί, μιά λαμαρίνα μετρίου μεγέθους, στημένη σε μιά γωνιά, δίπλα στο κόρνερ, τοποθετημένη επάνω σ’ σαν πτυσσόμενο ξύλινο Χ. Με ένα κοφτερό μαχαιράκι έκοβε, λουρίδα-λουρίδα, το γλύκισμα και μετά, με διαγώνια, λοξά κοψίματα προέκυπταν … οι μερίδες. Κομμάτι και πενηνταράκι!

   Κάθε Κυριακή, πρωί-απόγευμα, ξεκίναγα γιά το γήπεδο με ένα πενηνταράκι, χαρτζιλίκι, στη τσέπη. Τη δραχμή που μου αναλογούσε την έσπαγα στη μέση. Μισή το πρωί, μισή το απόγευμα. Είχα τους λόγους μου.
   Όταν έφτανα στο γήπεδο, νωρίς-νωρίς, το μάτι ήταν μιά στον αγώνα, μιά στη γωνία γιά τον σαμαλιτζή. Όταν τον έβλεπα ησύχαζα και στο ημίχρονο, τσουπ! μπροστά του. Τότε, όπως σχεδόν σε όλους τους  μικροπωλητές, υπήρχε ο μικροτζόγος στις συνήθειές του. Από ένα σακουλάκι που είχε στο ταμπλά με νούμερα από παλιά τόμπολα, τράβαγες ένα, το έσφιγγες στη γροθιά και του πρότεινες το χέρι:
   - Μονά! έλεγε, ας πούμε. Άνοιγες το χέρι κι αν ήταν μονό το νούμερο, πλήρωνες το πενηνταράκι κι έμενες… ρέστος. Παρέα με την απογοήτευση και τα σάλια να τρέχουν. Αν ήταν ζυγό, έπαιρνες το κομμάτι, θριαμβευτικά και τζάμπα! Φυσικά, όποιος δεν ήθελε ρίσκα, απλώς αγόραζε. Κάτι που δεν είχα κάνει ποτέ μου. Όλα ή τίποτα!
   Η πρόνοια του να έχω μόνο μισό φράγκο στη τσέπη μου εξασφάλιζε το σπάσιμο της πιθανής πρωινής γκίνιας, με μιά νέα προσπάθεια το απόγευμα. Πάντως και στατιστικά, η απογοήτευση που συνόδευε τις μισές Κυριακές της… χασούρας, η στέρηση κι η στενοχώρια με σημάδεψαν διά βίου. Χρειάστηκαν περίπου 60 χρόνια κι η συνδρομή της Ελληνίδας συντρόφισσας Κρουέλας ντε Μιλ και του σύντροφου Δρακουμέλ της Καστοριάς, γιά ν’ αντιληφθώ το μέγεθος της βίας που ασκούσε ο άπονος και στυγνός καπιταλίστας σαμαλιτζής, απάνω σ’ ένα ανυπεράσπιστο, φτωχό και καταπιεσμένο παιδάκι του λαού. Το παλιοκαθίκι!! Αυτό είναι βία, όχι τα καλάσνικωφ!

   Άλλος, χαρακτηριστικός τύπος μικροπωλητού των συνοικιακών γηπέδων ήταν ο τυροπιτάς. Ο δικός μου, όλη την εβδομάδα τριγύριζε στις παιδικές χαρές και τις Κυριακές στον Πλάτωνα. Νεαρός, συμπαθητικός, μελαγχολικός, λιγομίλητος. Κρατούσε ένα κουτί, κάτι σαν τα φανάρια που κρέμαγαν οι νοικοκυραίοι στις κουζίνες, αντί γιά ψυγείο. Πιό μικρό και τελείως παραλληλεπίπεδο. Είχε δυό ράφια, στο ένα οι τυρόπιτες, στο άλλο οι μπουγάτσες, (τριγωνικές οι μεν, ορθογώνιες οι άλλες), φάνταζαν πίσω από τη τζαμαρία σαν άπιαστο όνειρο, χαβιάρι ή τρούφα του σήμερα. Και βάλε!  Στο κάτω μέρος του κουτιού υπήρχε ένα συρτάρι με τρύπες αερισμού, όπου μιά στρώση κάρβουνα που σιγόκαιγαν, (αερίζοντάς τα κατά καιρούς με μιά βεντάλια), κρατούσε ζεστό το εμπόρευμα.


Κούμαρα

Θυμάμαι πως, γιά τα οικονομικά στάνταρ της εποχής, ο τυροπιτάς φάνταζε σαν εστιατόριο πολυτελείας και η επαγγελματική επαφή μαζί του γινόταν σπανίως και κάτω από ειδικές συνθήκες! Συνήθως περιοριζόμουν στην παρακολούθηση της ιεροτελεστίας πώλησης της μπουγάτσας, ξερογλειφόμενος. Αυτό κι αν ήταν βία! (Μπροστά του η μολότωφ μοιάζει με τρακατρούκα από χλωρικό!). Έσφαζε με μιά μαχαίρα τη μπουγάτσα, την άνοιγε και τη γέμιζε, από δυό αλατιέρες, με ζάχαρη και κανέλλα. Στην απόλαυση του εκλεκτού εδέσματος συμμετείχα μέσα από την ευφρόσυνη αντανάκλαση ευωχίας των ματιών, όσων τυχερών την απολάμβαναν, και από τη γαργαλιστική μυρωδιά της κανέλλας! Αφού, στην πραγματική ζωή, τη γεύση της, αφ’ ης την δοκίμαζα και μέχρι να την ξαναγευτώ, την είχα…ολότελα ξεχάσει! Έτσι, πιστεύω πως όσοι της γενιάς μου στα παιδικά τους χρόνια στερήθηκαν, μόνο αυτοί μπορούν να αντιληφθούν πλήρως την αλήθεια, τη λαχτάρα και την σοφία που κρύβει μέσα της η παροιμία «φάτε μάτια ψάρια…»!

   Όμως το κλου, (καθαρά εποχιακό, φθινοπωριάτικο), των προσφερομένων λιχουδιών στα γήπεδα της γειτονιάς ήσαν τα… κούμαρα! Μάλιστα, τα κούμαρα. Χωνάκι από κομμάτια εφημερίδας και μέσα οι κιτρινοκόκκινες μπαλίτσες με το σαγρέ περίβλημα και την περίεργη γεύση αποτελούσαν το εξωτικό φρούτο του γηπέδου του Πλάτωνα. Ανάρπαστο!

   Ξέρω καλά πως όλα αυτά, στη σύγχρονη νεολαία, φαντάζουν παραμύθια του μεσαίωνα. Όμως όσοι μεγάλωσαν μ’ αυτή την πραγματικότητα, κάτω από τις μίζερες και φτωχικές μεταπολεμικές και μετεμφυλιακές συνθήκες, και καταλαβαίνουν και νοσταλγούν. Αλλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν μπορούν να τα φέρουν πίσω και να τα ξαναζήσουν.

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2013

Το ελληνικό ποδόσφαιρο στη δεκαετία ’55-’65.


Φιλοσοφία κι αγωνιστικά συστήματα.

   Το πρώτο τραγουδάκι που τραγούδησα παιδάκι, και δεν ξέχασα ποτέ, είχε αυτά τα λόγια:
     «Βάλαμε οτώ, βάλαμε οτώ,
     βάλαμε οτώ στον Ομπιλιακό
     κι άλλα τε- κι άλλα τέσσελα στον Άλη,
     γειά σου Ά- γειά σου Άγγελε Μεσσάλη»!
   Αυτό μου το είχε μάθει ο νονός μου, ο Γιώργος -«Πιλάφας»- Χιονίδης, ο αδελφός του σέντερ χαφ του Παναθηναϊκού και χαρακτήριζε το ύφος και το ήθος των φιλάθλων της εποχής. Αθώα πειράγματα, καζούρα, πλάκες και σκωπτικά τραγουδάκια. Όλα μέσα σε ανεκτά και ανθρώπινα όρια. Το πολύ-πολύ να τύπωναν τίποτα … αγγελτήρια κηδείας, όπως: «Το προσφιλή μας Ολυμπιακό, θανόντα αιφνιδίως, κηδεύομεν σήμερον εις την Λεωφόρον Αλεξάνδρας,  και ώραν.... κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ.». Και στο τέλος, οι τεθλιμμένοι συγγενείς: Ο μικρός αδελφός Εθνικός,……., και η κορούλα…. Προοδευτική!
   Αυτά γιά τη σύγκριση του γενικού κλίματος, τότε και τώρα.

Το ποδόσφαιρο τότε



   Στον αγωνιστικό τομέα η κατάσταση ήταν αντίστοιχη. Συνηθέστατα, ο προπονητής έδινε τις εξής, περίπου, οδηγίες, για το ακολουθητέο σύστημα:
   - Ρε σεις, είσαστε καλύτεροι, ρε. Μπείτε μέσα και σκίστε τους, ρε! Λειώστε τους, ρε!  Άντρες είσαστε ρε, ή γυναικούλες;

   Ο κόσμος, πέραν φυσικά από τη νίκη, ενθουσιαζόταν και από μεμονωμένες ενέργειες που απεδείκνυαν υπεροχή έναντι του αντιπάλου, έστω άνευ ουσίας κι αποτελέσματος. Π.χ. όταν ο Μουράτης αποκρούοντας έστελνε με αγριοβολίδα τη μπάλα έξω από το γήπεδο, σχεδόν στη… θάλασσα, οι εξέδρες φρένιαζαν από ενθουσιασμό. Όσο πιό μακριά, τόσο μεγαλύτερος ο ενθουσιασμός! Τώρα, αν αντί της …καμινάδας ο «Μιζούρι» τροφοδοτούσε με απλή πάσα κάποιο συμπαίκτη κι αυτός έβαζε γκολ, μικρή σημασία είχε μπρος στη… σουτάρα του λαοφιλούς Μουράτη! Επίσης, όταν ο φανταιζί «δάσκαλος» του ΠΑΟ, ο Γιάννης Παπαντωνίου, έπαιρνε τη μπάλα κι άρχιζε τα «οκτάρια» οργώνοντας το γήπεδο, πάνω-κάτω και μπρος-πίσω, ντριμπλάροντας συνεχώς ό,τι κι όποιον εύρισκε εμπρός του, καμιά σημασία δεν είχε το αν οι συμπαίκτες του σταύρωναν τα χέρια και περίμεναν να τελειώσει το «σόου» του ο δάσκαλος γιά να συνεχίσουν το παιχνίδι. Τα πλήθη παραληρούσαν και φώναζαν: «Κι άλλο, κι άλλο, ζάλισέ τους»!! Αν δε, όντως κάποιος ταλαίπωρος αντίπαλος παραπατούσε κι έπεφτε, εκεί να δεις πώς οι κραυγές έφταναν μέχρι τον ουρανό! Λες κι έβλεπαν ταυρομάχο να σκοτώνει τον ταύρο. Όλε!
   Θυμάμαι κάποτε, αρκετά μεταγενέστερα, σε αγώνα Παναθηναϊκού – Ολυμπιακού στη Λεωφόρο, όπου τερματοφύλακες ήσαν ο Βουτσαράς κι ο Θεοδωρίδης. Σε κάποια στιγμή, τυχαία πιστεύω, ξέφυγε μιά δυνατή κλωτσιά του Βουτσαρά κι η μπάλα, μ’ ένα-δυό γκελ, έφτασε στην αγκαλιά του Θεοδωρίδη! Χαμός στο γήπεδο από τους πανηγυρισμούς των Παναθηναϊκών γιά το σπουδαίο… επίτευγμα. Στο άλλο άκρο μ' ένα σουτ! Πεισμώνει ο Θεοδωρίδης, βάζει τα δυνατά του και, τσουπ,… πάλι πίσω η μπάλα στον Βουτσαρά! Να σου τώρα τα πανηγύρια από την άλλη πλευρά!
   Να μην τα πολυλολογούμε αυτό το βιολί κράτησε πεντέξι φορές και δεν θα σταμάταγε αν κάποια στραβοκλωτσιά δεν έστελνε τη μπάλα έξω! Μπορεί ο αγώνας να γινόταν σούπα, όμως οι φίλαθλοι, αμφοτέρων, ήσαν… τρισευτυχισμένοι!
   - Είδες ο δικός μας, τον έσκισε ! Τί σουτάρα ήταν αυτή!

   Και αφού τέτοια γίνονταν στον αφρό, φανταστείτε τι γινόταν στον πάτο, όπου δεκάδες ομάδες κι ομαδούλες, μόνο στην Αθήνα, … ταλαιπωρούσαν μεν το άθλημα, αλλά ψυχαγωγούσαν τους φιλάθλους τους οι οποίοι τους ακολουθούσαν πιστά στις εμφανίσεις τους κι ας έπαιζαν, την ίδια ώρα, στα μεγάλα γήπεδα σπουδαίας σημασίας ματς. Τα παρακολουθούσαν από το τρανζιστοράκι, βλέποντας την ομαδούλα τους.  
   Στην ευρύτερη περιοχή του Βούθουλα και από Μεταξουργείο, Θησείο, Κολωνό, Σεπόλια, Κολοκυνθού, εντελώς πρόχειρα, θυμάμαι τη Δάφνη Μεταξουργείου, (την «ηρωική Δαφνούλα» των φανατικών οπαδών της), που κάποτε έφτασε να παίξει μέχρι στη Α’ Αθηνών, τον Αττικό, τον Πλάτωνα, τον Φιλικό, (τέως Πεζοπορικό), τον δικό μου Ορφέα, που μετά πούλησαν το καταστατικό του σε κάποιους στο Αιγάλεω και προέκυψε ο Ορφέας Αιγάλεω, τον Πανθησειακό, τον ΠΑΟ Ρουφ, τον Άφοβο Σεπολίων και πλήθος άλλων ομάδων που είναι αδύνατον να θυμηθώ.
    Ιδιαίτερα εκτιμούσα τον Ακράτητο Πετραλώνων και τις ανύπαρκτες, μάλλον, τώρα Σπάρτα, Φοίβο, Νίκη Πλάκας, Κεραυνό Ψυχικού και τη συμπαθέστατη Αρμενική!
   Επηρεασμένος βαθύτατα από μιά Αρμένισα δασκάλα Αγγλικών που είχα στην 6η Δημοτικού, μιά κυρία με δέκα κεφαλαία Κ, την αείμνηστη Τίππυ Πασαγιάν, (προσωποποίηση της φινέτσας κι αξιοπρέπειας), από την οποία έμαθα αρκετά γιά τα πάθη του μαρτυρικού λαού της από την τουρκική θηριωδία, συμπαθούσα αφάνταστα αυτή την ομάδα! Βεβαίως πάτωνε σε όλα τα πρωταθλήματα που αγωνιζόταν, αλλά εκείνο που εντυπωσίαζε μ’ αυτήν, ήταν πως το σύνολο των παικτών της προέρχονταν μόνο από την αρμενική παροικία. Διαβάζοντας τις συνθέσεις, όλα τα ονόματα της Αρμενικής τέλειωναν σε –ιάν! (Όχι όπως τώρα που ψάχνεις με το κερί να βρεις ελληνικό όνομα σε πρωτοκλασσάτες ομάδες). Την συμπάθειά μου γιά την αρμένικη κοινότητα την ενίσχυε η επιθεωρησιακή φιγούρα του απολαυστικού Αγκόπ, με την καμπουριαστή μύτη, την περίεργη φωνή, την απλοϊκότητα στο ύφος και το ιδιόρρυθμο χιούμορ.

   (Σημ. Ίσως ο «Πισωσταπαλιατζής» φίλος, που χώνει τη μύτη του παντού, σκαλίζει και ξετρυπώνει λαβράκια, ίσως λέω, να βγάλει στην επιφάνεια και κάτι γιά τους ελληνοποιημένους Αρμένιους, την πιό καλή και ήσυχη ράτσα που ενσωματώθηκε ποτέ στην ελληνική κοινωνία. Γιά να φωτιστούμε κι εμείς).



Το ποδόσφαιρο σήμερα
 Όλες αυτές οι ομαδούλες, που «υπηρέτησαν» το άθλημα με πίστη, ζήλο και το υστέρημα των λίγων «βαρεμένων» παραγόντων τους, οι οποίοι στερούσαν από τα παιδιά τους αναγκαία, προκειμένου να καταθέσουν το υστέρημά τους στο κατάστημα αθλητικών ειδών του Ανδρέα Βγενόπουλου, ισόβιου προέδρου της ΕΠΣΑ, (Ένωση Ποδοσφαιρικών Σωματείων Αθηνών), στην οδό Θεμιστοκλέους και ν’ αγοράζουν μπάλες, παπούτσια κι αθλητικές εμφανίσεις, αξίζουν ξεχωριστή τιμή, που δυστυχώς δεν βλέπω να τους απονέμεται.

   Και να πεις πως με όλα όσα γίνονται σήμερα στο ποδόσφαιρο, φτιάξαμε τίποτα ομάδες της προκοπής; Μιά απέραντη πρόφαση τζόγου κάναμε και πέραν αυτού, ού!    Α΄, ναι και μιά μοναδική ξεφτίλα, βορά στην οικονομική μιζέρια που σπρώχνει σε σπόνσορες αλλόκοτους. Όπως γραφεία τελετών, (φτύστε το κόρφο σας!), και.... οίκους ανοχής!
   (Εκτός και αν το αθάνατο ελληνικό πνεύμα, ανατρέχοντας στις ρίζες και τις πηγές του, βρήκε συνθηματικό τρόπο, δίκην χρησμού μαντείου, να φανερώσει τα μελλούμενα, δηλαδή:
   - «Σ' αυτό το μπουρδέλο που λέγεται Ελλάδα, έρχεται και η κηδεία του ποδοσφαίρου». Με σύγχρονη Πυθία την... Τζούλια! )
   Θα μου πείτε, καλά το ίδιο δεν μπορεί να γίνεται και σε Αγγλία, Γαλλία, Ισπανία, κ.λπ. Ναι, αλλά εκεί τουλάχιστον, έχουν και ποδόσφαιρο! Εδώ ας όψονται οι «εισαγόμενοι» παίκτες. Έστω και δευτεροκλασσάτοι, έστω και κομμάτι «σιτεμένοι». Ελλαδάρα, ομαδάρααααα!

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

Αναδρομές στο ελληνικό ποδόσφαιρο.



Άλλοτε και τώρα.


   Κατεβαίνοντας στην πόλη και μετρώντας τις τελευταίες δεκάρες μου, (η …κολοβή σύνταξή μου πνέει τα λοίσθια πριν … της ώρας της), προκειμένου να συμπληρωθεί το αντίτιμο της εφημερίδας, άκουσα στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου γιά κάποια αμέτρητα εκατομμύρια που θα πάρει ο γίγας Τοροσίδης από τους, επίσης, λιγούρηδες Ιταλούς κι έπαθα νταράκουλη! Δεν λέω, καλός παίκτης το παιδί, αλλά και τα λεφτά πάρα πολλά. Ειδικά σήμερα, πλην της ονομαστικής τους αξίας απέκτησαν κι εκείνη τη γοητεία της σπάνεως. Έχουν καταστεί συλλεκτικό είδος εξόχου μοναδικότητας. Ιδίως το 500/άρικο μόνο καδραρισμένο στον τοίχο πλουσιόσπιτου μπορείς να το θαυμάσεις. Από απόσταση και κάτω από το ανήσυχο και φιλύποπτο βλέμμα του ιδιοκτήτη του! Προσωπικά ξέχασα και το χρώμα του, αφού χρόνια τώρα το έχω μόνον…. ακουστά. Εν πάση περιπτώσει, αφού του τα δίνουν καλά κάνει και τα παίρνει και… καλοφάγωτα! Εδώ γίνεται χαμός με κάποιους αμετροεπείς «ΜΕΤΡίστες» που ζητούν, σε σχέση με τον Τοροσίδη, ελάχιστα και με μανία, αλλά δεν τους τα δίνουν, κι αυτός που του τα παρέχουν απλόχερα, θα τ’ αφήσει; Αστεία πράγματα!

   (Σημ. Σχετικά με όλα αυτά, τα άσχετα γεγονότα, μόνο δυό παρατηρησούλες, εντελώς παρενθετικά. α) Είμαι φυσιογνωμιστής και β) πιστεύω στη θεωρία του Δαρβίνου. Αυτή περί της «εξέλιξης των ειδών» και την καταγωγή του ανθρώπου από τη… μαϊμού. Και όποιος γκέγκε, γκέγκε!).

