Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

Παιδικές αναμνήσεις.


                 X Ρ O N I A     K A Λ Α   K A I   Μ Ε   Υ Γ Ε Ι Α

                          Παιδικές αναμνήσεις  ( II )


   Την ιστορία των Κέντρων Νεότητος την ξεκίνησε, μάλλον, ο Δήμαρχος Κώστας Κοτζιάς, εκεί γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’50, λίγο πριν πεθάνει. Λέω μάλλον γιατί εκείνη την ταραγμένη περίοδο, με Εμφύλιο και γενικό μπάχαλο, (καλή ώρα!), κυβερνήσεις και δημάρχους άλλαζε η χώρα, όπως οι δανδήδες τα πουκάμισα.
   Επί των ημερών μου θυμάμαι να υπήρχαν γύρω στα 9-10 τέτοια Κέντρα, διάσπαρτα στις αθηναϊκές γειτονιές. Εξ αυτών, το 3ο βρισκόταν σχετικά κοντά με το 1ο, πίσω από την εκκλησία του Αγ. Γεωργίου, καθ’ οδόν προς τις γραμμές του τραίνου και το εργοστάσιο της ΒΙΟ, κι εν συνεχεία την πλατεία του Μεταξουργείου. Εννοείται σε μιά τοπογραφική διάταξη εντελώς διαφορετική από τη σημερινή. ’Έτσι εμείς το είχαμε δίπορτο. Όποτε τσακωνόμαστε στο ένα, πηγαίναμε και γραφόμαστε στο άλλο!
   Από όλα τα Κέντρα Νεότητος το πιό «αντιπαθητικό» μου ήταν αυτό του Μετς, πάνω από το Α΄ Νεκροταφείο, νομίζω ήταν το 5ο ή 6ο. Κι αυτό γιατί ποτέ δεν καταφέραμε, σε λίγο μεταγενέστερους χρόνους όπου μετείχα κι εγώ στις σχετικές ομάδες, να τους κερδίσουμε σε μπάσκετ και βόλεϋ. Έπαιζαν, τότε, εκεί κάτι θηρία, όπως ο σοβαρός Ζούπας, ο κλαψιάρης Δημαράς, ο γελαστός μαυριδερούλης Ακάσογλου και, κυρίως, ο μοναδικός Κωνστάντιος, η αντιμετώπιση των οποίων ήταν αδύνατη! Την ίδια κομπανία μάλιστα, τείχος αδιαπέραστο, την εύρισκα συνεχώς μπροστά μου κι αργότερα στο γυμνάσιο, εκεί όπου το δικό τους, το ΙΓ΄, σάρωνε όλα τα σχολικά πρωταθλήματα!


   Γιά τον Κοτζιά, τον Δήμαρχο, κάποιες κακές γλώσσες έλεγαν πως…έπεσε ηρωικά και ένδοξα πάνω, (μάλλον «μέσα»!) στο .. «καθήκον», χωρίς να του…. «πέσει»! Η καρδιά του δεν άντεξε, γέρος άνθρωπος!
   Θυμάμαι μάλιστα, αν και πολύ μικρός, δεν ήταν δυνατόν να καταλάβω πώς ένας θάνατος μπορούσε να χωρέσει πλάκες και καζούρα. Ήταν βλέπεις πολύ νωπές ακόμη οι μνήμες, λίγα χρόνια πριν, των γενειοφόρων ανταρτών, («κατσαπλιάδες» τους έλεγε η μητέρα), που είχαν εισβάλει ξαφνικά στο σπίτι και κυκλοφορούσαν, πέρα-δώθε, φουριόζοι με χιαστί περασμένες στο στήθος δεσμίδες από φυσεκλίκια και είχαν δεμένα διάφορα σημεία του σώματός του με επιδέσμους, και μάλιστα ματωμένους, πράγμα που με τρόμαζε και με αγρίευε σαν παιδάκι που ήμουν. Δεν ξέρω πόσο κράτησε αυτή η «κατοχή», άγνωστο.
   Θυμάμαι, ακόμη, όμως πως το σπίτι είχε μεταβληθεί σε οχυρό γιά μάχες και γιά θάνατο. Μιά μάχη γιά την οποία όλοι συζητούσαν φωναχτά και έντονα, αλλά ευτυχώς δεν έγινε ποτέ στη γειτονιά. Και όπως ξαφνικά ήρθαν, το ίδιο ξαφνικά και έφυγαν!


   Εγώ, πιτσιρίκι τότε και με παντελή άγνοια κινδύνου, κυκλοφορούσα ανάμεσά τους και μπερδευόμουν στα πόδια τους. Όμως έστω κι αν τους ενοχλούσα λιγάκι, κατά βάθος με έβλεπαν με συμπάθεια, με ανέχονταν και με θεωρούσαν ένα είδος «μασκότ» τους. Θυμάμαι ακόμη, σαν να γίνεται τώρα, το πώς γκρέμιζαν την καμπυλομένη γωνία του πέτρινου στηθαίου της ταράτσας, στη διασταύρωση των οδών Μύλων και Κίμωνος, (τώρα λέγεται Πλάτωνος), γιά να στήσουν ένα πολυβόλο! Μιά ζημιά που δεν επισκευάστηκε ποτέ μέχρι που, σχετικά πρόσφατα, γκρεμίστηκε το σπίτι, μαζί με όλα τα άλλα τριγύρω, προκειμένου να κτιστεί κάποιο αντιπαθητικό κτιριακό τέρας, σήμα κατατεθέν της σύγχρονης εποχής.
   Όμως η εικόνα του αίματος κι η ιδέα του θανάτου είχαν περάσει απ’ τα μάτια και τ’ αυτιά μου κι είχαν φωλιάσει στη ψυχή μου, προκαλώντας της φρίκη και δέος. Έτσι έμαθα να σέβομαι τη ζωή και να μην αστειεύομαι με τον θάνατο.


   Η δική μας «Παιδική Χαρά» ήταν σίγουρα η πιό μεγάλη και πιό ζηλευτή από όλες! Μέχρι πισίνα διέθετε, η οποία όμως ήταν συνήθως άδεια και αποτελούσε έναν ακόμη αυτοτελή χώρο γιά κάποια παιχνίδια. «Δίτερμα» δεν σήκωνε, λόγω κλίσης του πυθμένα, όμως εκεί ευδοκιμούσε ένα πολύ ωραίο και ιδιόμορφο παιχνίδι. Δυό-δυό, ή τρεις-τρεις, ανά ομάδα, με την πλάτη στα τειχώματα, πετάγαμε οι μεν στους δε, ένα στρογγυλό λαστιχένιο κρίκο προσπαθώντας να πετύχουμε… γκολ! Με τέτοιο κρίκο έπαιζαν οι λουόμενοι στη θάλασσα, πετώντας τον ο ένας στον άλλο και προσπαθώντας ο δέκτης να τον περάσει στο υψωμένο μπράτσο. Όπως προσπαθούσαμε να σημαδέψουμε το λαιμό μπουκάλας, με μικρότερους κρίκους, στα πανηγυριώτικα λούνα παρκ. Ο κρίκος αυτός, αποτελούσε μαζί με τις διάφορες μπάλες και τα άλλα όργανα γυμναστικής τον εξοπλισμό της πισίνας, κάτι όμως που δεν χρησιμοποιείτο ορθόδοξα σχεδόν καθόλου.
   Όλα αυτά τα παιχνίδια του τότε, ξέρω πως φαντάζουν σήμερα αφελή, χαζά και ανιαρά. Όμως «εκείνοι του τότε», αλλά και όποιος μπορεί να αναλογιστεί την φτώχεια, την ένδεια και τη στέρηση της εποχής, ίσως μπορεί και να καταλάβει την εφευρετικότητα εκείνων των πιτσιρικάδων. Η ζωντάνια κι η παιδική αθωότητα εύρισκε πάντοτε τρόπους να διοχετευθεί και εκτονωθεί, δημιουργώντας από το τίποτα παιχνίδια, απασχόληση, άμιλλα, επιδόσεις, ανταγωνισμό και, εν τέλει, ψυχαγωγία!
   Γιά την πισίνα, την οποία άφηναν επίτηδες άδεια, από φόβο μήπως και πέσει μέσα κάποιο απρόσεκτο παιδί και πνιγεί κι έχουνε τραβήγματα, θυμάμαι την εξής αμίμητη ιστορία.


   Βρισκόμαστε κοντά στα μέσα της δεκαετίας του ’50, όπου οι πλείστοι των Ελλήνων δεν είχαμε και πολύ καλές σχέσεις με τη θάλασσα. Άλλωστε κι εγώ άργησα αρκετά να τις εξομαλύνω και συμφιλιωθώ μαζί της. Ειδικοί λόγοι, που κάποτε θα τους αναφέρω, εμπόδιζαν την στάθμη της να περάσει ποτέ το ύψος του λαιμού μου. Ποτέ και με τίποτα! Την αντιμετώπιζα πάντα λεβέντικα. Πάντα όρθιος και στητός. Τις σπάνιες φορές που ερχόμαστε σ’ επαφή, και υπό την αυστηρή προϋπόθεση να μην είναι στα μπουρίνια της, συνήθως της επέτρεπα να με χαϊδεύει μέχρι το … στήθος!
   Με το ίδιο μάτι, πιστεύω, την έβλεπε τότε και η πλειοψηφία των Αθηναίων, αν κρίνω από 3-4 φίλους και γνωστούς που είχα, καπεταναίους, από τους οποίους ουδείς ήξερε κολύμπι!


   Την εποχή εκείνη, υπεύθυνη του Κέντρου ήταν μιά συμπαθέστατη, γλυκύτατη και ρηξικέλευθη γυμνάστρια, η κυρία Τζούλια. Μεσόκοπη όπως ήταν περιοριζόταν να επιβλέπει την καλή λειτουργία της Παιδικής Χαράς, είτε από το ανοιχτό παράθυρο του γραφείου της, ή όταν ο καιρός ήταν καλός, λίγο έξω απ’ αυτό. Και το μόνο που έκανε, όταν έφτανε στ’ αυτί της κανένα μεγαλόφωνο βλαστημίδι, να φωνάζει με την ψιλή, διαπεραστική φωνούλα της κάνοντας αυστηρές…. συστάσεις:
   - Ε΄, με τα… γαλλικά! Κώστα, (Γιάννη, Νίκο, διάφορα), ντροπή!
   Βεβαίως, ουδείς της έδινε σημασία, πλην της… Μαντάμ, η οποία αν μεν λαγοκοιμόταν, γλαρωμένη από την κατσαρόλα τις φακές που είχε καταβροχθίσει λίγο πριν, πεταγόταν «αγγελοκρουσμένη» και ανάστατη:
   - Τι έγινε πάλι; Τα παιδιά! Πού είναι τα παιδιά;
   Και αφού βεβαιωνόταν πως δεν συνέβαινε τίποτε κακό, το ξανάριχνε στον ύπνο, τεντωμένη στο άβολο παγκάκι. Αν, όμως, δεν είχε προλάβει να γλαρώσει και απλώς έπλεκε, σαν την Πηνελόπη, το απροσδιόριστο κι ατέλειωτο πλεκτό της, γύρναγε προς την γυμνάστρια και τη ρώταγε απορημένη:
   -Κε σκε βου ντιτ, μαντάμ; Ζε ν’ ατάντρ πα φρανσέ! Πα ντι του!
   (-Τι είπατε, μαντάμ; Εγώ δεν άκουσα καθόλου γαλλικά! Τίποτα!).


   Κάποτε της κατέβηκε, της κυρίας Τζούλιας, η ιδέα να διοργανώσει, μέσα στους υπόλοιπους, και κολυμβητικούς αγώνες!
   Οι πιό πολλοί από μας τους αληταρέους, ίσα που ανεχόμαστε το πλύσιμο μέσα στο τσίγκινο μπανάκι, που κατέβαινε από το πλυσταριό δις της εβδομάδος, ειδικώς κι εξ επί τούτου, και στρωνόταν στον «καμπινέ».
   (Σημ. Πού μπανιέρες και ντουσιέρες τότε. Ένα νιπτηράκι, τόσο δά, και μια τρύπα στο δάπεδο, τούρκικο καμπινέ, τη λέγανε τότε κι αυτά ήταν όλη κι όλη η «επίπλωση» του μπάνιου. Οπότε, πλην των άλλων, έπρεπε να … σημαδεύεις και σωστά, αφού με λάθος σκόπευση οι φωνές της μάνας ακούγονταν μέχρι τον Κολωνό και ίσως και τον Σταθμό Λαρίσης. Αυτό σε περίπτωση μεγάλης… αστοχίας. Και μιά και πιάσαμε τα… κομφόρ του λουτρού, σ’ ένα μεγάλο και λοξό καρφί, καρφωμένο στον τοίχο, ήταν μπηγμένη, σε κανονικά και καλοκομμένα τετράγωνα κομμάτια, η εφημερίδα της… προηγούμενης. Το διάχυτο πνεύμα οικονομίας της εποχής δεν άφηνε να πάει χαμένο τίποτε! Πάντως, εξ όσων θυμάμαι, κανείς μας δεν παραπονέθηκε ποτέ γιά … αιμορροΐδες. Ίσα-ίσα που πρόβλημα παρουσιάστηκε με την είσοδο στη ζωή μας του απαλού, βελούδινου χαρτιού υγείας μέχρι να συνηθίσουμε να το χρησιμοποιούμε μαλακά, ώστε να μην διαλύεται από τη σκληρή χρήση, οπότε….. καταλαβαίνετε τι γινόταν!!).
   Και γιά να ξαναγυρίσουμε στο μπανιάρισμα, πάντοτε δυσφορούσαμε με το «σύστημα». Η διαδικασία προέβλεπε ένα κουβά ζεστό νερό και με το ένα χέρι να μας τρίβει, μπας και ξεγλιτσιάσουμε, με πράσινο σαπούνι και ελαφρόπετρα και με το άλλο να μας ρίχνει νερό από τον κουβά, με ένα κατσαρολάκι. Όμως το νερό αυτό, μέχρι να φτάσεις στο ξέβγαλμα κρύωνε και συ τουρτουρίζοντας και τρέμοντας θύμιζες βρεγμένο σκύλο που τινάζεται γιά να στεγνώσει. Με τη διαφορά πως ενώ ο σκύλος τινάζεται εκούσια, εσύ τιναζόσουν αυτόματα, τρέμοντας από το κρύο. Έτσι με το άκουσμα κολυμβητικών αγώνων, στην αρχή στραβομουτσουνιάσαμε και μετά το ρίξαμε στην πλάκα.
   - Ρε σεις, τι λέει αυτή η τρελή; Ας πάει να κολυμπήσει μόνη της!


   Τελικά, δεν ξέρω πώς, οι αγώνες στήθηκαν και την καθορισμένη ημέρα πλήθος κόσμου, όλες οι πέριξ του Αγ. Κωνσταντίνου γειτονιές, φορώντας όλοι τα καλά τους, είχαν στριμωχτεί, μέσα κι έξω από το Κέντρο, γιά να παρακολουθήσουν τη λαμπρή γιορτή. Θα πρέπει, ίσως, να ήταν του Αγίου Κωνσταντίνου, κοντά στο καλοκαίρι. Πάντα οι αγώνες στο Κέντρο διοργανώνονταν με κάποια εθνική ή θρησκευτική ευκαιρία.
   Στην αρχή όλα πήγαιναν ρολόι. Μπάσκετ, βόλλεϋ, μονόζυγο, στίβος, άλματα, (μήκος, ύψος, τριπλούν), σφαιροβολία, δημοτικοί χοροί, απ’ όλα είχε η γιορτή κι ο κόσμος χειροκροτούσε ευχαριστημένος με όσα έβλεπε! Ώσπου, κάποτε, ήρθε και η ώρα της… κολύμβησης. Τα μεγάφωνα, στημένα πρόχειρα πάνω στους θεόρατους ευκάλυπτους, διαλάλησαν:
   - 50 μέτρα ελευθέρως, αρρένων!
Αμέσως, έξι νεαροί πήραν θέσεις στη βαθιά πλευρά της πισίνας -χωρίς κουλουάρ, διαδρόμους, χωρίς τίποτα- και με το σφύριγμα της κυρίας Τζούλιας, πήγαν κι ήρθαν στην πισίνα και τερμάτισαν αξιοπρεπώς, υπό τις ενθουσιώδεις επιδοκιμασίες του φιλοθεάμονος και φίλαθλου κοινού, που πρώτη του φορά έβλεπε τέτοιους αγώνες! Μπράβο και ζήτω!
   Σειρά τώρα τα κορίτσια:
   -50 μέτρα ελευθέρως, θηλέων!
   Οπότε εμφανίζονται στην αφετηρία… τρία κοριτσάκια! Τα δύο, έτσι κι έτσι. Αρκετά μεγαλόσωμα και με αυτοπεποίθηση. Το τρίτο όμως, ήταν ένα αχαμνούλικο, μιά μπουκιά όλη κι όλη, που έτρεμε. Από το κρύο υποθέσαμε όλοι. Με το σφύριγμα της γυμνάστριας, τα μεν δύο κορίτσια έπεσαν στο νερό κι άρχισαν να κολυμπούν κανονικά, όμως το μικρό μόλις βούτηξε άρχισε… να τσιρίζει, σαν την Κωνσταντοπούλου στη Βουλή! Δεν ήξερε μπάνιο, οπότε πηγαίνοντας στον πάτο, άρχισε να χτυπάει, χέρια-πόδια, το νερό, να πνίγεται και να φωνάζει, βοήθεια! Τον αρχικό αιφνιδιασμό και απορία, διαδέχτηκε ο πανικός των έκπληκτων θεατών:
   -Καλέ, το κορίτσι πνίγεται! Σώστε το παιδί!
   Εν ριπή οφθαλμού έγινε ο κακός χαμός και η πισίνα έπηξε από κουστουμαρισμένους τύπους που βούτηξαν γιά να σώσουν το κοριτσάκι! Μαζί τους κι η κυρία Τζούλια, της οποίας το καλοχτενισμένο, αλά γκαρσόν, μαλλί έγινε, διά μιάς, τζίβα κολλημένη στο κρανίο της. Βγήκε σαν βρεγμένη γάτα και η σεμνή τελετή έλαβε… τέλος άδοξον!


   Έκτοτε, όχι μόνο δεν διοργανώθηκαν κολυμβητικοί αγώνες στο 1ο Κέντρο Νεότητος, αλλά εξ όσων η μνήμη με ενημερώνει, η πισίνα δεν ξαναγέμισε νερό ποτέ! Τουλάχιστον επί εποχής μου.



Όμως αρκετά σας κούρασα γιά σήμερα. Προσεχώς θα επανέλθω … δημήτριος!







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου