Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

ΠΕΤΡΟΓΡΑΝΤ.



Νίκυ Γιάκοβλεφ - Μαίρη Λω




   Ανεβαίνοντας την Σταδίου και λίγο μετά την διασταύρωση με την Πεσμαζόγλου, στο δεξί μας χέρι, περίπου εκεί που σκάει η Στοά Νικολούδη, και πριν εξαφανιστούν τα παλιά αρχοντικά μέγαρα, αντικαθιστάμενα από τα σύγχρονα ξεράσματα, υπήρχε ένα σπουδαίο, πασίγνωστο και φινετσάτο ζαχαροπλαστείο, το Πέτρογκραντ. Στη θέση που είναι τώρα κάποιο άχαρο και άχρωμο κτίριο του Υπουργείου Εργασίας.
   Στις δικές μου πρώιμες ημέρες το πρόφθασα ανθηρό, ζωντανό και με κίνηση διακριτική. Όχι τεράστια, αλλά ικανοποιητική, καθ' όσον αριστοκρατικό και μάλλον.....τσουχτερό γιά την εποχή του.
   Πηγαίναμε μετά το σχόλασμα του σχολείου γιά ένα περίεργο, γιά τα δεδομένα εκείνων των χρόνων, έδεσμα το οποίον, από ολόκληρη την Αθήνα, εύρισκες μόνον εκεί, το πιροσκί! (Μιλάμε βέβαια περί τα μέσα της δεκαετίας του ’50!). Αφράτο περίβλημα ζύμης και μέσα γέμιση ιδιότροπης γεύσης, με βάση τον κιμά ή την πατάτα. Διαλέξτε και πάρτε.

   Δεσπόζουσα μορφή ο ιδιοκτήτης του, ο Νίκυ Γιάκοβλεφ. Ένας εντυπωσιακός και εμφανέστατα διαφορετικός στη μορφή, το σουλούπι και τη συμπεριφορά του, άνθρωπος. Οι τρόποι του, πολύ ευγενικοί, και το γαλάζιο βλέμμα του, (με τη βοήθεια και του ονόματός του), με έστελναν, τσιφ, κατά Ρωσία μεριά, αφού με έβαζαν, (όπως εμένα φαινόταν τότε), σ’ ένα καθαρά ντοστογιεφσκικό κλίμα! Και όντως ο Γιάκοβλεφ είχε γεννηθεί στη Γιάλτα, το 1910, από Ρώσο πατέρα, (ίσως και μητέρα, δεν είμαι σίγουρος), και είναι, εν πολλοίς, άγνωστο πως «άραξε» στη χώρα μας. Εκείνο που τον καθιστούσε ιδιαίτερα επιβλητικό και... σπάνιο, ήταν ένα μεγάλο μονόκλ, το οποίο  -αν δεν το φορούσε-  κρεμόταν ευδιάκριτα στο στήθος του.
   Ο Γιάκοβλεφ υπήρξε σπουδαίος συνθέτης και πιανίστας, ο οποίος μαζί με την, από το 1951 σύζυγό του, πασίγνωστη Μαίρη Λω, την τραγουδίστρια με την καμπανάτη φωνή, αποτέλεσαν ένα σπουδαίο μελωδικό δίδυμο και μιά έξοχη και καθοριστική μουσική παρουσία, στην όχι και πολύ πλούσια, από πλευράς μουσικής παραγωγής, εποχή.

   Από τα τραγούδια τους που ξεχώριζα και σιγοτραγουδούσαμε συνεχώς τότε, ήσαν τα νοσταλγικά «Θα ’θελα να ’μουνα εκείνη π’ αγαπάς» και «Ξαναβλέπω το παλιό το αμαξάκι», σε στίχους του πρωτοεμφανιζόμενου στιχουργού Πυθαγόρα Παπασταματίου, (πιό γνωστός ως σκέτο «Πυθαγόρας»), το αλέγκρο «Τί τριάντα, τί σαράντα, τί πενήντα», αλλά κυρίως αυτό που με «ταξίδευε» και μ’ έκανε να προτρέχω στο χρόνο, θέλοντας να μεγαλώσω μιά ώρα αρχύτερα, ν' απλώσω φτερά και να «πετάξω», ήταν το «Καπετάνιε, καπετάνιε χαμογέλα». Χωρίς να σημαίνει πως δεν υπήρξε και πλήθος άλλων σπουδαίων κομματιών δικών του.

   Μπαίνοντας στο ζαχαροπλαστείο, δεξιά υπήρχαν οι προθήκες με τα προσφερόμενα είδη και αριστερά και στο βάθος, τραπέζια και καρέκλες. Στην απώτερο βάθος υπήρχε κι ένα πιάνο. Αρκετές φορές, θυμάμαι τον Γιάκοβλεφ να παίζει! Είτε σχεδιάζοντας κάποια καινούργια σύνθεση, είτε εκτελώντας ένα ήδη γνωστό σουξέ, οπότε η παραμονή μου στο ζαχαροπλαστείο παρατεινόταν, παγιδευμένη από τη μαγεία που σκορπούσε το πιάνο κι ο Γιάκοβλεφ.



   Το «Πέτρογκραντ» παρήκμασε κι έκλεισε, το κτίριο γκρεμίστηκε, ο Νίκυ Γιάκοβλεφ «έφυγε», διακριτικά το 1981, αλλά η Μαίρη Λω, νομίζω, ζεί ακόμη. Επίσης διακριτικά.


Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Ένα έξυπνο πείραμα!


Θέσεις - Απόψεις
  
Ένα σύντομο διάλειμμα με επιστροφή στην καθημερινότητα.

   Κάποιοι φίλοι κι αναγνώστες της στήλης παρατήρησαν πως γιά αρκετό καιρό δεν έκανα νύξη επί της πολιτικής κατάστασης στη χώρα, λες και μας απέλειπαν τα σοβαρά και ζέοντα θέματα.
   Κατ’ αρχήν, όντως δεν καταπιάστηκα με την επικαιρότητα, όμως επ’ ουδενί θεωρώ ότι οσάκις αναφέρομαι στην καθημερινότητα, αναμειγνύομαι με πολιτική χροιά, αφού η σκοπιά μου είναι πάντα οικονομική. Και δοθείσης ευκαιρίας επαναλαμβάνω γιά πολλοστή φορά πως «οικονομία» είναι το άλογο και «πολιτική» το κάρο, αφ' ενός, και αφ' ετέρου, την απόλυτη πίστη μου στα πολύ ωραία λόγια του σπουδαίου Κινέζου ηγέτη, του Τενγκ Χσιάο Πινγκ, πως δεν έχει σημασία το χρώμα της γάτας, όσο η ικανότητά της στο να πιάνει ποντίκια!
   
   Αλλά και να ήθελες τι μπορείς να πεις και που ν’ ακουμπήσεις λογικά, όταν η βλακεία και το πολιτικό πάθος έχουν φτάσει σε τέτοια δυσθεώρητα ύψη που καταντήσαμε να εγκολπωνόμαστε  και να ενθαρρύνουμε πέραν των ιδεολογικών μας συγγενών, δηλαδή την αναρχία και τρομοκρατία, και τους βαρυποινίτες κακοποιούς του κοινού ποινικού εγκλήματος! Και όλα αυτά μόνο και μόνο γιά να προβάλλουμε ένα συνεχές και μόνιμο «αντί»! Ακόμη και όταν τα πράγματα εξελίσσονται κατά τον καλύτερο τρόπο, εμείς τον θεωρούμε κακό γιατί έχουμε…. καλύτερο! Όπως στην πρόσφατη υπόθεση της απόπειρας δραπέτευσης του Βλαστού.
   - Και αν γινόταν αυτό και αν ετούτο και αν εκείνο και αν…. θρηνούσαμε θύματα;
   Όλο με το αν και δώσ’ του αν και αν, η κοντοκουρεμένη ξανθιά «μου»!  Βλακείες και αφέλειες που κανονικά δεν πιάνουν ούτε σε μικρά παιδιά.
  
   Το πράγμα είναι απλό, απλούστατο. Όλα γίνονται γιά το κυνήγι της εξουσίας. Όταν η εκλογική σου πελατεία στηρίζεται στα φτωχότερα στρώματα, τι το απλούστερο από το να επιδιώκεις το «βάθεμα και πλάτεμα» (Α’, ρε αξέχαστε «Αντρέα»!), αυτών των στρωμάτων. Παντί τρόπω και πάση θυσία! Ακόμη και με την «ελληνοποίηση» των μουσουλμανικών ορδών που κουβαλούν τη μιζέρια και κακομοιριά τους, μπολιάζοντας τη χώρα με ακόμη χειρότερη αθλιότητα από όση δημιουργεί από μόνη της! Όλα δεκτά αρκεί να φέρνουν…. ψηφαλάκια! Οπότε όσο πιό πολύ εξαθλιώνεται ο λαός, τόσο αυξάνουν τα κουκιά του Τσίπρα.
   Κατόπιν αυτών, είναι δυνατόν να ευλογήσει καμιά επένδυση που να δημιουργεί θέσεις εργασίας και αποφτωχοποίηση και θα του στερήσει ψήφους; Αν είναι ποτέ δυνατόν! Όλων αυτών δώσ’ τους ανεργία κι απολύσεις και παρ’ τους την ψυχή. Κι ας κλαίνε τάχα γιά το χάλι του λαού. Από μέσα τους τρίβουν τα χέρια τους! Μέχρι και την …οικολογία θυμήθηκε ο στράτα-Στρατούλης γιά να εμποδίσει την εξόρυξη χρυσού, λες κι αλλού το χρυσάφι βγαίνει μόνο του απ’ τη γη, μαζί με τα… μπρόκολα. Μόνο εδώ πρέπει να σκάψουμε και να κόψουμε δέντρα!

   Αλλά γιά να μην φεύγω από το στόχο μου, την οικονομία, αναφέρω ένα πολύ επιτυχημένο περιστατικό από τη διδασκαλία καθηγητού Οικονομικών σε κάποιο, πού αλλού, αμερικανικό κολέγιο, πού έπεσε στο μάτι μου. Προφανώς ο τύπος θα ήταν απολύτως ενήμερος του κλασσικού αριστοτελικού δόγματος, («Ουδέν ανισότερον της ίσης μεταχείρισης των ανίσων»), και το απέδωσε, αυτό και τις συνέπειές του, με ένα σύγχρονο, απτό και κατανοητό παράδειγμα.  
  
   Αναφερόμενος στην «σοσιαλιστική» πολιτική του Ομπάμα, που ισχυρίζεται πως  κανένας δεν θα ήταν φτωχός αν κανένας δεν ήταν πλούσιος, ευαγγελιζόμενος έτσι την εφαρμογή ενός εξισωτικού συστήματος, ο καθηγητής έκανε το εξής πείραμα.
   Έβαλε στην τάξη, (η οποία συμφωνούσε με τον Ομπάμα), ένα τεστ. Αφού βαθμολόγησε, στην αρχή, κανονικά τους σπουδαστές ανακοινώνοντας τους βαθμούς, μετά άθροισε όλες τις βαθμολογίες, από την ανώτατη μέχρι την κατώτατη, και διαιρώντας με το πλήθος των σπουδαστών έβγαλε τον μέσο όρο που τον απέδωσε σε έναν έκαστο!
   - Ξεχάστε τον ατομικό βαθμό σας, όλοι έχετε αυτόν τον βαθμό, τον μέσο όρο!
   Έτσι οι καλύτεροι αδικήθηκαν και οι χειρότεροι ευνοήθηκαν. Εννοείται με τα ανάλογα συναισθήματα. Στενοχώρια οι μεν, χαρά οι δε!
   Ας πούμε ότι με άριστα το Α, (βαθμός των αρίστων) και Δ (αυτόν των τελευταίων), η τάξη έπιασε ένα μέσο όρο Β (λίαν καλώς).
   Μετά από λίγες ημέρες ο καθηγητής έβαλε νέο τεστ στην τάξη. Στο μεταξύ οι άριστοι σπουδαστές γνωρίζοντας πως, ούτως ή άλλως, δεν πρόκειται να αριστεύσουν, αφού οι χειρότεροι θα συμπαρασύρουν το βαθμό τους προς τα κάτω, δεν μελέτησαν αρκούντως. Γιατί να το κάνουν άλλωστε! Οι «κουμπούρες» από την άλλη σκέφτηκαν:
   - Γιατί να «σκιστώ» στο διάβασμα αφού οι «σπασίκλες» θα μου ανεβάσουν το βαθμό!
   Έτσι ο μέσος όρος της τάξης έπεσε στο Γ (βάση)! Και στο επόμενο τεστ, με την ίδια λογική και πρακτική στη βαθμολογία, όπου οι καλοί πατούσαν φρένο και οι κακοί όχι γκάζι, όλη η τάξη έμεινε μετεξεταστέα, αφού ο μέσος όρος βγήκε Δ (κάτω από τη βάση)!!!

   Αυτό το απλό παράδειγμα εξηγεί πεντακάθαρα το γιατί μεγάλες και πλούσιες χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα, η Πολωνία, κ.λπ., πήγαν οικονομικά κατά διαβόλου με την σοσιαλιστική λογική που οδηγεί στην «ήσσονα προσπάθεια» και τη χαμηλή παραγωγικότητα και παραγωγή, ευνοώντας την αδράνεια, την ανικανότητα, την μειονεξία.
   Ας μην παρεξηγηθώ και θεωρηθώ πως υποστηρίζω τον καπιταλισμό, πιστεύοντας πως εκεί όλα θα είναι μέλι-γάλα. Άλλη ανοησία κι αυτή και βλακώδες το δίλημμα, αφού τα πράγματα δεν υπακούουν στο «μαύρο ή άσπρο», αλλά γιά να κερδηθεί η ευημερία, (πάντα σχετική και πάντα ανάλογη), απαιτείται  προσπάθεια, δουλειά, εγρήγορση, ευφυΐα, υπομονή, επιμονή αλλά και τύχη. Ο κάθε άνθρωπος, κατά το μυαλό και τις αποφάσεις του, κουμαντάρει τη μοίρα του μόνος.

   Οι ψευτοπαλληκαριές στη Βουλή και οι φραστικές σαπουνόφουσκες και αοριστολογίες ξεγελούν μόνο όσους θέλουν να ξεγελαστούν, όσους δεν θέλουν να σκεφτούν και όσους είναι ευεπίφοροι σε τέτοιες εύκολες δημαγωγίες, παρασυρμένοι από την απότομη φτωχοποίησή μας, (ατομικά και ως λαός), και την θολούρα που προκαλεί αυτή, σε βαθμό που να τους στερεί τη νηφάλια σκέψη και την ορθοφροσύνη.

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Ευκαιρία γιά λίγο φως στο απέραντο γκρίζο.


….και ολίγη φιλοσοφία δεν βλάπτει!

     Εγκαινιάζω το new look της στήλης με κάτι αλλοιώτικο.
    
   Ένας ακαδημαϊκός μου δάσκαλος στο ΕΜΠ, ( ο Λεων. Λογοθέτης, προ… αμνημονεύτων ετών!), μου έκανε την τιμή να με καταστήσει κοινωνό μιάς επιστολής που απέστειλε στον γνωστό Καθηγητή, (και Καθηγητή μου) κ. Θ. T., περί των αρχέγονων υπαρξιακών ερωτημάτων του Ανθρώπου, ….. αναγκάζοντάς με να τοποθετηθώ κι εγώ σχετικά.
   Θεωρώ τα κείμενα που αντηλλάγησαν λίγο δύσκολα, αλλά όχι δυσνόητα, ούτε απρόσιτα και πιστεύω πως με λίγη προσοχή, ενδιαφέρον κι επιμέλεια, όποιος θελήσει, μπορεί και να παρακολουθήσει και, κυρίως, να τοποθετηθεί σχετικά. Ενδόμυχα ή δημόσια. Μακάρι να είναι πολλοί. Πάντως αξίζει τον κόπο.
   Στην κυριαρχούσα πνευματική αθλιότητα, όλη αυτή η διεργασία ας αποτελέσει φυγή προς τα εμπρός!


 

α)  Λ. ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ
  
   ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΣΚΕΨΕΩΝ

   1. ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ.
  
   Όταν διαβάσεις ή ακούσεις κάτι, το μυαλό σου σε παρασύρει να σκεφτείς και να προβληματιστείς. Αυτό έπαθα και εγώ, και μοιραία θα ταλαιπωρήσω όποιον με διαβάσει. Εύχομαι τουλάχιστον εγώ να ωφεληθώ.
   Δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζεις τις βαθειές γνώσεις της ζωής. Αυτά τα ξέρει μόνον ο Θεός. Ο άνθρωπος αναζητεί την αλήθεια, όπως τα μεγάλα δένδρα συμβουλεύουν τα μικρότερα.
   Τα μεγάλα δένδρα μας δίνουν ελπίδα, μας δίνουν δύναμη διά την αναζήτηση, και ίσως αναγνωρίσουμε το μέγεθος της δουλειάς μας στο ταξίδι της ζωής. Δηλαδή τη φώτιση της ψυχής.
Η αλήθεια είναι ότι αφιερώνουμε λίγο χρόνο στον εαυτό μας. Έχουμε αφιερώσει πολλή δουλειά στη ζωή μας, ενώ διαρκώς υποσχόμαστε να αλλάξουμε τρόπο ζωής, και όλο το αναβάλλουμε.
Οι επιθυμίες και οι μάχες της εξουσίας δυσκολεύουν το άνοιγμα της ζωής μας. Την πραγματικότητα της μεταμόρφωσης της καρδιάς μας. Δηλαδή στην επίγνωση της ψυχής μας.
Πρέπει να πω, σε ό,τι με αφορά, ότι ο κόσμος που αποδέχομαι λειτουργεί με πνευματικά μέσα. Το φως υπάρχει και ο άνθρωπος οφείλει να το αναζητεί και να το πλησιάζει. Ή δυνατόν να το αγγίζει. Πίστη και Αποκάλυψη δεν χωρίζονται εύκολα. Είναι αλληλένδετες έννοιες. Η μία με νοήμονες σκέψεις και πράξεις οδηγούν στην Πίστη. Η άλλη σε μιά Θεία ενέργεια αποκαλύπτεται.

   Η πραγματική πίστη ανοίγει τον δρόμο του Φωτός, Αλήθειας, Ελευθερίας και Γνώσης.
Στη Χριστιανική εκκλησία βασίζεται το τρίπτυχο Πίστις – Ελπίς – Αγάπη. Σε άλλες κοσμοθεωρίες βλέπουμε παρόμοια τρίπτυχα Ελευθερία – Ισότης – Αδελφότης, Σοφία – Ισχύς – Κάλλος.
   Ο Θεός είναι στη διαδικασία της δημιουργίας. Ίσως και του Εαυτού του. Βέβαια και του Ανθρώπου.  Ο Θεός δεν εμποδίζει τον άνθρωπο και του επιτρέπει αυτό που ο ίδιος επιλέγει. Οι πράξεις του ανθρώπου πρέπει να είναι ειλικρινείς. Έτσι οι πράξεις του κερδίζονται. Ο Θεός δεν ανταμείβει, ούτε τιμωρεί. Ο άνθρωπος ανταμείβει και τιμωρεί τον εαυτό του. Π. χ. αν ο άνθρωπος κάνει μια καλή σκέψη, αυτή η ανταμοιβή αυτομάτως περνάει από τη δημιουργία (αντιπεπονθός). Η πιό ισχυρή πράξη της δημιουργίας στο σύμπαν είναι η προσφορά, καθώς προχωρεί κανείς στο μονοπάτι της εξέλιξης.
   Ο άνθρωπος είναι τρισυπόστατο ον, από σώμα, νου και πνεύμα και οι αποφάσεις του κινούνται και στα τρία επίπεδα. Τα φυσικά συναισθήματα του ανθρώπου είναι πέντε. Αλλά τα πιό ισχυρά είναι η αγάπη και ο φόβος. Εάν η αγάπη υπερνικήσει, τότε όλα τα άλλα συναισθήματα θα συγκεντρωθούν σε ένα, στην αγάπη. Και ο φόβος στην πιό μεγάλη του μορφή γίνεται τελικά αγάπη. Η μεγάλη, δε, Ιδέα της αγάπης λέγεται ότι είναι η θυσία του εαυτού. Και βέβαια δεν υπάρχει πιό μεγάλη ιδέα.

    2. Η ΖΩΗ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
   
    Το φυσικό σώμα μας πεθαίνει. Εμείς όμως όχι. Γιατί είμαστε αθάνατοι. Οι ανατολικοί λένε μερικά ωραία γιά τη δομή της Ψυχής. Εφ’ όσον είμαστε μέρος του ωκεανού όλων, όλα είναι, ως ψυχές υπάρχουμε ες αεί. Η ψυχή δεν έχει αρχή και τέλος, υφίσταται πέρα από χρόνο και χώρο και είναι αθάνατη. Κατά την ενσάρκωσή μας, η ψυχή μας κρατά συνδεδεμένους με τον Κόσμο της Θεϊκής Αλήθειας και σε Όλα. (Αυτός που το έγραψε είναι δυτικός).
   Αν η μετενσάρκωση σας ενοχλεί, ξεχάστε μερικά θέματα, που περνούν σ’ αυτό το κείμενο.
   Η ενεργειακή εξισορρόπηση του Σύμπαντος καθορίζεται από τον Νόμο της Αιτίας και του Αποτελέσματος. Δηλαδή γιά κάθε πράξη πρέπει να υπάρχει ένα αντίβαρο.
   Η συγχώρεση είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους γιά να πάψει η ανταπόδοση. Η αμαρτία και η πίστη σ’ αυτή, δηλαδή στην ενοχή και στον φόβο, δημιούργησε έναν κόσμο αντιαγάπης. Η ζωή δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός. Υπάρχει σκοπός. Στο σχέδιο που εκτυλίσσεται έχουμε κάθε στιγμή τις ευκαιρίες να πάρουμε αποφάσεις και να κάνουμε επιλογές.

   Η νεώτερη φυσική μας οδηγεί ότι το σύμπαν είναι ένα Ολόγραμμα που περιλαμβάνει τα πάντα και μας τους ίδιους. Οτιδήποτε φυσικό αντιπροσωπεύει ενέργεια που δονείται με ένα ρυθμό που μπορούμε να εντοπίσουμε. Ο φυσικός κόσμος δημιουργήθηκε από τις αισθήσεις μας. Η ύλη είναι μόνο δονήσεις. Το φυσικό σώμα δονείται στη συχνότητα της ύλης, ενώ κάποια λεπτοφυή σώματα δονούνται πλησιέστερα στις συχνότητες της ψυχής. Δηλαδή σε φάσματα που δεν εντοπίζονται. Αυτή είναι η «matera magica».
   Ο σκοπός της ψυχής είναι η ενσάρκωση, ώστε να εκφράσει το τι πραγματικά είναι. Γνώση – Δύναμη – Ακτινοβολία. Εκεί που υπάρχει το Πνεύμα υπάρχει ζωή.
  
   Οι Εκκλησίες, οι Θρησκείες παίζουν σπουδαίο ρόλο στη ζωή μας. Έχουν βοηθήσει αλλά και εμποδίσει την εξέλιξη της ζωής. Νομίζω οι Εκκλησίες είναι αιχμαλωτισμένες από τις δικές τους αλυσίδες, τις κατά περίπτωση θρησκευτικότητες. Χρησιμοποιώντας τον φόβο του Θεού απέκτησαν τον έλεγχο των πιστών. Και κάθε υπερβολή οδηγεί στην κατάχρηση. Ενώ στην πραγματικότητα τα πάντα έχουν συγχωρηθεί και λησμονηθεί μέσα στη χάρη της αγάπης του Θεού. Ένας Θεός υπάρχει, ένας πατέρας όλων. Δεν θα πεθάνει κανείς, γιατί η αιωνιότητα κερδίζεται από όλους. Θεός – Άνθρωπος – Αθανασία είναι το τόξο. Δημιουργός – Δημιούργημα – Αιωνιότητα. Και η ψυχή μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο Θεός σε μικρογραφία. Το προπατορικό εμείς το φτιάξαμε. Η αγάπη του Θεού είναι χωρίς όρια και όρους. Η ζωή δεν έχει αρχή και τέλος, απλώς επεκτείνεται και δημιουργεί συνεχώς νέες μορφές. Ο χρόνος παύει ίσως να είναι χρόνος και να γίνεται μία διαρκής κατάσταση ύπαρξης.

   3. ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ

   Η ανθρώπινη ύπαρξη προσπαθεί να νοιώσει τη ζωή, σ’ ένα σύμπαν γιγάντιο. Δεν πιστεύουμε βέβαια ότι στο αστρικό απέραντο πεδίο δεν υπάρχουν άλλα όντα, πέρα από εμάς. Προφανώς όπως εξελισσόμαστε εμείς προχωρούν και αυτά τα όντα με τη διαδικασία της προόδου. Το σύμπαν, το Μικρό - το Μέγα, δεν είναι τίποτε άλλο από μιά μικρογραφία της δικής μας ύπαρξης. Εκεί που φαντάζει η ομορφιά υπάρχει και η σοφία και η γνώση και η γεμάτη δύναμη ζωή. Οι σκέψεις μας είναι και αυτές ενέργεια, δημιουργία, κοσμική συνείδηση, κάτι ζωντανό όπως η καρδιά μας. Γι’ αυτό το καλό και το κακό είναι μέσα. Τίποτα δεν γίνεται τυχαία, τίποτα δεν γίνεται χωρίς να το προκαλέσουμε.
   Ο παράδεισος και η κόλαση είμαστε εμείς. Αν μπορέσουμε να εξαλείψουμε την κόλαση από τη ζωή μας, τότε ζούμε στον παράδεισο. Ο Πλάτων μας θυμίζει ότι η γνώση είναι Μνήμη. Άρα η αναζήτηση της συνείδησής μας είναι το ψάξιμο στο βαθύ παρελθόν μας Εκεί που υπάρχουν όλα.

   Ο άνθρωπος στοχεύει στην αιώνια ελευθερία. Ο θάνατος χρησιμοποιείτε γιά να μπορέσει η ζωή ή ίδια να ξαναγεννηθεί. Πρέπει να είμαστε ανοιχτοί σε καινούριες αλήθειες. Γιατί οι παππούδες μας, κ.λπ. μπλοκάρουν την πρόοδό μας με τις παλιές ιδέες. Ο τροχός της ζωής είναι μιά διαδικασία αιώνιας Επίγνωσης. Δεν μπορούμε να την αρνούμεθα. Δεν ξέρουμε τί θα φέρει ο χρόνος. Υπάρχει πραγματικά χρόνος; Εκείνο που νοιώθουμε είναι ότι ο Ήλιος του Πνεύματος δεν ανατέλλει. Είναι.


Σύμπαν


β)  ΟΡΦΕΑΣ
  
    Δάσκαλε, μέντορα και φίλτατε Λεωνίδα, χαίρε.
   Σε ευχαριστώ βαθύτατα γιά την επιδεικνυόμενη καλοσύνη να μοιράσεις μαζί μου τις σκέψεις σου πάνω σ’ ένα αρχέγονο και πρωταρχικής σημασίας ερώτημα, το οποίο «βασανίζει» και κατατρύχει -αιωνίως και από άποψη κατηγορηματικής και αδιαψεύστως αληθούς απαντήσεως- τον Άνθρωπο. Εννοώ τα περί Δημιουργίας και λειτουργίας του Σύμπαντος κόσμου. Επίσης και γιά την εμπιστοσύνη που μου δείχνεις, ως προς την δυνατότητα «σποράς σε γόνιμο έδαφος» των απόψεων και θέσεών σου, ανοίγοντας έτσι ένα παραγωγικό και εποικοδομητικό, όπως πιστεύω, διάλογο μαζί μου.
   Κατ’ επέκτασιν των ανωτέρω, επίτρεψε την διατύπωση, και εκ μέρους μου, κάποιων σκέψεων, λογίζοντας αυτές ως αφετηρία και έναυσμα περαιτέρω συζήτησης. Βεβαίως, ο ζωντανός λόγος ενισχύει τον διάλογο, επεξηγεί, αναλύει, διευκρινίζει και «στρογγυλεύει» τις ιδέες, διευκολύνοντάς τον. Όμως η γραπτή αντιπαράθεση επιτρέπει την ψύχραιμη μελέτη και την νηφάλια ανταπάντηση.

   Από τη στιγμή που η υποχώρηση της νεότητος ενίσχυσε την ωριμότητα και η πείρα άρχισε κατισχύουσα της άγνοιας, ο προβληματισμός και η ανερώτηση πάνω σ’ αυτό το θέμα, ήταν φυσικό ν’ απασχολήσει κι εμένα. Επίσης, ως φυσικό επακόλουθο και απολύτως λογικό, προκύπτει η όλη επεξεργασία και τα εξαγόμενά της να αποτελούν υποκειμενικά συμπεράσματα, συμβατά με τις προσωπικές νοητικές μου δυνατότητες και το πλήθος, την ένταση και την έκταση των προσληφθεισών, έξωθι, παραστάσεων οι οποίες και απετέλεσαν την πρώτη ύλη αυτής της επεξεργασίας.
   Αυτά ως πρόλογος και επιτάγματα, του κάτωθι «διά ταύτα».

   Διαβλέπω, ή μάλλον βλέπω πεντακάθαρα, τη φλογερή σου πίστη στο Θείον και την αθανασία της ψυχής. Συμφωνώντας απολύτως στο πρώτο, επίτρεψέ μου κάποιους ποιοτικούς διαφορισμούς στο δεύτερο, μαζί με κάποια περαιτέρω ανάλυση του πρώτου.
   Στην ύπαρξη του Δημιουργού, (Θεού, Πλάστη, Υπέρτατου Όντος, Αλλάχ, Βράχμα, Βιρακότσα, Τύχη, ή όπως θέλεις αποκάλεσέ τον), φτάνει εύκολα ο οιοσδήποτε στοιχειωδώς νουνεχής, εκ της απλής και μόνο παρατηρήσεως του Κόσμου. Ο περισσότερο καλλιεργημένος και σκεπτόμενος μάλιστα, μπορεί να το εμπεδώσει ανετότερα και πιό τεκμηριωμένα.
   Προσωπικά πιστεύω στο δίπολο, Δημιουργός – δημιούργημα, όπου το δεύτερο προκύπτει ως απόρροια της Θείας Λογικής, αυτού που ονομάζουμε «Λόγος», εννοώντας τον ως αποτέλεσμα της δημιουργικής ενέργειας που «κατασκεύασε» το Σύμπαν και «επιβλέπει» τη λειτουργία του.
   Στο προφανώς αναφυόμενον ερώτημα, «γιατί έφτιαξε ο Θεός τον Κόσμο;», αδυνατώ να δώσω απάντηση, όπως πιστεύω πως ουδείς μπορεί να δώσει σαφή, κατηγορηματική και πειστική τέτοια, αφού έτσι μπαίνει στην απροσπέλαστη Θεία Λογική. Απορρίπτω εκείνο το ένεκα … «αγάπης προς τον Άνθρωπο», το οποίο θεωρώ ως απόλυτα ανθρωποκεντρικό και, άρα, τελείως αφελές!
   Την γενική μου άποψη, αλλά και την ειδοποιό διάκριση μεταξύ Θεού, θρησκείας και θρησκευτικών λειτουργών την έδωσα, κατά το δυνατόν απλουστευμένα γιά πλατύτερη κατανόηση, στο βιβλίο μου «Επιστροφή από το αύριο» και εννοείται πιστεύω κι επιμένω σ’ αυτήν.
   Θεωρώ όλες τις θρησκείες πνευματικά δημιουργήματα του Ανθρώπου και προϊόντα του πεπερασμένου βεληνεκούς των δυνάμεων και δυνατοτήτων του. Σωματικών και πνευματικών. Εκεί που τελειώνουν αυτές αρχίζει ο Θεός! Άρα ο Θεός, με ασχημάτιστη ή προσωποποιημένη μορφή, είναι η Ανώτερη δύναμη η οποία υπάρχει και επιβάλλεται, ως ειμαρμένη, γιά καλό ή γιά κακό.
   Οι πρωτόγονες κοινωνίες προτάσσουν τον φόβο και την αμείλικτη τιμωρία προκειμένου να επιβάλλουν την πειθώ και το κάνουν με τα σχηματοποιημένα παραδείγματα του αίματος, της σκληρότητος και της φρίκης, ενώ οι πολιτισμένες προτάσσουν την πειθώ των επιχειρημάτων, της κατήχησης και της διδασκαλίας. Ειδικά η χριστιανική, όντας η ουμανιστικότερη, πρεσβεύει την πραότητα, την ανοχή, την άφεση και την αγάπη.
   Πιστεύω, δίνοντας ένα «μεταφορικό» προσωπικό παράδειγμα, (που όμως θα πρέπει να ισχύει γενικότερα), πως ευρισκόμενος σ’ ένα σταθμό μετρό, ( δηλαδή, ο τόπος κι ο χρόνος γεννήσεώς μου), στο πρώτο τραίνο που πέρασε, επιβιβάστηκα. Το τραίνο ήταν ο Χριστιανισμός και βαγόνι μου η Ορθοδοξία. Προσωπικά αισθάνομαι πολύ άνετα στο βαγόνι μου!
   Ο Θεός, εδώ θα διαφωνήσω και μ’ εσένα και με πολλούς, δεν σκέφτεται «ανθρωποκεντρικά», όπως γενικά και εγωιστικά πιστεύεται, ούτε και πολυνοιάζεται ιδιαίτερα γιά τον Άνθρωπο, ως μονάδα! Δεν τον αγαπά, τουλάχιστον περισσότερο από τα υπόλοιπα δημιουργήματά του, αλλά ούτε και τον μισεί. Γι’ Αυτόν ο Άνθρωπος αποτελεί ένα απλό εξάρτημα της τεράστιας «Μηχανής» που έφτιαξε και εμείς αποκαλούμε «Σύμπαν» και ένα από τα δραστικά «εργαλεία» που τοποθέτησε στα «σημεία αποφασιστικής στροφής» της λειτουργίας αυτής της «Μηχανής». Μαζί με πολλά τέτοια διάσπαρτα αντίστοιχα. Τοποθετημένα όλα στον άπειρο χώρο και τον αδιανόητο, (ως προς την μέτρησή του και γιά τη δική μας πεπερασμένη λογική), χρόνο, ο οποίος γιά τον Θεό αποτελεί ανύπαρκτη έννοια.
   Ο Θεός, ως τέλειο Ον, δημιουργεί τέλεια έργα. Έτσι και η «Ανθρωπότητα» αποτελεί ένα τέλειο κατασκεύασμα συντεθειμένη από ατελή άτομα, όλους εμάς και όσους δεν βλέπουμε, αλλά υπάρχουν γύρω μας. Αυτά που προϋπήρξαν κι αυτά που θα έλθουν. Η «Ανθρωπότητα» καλείται να διαδραματίσει, ως σύνολον, ένα διατεταγμένο ρόλο στην εξέλιξη του Σύμπαντος. Και όπως βλέπουμε τον παίζει άριστα, αφού οδηγεί νομοτελειακά τη Γη στη περαιτέρω μεταμόρφωσή της. Η απάντληση των φυσικών πόρων, η μόλυνση του περιβάλλοντος, η αλλαγή του κλίματος, η σταδιακή εκχέρσωση της λεκάνης του Αμαζονείου, η τρύπα του όζοντος, το λιώσιμο των πάγων και τόσα άλλα, αποτελούν μερικά από τα οφθαλμοφανή, αλλά και σαφή δείγματα της επερχομένης μεταβολής.
   Αυτό που η ανθρωποκεντρική εγωιστική λογική τα αποκαλεί «καταστροφή του ανθρώπινου γένους» και «Συντέλεια του Αιώνος», εγώ τα θεωρώ απλώς «επόμενη φάση της ζωής του Σύμπαντος», στην είσοδο της οποίας η «περίοδος του ανθρώπινου πολιτισμού» είναι νομοτελειακά ταγμένη να διαδραματίσει αποφασιστικό και καταλυτικό ρόλο. Αντίστοιχο με εκείνο που η Θεία Σοφία έταξε στον Κατακλυσμό, τους Παγετώνες και τους Δεινοσαύρους. Συστατικά τα οποία ρυμούλκησαν το Πλανήτη μας στις διάφορες επόμενες Εποχές του.
   Υπ’ αυτή την έννοια θεωρώ την «Ανθρωπότητα» ως τέλειο εργαλείο, αφού εκτελεί πιστά τις εντολές του «Εντολέα» της, απαρτιζόμενη όμως από ατελή άτομα, τους ανθρώπους, οι οποίοι διαθέτουν πεπερασμένη αυτονομία σε σκέψη και δράση, χωρίς να υπεισέρχεται Θεϊκός δάκτυλος, γεγονός το οποίον θα ισοδυναμούσε με παραδοχή ύπαρξης μοιρολατρίας και αδράνειας. ( Ο Άνθρωπος είναι κάτι σαν σκύλος δεμένος με λουρί, ποικίλου μήκους και, άρα, με περιορισμένες δυνατότητες αυτενέργειας). Συνεπώς, εμείς τα ανθρωπάκια «κινούμεθα» όπως τα μόρια του νερού, που βράζει μέσα σε μιά κατσαρόλα, υπακούοντας στο νόμο της χαοτικής απροσδιοριστίας, (Χάϊζεμπεργκ), ενώ η κατσαρόλα μπορεί, π.χ. να ταξιδεύει στην κουζίνα ενός κρουαζιερόπλοιου στον Ειρηνικό, ή να βράζει στα υπόγεια κάποιου θυρωρείου.
   Ο Άνθρωπος από την πλευρά του και μέσα από περιορισμένο βιολογικό βεληνεκές, (σωματικό και πνευματικό), με το οποίον ο Δημιουργός τον «επροίκισε», επιτρέποντάς του την, μέχρις ενός σημείου, διείσδυσή του στη Θεία Λογική, έχει υποχρεώσεις έναντι του Πλάστη του. Επί τω λόγω πως Αυτός του επέτρεψε να «παίξει» στο «παιχνίδι» της Ζωής! Συνεπώς ο Άνθρωπος οφείλει αναγνώριση, σεβασμό και υπακοή εις τους κανόνες που Εκείνος θέσπισε σ’ αυτό το «παιχνίδι». Εδώ, στο σημείο αυτό, πρωτοεμφανίζεται το Συναίσθημα, ως σύμφυτο σύνολον των ψυχοπνευματικών εκφράσεων του Ανθρώπινου γένους. Μεταξύ αυτών και η Αγάπη.
   Όμως, όλη η γκάμα των συναισθημάτων δεν έχουν, και εν ουδεμία περιπτώσει νοείται να έχουν, ως αποδέκτη τον Θεόν, όπως καθ’ υπερβολήν, από φιλοσοφική άγνοια, υπερβολική απλοϊκότητα και έλλειψη μορφώσεως συμβαίνει. Ο Θεός δεν χρειάζεται κανένα συναίσθημα, ούτε και την Αγάπη, αφού αυτός είναι ο δημιουργός και των Συναισθημάτων. Και, εννοείται, δεν μπορεί, ως επικυρίαρχός τους, να διακατέχεται, ή να εμπλέκεται με αυτά. Αυτός, (δι’ Εαυτόν), δεν απαιτεί και δεν χρειάζεται τίποτε από τον Άνθρωπο. Η μόνη απαίτησή από το ανθρώπινο δημιούργημά του, (και μέσα από τον βαθμό ελευθερίας που του επέτρεψε να έχει), είναι η εφαρμογή και τήρηση των Θείων κανόνων στο εσωτερικό υποσύνολο της Δημιουργίας, που λέγεται ανθρώπινη κοινωνία, με προφανή στόχο την ομαλή λειτουργία της. Και εκεί ο Δημιουργός δεν επεμβαίνει, παρέχοντας έτσι το δικαίωμα στην ατελή και μη ορθοφρονούσα ανθρώπινη μονάδα να εγείρει γογγυσμό και αμφισβήτηση περί της υπάρξεώς Του, οσάκις κάποια πράγματα δεν εξελίσσονται κατά τις βουλές, τις επιθυμίες και τις προσδοκίες της!
  
   Στην λειτουργία του τέλειου Σύμπαντος, (η τελειότης τεκμαίρεται από την αιώνια και μετ’ ακριβείας λειτουργία του), δεν υπάρχει και δεν νοείται ως έννοια, η έννοια του θανάτου!    Αφού το Σύμπαν κινείται αενάως, άρα ζει, ενώ ο θάνατος εκφράζει τέλος και ακινησία.
   Η λέξη «Θάνατος» προσωποποιεί τον ύψιστο ανθρώπινο φόβο γιά την αναπόφευκτη μετεξέλιξή των γήινων όντων, του φθαρτού σαρκίου και τις μικρές δυνατότητες των ανθρωπίνων αισθήσεων! Ο άνθρωπος γνωρίζει, αναγνωρίζει και γι’ αυτό φοβάται, το περίφημο «χους ην και εις χουν απελεύσει»!
   Στο σημείο αυτό και με βάση το μεγαλύτερο, ίσως, δώρο που προίκισε ο Θεός τον ανθρώπινο νου, την Ελπίδα, οι πιό προχωρημένες πνευματικά θρησκείες εφηύραν την διέξοδο μιάς μετέπειτα ζωής, προκειμένου να καταστείλουν τον φόβο του τέλους και της πορείας προς την ανυπαρξία και το τρομακτικό άγνωστο. Μάλιστα, ο συνδυασμός της πειστικότερης θεωρίας περί της μέλλουσας ζωής με τους ουμανιστικότερους κανόνες λειτουργίας, εν ζωή, των ανθρωπίνων κοινωνιών, καθιστά τον Χριστιανισμό ως τον ελκυστικότερο δρόμο προσπέλασης προς το Θείον.
   Πιστεύω στην αθανασία της ψυχής, όχι όμως με τη χριστιανική διάσταση που αποδίδεται στον όρο, έστω κι αν θεωρείται αντιδογματική αυτή μου η τοποθέτηση. Άλλωστε, σε γενικές γραμμές, αρνούμαι την a priori και αβασάνιστα αποδοχή κάθε «δογματικά σερβιριζόμενου προϊόντος» και το αποδέχομαι μόνο, όταν και εφ’ όσον, δεν μπορώ να σκεφτώ και πράξω αλλιώς. Επί του προκειμένου, φρονώ -και θα χρησιμοποιήσω παραβολικό παράδειγμα- πως η ψυχή, η κάθε ψυχή, πηγάζει και εκπορεύεται από μία τεράστια φωτιά που εκφράζει τη Θεϊκή Γνώση και Σοφία. Γλώσσες αυτής μεταλαμπαδεύονται σε φθαρτά σαρκία και πετάγονται, δρώσες στιγμιαία, όπως οι φλόγες αναμμένου τζακιού. Καταυγάζουν, φουντώνουν γιά λίγο και μετά υποχωρούν στη βάση τους. Και όπως στο τζάκι ξεπηδούν φλόγες ποικίλου ύψους και δραστικότητος, έτσι και διαφορίζονται και κατηγοριοποιούνται οι πνευματικές δυνατότητες των ανθρώπων. Άλλοι γίνονται, π.χ. Ντα Βίντσι, Αϊνστάιν, Χόκινγκ, Νεύτων, Αριστοτέλης, κ.λπ., αποτελούντες υψηλές φλόγες σοφίας και άλλοι, οι πλείστοι, παραμένουν απλές, ασήμαντες φλογίτσες.
   Εδώ θα ήθελα να διαφωνήσω με το υπ’ εσού θεωρούμενο τρίπτυχο, -σώμα, νους, πνεύμα- (σελίς 3 του κειμένου σου), πιστεύοντας ως ορθότερη την διάκριση, σώμα και ψυχή, όπου στο πρώτο απεικονίζεται η ύλη και στο άλλο το άυλον. Δηλαδή το πνεύμα συνολικά, ως και κάθε συναφές εκπηγάζον, εξ αυτού, παράγωγο.
   Η ανυπολόγιστη έκταση του Σύμπαντος, η σοφία του Δημιουργού και η εισχώρηση του ανθρώπινου νου στις γνώσεις που Εκείνος επέτρεψε στον άνθρωπο να εισχωρήσει, επιβάλλουν την, κατά τον νόμο των πιθανοτήτων, αποδοχή πολλών και διαφόρων «πολιτιστικών» περιόδων, εγκατεσπαρμένων με ανάλογα «εργαλεία» στις διάφορες θέσεις κλειδιά του Χάους, όπως Εκείνος προσδιόρισε. Με διάφορες μορφές και σχήματα και συμπτωματικές πιθανότητες ομοιότητος με τη γήινη, άρα και το ανθρώπινο γένος. Φρονώ πως κάτι ανάλογο, και εις το πολλαπλούν, θα υπάρχει οπωσδήποτε στο στερέωμα, αλλά με άλλες συνθήκες, σε άλλες βάσεις και με διαφορετικές προϋποθέσεις ζωής και λειτουργίας.
   Το πνεύμα, σαφώς κατ’ εικόνα και ομοίωση Εκείνου, πιστεύω πως συναντάται, ως πανταχού παρόν και εν σπέρματι, στην Δημιουργία. Γιά να την επιβλέψει και επιστατεί αυτής. Ψυχρά όμως και με τη Θεία Λογική. Χωρίς Θείο Συναίσθημα, στοιχείο που θεωρώ αδιανόητο!
   Ο Θεός είναι Λόγος και ο Λόγος δεν περιέχει συναισθήματα, δεν του χρειάζονται. Αυτά είναι αδυναμίες και ο Θεός δεν έχει αδυναμίες. Αποτελούν συστατικά αδύναμων πλασμάτων, όπως ευτυχώς (!), είναι ο Άνθρωπος, ο οποίος σε δύσκολες στιγμές επικαλείται την … ευσπλαχνία του Θεού. Όμως ευσπλαχνία γιά τον Θεό σημαίνει, πλην των άλλων, αναθεώρηση και υπαναχώρηση! Δηλαδή επαναδιαπραγμάτευση, ή επανεξέταση! Αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει προηγούμενο λάθος Του, άρα άτοπον!
   Γι’ αυτό αποτελεί μικρόνοια η αιτίαση, με το παραμικρό, της Θεϊκής επέμβασης και η μετέπειτα κατηγορία Αυτού γιά σκληρότητα και αδικία! Ανθρώπινες κουταμάρες.
   Αυτά αποτελούν απλώς, ανθρώπινη επίκληση με ίσως και λίγη… κουτοπονηριά, αφού βάζουμε το Θεό ιδιοτελώς στα δρώμενα και τα παιχνίδια των θνητών, κάτι που κατά κόρον συνήθιζαν οι αρχαίοι, δίνοντας στους θεούς τους ανθρώπινα ελαττώματα, προκειμένου να ελαφρύνουν, συνειδησιακά, τα δικά τους.
   Προς το παρόν αυτά και μένω, πιστεύοντας κι ευελπιστώντας σε συνέχεια.

   ΥΓ. Θεωρείται βέβαιον πως τέτοιες απόψεις, εις μεν την εποχή του μεταιχμίου, μεταξύ Μεσαίωνος και Αναγεννήσεως, θα οδηγούσαν το πρόσκαιρο σαρκίο μου εις την πυρά, (Ιερά Εξέτασις), την δε ψυχή μου εις τα τάρταρα της Κολάσεως! Κατά τον 19ον αιώνα, ευτυχώς, θα την γλίτωνα με έναν απλό αφορισμό, (Καζαντζάκης, Λασκαράτος).
   Θεωρώ πως άπαντες θα έκαναν λάθος, αδικούντες με. Διά ταύτα και επιμένω!




Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Γρηγόριος Γοργολίτσας. Ο δάσκαλος.


Ένας καθυστερημένος, αλλά οφειλόμενος, φόρος τιμής.
  
   Λένε οι παλαιοί πως οι γονείς δίνουν στα παιδιά το «ζην» και οι δάσκαλοι το «ευ ζην». Επίσης λέγεται πως «κάλλιο αργά, παρά ποτέ». Όλοι όσοι λένε τέτοια έχουν δίκιο!

Ιωάννης Βαρβάκης

   Είχα τη μεγάλη τύχη και την ύψιστη τιμή να φοιτήσω στο Βαρβάκειο, στην τελευταία φουρνιά μαθητών που έβγαλε ως Πειραματικό σχολείο του Διδασκαλείου Μέσης Εκπαιδεύσεως. Το Βαρβάκειο αποτελούσε κάποτε ένα πραγματικό πρότυπο και αποτελεσματικό εργαλείο παροχής ποιοτικότερης εκπαίδευσης και όχι ένα απλό Γυμνάσιο του συρμού.
   Ευτύχησα να διδαχθώ από Καθηγητάς της αξίας, του κύρους  και του ήθους ενός Δορμπαράκη, Τζουγανάτου, Κορώνη, Τόγκα, Μάζη και μιάς ακόμη πληθώρας εκλεκτών δασκάλων της εποχής, με πανελλήνια ακτινοβολία.
   Καθηγητής μου των Ελληνικών, (αρχαίων και νέων), και βασικός κορμός εκπαίδευσης στα 3 πρώτα γυμνασιακά χρόνια, δηλαδή τα χρόνια που χτίζονται οι μορφωτικές βάσεις του μαθητού και διαπλάθεται ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου, υπήρξε ο φιλόλογος Γρηγόριος Γοργολίτσας.

Βαρβάκειος Πρότυπος Σχολή

   Ένας έξοχος άνθρωπος και δάσκαλος, ο οποίος με τις σημερινές προδιαγραφές διδασκαλίας και λειτουργίας των σχολείων και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της εκπαίδευσης, δεν θα τελείωνε ούτε την πρώτη ώρα διδασκαλίας, κατά την πρώτη ημέρα που θα έμπαινε στην τάξη! Ούτε μέχρι το πρώτο κουδούνι διαλείμματος δεν θα άντεχε.



   Αδικημένος από την φύση, ήταν πολύ κοντός, στα όρια του νάνου, ασουλούπωτα χονδρός, σχεδόν σφαιρικός, και με βάδισμα πάπιας. Ήταν σπανός κι η ψιλή του φωνή θύμιζε τον παλιό Πόντιο τραγουδιστή Χρύσανθο, μέ έντονα ρουμελιώτικη προφορά, αφού ήταν Μεσολογγίτης. Είχε ένα πολύ μικρό κεφαλάκι, το οποίον όμως ήταν γεμάτο σοφία και καλοσύνη.



   Λένε επίσης οι πολύπειροι, πως ένας άνθρωπος που η Φύση θα του παίξει άσχημο παιχνίδι, σημαδεύοντάς τον εμφανισιακά δυσμενώς, η αναπηρία θα τον οδηγήσει εις το να γίνει ή πολύ κακός και στριμμένος, ή πολύ καλός. Ο Γοργολίτσας έγινε το δεύτερο.



   Την πρώτη φορά που μπήκε στην τάξη, ως φυσική παρουσία, έδωσε την αίσθηση κλόουν με την καμπαρντίνα του  που ακούμπαγε, σχεδόν, στο πάτωμα.  Μετά το πρώτο σοκ επακολούθησαν κρυφομειδιάματα των μαθητών από το γενικό του σουλούπι. Όταν όμως, ως δάσκαλος, άνοιξε το στόμα του, το κλίμα άρχισε γρήγορα ν’ αλλάζει και πριν φτάσουμε στο πρώτο διάλειμμα, είχε κερδίσει το παιχνίδι. Η πνευματική όμορφη υπόσταση είχε συντρίψει τη φυσική άσχημη παρουσία! Κανείς δεν έβλεπε και δεν σάρκαζε πλέον το σώμα, αλλά πρόσεχε μόνο τον λόγο.
   Οι περισσότεροι από τους 40 του τμήματος, τραβήξαμε αργότερα πρακτική κατεύθυνση, πατώντας όμως στέρεα απάνω στη συμπαγή συγκρότηση που μας έχτισε και την ικανότητα εκφράσεως που μας δίδαξε αποτελεσματικά.
   Έτσι, παρ΄ ότι πιστεύω ακράδαντα πως ουσιαστική μόρφωση αποτελεί αυτό που μένει, όταν ξεχαστούν οι επί μέρους γνώσεις που παίρνεις στις διάφορες βαθμίδες φοίτησής σου, (κάτι σαν το χειρόλουστρο που εφάρμοζαν οι παλιοί λουστραδόροι, τρίβοντας και ξανατρίβοντας με την «μπάλα» τα έπιπλα, μέχρις ότου φύγει τελείως το υλικό και μείνει μόνο η απαστράπτουσα γυαλάδα), δεν μπορώ ποτέ να ξεχάσω κάτι που έμαθα κι εντυπωσιάστηκα από το στόμα του αείμνηστου Γοργολίτσα. Κάτι σαν παιχνίδισμα που πολύ λίγοι φιλόλογοι γνωρίζουν και διδάσκουν. Το καταθέτω με σεβασμό στη μνήμη του και προς ενημέρωση όσων, τυχόν, δεν το ξέρουν.



   Υπάρχουν τέσσερις λέξεις που στο σύνολό τους περιέχουν όλα τα γράμματα της ελληνικής γλώσσας και από μία φορά. Τέσσερις λέξεις, 24 γράμματα. Αυτές είναι: «μάρπτε»= προστακτική του μάρπτω, αρχαίο ρήμα που σημαίνει πιάνω, (άπτω, άπτομαι), «σφιγξ» = η γνωστή σφίγγα, «κλωψ» = κλέφτης, (κλοπή) και τέλος η λέξη «ζβυχθηδόν», την ερμηνεία της οποίας, έχοντας ξεχάσει, δεν μπόρεσα ποτέ να ανακτήσω θετικά και υπεύθυνα, όσο ψηλά κι αν αποτάθηκα. Άλλοι μιλούν γιά κάποιο ομηρικό επίρρημα και άλλοι γιά τεχνητό μόρφωμα προκειμένου να ολοκληρωθεί το τρυκ των 4 λέξεων.
   Πάντως όσοι σπεύσουν να προτάξουν πως δεν υπάρχει ελληνική λέξη που ν’ αρχίζει από ζήτα και ν’ ακολουθεί σύμφωνο, ας αναζητήσουν στον Όμηρο και τον… Βάρναλη τη λέξη ζνίχι = σβέρκος!



   Αιωνία η μνήμη σου δάσκαλε. Έστω κι αργοπορημένα, αλλά με πολύ συγκίνηση και νοσταλγία, σου στέλνω νοερά ένα μεγάλο ευχαριστώ γιά όσα μου έμαθες και μου χάρισες. Και… καλή αντάμωση, πλέον.






Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Δρόμοι της Αθήνας.


Βαδίζοντας κι αναπολώντας


Η Σταδίου ... κάποτε
   Οδός Σταδίου: Στη δεκαετία του 1850 αποτελούσε την κοίτη του χειμάρρου Βοϊδοπνίχτη, ο οποίος ξεκινούσε από τον Λυκαβηττό, με αντίστοιχη κοίτη την οδό Βουκουρεστίου, που ονόμαζαν «Χεζοπόταμο», λόγω της σχετικής …. χρήσεως και της, εξ αυτής, μπόχας! Όταν ο … Χεζοπόταμος έφθανε στην Σταδίου, έστριβε προς τα κάτω, τραβώντας κατά την σημερινή Ομόνοια.
   Επειδή το 1852, σε μιά μεγάλη νεροποντή, γκρεμίστηκε η μοναδική γέφυρα που ένωνε τις δύο όχθες, (στο ύψος του Αρσακείου), με αποτέλεσμα να κοπεί η πόλη στα δύο, αποφασίστηκε να σκεπαστεί ο χείμαρρος και η κοίτη να γίνει δρόμος. Αυτό έγινε το 1860 και έτσι σχηματίστηκε η οδός Σταδίου, επάνω, και κάτω απ’ αυτήν δημιουργήθηκε ο πρώτος αποχετευτικός αγωγός της Αθήνας.
   Η Σταδίου ήταν προγραμματισμένη να τερματιστεί στο Παναθηναϊκό Στάδιο, εξ ου και το όνομά της. Όμως οι γνωστές πολιτικές «ζαβολιές» και τα μικροσυμφέροντα των τοπικών κοτζαμπάσηδων ιδιοκτητών το απέτρεψαν, (πράγμα άλλωστε σύνηθες και χαρακτηριστικό του δαιμόνιου της φυλής μας), και …κόντυναν τον δρόμο, σταματώντας τον στην πλατεία Συντάγματος!
   Από πλευράς ονομασίας, άλλαξε αρκετά ονόματα. Φειδίου, Ακακιών, (από τα παρόδια δένδρα), και μεταπολεμικά βαφτίστηκε «Τσώρτσιλ», τιμής ένεκεν προς τον Βρετανό Πρωθυπουργό της Νίκης, στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όμως στη συνείδηση του λαού είχε κατασταλάξει ως «Σταδίου» κι έτσι αυτή η ονομασία επεκράτησε.

   Κάτι ανάλογο συνέβη και με άλλες απόπειρες μετονομασίας κεντρικών οδών της Αθήνας, όπως της Ακαδημίας σε Φραγκλ. Ρούσβελτ, της Πανεπιστημίου σε Ελ. Βενιζέλου, της Πατησίων σε 28ης Οκτωβρίου, κ.λπ.. Όλες απέτυχαν και τα νέα ονόματα παρέμεναν μόνο στις σχετικές ταμπελίτσες των γωνιακών κτιρίων, μέχρι κι αυτές ν’ αντικατασταθούν, σιγά-σιγά.

   Οδός Ερμού: Αντίστοιχης συμφεροντολογικής … περιποίησης έτυχε  και η οδός Ερμού, στο πλάτος της όμως. Ο αρχικός σχεδιασμός των Σταμ. Κλεάνθη και Εδ. Σάουμπερτ, (Έλληνας και Βαυαρός αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι), στο πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο των Αθηνών που εκπόνησαν και υπέβαλαν προς έγκριση στην Αντιβασιλεία του Όθωνα το 1832, το οποίο επικυρώθηκε με διάταγμα στις 6/7/1833, γενόμενο νόμος του Κράτους, προέβλεπαν μιά εκπληκτική Αθήνα, με φαρδείς δρόμους και ανάδειξη όλων των αρχαίων μνημείων της.  Η οδός Ερμού προεβλέπετο με ομοιόμορφο πλάτος, καθ’ όλο το μήκος της. Με εκείνο που αρχίζει από την Πλατεία Συντάγματος και διατηρεί μέχρι την οδό Βουλής. (Σιγά που θα εφαρμοζόταν!!).
   Την τύχη του πρώτου, (και πρότυπου), αυτού ρυμοτομικού την καθόρισαν, τελικά, νοοτροπίες και πρακτικές τις οποίες συναντούμε ανάγλυφες και σήμερα. Ιδίως σήμερα, όπου το «εγώ» επικρατεί, κατά κράτος, του «εμείς»!                                                                                

Η Ερμού... ομοίως κάποτε

  Διάφοροι κουτοπόνηροι κοτζαμπάσηδες, παρόδιοι ιδιοκτήτες των οικοπέδων που θα «ψαλιδίζονταν», χάριν του φάρδους της οδού, χάλασαν τον κόσμο και πέτυχαν τη μείωσή του. Εντυπωσιάζει το επιχείρημα με το οποίον πέτυχαν το στένεμα της Ερμού, κάτι που αποδεικνύει και την αιώνια κακοδαιμονία και μιζέρια της φυλής μας. Της φυλής που θυσιάζει αδίστακτα κι επιπόλαια το «μεγάλο» χάριν του «ευτελούς» και το γενικό και μακρόπνοο ωφέλιμο, χάριν του ιδιοτελούς «εδώ και τώρα»! Είπαν λοιπόν οι αλιτήριοι:
   -Με τόσο μεγάλο πλάτος οδού, οι κυκλοφορούντες εις τα πεζοδρόμια αξιότιμοι κύριοι συμπολίτες, διά τον καθημερινό τους περίπατον, δεν θα αναγνωρίζουν τους απέναντι αξιοσέβαστους φίλους και γνωστούς των και δεν θα τους χαιρετούν, διά κλασικού χαιρετισμού μετά αποκάλυψης της κεφαλής, («καπελαδούρα», δηλαδή), οπότε θα δημιουργηθούν μύρια όσα επεισόδια, ένεκα παρεξηγήσεων, και θα προκληθεί, τελικά, μείζον κοινωνικό πρόβλημα!
   Οπότε, η οδός Ερμού… στένεψε, αφού στη γωνία Ερμού και Βουλής ήταν το κτήμα του Νικ. Κριεζώτου, επιφανούς Ευβοιώτη οπλαρχηγού, ο οποίος διακρίθηκε στον Απελευθερωτικό αγώνα με ιδιαιτέρως επιτυχημένη δράση στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Εύβοια, (γενέτειρά του τα Κριεζά). Γιά τη δράση του μάλιστα είχε διοριστεί από τον Όθωνα, νομοτηρητής Ευβοίας.
   Ο Κριεζώτης, ήρωας-ξήρωας, μόλις πληροφορήθηκε τα σχέδια των Κλεάνθη - Σάουμπερτ…. πήρε ανάποδες και απειλούσε να πλακώσει με τα παλικάρια του από την Εύβοια γιά να…. καθαρίσει!! (Και να τους καθαρίσει, προφανώς).
   Τελικά, η Ερμού κατέληξε…. όπως την ξέρουμε. Κάποιοι μάλιστα ισχυρίζονται πως από αυτό το επεισόδιο ο Κριεζώτης μετεστράφη, από φίλος σε σφοδρό πολέμιο του Όθωνος και ένθερμο υποστηρικτή της έξωσής του.




Και όμως είναι η οδός .... Πατησίων!
 

      Ανάλογη «μπαμπεσιά στένεψε και την οδό Πατησίων, από την Αγ. Μελετίου και πέρα, καθώς και πάρα πολλούς δρόμους που στέρησαν έτσι την ευκαιρία στους Αθηναίους να κυκλοφορούν σε μιά άνετη και λειτουργική πόλη, αφήνοντας κληρονομιά στους δικούς τους τη σημερινή ρυμοτομική μιζέρια και κυκλοφοριακή ασφυξία, στερώντας ταυτόχρονα  και στην Ελλάδα τη δυνατότητα να διαθέτει μεγαλόπρεπη δυτική πρωτεύουσα.











Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Κυνηγώντας το…νερό στην Αθήνα!


Υδραγωγεία  -  Βρύσες  -  Πηγάδια  -  Λίμνες

   Η τουρκική κατοχή της Αθήνας κράτησε από το1456 έως το 1833, δηλαδή 377 συναπτά έτη κατά τα οποία δεν πραγματοποιήθηκε κανένα κοινωφελές έργο στην πόλη, η οποία συνεχώς μαράζωνε και συρρικνωνόταν. Ειδικά στην ύδρευση η πόλη ανέκαθεν υπέφερε και γι’ αυτό ο πληθυσμός της ήταν ελάχιστος όλα αυτά τα χρόνια και έφθινε συνεχώς.
   Τα μόνα ποτάμια που υπήρχαν τότε, πριν γίνουν κι αυτά αγωγοί λυμάτων, ήσαν ο Κηφισός, ο οποίος πήγαζε σε δύο παρακλάδια, από την Πάρνηθα και την Πεντέλη, ο Ιλισός, ο οποίος «ξεκινούσε» από τον Υμηττό και ο τελείως υπογειοποιημένος από τα αρχαία ακόμη χρόνια κι εξαφανισμένος, αρχαίος ποταμός Ηριδανός. Αυτός «γεννιόταν» στον Λυκαβηττό, στη ΒΔ του πλευρά, προς Νεάπολη μεριά.

   Ο Ηριδανός, ο γοητευτικός άγνωστος στους πολλούς ποταμός, αποτελούσε, (και υπάρχει ακόμη στα δεύτερα υπόγεια των πολυκατοικιών της περιοχής του Κολωνακίου!), ουσιαστικά έναν χείμαρρο του οποίου η μικρή, σχετικά, πορεία διέσχιζε όλη την παλαιά Αθήνα. Περνούσε από Κολωνάκι, Σύνταγμα, Μοναστηράκι, Κεραμεικό και κάπου εκεί, προς την οδό Πειραιώς, χυνόταν στον Ιλισό.
   Η «ενοχλητικότητα» του Ηριδανού, πέραν εννοείται από την ωφελιμότητά του, οφειλόταν στην μεγάλη του ορμή και η ορμή στο μεγάλο υψόμετρο των πηγών του, σε σχέση με το πολύ μικρό μήκος του. Άρα το νερό είχε να καλύψει μεγάλο ύψος σε σύντομη διαδρομή, οπότε παρουσίαζε χαρακτηριστικά ορμητικού χειμάρρου περισσότερο, παρά ποταμού. Γι’ αυτό, επειδή η ροή του προβλημάτιζε, οι Αθηναίοι του είχαν, σε πολλά μέρη, υποβιβάσει την κοίτη ώστε να μην παρενοχλεί και παραβλάπτει την ομαλή λειτουργία της πόλης.

   Ο Ιλισός κατέβαινε από τα δυτικά του Υμηττού, Βύρωνα, Παγκράτι, Αγ. Θωμά (Γουδή), Πλατεία Ρηγίλλης, Παναθηναϊκό Στάδιο, Καλλιρρόης και περί το Μοσχάτο έπεφτε στον Κηφισό.

   Ο Κηφισός, τέλος, ήταν ο μεγαλύτερος ποταμός της Αττικής και αποδέκτης των δύο προαναφερθέντων, οι οποίοι ουσιαστικά λογίζονται ως παραπόταμοι, και είχε δύο μεγάλα σκέλη. Αυτό που «ξεζούμιζε» την Πάρνηθα και περνούσε εκτός Αθηνών, αποτελεί σήμερα, εξαφανισμένος τελείως, το… υπόγειο της Εθνικής οδού Αθηνών – Λαμίας, υπό μορφήν, δυστυχώς, αποχετευτικού αγωγού κι εστία ρυπάνσεως πρώτης γραμμής!
  
Τον θυμάμαι, προ αμνημονεύτων χρόνων, να κυλάει γάργαρο νερό στη Βαρυμπόμπη, να δέχεται πολύ καθαρά νερά ενός, εκ Πεντέλης παρακλαδιού του, που κελάρυζαν στα άκρα των δρόμων του Κοκκιναρά, του Κεφαλαρίου και της Κηφισιάς, τροφοδοτώντας μεταξύ άλλων, και τη βρύση-σύμβολο της πόλης, στα πόδια του γιγαντιαίου πλάτανου της κεντρικής πλατείας και να τραβάει τραγουδώντας γιά τη Χελιδονού και το πότισμα απέραντων περιβολιών, μέχρι αρκετά κάτω και πέρα από την Κολοκυνθού. Ένα άλλο παρακλάδι του που κατέβαινε από την Πεντέλη, έπιανε Βριλήσσια, Πολύδροσο, Χαλάνδρι, Φιλοθέη και κατέληγε στην κεντρική κοίτη του Κηφισού.

   Τα παλιά υδροφόρα έργα του Αδριανού, όπως το περίφημο Αδριάνειο υδραγωγείο, ένα γιγάντιο γιά την εποχή έργο, έφερνε νερό στην Αδριάνειο Δεξαμενή, την γνωστή σημερινή Κολωνακιώτικη Δεξαμενή, από απόσταση 25 χιλιομέτρων!
   Το έργο ήταν εκπληκτικό και σαν μελέτη και σαν εκτέλεση, αφού έπρεπε να υπολογιστεί επακριβώς η υψομετρική διαφορά και να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη κανονική ροή της όδευσης του νερού, γιά τόσο τεράστια απόσταση. Το Αδριάνειο Υδραγωγείο ξεκινούσε από τους πρόποδες της Πάρνηθας, κοντά στο Τατόι και τερμάτιζε στην Δεξαμενή.

   (Σημ. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζεται η εικόνα που εμφανίζει κάθε παλιό υδραγωγείο, με τα μικρά αλλεπάλληλα τοξωτά γεφύρια ποικίλου ύψους, που για τον αδαή παρατηρητή φαντάζουν σαν ξεκάρφωτα κατασκευάσματα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός της ανάγκης διατήρησης σταθερής κλίσης μεταξύ της αφετηρίας και του τέρματος της διαδρομής του νερού. Αρκετή ώστε αυτό να ρέει. Όχι μεγάλη γιά να μην υπερφορτώνει τις δεξαμενές ή να χύνεται εκτός αγωγού και όχι πολύ μικρή για να μην γουρνιάζει. Η στέψη αυτών των τοξοτών γεφυριών αποτελεί και τον υδροφόρο αγωγό).

Φωτογραφία
Η.... Μπουμπουνίστρα

   Κατά τα χρόνια του τουρκικού ζυγού, όλα αυτά τα υδραγωγεία είχαν καταστραφεί ασυντήρητα και η ύδρευση της πόλης, γιά αρκετά μετά την Απελευθέρωση χρόνια στηριζόταν σε πηγάδια, σε νερουλάδες και κάποιες βρύσες που υπήρχαν διάσπαρτες σε διάφορα σημεία της και αποτελούσαν υποτυπώδη υδραγωγεία μικρής παροχής και περιορισμένης εμβέλειας. Συνολικά στην Αθήνα υπήρχαν γύρω στα 50 τέτοια. Κι αυτά κατασκευάστηκαν περί τα τέλη της Τουρκοκρατίας και έμειναν γνωστά στην Ιστορία ως «Βρύσες». Γνωστότερες ήσαν η βρύση του Αγά, στην Πλατεία Αγ. Παντελεήμονα, η οποία και ονομαζόταν έτσι, («Αγά Βρύση»), η βρύση του Χασεκή στον Βοτανικό, με τα απέραντα περιβόλια, η Μπουμπουνίστρα, μιά βρύση στη συμβολή των οδών Όθωνος και Αμαλίας, η οποία παροχέτευε νερό από τον Ηριδανό ποταμό και ονομάστηκε έτσι από τον θόρυβο που έκανε, καθώς και η βρύση που «Τσακουμάκου», στην Πλατεία Ρηγίλλης που έδινε νερό από τον Ιλισό ποταμό.

   Κατά την Τουρκοκρατία ένας εργολάβος ονόματι Τσακμάτι ή Τσακμάκης (μάλλον Τούρκος), κατασκεύασε λίγο κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, έναν αγωγό πλάτους 0,50-0,60μ., από σχιστόπλακες στερεωμένες με κονίαμα εκ «θηραϊκής γης», ο οποίος έπιανε το νερό της «πηγής» στον Αγ. Θωμά και ακολουθώντας την ίδια περίπου διαδρομή του ποταμού, την οποία άλλωστε επέβαλε η κλίση του εδάφους, παροχέτευε νερό στη βρύση του «Τσακουμάκου», κοντά στην πλατεία Ρηγίλλης.
   Η βρύση του Τσακουμάκου αποτέλεσε, αργότερα, την βασική πηγή ποτίσματος του Εθνικού Κήπου, ο οποίος δημιουργήθηκε από την επιθυμία της Βασίλισσας Αμαλίας, (καλομαθημένης από τους κήπους των ευρωπαϊκών ανακτόρων), και έδινε 200- 300 κυβικά νερού την ημέρα, με αποτέλεσμα να θεριεύει ο τότε «βασιλικός κήπος» και να γκρινιάζουν οι Αθηναίοι που «κοράκιαζαν» από τη δίψα, αφού η λειψυδρία αποτελούσε μόνιμο πρόβλημα της πόλης των Αθηνών.

Ο Σπύρος Λούης
Σπύρος Λούης

   Προϊόντος του χρόνου, αποκαταστάθηκε η λειτουργία του Αδριάνειου Υδραγωγείου, όμως οι ανάγκες της πόλης, που πληθυσμιακά κάλπαζε, ολοένα αυξάνονταν κάνοντας την λειψυδρία ένα μόνιμο εφιάλτη της. Εκείνη την εποχή έκαναν χρυσές δουλειές οι νεροκουβαλητές ή νερουλάδες που κουβαλούσαν και πουλούσαν νερό, (ένας τέτοιος ήταν κι ο περίφημος Σπύρος Λούης, ο οποίος προπονημένος γερά από το καθημερινό τρέξιμο γιά το μεροκάματο, πρώτευσε στον Μαραθώνιο των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων των Αθηνών, το 1896!), και οι Αιγηνίτες που έφτιαχναν κανάτια τα οποία το διατηρούσαν φρέσκο!



    Μπαίνοντας στον 20ον τα τέλη της δεκαετίας του ’20 αποφασίστηκε η κατασκευή του Φράγματος του Μαραθώνα, όπου με την παγίδευση κάποιων τοπικών χειμάρρων εξασφαλίστηκε γιά καμιά 20/ριά χρόνια η υδατική επάρκεια της πόλης, αρχίζοντας την λειτουργία τoυ το 1931. Το έργο εξετέλεσε κι εκμεταλλεύτηκε, βάσει σχετικών συμβολαίων μέχρι το 1974, η γνωστή μας ΟΥΛΕΝ, (ULEN), αμερικανική εταιρεία κατασκευής τέτοιων έργων. Θυμάμαι πως οι εφημερίδες της παλιάς εποχής δημοσίευαν καθημερινά, σε κάποια ακρούλα τους, το περιεχόμενο της Λίμνης σε κυβικά μέτρα. Μετά σημερινά δεδομένα κατανάλωσης, η Λίμνη και το νερό της έβγαζαν, δεν έβγαζαν την εβδομάδα!

    Από το 1951, «έπιασε» δουλειά και η λίμνη Υλίκη, η οποία με σχετική σύνδεση «τσοντάριζε» τον Μαραθώνα του οποίου η Λίμνη αποτελούσε πλέον ενδιάμεσο σταθμό και από το 1981 μπήκε στο κόλπο κι ο Μόρνος ποταμός, στον οποίο πάλι με φράγμα δημιουργήθηκε τεχνητή λίμνη η οποία τροφοδοτεί την Υλίκη και…. πάει λέγοντας.
   Επί του παρόντος, δεν φαίνεται να υπάρχει πρόβλημα νερού γιά την Αθήνα, όμως το μέλλον, όπως όλα τα… «μέλλοντα» και μελλούμενα, είναι άδηλον. Ο καιρός θα δείξει.