   Όμως η υπόθεση αυτή έδωσε μιά καλή «ασίστ» στο μυαλό γιά να θυμηθεί τις ποδοσφαιρικές αμοιβές κάποιων παλιών εποχών, τέλη 50 μ’ αρχές 60. Τότε που το ποδόσφαιρο ήταν ερασιτεχνικό και οι παίκτες έπαιρναν, όταν και αν, από τις ομάδες τους κάτι ψίχουλα.
   Γεγονός που αποτελούσε ιδιαίτατη εύνοια, την οποία απολάμβαναν μόνο οι «βεντέτες», ήταν ο διορισμός σε κάποιο δημόσιο οργανισμό, κυρίως στη ΔΕΗ, όπου εξασφάλιζαν, διά βίου, ένα σίγουρο κομμάτι ψωμί. Επειδή, κατά κανόνα, η μόρφωση δεν έτρεχε κι απ’ τα μπατζάκια των ποδοσφαιρικών «αστέρων» της εποχής, η συνηθέστερη θέση που τους έδιναν ήταν αυτή του καταμετρητού. Η οδός Μύλων, στην Ακαδ. Πλάτωνος, ήταν μέσα στο επαγγελματικό ρεπερτόριο των Ολυμπιακών παικτών. Στην πλευρά του σπιτιού μου μέτραγε ο Γιώργος Δαρίβας και στην απέναντι ο Θανάσης Μπέμπης. Πάμπολλες φορές του είχα ανοίξει, όταν χτύπαγε το τζάμι της εξώπορτας. (Στις παλιές μονοκατοικίες το «ρολόι» της ΔΕΗ ήταν μέσα. Ακριβώς μετά το άνοιγμα της πόρτας). Τον θυμάμαι ευγενικό και λιγομίλητο και με χαρακτηριστικό χτύπημα στο τζάμι. Τον καταλάβαινα με την πρώτη. Από τότε που έκανα τη «μασκότ» του Παναθηναϊκού, με αναγνώριζε και όταν μας κέρδιζαν, μου ανακάτευε τα μαλλιά και μου έκλεινε πονηρά το μάτι, αλλιώς …τίποτα! Κοίταγε το μετρητή, έγραφε την ένδειξη στο μεγάλο κατάστιχο κι έφευγε φουριόζος, σαν βρεγμένη γάτα!

   Εκείνα τα χρόνια οι προπονήσεις των ομάδων ήσαν λιγοστές. Ποτέ Δευτέρα και Σάββατο, δηλαδή προ και μετά τον αγώνα, κι έτσι τα καθημερινά χιλιόμετρα που καταβρόχθιζαν οι ποδοσφαιριστές – καταμετρητές, (σίγουρα μεταξύ αυτών κι ο Μπ. Κοτρίδης. Άλλα ονόματα δεν αναφέρω, γιατί δεν είμαι απόλυτα σίγουρος. Πάντως υπήρχαν από όλες τις ομάδες), τους εξασφάλιζαν την καλή τους φόρμα. Αρκετά μετά, θυμάμαι τον Παπαεμμανουήλ στο πρωτόκολλο των υποσταθμών. Όποιος έχτιζε μεγάλη οικοδομή, ήταν υποχρεωμένος να ρωτήσει την ΔΕΗ αν χρειαζόταν υποσταθμό εντός του κτιρίου. Σ’ αυτόν παρέδιδες τον φάκελλο με τα δικαιολογητικά κι απ’ αυτόν έπαιρνες την απάντηση. Δουλειά γραφείου και ξεκούραστη.


Πεντζαρόπουλος. Ο "ήρως" του Τάμπερε
Τότε βέβαια, το επίπεδο του αθλήματος ήταν περίπου της πλάκας, (εποχές όπου το εθνικό μας σκορ ήταν το κλασσικό 7 – 1, το οποίο μάλιστα μας το φιλοδωρούσαν και οι αναπληρωματικές αντίπαλες. Παίζαμε, λέει, με τη Β΄ Γαλλίας, ή Β΄ Ιταλίας, αλλά η εφτάρα, εφτάρα!), όμως το ποδόσφαιρο ήταν παιχνίδι κι όχι πάθος και τζόγος και ο κόσμος ήταν πραγματικά φίλαθλος που πήγαινε στο γήπεδο γιά να ξεσκάσει και να ψυχαγωγηθεί βλέποντας θέαμα κι όχι γιά να εκτονώσει το εσώψυχό του, βρίζοντας, φτύνοντας και …πολεμώντας! Χειροκροτούσε τις καλές ενέργειες, φώναζε κι αποδοκίμαζε τις κακές, άντε κι έριχνε και καμιά μούντζα, πού και πού, και γύρναγε σπίτι του ήσυχος κι ασφαλής κι όχι βετεράνος του Βιετνάμ! Εννοείται πως δεν υπήρχαν γκέτος στις εξέδρες κι οι φίλαθλοι ήσαν ανάκατα. Ξύλο έπεφτε σπανιότατα εκεί, το πιό πολύ το έπαιζαν οι παίκτες στον αγωνιστικό χώρο, ιδίως των μεγάλων ομάδων σε κρίσιμους αγώνες.

   Εκείνα τα χρόνια, τα λιγοστά γήπεδα της πρωτεύουσας δούλευαν ολημερίς τις Κυριακές. Σε όλα διεξάγονταν από 4 αγώνες. Από τις 9 το πρωί μέχρι τις 5 που βράδιαζε. Ο ένας μετά τον άλλο. Δίωρο κι αγώνας! Τα πρωταθλήματα τα διοργάνωναν οι πόλεις ξεχωριστά και στο τέλος, από τα τοπικά πρωταθλήματα της Α΄ κατηγορίας, (Αθηνών, Πειραιώς, Θεσσαλονίκης), μαζεύονταν μερικοί πρώτοι, έβαζαν και κάνα δυό «γλάστρες» από την επαρχία, έπαιζαν μεταξύ τους κι έβγαζαν τον πρωταθλητή Ελλάδος. Το ίδιο γινόταν και με το μπάσκετ μόνο, αφού στα υπόλοιπα αθλήματα, (π.χ. βόλλεϋ, κ.λπ.), ό,τι γινόταν, γινόταν στο κέντρο. Πιό έξω, όλα ήταν ψόφια. Η απόλυτη αθλητική ακινησία. Παρ’ όλα αυτά το ενδιαφέρον του κόσμου γιά το ποδόσφαιρο ήταν ζωηρότατο, αφού αποτελούσε και τη μοναδική, σχεδόν, κυριακάτικη αντρική ψυχαγωγία, με σπανιότατη τη γυναικεία παρουσία στα γήπεδα.

   Στο μικρό γηπεδάκι του Πλάτωνα, μιά σταλιά αγωνιστικός χώρος, πού ίσα και πληρούσε τις ελάχιστες απαιτούμενες διαστάσεις αρτιότητας γηπέδου, τις Κυριακές γινόταν χαμός. Πολλές σημερινές ομάδες Α’ Εθνικής θα ζήλευαν την προσέλευση φιλάθλων που παρουσίαζε αυτό το γήπεδο τότε. Εννοείται ανοιχτό και χωρίς εισιτήριο!
   Το γήπεδο σχηματιζόταν από κάποιο μισό οικοδομικό τετράγωνο που σήμερα είναι ολότελα χτισμένο, όπως και όλα γύρω του. Η περιοχή βρίθει από μηχανουργεία, συνεργεία αυτοκινήτων και τέτοιας συναφούς χρήσης κτίσματα.
   Όταν ο χώρος λειτουργούσε σαν γήπεδο, λόγω στενότητος, οι ακραίες γραμμές του γηπέδου ήσαν, τσίμα-τσίμα, στην άκρη του χωμάτινου πεζοδρομίου. Μάλιστα το ένα γκολπόστ ακουμπούσε στη μεσοτοιχία και, εννοείται, πως δίχτυα δεν υπήρχαν, αφού αποτελούσαν περιττή πολυτέλεια!
   Στα πρώτα χρόνια δεν υπήρχε, καν, διαχωρισμός με συρματόπλεγμα του αγωνιστικού χώρου και ο κόσμος που παρακολουθούσε, όρθιος φυσικά, ήταν παρατεταγμένος απάνω στις δύο γραμμές του αράουτ και τη μία του άουτ, καθ' όσον στην άλλη υπήρχε… ο μεσότοιχος!
   Το πιό μεγάλο πανηγύρι γινόταν έτσι κι ο διαιτητής σφύριζε πέναλτυ! Απόλαυση. Όλοι οι θεατές έμπαιναν μέσα, με αγωνία και περιέργεια, και σχημάτιζαν ένα μεγάλο τόξο γύρω από τον παίκτη που θα το χτυπούσε και τον τερματοφύλακα που, συσπειρωμένος, τον περίμενε. Αν το σουτ έμπαινε γκολ, έχει καλώς, ο κόσμος προλάβαινε να γυρίσει στη θέση του και το ματς συνεχιζόταν… κανονικά. Έτσι όμως κι ο τερματοφύλακας απέκρουε το σουτ, ή η μπάλα χτυπούσε δοκάρι, γινόταν το «έλα να δεις»! Το «φίλαθλο» κοινό έτρεχε πανικόβλητο, σαν πυροβολημένο σμήνος από κοτσίφια, να βγει έξω από τις γραμμές, μπουρδουκλωνόμενο και τσαλαπατημένο, ανακατεμένο με τους ποδοσφαιριστές που έτρεχαν να κυνηγήσουν τι μπάλα και όλοι μαζί παρουσίαζαν ένα πάρα πολύ όμορφο θέαμα! Μερικές φορές μάλιστα, κάποιος δυσαρεστημένος από την εξέλιξη της φάσης, αφού προσδοκούσε γκολ, έτσι και βρισκόταν κοντά στην αποκρουσμένη μπάλα, την κλώτσαγε στη ζούλα στο άδειο τέρμα, πιστεύοντας πως στην αναμπουμπούλα ο … αλλόφρων διαιτητής δεν θα το έπαιρνε χαμπάρι και θα μέτραγε το γκολ! Μύλος!
   Αρκετά μετά έστησαν περιμετρικό συρματόπλεγμα στα γηπεδικά όρια κι έτσι οι αγώνες έχασαν μεγάλο μέρος από το ενδιαφέρον και την ….αυθεντική ομορφιά τους, αφού πλέον οι παίκτες έπαιζαν…. μόνοι τους!

   Σκάβοντας τη μνήμη και μαζεύοντας αναμνήσεις, θα επανέλθω. Ενδεικτικά αναφέρω, όπως πρόβαλαν τα παλιά σινεμά, «μερικές σκηνές του έργου…προσεχώς», κάποιον γιγαντόσωμο μονόχειρα (!) σέντερ μπακ, νομίζω πως έπαιζε στον Ακράτητο, (τότε Πετραλώνων), ή τη Σπάρτα, δεν θυμάμαι ακριβώς, και ένα μπακ, εντελώς ορεσίβιο τύπο και τσεκούρι πρώτης, που έπαιζε με ένα μαντήλι στο κεφάλι. Διπλωμένο διαγώνια, τριγωνικό, και δεμένο κόμπο πίσω, ίδιος Ράμπο. Αυτός, στην πρώτη φάση που… πλησιάσαμε ο ένας τον άλλο, χάραξε με την πλαϊνή κόψη του παπουτσιού μιά γραμμή στο γήπεδο και μου είπε βλοσυρά:
   - Αν περάσεις αυτή τη γραμμή με τη μπάλα, πέθανες!




 

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Κάποτε στη Νέα Ιωνία....


Το κουτούκι του Σάββα.

   Σις – Σαράι – Σοπς. Όχι, τα πιό πάνω δεν αποτελούν σανσκριτικά, ούτε και... ουζμπέκικα, αλλά τα κύρια πιάτα μιάς μικρής αλλ’ ανεπανάληπτης κι αξέχαστης γκάμας ουζομεζεδακίων, («ουζομπινελίκια» τα λέγαμε, τότε, εμείς οι… βλάσφημοι αλήτες!). Όμως ας βάλουμε τα πράγματα στη σειρά τους.


   Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Η σημερινή Νέα Ιωνία, σε σύγκριση με το χάλι εκείνης της εποχής, μπορεί να θεωρηθεί κάτι μεταξύ Εκάλης και Μπελαίρ του Λος Άντζελες. Από το σύνολο του 1,5 εκατομμυρίου των ξεκληρισμένων ψυχών της Μικράς Ασίας που μεταφέρθηκαν, άρον-άρον, στη μάνα πατρίδα και υποχρεώθηκαν, θέλοντας και μη, να ξαναχτίσουν φωλιά, ζωή και μέλλον εδώ, αφού οι εκεί εστίες τους λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν και οι ίδιοι εκδιώχτηκαν, κάμποσες χιλιάδες εξ αυτών  έστησαν τον συνοικισμό της Ν. Ιωνίας, στο σχετικό χώρο που τους παρεχωρήθη από την τότε κυβέρνηση.

Συνωστισμένοι στην παραλία βολτάρουν και περιμένουν... το τρένο

Είναι γνωστό πως η νοσταλγία των αγαπημένων εδαφών, αφού πατρίδα λογίζεται ο τόπος που πρωτάνοιξες βλέφαρο, που πρωτόπαιξες, που πρωτοερωτεύτηκες και ζύμωσες το χώμα του με τον πρώτο σου ιδρώτα, τους οδήγησε στο να κρατήσουν ζωντανή τη μνήμη και την ονομασία των χαμένων πατρίδων και να τα αφήσουν, αιώνια παρακαταθήκη, στους απογόνους τους. Κι αυτό έγινε με το να βαφτίσουν τις νέες τους πατρίδες με τα ονόματα των παλαιών. Με μόνη μικρή διαφορά, αν και τεράστια κι ειδοποιός, την προσθήκη ενός «Νέας» ή «Νέου» μπροστά στο όνομα του λατρεμένου τόπου που άφησαν πίσω. Έτσι γεννήθηκαν η Νέα Σμύρνη, το Νέο Ικόνιο, η Νέα Καρβάλη, η Νέα Ιωνία.... Από όλους εκείνους που, κατά τους ανιστόρητους γραικύλους «ειδήμονες» τύπου Ρεπούση, «συνωστιζόμενοι», (προφανώς βολτάροντας γι’ αναψυχή), στην παραλία της καιγόμενης Σμύρνης, κατάφεραν τελικά να γλιτώσουν απ’ το τσέτικο μαχαίρι και να φτάσουν, με τη ψυχή στο στόμα και χωρίς δεύτερο βρακί, στη σωτηρία και τη νέα αφετηρία ζωής τους.

   Όλο αυτό το, τότε, εξαθλιωμένο πλήθος έφερε και διέχυσε σ΄ εμάς τους παλαιοελλαδίτες, όπως μας αποκαλούσαν, μαζί με το νέο αίμα και το δυναμισμό τους, έναν ευρωπαϊκό αέρα κι έναν προχωρημένο πολιτισμό που η καθυστερημένη ελληνική κοινωνία δεν διέθετε, αγκιστρωμένη και αγκυλωμένη στην απομόνωση και τον συντηρητισμό της εποχής της. Είναι γνωστή η προσφώνηση «παστρικιά», με την οποία αποκαλούσαν οι ντόπιες, με πολλή περιφρόνηση, αλλά και μόλις αποκρυπτόμενο…. φθόνο, τις νεαρές και τσαχπίνες προσφυγοπούλες. Κι αυτό, γιατί…. πλένονταν τακτικά! Βεβαίως, η ομορφιά, η τσαχπινιά και η γοητεία του… καινούργιου φρούτου είχε σαν αποτέλεσμα πολλές και μεγάλες ερωτικές αναταράξεις στην στερημένη και υποκριτική κοινωνία της Ελλάδος και μπόλικα σκάνδαλα. Όμως αυτά δεν μας απασχολούν σ’ αυτό το σημείωμα.


Το κουτούκι του Σάββα μεταγενέστερα,  .... αναβαθμισμένο!

   Σε μιά μικρή και χαμηλή παράγκα, δίπλα στον σταθμό του Ηλεκτρικού, ο μερακλής Σάββας, κλασσικός τύπος ανατολίτη «μάστορα» της θράκας, του ούζου και του πικάντικου μεζέ, είχε στήσει ένα υπέρτατης ευωχίας ουζερί. Άγνωστο στους πολλούς και πασίγνωστο στους λίγους και μυημένους. (Σημ. Η δική μου μύηση έγινε από αείμνηστο φίλο, φανατικό απολλωνιστή, όταν γοητευμένος από την εξαιρετική μπάλα της «ελαφράς ταξιαρχίας» των αδελφών Καμάρα, του Ταουξή, του Δερμάτη, του Χολέβα και των .. άλλων παιδιών, σε συνδυασμό με την άνετη και πολιτισμένη παρακολούθηση αγώνων στη Ριζούπολη, είχα αποκηρύξει τον Παναθηναϊκό και είχα… αλλαξοπιστήσει ποδοσφαιρικά). Ο μακαρίτης τώρα Αργύρης Συντρίκος με είχε συστήσει στον περίφημο Τζίνα Σιμονόφσκυ και τον μαικήνα Οικονόμου και είχα αρχίσει προπονήσεις στον Απόλλωνα, μέχρις ότου η ενασχόληση με τις σπουδές μου κόψουν απότομα τον ποδοσφαιρικό βήχα. Ή παπάς, παπάς, ή ζευγάς, ζευγάς! Το σλόγκαν του τότε.

   Όμως ο Σάββας μου… έμεινε! Και απ’ αυτόν δεν αλλαξοπίστησα ποτέ, μέχρι τέλους. Του δικού του, δυστυχώς.
   Στην παράγκα του Σάββα, πλην των άλλων, ένοιωθες … πανύψηλος, αφού αν ήσουν πάνω από 1,75 θα έπρεπε να σκύβεις, μέχρι να καθίσεις! Ο μοναδικός σερβιτόρος, ο φουκαράς λιγομίλητος Βασίλης, πανύψηλος, σίγουρα στο τέλος θα κατάντησε καμπούρης. Έτσι σκυφτός που κυκλοφορούσε και σερβίριζε! Επίσης, όταν έβρεχε απολάμβανες φαγητό μετά… μουσικής. Οι σταγόνες στις λαμαρίνες της στέγης χάλαγαν κόσμο. Έτσι στο ψιλόβροχο, η «ορχήστρα του ουρανού»  σου έπαιζε μπλουζ και στον κατακλυσμό, σκληρό ροκ!
   Από τα αναφερθέντα πιάτα, (σις, σαράι, σοπς), άλλα ήταν στην κατεύθυνση του κεμπάπ και άλλα… κρεατικά απροσδιόριστα! Μαζί με τζατζίκι, σμυρνέικο σουτζούκι κι ένα σωρό άλλες πρωτόγνωρες πικάντικες λιχουδιές. Όμως όλα πεντανόστιμα! Εκεί δοκίμασα γιά πρώτη, και τελευταία, φορά παστουρμά! Τον αυθεντικό όμως, αυτόν από καμηλίσιο κρέας. Δοκιμή που συσχετίστηκε και με μιά πολύ ωραία, (τώρα ακούγεται ως ωραία, τότε ήταν οδυνηρή), πλάκα.
   Θυμάμαι τις ψιλοκομμένες φαιοκόκκινες φέτες που, λείες και βελούδινες,  μου θύμιζαν τη δερμάτινη λουρίδα όπου ο κυρ Κώστας ο Δατσέρης, ο κουρέας, (ανάμεσα στο ψιλικατζίδικο του Μπενέτου και το μπακάλικο του Μάλεση, οδός Κίμωνος και Μύλων, στον Πλάτωνα), ακόνιζε τη ξουράφα του και την είχε κάνει, σκέτο λουστρίνι!
   Η γεύση του καπνιστού παστουρμά θεσπέσια, αλλά οι επιπτώσεις καταστρεπτικές και απαγορευτικές γιά κάθε άτομο που ζει στην κοινωνία και όχι αναχωρητής, σαν τον Προφήτη Ηλία, στα βουνά. Στην… αποχέτευση, τα ούρα, τον ιδρώτα, τα ρούχα. Μπόχα απερίγραπτη!

   Εκείνη την εποχή, το μαλλί μου είχε αρχίσει να κάνει νερά και οι τρίχες να εγκαταλείπουν μαζικά την έδρα τους, όπως οι Πακιστανοί το Καράτσι κι οι Σύροι τη Δαμασκό. Κάποιος καλοθελητής μου συνέστησε, ως θαυματουργή, μία «μαλλού», (έτσι τη βάφτισα), που θα μου έσωζε το πλούσιο …. κοκοράκι που διέθετα τότε. Κι εγώ ο βλαξ, στην απελπισία μου, εμπιστεύτηκα την κασίδα μου στα έμπειρα και θαυματουργά (!) χέρια της. Το …. «ιατρείο» βρισκόταν κοντά στο τέρμα Πατησίων κι η μετάβαση γινόταν, προφανώς, με το τρόλεϋ. Η  … θεραπεία συνίστατο στο να μου πασαλείβει, και μετά να τρίβει γιά ώρα, το κεφάλι μου μ’ ένα μαντζούνι που περιείχε, χωρίς να είμαι βέβαιος, πετρέλαιο, αλλά το σπουδαιότερο, έκαιγε και βρώμαγε, (βεβαιότατος γι’ αυτό!), φοβερά.

   Από διαβολική σύμπτωση, συνέπεσε το προηγούμενο βράδυ της … ιατρικής επίσκεψης, να δοκιμάσω πρώτη φορά παστουρμά στου Σάββα και το επόμενο απόγευμα να κάνω έναρξη της… θεραπείας. Ο συνδυασμός που σκοτώνει!
   Η εποχή, τέλος άνοιξης, έφερνε ιδρώτα σε συνωστισμό, αλλά με δεδομένο πως κάθε άνθρωπος  συνηθίζει  στην  ατμόσφαιρά  του  και  δεν  αντιλαμβάνεται  την  αποφορά  του, άργησα ο ηλίθιος ν’ αντιληφθώ γιατί, ενώ στο μπροστινό μέρος του τρόλεϋ ο κόσμος ήταν πατικωμένος πίττα, εγώ στο υπόλοιπο μισό απολάμβανα μιά άνετη διαδρομή, ως μοναδικός επιβάτης. Απορροφημένος στις σκέψεις και την καούρα του κεφαλιού που μ’ έκανε να ιδρώνω και ξεϊδρώνω, δεν πρόσεξα πώς όποιος έμπαινε στο όχημα, σε κλάσμα δευτερολέπτου, εκτοξευόταν μπροστά, λες και τον τράβηξε μαγνήτης! Μηδέ του εισπράκτορα εξαιρουμένου! Στην πλατεία Αμερικής κατάλαβα, στη στάση Αγγελοπούλου κατέβηκα! Ντροπιασμένος μεν, σκασμένος στα γέλια δε!

   Έκτοτε, αφ’ ενός, έκοψα μαχαίρι τον παστουρμά, όχι όμως τον Σάββα που γιά χρόνια αποτελούσε αγαπημένο στέκι, και αφ’ ετέρου, άφησα τη Φύση ν’ αποφασίσει γιά την τύχη της κώμης μου, (με τα εμφανή αρνητικά αποτελέσματα).


Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Λανς Άρμστρονγκ. Μία πτώση με πάταγο!


Θέσεις - Απόψεις



«Sic transit gloria mundi»

   Στις στενόχωρες μέρες που ζούμε, το γέλιο ως αναζήτηση είναι προτιμότερο από το δάκρυ και η κωμωδία από το δράμα. Φυσικό κι επόμενο. Έτσι στο ενδιαφέρον του κοινού κυριάρχησε η μπουφονική φαρσοκωμωδία της ψηφοφορίας στη Βουλή, έστω και απόντος του αείμνηστου Μπένυ Χιλ, τον οποίον αντικαθιστά επάξια ο ημέτερος ... Μπένυ, (ο δικός μας θεωρείται από πολλούς ισάξιος, αν όχι καλύτερος στην κωμωδία, του πρώτου), αφήνοντας πίσω, στα αζήτητα του δρόμου και με κλαταρισμένα τα λάστιχα, τον διάσημο ποδηλάτη Λανς Άρμστρονγκ.

Η ομολογία χρήσεως απαγορευμένων ουσιών, από τηλεοράσεως και στη δημοφιλέστερη εκπομπή των ΗΠΑ, του μεγαλύτερου θρύλου της ποδηλασίας όλων των εποχών, αν δεν ήταν ήδη γνωστή κι αναμενόμενη, θα έκανε τον ίδιο πάταγο με την πτώση των δίδυμων πύργων της Νέας Υόρκης.

Με μονολεκτικές παραδοχές στις φαρμακερές ερωτήσεις της Όπρα, αυτοαποκαθηλώθηκε και αυτοξεφτιλίστικε δημόσια. Τουλάχιστον αυτός είχε το ύστατο θάρρος και τα αποθέματα λεβεντιάς να το κάνει. Κάτι που πολλοί άλλοι μεγαλόσχημοι, πολιτικοί κυρίως, δεν διαθέτουν ούτε καν σε ίχνη.
   Ο άνθρωπος που είχε τη δύναμη να νικήσει τον καρκίνο και δεν άντεξε στον πειρασμό της χρήσης παράνομων ουσιών προκειμένου να νικήσει ανέντιμα τους αντιπάλους του, βρήκε κάτι υπόλοιπα εντιμότητος γιά να αντιμετωπίσει, μετά το εύκολο «Ωσαννά» και το επώδυνο «Σταύρωσον αυτόν». Και αυτή η τελευταία πράξη του δράματος του εξασφαλίζει όλα όσα ελαφρυντικά μπορεί να κερδίσει μιά γενναία ανάληψη ευθύνης και μιά ειλικρινής μεταμέλεια.
  
   (Σημ. Ο Λανς είχε καρκίνο στους όρχεις. Πιθανώς αυτοί δεν άντεξαν το βαρύ φορτίο που τους επέβαλε με την εγγραφή εκεί ολόκληρης της περί ντόπας νομοθεσίας, των κανόνων του «ευ αγωνίζεσθαι», του σεβασμού των αντιπάλων, του αυτοσεβασμού και της προσωπικής αξιοπρέπειας. Τι να σου κάνουν κι αυτοί, δυό μικρά, κακόμοιρα, μπαλάκια πώς να σηκώσουν τέτοια υπερφόρτωση!)

   Δυστυχώς,  με πολλή θλίψη και περίσκεψη παρακολουθούμε τελευταία πως τέτοια, έστω την υστάτη, υποψία παλικαριάς δεν βλάστησε ποτέ στην συνείδηση όλων αυτών των «μορμολυκείων» που έπαιξαν, ως ηγέτες, στα ζάρια των πολιτικών τους παιχνιδιών τις τύχες γενεών και γενεών Ελλήνων, αφού το μόνο που γνωρίζουν να κάνουν είναι την «αυθεντία», όταν είναι μέσα στο «παιχνίδι», και τον κήνσορα-αμφισβητία, όταν βρεθούν εκτός. Εκ των υστέρων, όμως, και εκ του ασφαλούς . Έτσι, το μόνο επιχείρημα που μπορεί πλέον να σταθεί, ως απόδειξη ικανότητός τους, είναι πως τα αντίστοιχα ….. όργανά τους είναι άτρωτα από ασθένειες, αφού σηκώνουν την εγγραφή ολόκληρου λαού και γιά τόσα χρόνια. Τουλάχιστον 30!




Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

«Ως πότε παλικάρια….»

Επικαιρότης

Οργισμένα ερωτήματα

   Τί σόι υπνωτισμός είναι αυτός στον οποίο μας έχουν υποβάλλει οι δυνάμεις του σκότους και του μηδενισμού και μας έχουν μετατρέψει σε άβουλα και «μουρόχαβλα» υποχείριά τους; Πώς και γιατί επιτρέψαμε, κι επιτρέπουμε, αυτή την διαιωνιζόμενη ομηρία σε μιά δράκα παλιόπαιδα που εξευτελίζουν την εσωτερική ασφάλεια της χώρας και λοιδορούν τα εντεταλμένα γι’ αυτήν όργανα; Τι είδους δημοκρατία είναι αυτή που τυρβάζει γιά τα «δημοκρατικά» δικαιώματα αυτών που την πυροβολούν, την επιβουλεύονται και την μακελεύουν;
  
   Επί τέλους! Ας σταματήσει αυτή η ηλίθια ανοχή στα 20/χρονα αμόρφωτα κι ασυνάρτητα παιδάρια, που δύναμη των επιχειρημάτων τους είναι η δύναμη πυρός που κατέχουν.
   Τί περιμένουμε γιά ν’ ακολουθήσουμε το παράδειγμα των Ιταλών που εκμηδένισαν τον Κούρτσιο και τις Ερυθρές Ταξιαρχίες του ή, ακόμη καλύτερα, των Γερμανών που εξολόθρευσαν με τη γνωστή μέθοδο της «αυτοκτονίας» τη σκληρή συμμορία των Μπάαντερ-Μάινχοφ; Κι ησύχασαν άπαντες!

   Ας αφήσουμε στην άκρη τα «σαλιαρίσματα» περί δημοκρατίας, ανθρώπινων δικαιωμάτων και τέτοια ωραία, που παύουν να ισχύουν όταν ο απέναντι τα ποδοπατά και κατακουρελιάζει πρώτος. Η συντεταγμένη πολιτεία και η πολιτισμένη κοινωνία υποχρεούται να φείδονται των δημοκρατικών δικαιωμάτων, των ελευθεριών και της ζωής των πολιτών της, υπό τον απαράβατο όρο πως αυτοί θα τα σέβονται… πρώτοι! Από εκεί και πέρα, ένας συνεχιζόμενος ανοιχτός πόλεμος, γιά λόγους στοιχειώδους αυτοπροστασίας, θα πρέπει να γίνεται επί ίσοις όροις! Πόλεμο θέλετε εσείς; Οφείλουμε ν’ αμυνθούμε εμείς. Αίμα εσείς, αίμα κι εμείς. Πρώτα όμως εσείς και μετά εμείς. Όχι σαν εκδικηταί, αλλά σαν τιμωροί. Άδικοι εσείς, δίκαιοι εμείς!

   Όποιος πιστεύει πώς είναι δυνατόν όλα αυτά τα αμόρφωτα «τερατάκια», με οιαδήποτε πειθώ, να συνετιστούν και να επανενταχθούν ομαλά στους κόλπους της κοινωνίας είναι από αφελής έως UFO. Και η φραστική … καταδίκη των κομμάτων σε πράξεις βίας, αποτελούν φούμαρα και σαπουνόφουσκες. Πετούν ένα «καταδικάζω» και ... καθάρισαν!  Σε βαρειές μάλιστα περιπτώσεις το κάνουν κι ... «απερίφραστα», γιά περισσότερο μπούγιο. Κίβδηλα νομίσματα και ποντιοπιλατική εθελοτυφλία. Στάχτη στα μάτια χαζών και βούτυρο στο ψωμί της βυζαντινολογίας και ομφαλοσκόπισης υπό των περισπούδαστων «ειδικών». Συζήτηση γιά τη συζήτηση. Κι οι τρομοκράτες το βιολί τους, ουσιαστικά ανενόχλητοι!
   Απαιτείται δράση και μάλιστα άμεση γιά να σταματήσει το κακό. Και, ασυζητητί, μπορεί να γίνει σχετικά εύκολα. Με πολιτική βούληση και πολιτικά…. «γκατς»!

   Αν και γιά όσο χρειαστεί, αυτού του τύπου η ένοπλη δράση κι η τυφλή βία  χαρακτηριστούν «ιδιώνυμο έγκλημα» που θα επισύρει την θανατική ποινή και, κατ' εφαρμογήν,  εκτελεστούν οι 2-3 πρώτοι, δεν έχω καμία αμφιβολία πως το κακό θα σταματήσει ακαριαία! Μαχαίρι. Γιατί το βασικότερο κίνητρο αυτών των ανόητων μαστουρωμένων θρασιμιών, με την ακαταλαβίστικη γλώσσα, την ασυνάρτητη λογική και την πειθώ του καλάσνικωφ, κάτω  από… βαρύγδουπα και σαχλά ονόματα, π.χ….. «Πυρήνες της φωτιάς»(!), είναι η θρασυδειλία που στηρίζεται, πρωτίστως, στην ανοχή της πολιτείας και την ατιμωρησία των δικαστηρίων. (Προχθές έπιασαν κάποια… φοιτήτρια, αποδεδειγμένα τρομοκράτισσα, και χθες… την άφησαν ελεύθερη! Με τέτοια μυαλά δουλειά δεν γίνεται κι η κατάσταση θα χειροτερεύει).
   «Τα παιδία παίζει» κι εμείς οι υπόλοιποι θα τρέμουμε συνεχώς βιώνοντες ένα μόνιμο ...  «ζην επικινδύνως»! Θα έχει καταντήσει η κυριακάτικη οικογενειακή βόλτα του κάθε ταλαίπωρου νοικοκύρη, καταπιεσμένου και μαστιζόμενου από πλήθος προβλημάτων, αντί γιά ψίχουλο αναψυχής, να μοιάζει με εκστρατεία κομμάντος στη ζούγκλα του Βιετνάμ.  
   Ας το πάρουμε χαμπάρι, η ανοχή στην τυφλή βία την αναπαράγει ασύδοτη και με γεωμετρική πρόοδο. Αν δεν δουλέψει η αγχόνη, δεν θα ησυχάσουμε ποτέ. Κι αυτό ας ισχύσει, ως επαπειλή, και γιά τους πάσης φύσεως πολιτικούς πάτρωνές τους και τους αναίσχυντους υποστηρικτικούς κονδυλοφόρους που ενθαρρύνουν και σιγοντάρουν, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά, τέτοια καμώματα. Ένας μήνας αυστηρής εφαρμογής του νόμου, το πολύ, αρκεί.