Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013

Τύποι της ΒΙΟ




Η Γεωργία η …κουτσή.


   Η παρούσα ανάρτηση είναι αυστηρώς ακατάλληλη γιά παιδιά κάτω των 12 ετών και με απαραίτητη τη γονική συναίνεση γιά μέχρι τα 16. Λάβετε τα μέτρα σας!

   Από τη γειτονιά της Ακ. Πλάτωνος, το 1954 τρεις πιτσιρίκοι πέτυχαν στο Βαρβάκειο και φοιτώντας στο ίδιο τμήμα αναβοκατέβαιναν στο σχολείο μαζί. Το σχολείο τους βρισκόταν, τότε, στην οδό Κωλέττη στα Εξάρχεια, όταν η περιοχή ήταν χαρά Θεού. Αστική γειτονιά, όμορφη, ευχάριστη και κυρίως καθαρή, (γενικώς).
   Από τον τρίτο χρόνο, δηλαδή την Ε΄ γυμνασίου, (τότε το γυμνάσιο άρχιζε από την Γ΄, χάριν μιάς αρίθμησης τρελής που ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω), η φοίτησή μας ήταν απογευματινή, λόγω έλλειψης χώρου, καθώς το μονίμως άστεγο Βαρβάκειο ήταν πάντοτε «φιλοξενούμενο» στο κτίριο κάποιου τοπικού δημοτικού.
   Το κουδούνι της λήξης, ιδίως τους χειμωνιάτικους μήνες, μας εύρισκε στο κατασκόταδο, το οποίον τηρουμένων των αναλογιών της εποχής, έφερνε την Ομόνοια να μοιάζει με σημερινά μεσάνυχτα μακρινής συνοικίας. Συνήθως, γιά λόγους εξοικονόμησης… πόρων, αποφεύγαμε τη συγκοινωνία προς τον Πλάτωνα, πηγαίνοντας με τα πόδια και μαζεύοντας τα 60 λεπτά ανά διαδρομή, τα οποία καταθέταμε, μόλις γίνονταν παχουλό «μπαγιόκο», στο ημιυπόγειο γραμματοσημάδικο του Σπυρόπουλου, οδός Πανεπιστημίου και Πεσμαζόγλου. Η πρώτη μας συλλογή!
  
   Το κατέβασμα μας έφερνε μοιραία να διασχίζουμε μιάς άλλης «επιμορφώσεως» περιοχή στην οποία δέσποζε, ως κέντρο, η οδός Ακομινάτου. Η γειτονιά εκείνη στέγαζε ένα πλήθος από οίκους ανοχής, γνωστούς με την γαλλοϊταλικής φινέτσας ονομασία, μπουρδέλα!

   (Σημ. Ποιός θα το φανταζόταν πως το πολύ χαριτωμένο και ποιητικό αυτό όνομα, θα ερχόταν, με τη μεταφορική του έννοια και την ουσιαστική του λειτουργία, να χαρακτηρίσει και να καλύψει, σαν απαλό βελούδινο πέπλο, (σε μόλις 2/3 αιώνα), την Αθήνα, τη Βουλή και, εν τέλει, ολόκληρη τη χώρα, όπως τουλάχιστον διατείνονται πολλοί.)

   Σε τακτά διαστήματα, η παιδική περιέργεια κι αμεριμνησία μας έσπρωχνε στην δι’ επισκέψεως επιθεώρηση αυτών των σπιτιών, τα οποία είχαν στην εξώπορτα, συνήθως μισάνοιχτη έως διάπλατη, ένα έντονο υποδηλωτικό κόκκινο φως, ως σήμα κατατεθέν και προς αποφυγή παρεξηγήσεων. Μιά τέτοια βόλτα είναι ιστορικά γνωστή ανά το πανελλήνιον με τον κωδικό: «μπουρδελότσαρκα»!
   Στην ευρύτερη περιοχή της Ακομινάτου αν, παρ’ ελπίδα, κάποιο σπίτι δεν ήταν «τέτοιο» αλλά… κανονικό, ο ένοικός του το επεσήμαινε με μία τεράστια πινακίδα που έγραφε: «ΠΡΟΣΟΧΗ, ΕΔΩ ΚΑΤΟΙΚΕΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ»!, και ακολουθούσε, με μικρά,  το… όνομα. Παπαδόπουλος, Νικολόπουλος, Γιαννακόπουλος, η οτιδήποτε άλλο στο κουδούνι, σε αντιδιαστολή με τα Βούλα, Κούλα, Λούλα, Σούλα, Μούλα των κόκκινων φαναριών.
   Εννοείται πως επί τη εισόδω μας στο χώρο…. της απωλείας, άρχιζε ένα κυνηγητό από την αρμόδια υπεύθυνη του… οίκου, γνωστή και ως «τσατσά».( Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, η λέξη στα ινδικά σημαίνει υπεύθυνος, ηγέτης, αρχηγός, ή κάτι τέτοιο, πράγμα που ανακάλυψα αυτοπροσώπως, πολλά χρόνια μετά). Συνήθως επρόκειτο περί κάποιας μπρατσωμένης.. αδελφής, η οποία διαφέντευε τα του οίκου, από παραδουλεύτρα έως προστάτης και η οποία, τελικώς, μας πέταγε έξω κλωτσηδόν, μετά από κάποιο σύντομο κυνηγητό, που πολλές φορές παιζόταν και σε άλλους χώρους του σπιτιού, πλην του χωλ!
   - Τι γυρεύετε εσείς εδώ, βρε! Όξω γρήγορα και τρέξτε στη μάνα σας, μην πάει κάνας άλλος! Τεκνάκια του κερατά!
   Ωραία χρόνια, ωραίες στιγμές! Κάποτε στο κυνηγητό, περνώντας τρέχοντας απ’ την κουζίνα,  και πάνω στη βιάση, αναποδογυρίσαμε μιά κατσαρόλα με μακαρόνια που έβραζαν, οπότε τις κραυγές και τις κατάρες που ακολούθησαν θα τις ζήλευε και η γνωστή Ζωή του… ΤΣύριζα!

   Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί μία, ή μάλλον δύο, διαβολικές συμπτώσεις. Ο Ακομινάτος, νονός της αμαρτωλής οδού, υπήρξε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών (!), στα τέλη του 12ου αιώνα και το πραγματικό του όνομα ήταν Μιχαήλ …Χωνιάτης!!! Αναφέρομαι σε συμπτώσεις γιατί δεν διανοούμαι, εκείνη την εποχή, τόσο προχωρημένο χιούμορ, όπως ασφαλώς κι η περίπτωση της οδού Φυλής, (άλλος μπουρδελόδρομος κι αυτός), η οποία όμως συνιστά μισή… σύμπτωση, αφού κανονικά θα έπρεπε να λέγεται οδός… Φυλών, πληθυντικός, γιά να έχει απόλυτη επιτυχία η σύμπτωση. Γιά ευνόητους λόγους και, φαντάζομαι, κατανοητόν!

   Κατεβαίνοντας προς Μεταξουργείο, περιοχή τίγκα στο μπουρδέλο, θα έπρεπε να διασχίσουμε τις γραμμές του τρένου, δίπλα στη ΒΙΟ, που έτρεχαν πλάι σ’ ένα μικρό, αλλά εντελώς σκοτεινό παρκάκι, με πανύψηλα δέντρα και πυκνή, άναρχη βλάστηση. Η ΒΙΟ ήταν ένα πανάρχαιο εργοστάσιο-μυστήριο, που ποτέ δεν κατάλαβα τι ακριβώς κατασκεύαζε, όμως σε όλη την περιοχή σκορπούσε διάχυτη μιά έντονη μυρωδιά μαγιάς! Το δε παρκάκι θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα μικρό Σέιχ-Σου μέσα στη πρωτεύουσα. Διασταύρωση Κωνσταντινουπόλεως και Λένορμαν, πριν τη σημερινή απλόχωρη διασταύρωση.

   Ο θρύλος έλεγε πως τη νύχτα ήταν γεμάτο …πουτάνες, μεταξύ των οποίων κι η περίφημη Γεωργία η κουτσή! Πρόσωπο 100% υπαρκτό, που άφησε το ιστορικό του αποτύπωμα στη λαϊκή παράδοση και την παροιμιολογία. Ένα πρόσωπο που ακόμη και τώρα, αν τύχει και δω αργά κάποιο θρίλερ, ή φάω βαριά, π.χ. λαγό στιφάδο ή κάτι ανάλογο, με επισκέπτεται, με κατατρομάζει και μ’ αφήνει άυπνο, μέχρι πρωίας! Το γιατί, θα το εξηγήσω αμέσως.
   Η φήμη της Γεωργίας κι η παιδική περιέργεια, που ανίχνευε τον κόσμο και τη ζωή όπως τα μικρά γατιά που μόλις άνοιξαν μάτια, έκανε τη βουθουλέικη τριανδρία να πάρει, μιά μέρα, την μεγάλη απόφαση γιά τη μεγάλη αποκοτιά. Να δει πώς είναι, τέλος πάντων, αυτή η περίφημη Γεωργία η… κουτσή!
   Αφού η παροιμία λέει μεν πως «η περιέργεια σκότωσε τη γάτα», αλλά δεν προβλέπει τίποτε γιά νεαρούς μαθητές, αποφασίστηκε κάποτε η ανίχνευση του μαγικού δάσους. Σαλτάραμε λοιπόν, μιά θεοσκότεινη βραδιά, από τα κάγκελα της Δεληγιάννη που είχαν ψηλό υποβοηθητικό στηθαίο, και πιασμένοι χέρι-χέρι προχωρούσαμε αργά-αργά και με προφυλάξεις στο σκοτάδι, σαν Αμερικανοί κομάντος σε βιετναμέζικη ζούγκλα.
   - Ρε συ, βλέπεις τίποτα;
   - Όχι ρε, εσύ;
   - Ούτε, στρίψε ρε αριστερά, μετά από εκείνο το δέντρο.
   Ξαφνικά  -Θεέ και Κύριε!-  πίσω από το μεγάλο δέντρο και μέσα από τους θάμνους, πετάγεται μιά φιγούρα, ίδιος ο …Μπελφεγκόρ! Ένα πράμα στρογγυλό και κοντόχοντρο που κουνιόταν σαν εκκρεμές και μας πλησίαζε αργά. Ένας Χάρος με … ταλάντωση. Μιά γέρικη φάτσα, παστωμένη στο έντονο μακιγιάζ, κι ένα παγωμένο διαβολικό χαμόγελο στο στόμα. Ίδιος ο Τζακ Νίκολσον, ως Τζόκερ, στον Μπάτμαν.
   - Παναγιά μου, βοήθεια, ο …..Μπαμπούλας!
   Γιά πότε, μισοκατουρημένοι από φόβο, σκορπίσαμε κι οι τρεις, σαν τα πουλιά, στους … πέντε ανέμους και γιά πότε σκαρφαλώσαμε όποιο συρματόπλεγμα βρήκαμε μπροστά μας προκειμένου να βγούμε απ’ το δασάκι, κανείς δεν θυμήθηκε ποτέ!

   Όταν μετά, γδαρμένοι, στραπατσαρισμένοι και λαχανιασμένοι, ανταμώσαμε κάτω απ’ τη ΒΙΟ, μπροστά στη μάντρα-μπερντέ του παλιού καραγκιοζοπαίχτη Μανωλόπουλου και μακριά από τον… εφιάλτη, γιά ανασύνταξη, όλοι κάναμε τα …κοκόρια.
   - Έλα, ρε συ, γιατί το ’σκασες;
   - Εγώ ρε, εσύ … χέστηκες και την κοπάνησες!
   - Εγώ ρε; Σιγά που φοβήθηκα. Τί να φοβηθώ, εγώ έτρεξα γιά να… πιάσω εσένα που φοβήθηκες και το ’βαλες στα πόδια!
   Καλά, μας…. πιστέψαμε!

   Έκτοτε, όχι μόνο αλλάξαμε διαδρομή, αλλά και δεν ξανάγινε ποτέ κουβέντα γιά τη Γεωργία τη κουτσή, έτσι που η εικόνα της ν’ αποτελεί υπόθεση της φαντασίας των δυό μας. Λέω των δυό μας γιατί: 
  
   Ο τρίτος εκείνης της παρέας, ο Τάκης Κοκόλιας, ένα εξαίρετο, λαμπρό παιδί, σεμνό, χαμογελαστό και μετρημένο, δεν πρόλαβε να ζήσει ούτε ένα χρόνο ακόμη. Μιά καλπάζουσα λευχαιμία έκοψε απ’ το μίσχο του ένα μικρό μπουμπουκάκι, όχι μόνο πριν ανθίσει, αλλά πριν, καν, σχηματιστεί.
  
   Γυρίζοντας το μυαλό στα παλιά, τον θυμάμαι πάντα. Και μάλιστα πρώτον-πρώτον.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου