Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Γρηγόριος Γοργολίτσας. Ο δάσκαλος.


Ένας καθυστερημένος, αλλά οφειλόμενος, φόρος τιμής.
  
   Λένε οι παλαιοί πως οι γονείς δίνουν στα παιδιά το «ζην» και οι δάσκαλοι το «ευ ζην». Επίσης λέγεται πως «κάλλιο αργά, παρά ποτέ». Όλοι όσοι λένε τέτοια έχουν δίκιο!

Ιωάννης Βαρβάκης

   Είχα τη μεγάλη τύχη και την ύψιστη τιμή να φοιτήσω στο Βαρβάκειο, στην τελευταία φουρνιά μαθητών που έβγαλε ως Πειραματικό σχολείο του Διδασκαλείου Μέσης Εκπαιδεύσεως. Το Βαρβάκειο αποτελούσε κάποτε ένα πραγματικό πρότυπο και αποτελεσματικό εργαλείο παροχής ποιοτικότερης εκπαίδευσης και όχι ένα απλό Γυμνάσιο του συρμού.
   Ευτύχησα να διδαχθώ από Καθηγητάς της αξίας, του κύρους  και του ήθους ενός Δορμπαράκη, Τζουγανάτου, Κορώνη, Τόγκα, Μάζη και μιάς ακόμη πληθώρας εκλεκτών δασκάλων της εποχής, με πανελλήνια ακτινοβολία.
   Καθηγητής μου των Ελληνικών, (αρχαίων και νέων), και βασικός κορμός εκπαίδευσης στα 3 πρώτα γυμνασιακά χρόνια, δηλαδή τα χρόνια που χτίζονται οι μορφωτικές βάσεις του μαθητού και διαπλάθεται ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου, υπήρξε ο φιλόλογος Γρηγόριος Γοργολίτσας.

Βαρβάκειος Πρότυπος Σχολή

   Ένας έξοχος άνθρωπος και δάσκαλος, ο οποίος με τις σημερινές προδιαγραφές διδασκαλίας και λειτουργίας των σχολείων και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της εκπαίδευσης, δεν θα τελείωνε ούτε την πρώτη ώρα διδασκαλίας, κατά την πρώτη ημέρα που θα έμπαινε στην τάξη! Ούτε μέχρι το πρώτο κουδούνι διαλείμματος δεν θα άντεχε.



   Αδικημένος από την φύση, ήταν πολύ κοντός, στα όρια του νάνου, ασουλούπωτα χονδρός, σχεδόν σφαιρικός, και με βάδισμα πάπιας. Ήταν σπανός κι η ψιλή του φωνή θύμιζε τον παλιό Πόντιο τραγουδιστή Χρύσανθο, μέ έντονα ρουμελιώτικη προφορά, αφού ήταν Μεσολογγίτης. Είχε ένα πολύ μικρό κεφαλάκι, το οποίον όμως ήταν γεμάτο σοφία και καλοσύνη.



   Λένε επίσης οι πολύπειροι, πως ένας άνθρωπος που η Φύση θα του παίξει άσχημο παιχνίδι, σημαδεύοντάς τον εμφανισιακά δυσμενώς, η αναπηρία θα τον οδηγήσει εις το να γίνει ή πολύ κακός και στριμμένος, ή πολύ καλός. Ο Γοργολίτσας έγινε το δεύτερο.



   Την πρώτη φορά που μπήκε στην τάξη, ως φυσική παρουσία, έδωσε την αίσθηση κλόουν με την καμπαρντίνα του  που ακούμπαγε, σχεδόν, στο πάτωμα.  Μετά το πρώτο σοκ επακολούθησαν κρυφομειδιάματα των μαθητών από το γενικό του σουλούπι. Όταν όμως, ως δάσκαλος, άνοιξε το στόμα του, το κλίμα άρχισε γρήγορα ν’ αλλάζει και πριν φτάσουμε στο πρώτο διάλειμμα, είχε κερδίσει το παιχνίδι. Η πνευματική όμορφη υπόσταση είχε συντρίψει τη φυσική άσχημη παρουσία! Κανείς δεν έβλεπε και δεν σάρκαζε πλέον το σώμα, αλλά πρόσεχε μόνο τον λόγο.
   Οι περισσότεροι από τους 40 του τμήματος, τραβήξαμε αργότερα πρακτική κατεύθυνση, πατώντας όμως στέρεα απάνω στη συμπαγή συγκρότηση που μας έχτισε και την ικανότητα εκφράσεως που μας δίδαξε αποτελεσματικά.
   Έτσι, παρ΄ ότι πιστεύω ακράδαντα πως ουσιαστική μόρφωση αποτελεί αυτό που μένει, όταν ξεχαστούν οι επί μέρους γνώσεις που παίρνεις στις διάφορες βαθμίδες φοίτησής σου, (κάτι σαν το χειρόλουστρο που εφάρμοζαν οι παλιοί λουστραδόροι, τρίβοντας και ξανατρίβοντας με την «μπάλα» τα έπιπλα, μέχρις ότου φύγει τελείως το υλικό και μείνει μόνο η απαστράπτουσα γυαλάδα), δεν μπορώ ποτέ να ξεχάσω κάτι που έμαθα κι εντυπωσιάστηκα από το στόμα του αείμνηστου Γοργολίτσα. Κάτι σαν παιχνίδισμα που πολύ λίγοι φιλόλογοι γνωρίζουν και διδάσκουν. Το καταθέτω με σεβασμό στη μνήμη του και προς ενημέρωση όσων, τυχόν, δεν το ξέρουν.



   Υπάρχουν τέσσερις λέξεις που στο σύνολό τους περιέχουν όλα τα γράμματα της ελληνικής γλώσσας και από μία φορά. Τέσσερις λέξεις, 24 γράμματα. Αυτές είναι: «μάρπτε»= προστακτική του μάρπτω, αρχαίο ρήμα που σημαίνει πιάνω, (άπτω, άπτομαι), «σφιγξ» = η γνωστή σφίγγα, «κλωψ» = κλέφτης, (κλοπή) και τέλος η λέξη «ζβυχθηδόν», την ερμηνεία της οποίας, έχοντας ξεχάσει, δεν μπόρεσα ποτέ να ανακτήσω θετικά και υπεύθυνα, όσο ψηλά κι αν αποτάθηκα. Άλλοι μιλούν γιά κάποιο ομηρικό επίρρημα και άλλοι γιά τεχνητό μόρφωμα προκειμένου να ολοκληρωθεί το τρυκ των 4 λέξεων.
   Πάντως όσοι σπεύσουν να προτάξουν πως δεν υπάρχει ελληνική λέξη που ν’ αρχίζει από ζήτα και ν’ ακολουθεί σύμφωνο, ας αναζητήσουν στον Όμηρο και τον… Βάρναλη τη λέξη ζνίχι = σβέρκος!



   Αιωνία η μνήμη σου δάσκαλε. Έστω κι αργοπορημένα, αλλά με πολύ συγκίνηση και νοσταλγία, σου στέλνω νοερά ένα μεγάλο ευχαριστώ γιά όσα μου έμαθες και μου χάρισες. Και… καλή αντάμωση, πλέον.






2 σχόλια:

  1. Ευχαριστώ.
    Ένα ψιλορεκτιφιέ, κάπου-κάπου, είναι απαραίτητο, νομίζω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή