Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Παιδικές αναμνήσεις.



Η παρέα της οδού Ιπποκράτους

   Παραμένουμε σταθερά στη δεκαετία του ’50, την πιό σεμνή και πιό ντροπαλή δεκαετία της μεταπολεμικής εποχής. Ο κόσμος, με διαφορετικά συναισθήματα, φοβίες και απωθημένα ήταν πολύ μετρημένος και κουμπωμένος. Η διαίρεση του λαού, που λίγο πριν είχε προκαλέσει αναστάτωση, μίση και αίμα, μπήκε σε πίσω συρτάρι της μνήμης, μαζί με το μούδιασμα, αφήνοντας στα μπροστινά, την αδήριτη ανάγκη της επιβίωσης και της ανασυγκρότησης της χώρας. Η οικονομία να ζεσταίνει μηχανές και να υποβοηθείται σ’ αυτό από διάφορα ενισχυτικά κόλπα και «δυναμωτικά», όπως το σχέδιο Μάρσαλ, η υποτίμηση του Μαρκεζίνη και η όρεξη του κοσμάκη γιά δουλειά.
   Εκείνη την εποχή η εικόνα της Αθήνας δεν ξεπερνούσε την εικόνα μιάς μικρής, σημερινής, επαρχιακής πόλης, αλλά σε πολύ πιό μαύρο χάλι. Με ελάχιστες αστικές συγκοινωνίες και τρισάθλιο οδικό δίκτυο, η κυρίως πόλη, από βορά σε νότο άρχιζε από το Γηροκομείο και τέλειωνε στο Κουκάκι κι από ανατολή σε δύση από Παγκράτι μέχρι Πλατεία Αμερικής, (τότε Αγάμων). Ο κύκλος που περιελάμβανε αυτά τα σημεία, περιείχε και ολόκληρη την πόλη των Αθηνών! Ό,τι ήταν εκτός αποτελούσε ή μακρινό προάστιο, π.χ. Μοσχάτο. Πατήσια, ή κοντινό χωριό, π.χ. Μαρούσι, Λιόπεσι. Η έννοια «λεκανοπέδιο της Αθήνας» ήταν καθαρά γεωγραφικός, και μόνον, όρος.
  
   Εννοείται πως η εγκληματικότητα «χτύπαγε» ασήμαντα νούμερα κι έτσι και γινόταν κανένας φόνος, (π.χ. του Πεπέ από τον Χατζηχρήστο), οι εφημερίδες, τότε 4/σέλιδες ή το πολύ 6/σέλιδες, έγραφαν, σχετικά, με πηχυαίους τίτλους γιά εβδομάδες. Όπως κι αν τύχαινε και τσάκωνε η ασφάλεια καμιά κομμουνιστική γιάφκα που τύπωνε προκηρύξεις ή τον παράνομο «Ριζοσπάστη». Ένα τέτοιο γεγονός συνέβη απέναντι από το σπίτι μου, Μύλων και Μοναστηρίου, και ο πάταγος που προκάλεσε,
   -Ρε σείς, κάτω απ’ τη μύτη μας χρόνια και μεις να μην πάρουμε χαμπάρι!!, τροφοδοτούσε όλον τον κουτσομπολικό μηχανισμό των νοικοκυράδων επί μήνες. Κι όλο σου-σου-σού και ψου-ψου-ψού, στα πεζοδρόμια. Χαμηλόφωνα όμως, μπας και κάποιο χαφιέδικο αυτί ακούσει τίποτε κι άντε μετά να ξεμπλέξεις με την Ασφάλεια! Ακόμη κι ένας πανάγαθος έως βλάκας, μεσήλικας έως γηραλέος και ψιλόλιγνος έως στέκα, γείτονας αστυφύλακας, όταν περνούσε γιά να πάει στη δουλειά του, γινόταν αφορμή αυστηρού σιωπητηρίου!

   Η διασταύρωση Ακαδημίας και Ιπποκράτους, με μικρό άπλωμα δεξιά-αριστερά και πάνω-κάτω, αποτελούσε μιά πολύ ενδιαφέρουσα εμπορική περιοχή, η οποία μαζί με το στέκι των υπαίθριων παλαιοβιβλιοπωλών, στην αρχή της Ασκληπιού, στον τοίχο κατεδαφισθείσας πτέρυγας του, τότε, Πολιτικού Νοσοκομείου και νυν Πνευματικού Κέντρου, (τρομάρα μας!), του Δήμου, καθώς και την απέναντι πιάτσα ταξί, (όπου κι ο περίφημος κυρ Μανώλης ο Τραμπαρίφας, του γνωστού άσματος), συνιστούσαν ένα εντυπωσιακό στέκι κι έναν πολύ ζωντανό μικρόκοσμο.
  
   (Σημ. Ο Μανώλης Τραμπαρίφας ήταν ένας Κρητικός ταξιτζής και πολύ ήρεμος, αγαθός και σεμνός άνθρωπος. Είχε μία μαύρη Σεβρολέτα και μιά γυναίκα που υπεραγαπούσε. Το γνωστό τραγούδι των Σουγιούλ και Σακελλάριου -«Απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα»-  έκανε γνωστό το όνομά του  αλλά όχι τον ίδιο κι η δημοφιλία που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί εξ αυτού, τον Μανώλη ούτε που τον άγγιξε καν και μάλλον τον ενοχλούσε. Η απλότητα κι απλοϊκότητα του ανθρώπου έδωσαν λαβή γιά ν’ αμφισβητηθεί η ύπαρξή του. Λόγω της ιδιομορφίας του ονόματος θεωρήθηκε πλάσμα της φαντασίας του Σακελλάριου. Όμως ο Μανώλης Τραμπαρίφας υπήρξε πράγματι. Τουλάχιστον, όσο εσείς κι εγώ).
   Ίσως αργότερα να περιγράψω κάποια χαρακτηριστικά περιστατικά με τον κυρ Μανώλη).

   Πλην των ήδη αναφερθέντων τύπων, όπως του Μήτσου Ροζάνη, του Μεταξουργιώτη βαρύμαγκα παπουτσή, και του βενζινά Τάσου Αναστασόπουλου, υπήρξε ολόκληρη «συμμορία» νεαρών -όλοι γύρω στα 30- καταστηματαρχών με εμπορικά μικρομάγαζα, τους οποίους, όλους, έδενε πραγματική κι ανυπόκριτη φιλία, χωρίς ανταγωνισμούς, ζήλιες και αντιπαλότητες. Όλοι τους με περιορισμένη μόρφωση, όμως όλοι έξω καρδιά, τραπεζώματα και γλέντια εναλλάξ στα σπίτια, κουμπαριές και πάρα πολλή και συγκινητική αλληλεγγύη.
  
   Ο πατέρας μου είχε τρία βασικά χαρακτηριστικά. Αν και βιβλιοπώλης, ήταν σχεδόν αγράμματος! Απόφοιτος δημοτικού με 5 και διαγωγή κοσμία, έλεγε πάντα: «Εγώ είμαι γιά να πουλάω τα βιβλία, όχι να τα διαβάζω!», είχε μιά μεγάλη αγάπη γιά την μπάλα και έναν απέραντο τρόμο γιά την εφορία! (Απ’ αυτόν πήγε, πρόωρα, στα 39 του).
   Πιό κολλητοί του φίλοι τα αδέλφια Χιονίδη. Όλοι παπουτσήδες και με πολλά μαγαζιά στην περιοχή. Είχαν έλθει από την Ρωσία, πρόσφυγες, με μητέρα Ρωσίδα, τη Μάρσα, (απίθανες πλάκες!) και πατέρα που δεν γνώρισα γιατί είχε πεθάνει πριν. Από τους Χιονιδέους θυμάμαι τρεις αδελφούς, (πιθανόν να υπήρξαν κι άλλοι) και μία αδελφή. Κατά σειρά ηλικίας, τον Ιωακείμ, τον Γιώργο, τον νουνό μου, τον επονομαζόμενο «πιλάφα», αφού λάτρευε το πιλάφι και μπορούσε να φάει στη καθισιά του όσο 50 Κινέζοι μαζί, (χωρίς υπερβολή!), και τον μικρό, τον Αλέκο. Την αδελφή τους Τασία, που θυμόμουν αμυδρά, την ξανασυνάντησα πριν κάμποσα χρόνια, όταν τυχαία συνεργάστηκα με την αρχιτεκτόνισα κόρη της.



                                    Ο Παναθηναϊκός, στη μέση του 20ου αιώνα
  
   Ο Αλέκος Χιονίδης έπαιζε, τότε, στον Παναθηναϊκό σέντερ χαφ. Τερματοφύλακας ο Μαθιός. Το επίθετό του δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ, λίγοι το ήξεραν και δεν το θυμάμαι με σιγουριά! Το Βιτώρης ή Βιτάλης ή κάπως έτσι, κάτι μου λέει. Ήταν γνωστός στον κόσμο με το παρατσούκλι «Καραγκιόζης» και διατηρούσε ένα υπαίθριο μανάβικο στη Θεμιστοκλέους, Γελαστός, λαϊκός κι ευχάριστος άνθρωπος, όταν τον αποκαλούσα κι εγώ «Καραγκιόζη», γελούσε καλόκαρδα, αφήνοντας να φανεί ένα πάνω χρυσό δόντι, και μου χάιδευε τα μαλλιά. Αν και καλός και σταθερός τερματοφύλακας, (τον θυμάμαι να παίζει πάντα με τραγιάσκα), την εποχή του είχε την ατυχία να πέσει σε θηρία, όπως ο Πεντζαρόπουλος του Πανιωνίου κι ο Κουρουκλάτος του Ολυμπιακού, κι έτσι πέθανε, εκτός από φτωχός και με το παράπονο πως δεν χρίστηκε ποτέ διεθνής. Τότε οι ομάδες δεν είχαν την πολυτέλεια των μεγάλων «ρόστερς», ούτε και των αντικαταστάσεων στο παιχνίδι. Με έντεκα άρχιζες και μ’ αυτούς τελείωνες! Κι αν τραυματιζόταν κανείς, αλίμονό σου, συνέχιζες λειψός!
   Μπακ ήσαν ο Σταφυλίδης κι ο Κυριαζόπουλος κι από κει και πέρα θυμάμαι σκόρπια ονόματα. Όπως ο αγριωπός Νικολόπουλος, ο Νικολαϊδης, ο Γαζής, ο Παπαντωνίου, ο αποκαλούμενος «δάσκαλος», (προφανώς της μπάλας, αν και αργός παίκτης), με το λεπτό μουστακάκι και τη φινέτσα στην πάσα και, κυρίως, στην ντρίπλα, ο Πετσανάς, ο Σίμος, η «κουβαρίστρα» ο Χατζηνικολάου, ο σίφουνας Φυλακτός, ο Διαλετής, ο Σαλεμής, ο Τσιτούρας και λίγο αργότερα η μεγάλη μου συμπάθεια, ο Γιάννης Νεμπίδης. Με τον Γιαννάκη, έτσι τον φώναζαν όλοι, (γιά να πάρετε μιά ιδέα πως ζούσαν και πώς δούλευαν τότε οι ποδοσφαιριστές), συζητούσαμε επί ώρα γιά τον Παναθηναϊκό και τα παλιά, κάθε φορά που πήγαινα, επίτηδες, γιά παγωτό στο ζαχαροπλαστείου του «Τσίτα», στην Πανεπιστημίου και  αρχή της στοάς Νικολούδη, όπου δούλευε απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ! Εκεί με σερβίριζε παγωτό σε κούπα, που εκείνη την ώρα γέμιζε ανοιγοκλείνοντας το οριζόντιο καπάκι του ψυγείου και όπως το έτρωγα, στα όρθια, σχολιάζαμε την ποδοσφαιρική επικαιρότητα και, κυρίως, τα παλιά, σαν την εξής περιπέτεια που, το άκουσμά της, έκανε κάθε ακροατή της να ξεραίνεται στα γέλια.

   Κάποτε, σ’ εκείνα τα πέτρινα χρόνια, είχαμε πάει με τον Παναθηναϊκό να παίξουμε στη Λάρισα, φιλικό, με κάποια ντόπια ομάδα. "Τοξότης" ή κάπως αλλιώς λεγόταν. Δεν θυμάμαι ακριβώς, αλλά δεν έχει σημασία. Με ένα πράσινο λεωφορείο, όλη η αποστολή, από εκείνα τα άθλια υπεραστικά σαράβαλα με τη σκάλα πίσω, όπου σκαρφάλωνες και πόστιαζες διάφορα στην οροφή! Εκεί φορτώθηκαν σε μπόγους, όλα τα συμπράγκαλα της ομάδας. Ρούχα, παπούτσια, κ.λπ.
   Το ματς έγινε σε άθλιες τοπικές συνθήκες. Ένα ξέφραγο χωράφι, κατάλληλο μόνο γιά γεωργικές εργασίες, ήταν το γήπεδο και 11 δρεπανηφόρα άρματα, οι αντίπαλοι, οι οποίοι μας τάραξαν στις καλαμιές, τις κουτουλιές, τα σπρωξίματα, τις τρικλοποδιές και γενικώς σε ό,τι αντιαθλητικότερο κυκλοφορούσε τότε στην ποδοσφαιρική αγορά! Και γύρω-γύρω, ένα κοινό της εποχής γιά το οποίο η προσφώνηση «μπαστουνόβλαχος» ισοδυναμούσε με ύψιστο κοπλιμάν και τίτλο ευγενείας! Πολύ αμφιβάλλω αν ο αγώνας έληξε κανονικά, γιατί εκείνο που θυμάμαι είναι η γενική εφόρμηση του …«φίλαθλου» κοινού στον…αγωνιστικό χώρο, λίγο πριν το τέλος! Ο Παναθηναϊκός προηγούνταν με 2 – 1 κι όπως καταλαβαίνετε η κατάσταση δεν ήταν καθόλου ευχάριστη γιά όλους. Ούτε γιά τους βλάχους που την «έτρωγαν», ούτε και γιά μας που θα τις… τρώγαμε! Εφ’ ω και σαλπίστηκε άτακτη υποχώρηση.
   Ο πατέρας, συστηματικός συνοδός, χειροκροτητής, αλλά και πολύ προνοητικός φίλαθλος με τσουβάλιασε, εκ των πρώτων, στο λεωφορείο, γι’ αυτό και καθήμενος πίσω-πίσω, θυμάμαι, σαν τώρα, όταν το λεωφορείο ξεκίνησε άρον-άρον, με συνοδεία λιθοβολισμών, ώσπερ μοιχαλίδα στη Τζέντα, τον Νεμπίδη ημίγυμνο χωρίς φανέλα και ξυπόλητο, να τρέχει μ’ αγωνία και τρόμο να προλάβει το … σαράβαλο, πριν τον προλάβει το ντόπιο… ιππικό, (ένα σύννεφο από ποδήλατα), που μας καταδίωκε με αγνά «φίλαθλα» αισθήματα και άγριες διαθέσεις, και τον κάνει τ’ αλατιού και πιό μαύρο απ’ ό,τι ήταν. (Ήταν αρκετά μελαχρινός). Τελικά, με την ψυχή στο στόμα, πρόλαβε και πιάστηκε από τη σκάλα και σώθηκε! Πάντως το λεωφορείο, καλού-κακού, σταμάτησε στον … Τύρναβο! Εκεί έγινε η ανασυγκρότηση όλων κι ο Νεμπίδης μπήκε μέσα!

   Κι ένα τελευταίο γιά σήμερα. Τω καιρώ εκείνω και μερικά χρόνια πριν, στο γήπεδο του Παναθηναϊκού οι θέσεις των «επισήμων» ήσαν στην απέναντι εξέδρα, αυτή της οδού Τσόχα. Πέταλα δεν υπήρχαν και ίσως κι η εξέδρα της Αλεξάνδρας, η οποία ακόμη κι αν υπήρχε ήταν κάπως αλλιώς. Σε μιά επίπεδη πλατφόρμα τοποθετούσαν απλές καρέκλες ελεύθερα, οι οποίες προ του αγώνος ήσαν τακτοποιημένες μιά χαρά και με τη λήξη, ελληνοπρεπέστατα, φίρδην-μίγδην. Ο χώρος είχε ευχερή επικοινωνία με τον αγωνιστικό και, εννοείται, πρώτη και καλύτερη, μεταξύ των επισήμων, η κυρά Μάρσα Χιονίδου, η οποία ήταν πόλος έλξης γιά συζήτηση και πλάκα, καθώς μάλιστα μιλούσε σπαστά ελληνικά κι είχε γνώμη γιά τα πάντα. Γριά, καλοσυνάτη, παμπόνηρη και χοντρή, αλλά γεροδεμένη και κοτσονάτη, παρ’ όλο που κούτσαινε και περπατούσε πάντα με μπαστούνι, σεινάμενη-κουνάμενη. Τα μαλλιά της τα είχε μαζεμένα κότσο, τον οποίο δημιουργούσαν δύο στριφογυριστές πλεξούδες, ακριβώς σαν τις «θεούσες» της οργάνωσης του πατρός Αγγέλου, στη Ζωοδόχο Πηγή.
   Εγώ τότε, ήμουν «μασκότ» της ομάδας, δηλ. μεταξύ εκείνων των μπομπιρέων που έβγαιναν στο γήπεδο, πρώτοι και καλύτεροι, με μιά μπαλίτσα. Πίσω ο αρχηγός, μετά ο τερματοφύλακας με την κανονική μπάλα και μετά οι άλλοι, ένας-ένας, και τρέχαμε όλοι προς τη σέντρα κλωτσώντας και… αποθεούμενοι  -ζήτωωωωωω-  από τους φιλάθλους μας.
   ( Σημ. Γιά την υπόθεση «μασκότ» και τις σφαλιάρες που άρπαζα από εκείνο τον ομότιμο μπαγάσα του Ολυμπιακού -ποτέ δεν μίσησα άνθρωπο περισσότερο- θα μιλήσουμε αργότερα. Δυστυχώς ήταν 2-3 χρόνια μεγαλύτερος κι είχε και βαρύ χέρι, ο άτιμος!).
   Φυσικά παρακολουθούσα τους αγώνες από τον πάγκο. Με τον προπονητή, τον μασέρ κι ένα κακάσχημο φροντιστή που όλο έτρεχε, μ’ ένα κουβά νερό κι ένα σφουγγαρόπανο, όταν χρειάζονταν…. πρώτες βοήθειες!

   Το ματς της ιστορίας μας ήταν με τον Φωστήρα, τον «φονέα των γιγάντων» όπως τον αποκαλούσαν. Και δικαίως, αφού συνηθέστατα τις έβρεχε στους «μεγάλους».
   Σε κάποια φάση, ο σέντερ φορ του Φωστήρα, ένας πολύ καλός κι επικίνδυνος παίκτης, διεκδίκησε τη μπάλα στον αέρα με το Χιονίδη και καθώς ο Αλέκος του έριχνε ένα κεφάλι, (νομίζω πως τον Φωστηριώτη τον έλεγαν Γιαλαμπίδη, δεν είμαι σίγουρος), αυτός μεν χτύπησε την μπάλα, αλλά ο Φωστηριώτης τον κουτούλησε στο σαγόνι! Και πάρ’ τον κάτω το Χιονίδη. Τέζα και φαρδύς πλατύς! Τότε, ποιός είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε.
   - Ιίίίί, το παιντί!, βγάζει μιά τσιρίδα η κυρά Μάρσα, κι αμέσως κατεβαίνει βιαστική και κούτσα-κούτσα, μπαίνει στον αγωνιστικό χώρο χωρίς εμπόδιο, αφού όλοι ήξεραν ποιά είναι και θεώρησαν την ενέργεια ως ανησυχία γιά το γιό της. Πλησιάζοντας την ομήγυρη των παικτών που ήταν σκυμμένοι πάνω απ’ τον τραυματία, σηκώνει τη μπαστούνα και ….πλακώνει στις μαγκουριές τον άναυδο Γιαλαμπίδη, ο οποίος έτρεχε γύρω-γύρω να γλιτώσει, πριν το σκάσει οριστικά στ' αποδυτήρια!
   Στον μεγάλο και τραγελαφικό χαμό που ακολούθησε, οι μισοί προσπαθούσαν να ξελιποθυμήσουν τον Αλέκο κι οι υπόλοιποι να βγάλουν έξω, σηκωτή, τη μαινόμενη μάνα του, που ωρυόταν κι έβριζε στα ρώσικα! Με το γήπεδο, βεβαίως, να σπαρταράει στα γέλια.

   Αυτή την ιστορία, την οποία έζησα από κοντά και την οποία καταθέτω με κάθε ειλικρίνεια και κάθε λεπτομέρεια, απορώ πως δεν βρέθηκε κανείς δημοσιογράφος ή άλλος αυτόπτης μάρτυς να την γνωστοποιήσει ευρύτερα. Σίγουρα αρκετοί από τους θεατές της και θα ζουν και θα θυμούνται. Την θεωρώ, διαχρονικά, από τα πλέον αμίμητα «χάι λάιτς» του ελληνικού ποδοσφαίρου!



   Σταματώ εδώ αλλά μου άνοιξε η όρεξη και μάλλον… θα συνεχίσω! Με ενσταντανέ, μαρτυρίες κι ονόματα της παλιάς, καλής εποχής.



1 σχόλιο: