Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Γιά να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι.



«Είμαστε μιά ωραία ατμόσφαιρα, είμαστε.....»!

   Με αφορμή και αφετηρία την ανάρτηση του «Φευγάτου» φίλου, ο οποίος ξετρύπωσε την πρώτη από τις λιγοστές γυναίκες που εκτελέστηκαν γιά κακουργηματικές πράξεις στη χώρα από ποινικό αδίκημα, τη Σταυρούλα Γκουβούση, (εκτελέστηκε διά τυφεκισμού στις 26/8/1960), ο νους με πάει παλιότερα και, από διαβολική σύμπτωση, μπερδεύει και το ποδόσφαιρο στην ιστορία που θα διηγηθώ.
  
   Ο Ανδρέας Μουράτης, γνωστός και ως «Μιζούρι» υπήρξε ένας από τους καλύτερους και δημοφιλέστερους ποδοσφαιριστές της εποχής του. Αγωνιζόταν γιά χρόνια ως αριστερός μπακ στον Ολυμπιακό με το παρατσούκλι «Μιζούρι» που του κόλλησαν επειδή δέσποζε στην περιοχή, όπως το ομώνυμο τεράστιο αμερικανικό θωρηκτό δέσποζε στον φαληρικό όρμο, σε μιά επίσκεψή του στη χώρα.
   Ο «Μιζούρι», παρ’ όλη την πολυετή κυριαρχία του στα γήπεδα, ζήτημα αν έγινε διεθνής καμιά 15/αριά φορές όλες κι όλες, σε όλη την πολύχρονη σταδιοδρομία του. Ο λόγος ήταν πως εκείνο τον καιρό δεν γίνονταν εύκολα διεθνείς αγώνες.
   Σε κάποιον από τους λίγους που έδωσε η Εθνική μας στο εξωτερικό, από όπου συνήθως μάζευε εφτάρες  -και με ήρωα πάντα τον τερματοφύλακα που αποσοβούσε στο τσακ άλλα τόσα- ο Μουράτης πιάστηκε να φέρνει μαζί του κάτι ρολόγια και να προσπαθεί να τα περάσει λαθραία!
   Βεβαίως, και γιά πολλά κατοπινά χρόνια, ο αγώνας τελωνιακοί απ’ τη μιά και εισερχόμενοι Έλληνες, απ’ την άλλη ήταν ένα διαρκές και συναρπαστικό ματς, που κράτησε μέχρι την είσοδο της χώρας στην ΕΟΚ, όταν καταργήθηκαν ή ατόνησαν οι τελωνιακοί έλεγχοι, έχοντας πάντα αμφίρροπη εξέλιξη. Μιά νικούσε ο ένας και μιά ο άλλος. Αναλόγως την καπατσοσύνη στο κρύψιμο του ταξιδιώτη και την οξυδέρκεια ή βαρεμάρα του υπαλλήλου. Μιά  εφαρμογή στα σοβαρά του ωραίου παιδικού παιχνιδιού, «Κλέφτες κι Αστυνόμοι»! 
   Στην περίπτωση του Μουράτη, αφού όλοι οι παίκτες κουβαλούσαν … τ’ αντερά τους απ’ έξω, φαίνεται πως είτε ο παίκτης θα έδωσε ιδιαίτερο στόχο, λόγω νευρικότητος, είτε θα έπεσε σε τελώνη…. παναθηναϊκό. Όπως και να ’χει το θέμα, να σου ο Αντρίκος στο σκαμνί γιά…. λαθρεμπορία! Τη συνέχεια την συζητούσαν, σκασμένοι στα γέλια, όλα τα μέλη της παρέας της Ιπποκράτους κι έτσι την έμαθα κι εγώ.

   Στο δικαστήριο, προφανώς δασκαλεμένος από τους δικηγόρους, ο Μουράτης έκανε το χαζό κι απαντούσε στις ερωτήσεις δικαστού κι εισαγγελέα με απλοϊκές σαχλαμάρες κάνοντας συνεχώς…. την πάπια. Ο εισαγγελέας, προφανώς αυστηρός ή παναθηναϊκάκιας, είχε μυριστεί τη δουλειά και στην αγόρευσή του ήταν καταπέλτης κατά του παίκτη, χαρακτηρίζοντάς τον ως «Μοσκιό»! Τελικά, ο Μουράτης απαλλάχτηκε λόγω… βλακείας! Ακριβώς όπως το γράφω. «Απαλλάσεται λόγω βλακείας», έτσι το έλεγε η απόφαση!!!

   Γιά το Μοσκιό τώρα και πώς συσχετίζεται με την υπόθεση. Γύρω στο ’30 διαδραματίστηκε μιά πολύκροτη δίκη στην Αθήνα γιά ένα φόνο. Πολλοί οι κατηγορούμενοι, ένα το θύμα. Όλοι τους, σχεδόν, μιά οικογένεια. Πολύ ταιριαστή με μιά μελλοντική ατάκα του αμίμητου κι αξεπέραστου Ντίνου Ηλιόπουλου:
   - Είμαστε μιά ωραία ατμόσφαιρα, είμαστε, χιιιιιιιι!
   Το θύμα-σύζυγος, ο Δημήτρης Αθανασόπουλος ήταν πολύ μπιρμπιλομάτης και πολύ… σεβνταλής! Η γυναίκα του Φούλα, μία κούκλα και η πεθερά του, Άρτεμις Κάστρου, αρκετά νέα, αρκετά μπάνικη και πολύ ζωηρή. Ο ερωτιάρης Δημητράκης τις πήδαγε αμφότερες. Στο σύνολον όμως «έπαιρνε» 6, (2Χ3!), αφού όποια… «πόρτα» τους εύρισκε ανοιχτή, κλειστή, ή μισάνοιχτη…. μπουκάριζε! Στο κόλπο της «οικογένειας… πηδιόμαστε» κι ένας νεαρός μικρανεψιός, ονόματι Δημ. Μοσκιός. Μέσα κι αυτός στο οικογενειακό ραβαΐσι! Όπου εύρισκε καμιά τρυπούλα, χωνόταν κι αυτός λιγουλάκι κι… έγλειφε και κανένα κοκαλάκι απ’ το πλούσιο ερωτικό τραπέζι.

   Τελικά, με μη εξακριβωμένα επακριβώς αίτια, ο Αθανασόπουλος βρέθηκε σε κάποιο ρέμα σφαγμένος, πυροβολημένος, καμμένος και κομμένος σε…. μπόλικα κομματάκια! Τότε τα εγκλήματα εξιχνιάζονταν στο πιτς-φυτίλι και στην δίκη που ακολούθησε, η μάνα πήρε την ευθύνη επάνω της επικαλούμενη αγανάκτηση γιά τα ερωτικά βίτσια του γαμπρού της, ο δε Μοσκιός έκανε συνεχώς τον χαζό και την αθώα περιστερά, αφήνοντας στην ιστορία το όνομά του γιά ανάλογες συμπεριφορές. Με εισαγγελείς και προέδρους να το μνημονεύουν από έδρας, ακόμη και τώρα.
   - Εγώ, να, τί να ξέρω κύριε πρόεδρε. Τίποτε απολύτως. Δεν είδα, δεν άκουσα, δεν ξέρω! Με ύφος μισοκακόμοιρο κι ας επρόκειτο γιά κουφάλα-συνεργό του κερατά!

   Γιά την ιστορία, μάνα και κόρη καταδικάστηκαν σε θάνατο, αλλά η εκτέλεσή τους καθυστέρησε κοντά 10 χρόνια, κι έτσι αποφυλακίστηκαν με χάρη από την πρώτη κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου. Πάντως, μάνα και κόρη, θεωρούνται οι πρώτες Ελληνίδες θανατοποινίτισσες του κοινού ποινικού δικαίου, άσχετα αν τη γλίτωσαν.
   Κι έτσι, το μόνο που απέμεινε απ’ την υπόθεση Αθανασόπουλου, είναι ένα λαϊκό τραγούδι που έλεγε:
   - Καημέν’ Αθανασόπουλε, τι σου ’μελλε να πάθεις.
   Κι από κακούργα πεθερά, τα νιάτα σου να χάσεις.
……………….............................











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου