Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2020

Ένα reqviem στη νιότη μου.

                     "Επέστρεφε συχνά και παίρνε με..." 

    Γυρίζω συχνά στην απώτατη νιότη μου, την παιδική ηλικία, κάπου στην Ακαδ. Πλάτωνος, όπου όλοι οι δρόμοι της -πλην του κεντρικού- ήσαν χωματόδρομοι και οι άνθρωποι ζούσαν αρμονικά, μοιράζοντας τις χαρές, τις λύπες και τη φτώχεια τους δίκαια. 

   Στη στάση μου, Στάση Κρίθαρη, όταν έβρεχε ο δρόμος πλημμύριζε -σκέτο βενετσιάνικο κανάλι- κι ο πανέξυπνος ιδιοκτήτης του γωνιακού ψαράδικου έριχνε στον "δρόμο-κανάλι" μιά μεγάλη ψαροκασέλα και με ένα σκουπόξυλο γιά κουπί περνούσε απέναντι, σαν Βενετσιάνος γονδολιέρης,  όσους επιβάτες έμεναν στη κάτω πλευρά της συνοικίας και δεν ήθελαν... να κολυμπήσουν. Με κόστος... πορθμείου μόνο δυό δεκάρες!                                                                                                                 

   Η μιζέρια κι η ανέχεια εποχής λειτουργούσε σαν γκέτο γιά τους μικρούς μπόμπιρες της περιοχής, απ’ όπου σπανίως και σε ειδικές περιπτώσεις ανέβαιναν στο... «κέντρο», συνήθως γιά κάποιες αναγκαστικές αγορές, κρατώντας από το χέρι τη... μαμά. 

   Ως πρωτότοκος πολυμελούς πιτσιρικαρίας είχα το αποκλειστικό προνόμιο της καινουργούς ένδυσης, με τα δικά μου αποφόρια να τα παίρνει ο δεύτερος και τα δικά του ο τρίτος! Όλα εκτός των υποδημάτων, των οποίων οι σόλες «καταβροχθίζονταν» από το κλωτσοσκούφι στη Παιδική Χαρά του Αγ. Κωνσταντίνου στη Λένορμαν. Έτσι κι ο Αντρίκος -Θεός σχωρέστον, καθώς η αυριανή γιορτή τον φέρνει στον νου μου εντονότερα- απολάμβανε κι αυτός καινούργια... λουστρίνια!                                                           

   Σαν σε όνειρο θυμάμαι -ώρες, ώρες- τις συχνές επισκέψεις στο παπουτσίδικο του Σίμη στην Σταδίου, που μπαινόβγαινα συχνά, εν αντιθέσει με το παιχνιδάδικο του Τσοκά επί της Αιόλου, που μου ήταν γνωστό μονάχα... εξ όψεως, με το εσωτερικό του άβατο να φαντάζει σαν την Απαγορευμένη Πολιτεία του Πεκίνου. Το μόνο που μου επέτρεπε η πάντα φουριόζα μάνα ήταν μερικά λεπτά στάσης και... στοχασμού, μπροστά στον μαγικό κόσμο της βιτρίνας. Με το «ξερογλείψιμο» ν’ αποτελεί τότε μιά γλυκιά ονειρική κατάσταση που απολάμβανα κοιμισμένος, ενώ τώρα έγινε εφιάλτης που με κυνηγά ακόμη, όταν πέφτω γιά ύπνο κατηφής κι απελπισμένος.     Κάτι τέτοια -ίσως τρελά και παλαβά- παγίωσαν μέσα μου μιά άποψη: «Κάποιοι ζουν και κάνουν όνειρα γιά τη ζωή τους, ενώ κάποιο άλλοι την ζουν μόνο στα όνειρά τους»...                       

   Μεγαλώνοντας και διαβάζοντας, το ταξίδι, η φυγή, η περιέργεια, ή ανησυχία, ίσως και η άρνηση στην αδράνεια και την ακινησία, άναψαν μέσα μου άσβεστη ταξιδιωτική φλόγα, την οποία φούντωσε η γνωριμία μου -στο απέναντι βιβλιοπωλείο του Νότη Καραβία- με τον αγαπημένο μου και αξέχαστο Νίκο Καββαδία. Μικρός, παρακολουθούσα με δίψα τις διηγήσεις του με διαφόρους, όταν πεταγόμουν εκεί γιά δουλειά, ή από πρόφαση δουλειάς. Κάτι που πάντα επεδίωκα όταν έβλεπα το κοντόχοντρο σουλούπι με τον μπλε μπερέ -σαν Εγγλέζος μούτσος- να κατευθύνεται γιά χαβαλέ και πάρλα στου Νότη το μαγαζί. Αρκετά αργότερα, από «ιδανικός κι ανάξιος εραστής των μαγεμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων»... «ξεπαρθένεψα» το όνειρό μου και το έκανα -παραέκανα μάλιστα- πραγματικότητα!

   Στην πιό κάτω ανάρτηση, μηρυκάζω ένα από τα πρώτα μου ταξίδια σαν αρχηγός γκρουπ και μάλιστα στον πιό αγαπημένο μου προορισμό, το εξωτικό Bali. Ένας από τους τελευταίους εναπομείναντες επίγειους παράδεισους, που, με 150+ μεταβάσεις, σημάδεψε ανεξίτηλα τη ζωή και τη μοίρα μου. Απομυθοποιημένος μεν, πλην πάντα γοητευτική, λατρεμένη και ανεξίτηλη πτυχή της ζωής μου. Μέσα από την επίγεια... κόλαση που όλοι βιώνουμε σήμερα, επιχειρώ ένα ρισκαρισμένο... salto mortale, μπας και η ανάμνηση ευτυχισμένων περασμένων ημερών τις κάνει να λειτουργήσουν σαν βλαστοκύτταρα που θα αναπλάσουν χαμένες ευτυχίες.

   Γιά οικονομία χρόνου και φειδώ στην υπομονή των αναγνωστών αναρτώ τον επίλογο  του δοκιμίου μιάς από τις πρώτες μου επισκέψεις εκεί. Και όποιος μπορεί... ας συγκινηθεί μαζί μου...


Επίλογος

   « Η  τελευταία ημέρα ξημερώνει στο Bali. Το ίδιο ζεστή, το ίδιο λαμπερή, το ίδιο όμορφη, το ίδιο γαλήνια. Μα και το ίδιο θλιμμένη. Όλα μοιάζουν ίδια μα και τόσο διαφορετικά. Το αδιόρατο μούδιασμα της ψυχής σωπαίνει τη γλώσσα, ναρκώνει τις αισθήσεις, παγώνει την καρδιά  και μισοπαραλύει τις κλειδώσεις που υπακούουν δύσκολα στα απρόθυμα υποχρεωτικά κελεύσματα της αναχώρησης. Τελειώνει σήμερα η παραμονή στο Bali! Γιά τούτη, τουλάχιστον,  τη φορά. Την πιό καλή, την πιό αλλιώτικη, την πιό δυνατή, την πιό έντονη.

   Οι ώρες τρέχουν γρήγορα. Λίγες τελευταίες γουλιές καφέ, ανόρεχτα και τυπικά στη ρεσεψιόν, τελευταίες διατυπώσεις με το λογιστήριο του ξενοδοχείου και μετά επιβίβαση στο πουλμανάκι. Το μικρό σαράβαλο κατηφορίζει αργά-αργά προς το αεροδρόμιο Ngurah Rai, μέσα σε απόλυτα νεκρική σιγή που επικρατούσε μέσα του. Μόνο μιά κουρασμένη μηχανή μοιάζει σαν να κλαίει κι αυτή μαζί μας που φεύγουμε. Όλοι απορροφημένοι στις σκέψεις τους, καθένας από τη δική του σκοπιά. Θα στοιχημάτιζα πως μπορούσα να τις διαβάσω όλες, τουλάχιστον ως προς το... «διά ταύτα» τους. Μία από τις λίγες φορές ομάδα Ελλήνων που θα μπορούσαν να συμφωνήσουν. Μιά γνωριμία, φευγαλέα και σύντομη, με το όνειρο να ετοιμάζεται να περάσει στο χώρο της ουτοπίας.

   Παρ’ όλη την χαμηλή ταχύτητα του μικρού πούλμαν, σαν να προσπαθεί να «φρενάρει» τον χρόνο, μοιραία μας φέρνει κάποτε στο μικρό αεροδρόμιο της Κuta. Ο τεράστιος ήλιος έχει ανέβει αρκετά στον μπαλινέζικο ουρανό. Έναν καταγάλαζο, ακηλίδωτο κι από παραμικρό συννεφάκι ουρανό. Το δυνατό του φως, αντίθεση κραυγαλέα με το χρώμα της ψυχής, δίνει μιά τελευταία ικμάδα δύναμης στα εξουθενωμένα μέλη γιά να λειτουργήσουν. Όπως τα μικρά ηλιακά κομπτιουτεράκια. Βαρειά η μικρή πεζοπορία προς το μεγάλο λευκογάλαζο πουλί της GARUDA, που με ορθάνοιχτες πόρτες και κοπελιές στο πλατύσκαλο περίμενε να μας χάψει! Ακολουθώ τελευταίος, παρακολουθώντας αμήχανα την σιωπηλή μελαγχολική ανθρώπινη γραμμή -σαν την ηττημένη στρατιά του Ναπολέοντα στην απέραντη ρωσική στέπα- να χάνεται στην κοιλιά του. Καθυστερώ αφηρημένος στο πλατύσκαλο, μέχρις ότου μιά ευγενική κοριτσίστικη παρότρυνση με έβαλε στην καμπίνα, γιά να κλείσει η πόρτα.

   Η παρομοίωση με θύμα κι εγώ του... Κουτούζωφ, έκανε να χορέψουν στο ακινητοποιημένο από την οδύνη μυαλό μου, οι πρώτες νότες από το Marcia funebre της Eroica του Μπετόβεν. Να ξεπηδούν από τους γύρω φοίνικες που φαίνονταν από το μικρό φινιστρίνι σαν φρικτά φαντάσματα. Σαν κολασμένοι βρυκόλακες που χοροπηδούσαν γύρω μου τσιρίζοντας στο ρυθμό της μουσικής: «Εσύ φεύγεις, εμείς όμως -κοίτα μας- μένουμε»! Ποτέ δεν ήχησε τόσο απαίσια και τόσο πένθιμα στ’ αυτιά μου αυτή η μουσική. Και με τόσο αντιφατικό αλλά και ταιριαστό με την συναισθηματική και ψυχολογική μου κατάσταση, τοπίο. Έξω το φως, μέσα μου η μαυρίλα.

   Η πόρτα κλείνει βαρειά πίσω μου. Η αμπάρα πέφτει και την ασφαλίζει κι εγώ σκέφτομαι:  «Η καμπίνα μοιάζει με τεράστιο κελλί. Κι εσύ είσαι μέσα. Καταδικασμένος σε απέλαση»!

   Μικρές φευγαλέες ματιές από το φινιστρίνι, καθώς το μεγάλο πουλί έτρεχε, μουγκρίζοντας, τα τελευταία του μέτρα στη γη, πριν πετάξει στα ουράνια.  Οι φοίνικες έξω μοιάζουν σαν να στήνουν χορό, στο ρυθμό του allegro molto από το φινάλε της Ηρωικής.  Προσπαθώ να στείλω έξω, όσο πιό πολλά κομμάτια μπορώ από τον εαυτό μου. Γιά να γίνουν άγκυρες, γέφυρες. Γιά  να γαντζωθώ απ’ αυτά και να μείνω. Μάταια όμως, και καθώς η θάλασσα κάτω μου απομακρύνεται σβέλτα, έκανα ένα αναγκαστικό συμβιβασμό με τον εαυτό μου. «Τουλάχιστον αυτά τα κομμάτια ας γίνουν υποθήκες επιστροφής. Τουλάχιστον αυτό...»!

  Οι κινητήρες ουρλιάζουν στέλνοντας πίσω τεράστιους όγκους καυσαερίων. Νοιώθω την θερμοκρασία τους να μου στεγνώνουν το στόμα. Να με στεγνώνουν ολόκληρο. Την ψυχή πρώτα.

Δεν προλαβαίνω να καταλάβω γιά πότε βρέθηκα στο κενό. Ίσως γιατί το κενό βρισκόταν μέσα μου από ώρα. Καθώς το αεροπλάνο στρίβει γιά την τελική πορεία προς Σινγκαπούρη διακρίνω κάτω το Bali beach, το Pertamina, το Santika. Άθελα ψιθυρίζω... Αντίο Bali, αντίο ευλογημένη γωνιά της Γης. Αντίο ευτυχισμένες, τρυφερές κι ανεπανάληπτες στιγμές που μου πρόσφερες.... Αντίο.


   Καθώς η πτήση προχωρούσε, όλα γύρω σου έμοιαζαν ακίνητα. Σταματημένα και δεμένα. Όπως δεμένος ήσουν κι εσύ στην πολυθρόνα σου. Δεμένος και με τη μοίρα σου. Το μεγάλο πουλί είναι η μοίρα σου, που σε πάει πέρα-δώθε. Και τώρα σε πάει γι'  αλλού. Μακρειά. Εκεί όπου ανήκεις! Αντίο Μπάλι, αντίο αγάπη μου! Τί κρίμα... Αλήθεια τί κρίμα...

  Κάπου στο βάθος σου προσπαθείς να λογικευτείς. Bali είναι, σκέφτεσαι, και θα περάσει. Δεν μπορεί παρά να περάσει... Όμως αν, αλίμονο... δεν περάσει; Αν δεν; Τότε τί γίνεται;... Αλήθεια, τί γίνεται τότε;... ΤΙ...;»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου