Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Η ελληνική γλώσσα. Ιστορία, εννοιολογία και σοφία.



 Μιά άλλη άποψη-απάντηση στoυς ανιστόρητoυς μητραλοίες.

                                                                                   
   Το  θλιβερό νυσταλέο παχύδερμο, που αν και αμόρφωτο τοποθετήθηκε να διαφεντεύσει τα της Εθνικής μας Παιδείας και Θρησκευμάτων, με το βλοσυρό βλέμμα και το κοιμίσικο ύφος,  (όταν βεβαίως δεν έχει περιδρομιάσει τον αγλέορα και ναρκωθεί σαν βόας), ετοιμάζεται να καταφέρει ένα τελειωτικό χτύπημα στο αιμάσσον σώμα της ταλαίπωρης γλώσσας μας.

   Ανατρέχοντας στη μνήμη, σε όσα διδάχθηκα και τα σχετικά βοηθήματα, θεωρώ υποχρέωσή μου να υπενθυμίσω κάποια στοιχεία, που ίσως φανούν χρήσιμα σε όσους παρέμειναν πιστοί στην αγάπη τους γιά τη χώρα, τις παραδόσεις, τη γλώσσα, τα ήθη, τα έθιμα και τα ιδανικά της και νοιώθουν θλίψι γιά την ραγδαία καταβαράθρωση όλων αυτών των ανθρώπινων αξιών, που γεννήθηκαν σ' αυτόν τον χώρο.

   Ιστορία

    Η Ελληνική και η Κινέζικη, είναι οι μόνες γλώσσες του κόσμου που τις διακρίνει μία συνεχής και ζωντανή παρουσία, από τους ίδιους λαούς και στον ίδιο χώρο, γιά περισσότερα από  4.000 έτη. Και ενώ η Κινεζική χρησιμοποιεί περιεκτικά ιδεογράμματα, η Ελληνική διαθέτει φωνητικούς φθόγγους και γραφικούς συμβολισμούς, με την αλληλουχιακή παράταξη των οποίων δημιουργούνται λογικοί λεκτικοί συνδυασμοί που επιτρέπουν την διατύπωση σκέψεων και ορισμών  προς συνεννόηση μεταξύ των μελών της κοινωνίας που ομιλούν την γλώσσα. 

   Λόγω της αρχαιοτάτης προέλευσης της ελληνικής γλώσσας, αυτή αποτελεί -τρόπον τινά- γλωσσικό υπόδειγμα γιά όλα τα επόμενα γλωσσικά ιδιώματα που αναπτύχθηκαν -κυρίως- στην Ευρώπη, την γηραιά ήπειρο, στα επόμενα χρόνια.    

   Έτσι, π.χ. η Αγγλική γλώσσα διαθέτει περίπου  490.000 λέξεις, από τις οποίες, περίπου οι 41.500 πηγάζουν από την Ελληνική. ( Βιβλίο Γκίνες ).

   Μηχανισμός λειτουργίας 
   Σε κάθε γλώσσα διακρίνουμε το σημαίνον (λέξη) και το σημαινόμενο (έννοια). Στην Ελληνική αυτά τα δύο έχουν μεταξύ τους αιτιολογημένη πρωτογενή σχέση, καθώς -αντίθετα με τις άλλες γλώσσες- το σημαίνον δεν είναι μιά τυχαία σειρά από γράμματα, αλλά διαθέτει πλήρη εννοιολογική αφετηρία και συσχετισμό.
   Σε μία συνηθισμένη γλώσσα, όπως λ.χ. την Αγγλική, τίθενται εξ ορισμού, συμβατικά και συμπεφωνημένα, το να ονομάζουν κάτι κάπως. Π.χ. βαφτίζουν τον ουρανό sky, το αυτοκίνητο car  και το νερό water.  Kαι έκτοτε -χωρίς αντίρρηση και περαιτέρω επεξήγηση- ισχύουν γιά όλους τα συμφωνηθέντα, με τη γλώσσα να λειτουργεί ως «σημειολογική».  Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο δεν ισχύει, γιατί η ελληνική γλώσσα είναι «εννοιολογική», με εντελώς διαφορετική δομή από τις υπόλοιπες.
   Ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος και μαθηματικός Βέρνερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα και είχε τονίσει: «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».
   Αντίστοιχα υποστήριζε και ο Αντισθένης: «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Π.χ. ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γη: (άρα = γή + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη  (δικό του σπίτι). Ακόμη, «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει: (βοή = φωνή + θέω = τρέχω και ο  «αστήρ», δηλαδή το αστέρι, σημαίνει κάτι που κινείται και δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ, από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).
   Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή γιά σκέψη. Γιά παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά-σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» - ελαττώνει ως ανθρώπους - και φθίνει μέχρι και την υγεία μας. Και, βέβαια, όταν αναφερόμαστε σε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει το λέμε: «άφθονο»!
   Έστω η λέξη: «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι γιά να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έλθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι το φρούτο όταν είναι άγουρο ή σαπισμένο και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70, άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή, σε αυτή την περίπτωση, δεν μπορούμε να το απολαύσουμε.
   Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» γιά την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά.  Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις τη δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς.
   Το «άγαλμα» ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας ευχαριστείται, αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η «αγαλλίαση».
   Κάνοντας όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη. Αποτελείται από το αγάλλομαι + ίαση ( = γιατρειά). Άρα, συνοψίζοντας, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και γιατρευόμαστε. Και πραγματικά, είναι αποδεκτό πως η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη σωματική μας υγεία.
   Έτσι ερμηνεύεται και η έννοια: «άσχημος». Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα!
   Στην αντίστοιχη Λατινική λέξη γιά το άγαλμα,  οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, «statua», από το Ελληνικό «ίστημι», (που ήδη αναφέρθηκε) και το ονόμασαν έτσι, επειδή στέκει ακίνητο. Εδώ παρατηρείται μία τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία των δύο γλωσσών και των δύο λαών. Αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, γιά τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα. Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με τη σκέψη του ανθρώπου.
   
   Όπως λέει και ο George Orwell στο γνωστό έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Στο βιβλίο, το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα γιά να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.
   «Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε και ο εθνικός ποιητής των Ρουμάνων, Μιχάι Εμινέσκου.

   Εν κατακλείδι, όσο πιό πολύπλοκη είναι μιά γλώσσα, τόσο πιό προηγμένος και ο πολιτισμός αυτών που την ομιλούν και ευρύτερη η γκάμα στην απόχρωση των δηλουμένων εννοιών. Το να μπορείς να μιλάς σωστά, σημαίνει ότι ήδη είσαι σε θέση να σκέφτεσαι σωστά, να δημιουργείς λόγο και να τον χρωματίζεις αναλόγως.

   Υ. Γ. Επειδή το θέμα με εξιτάρει ιδιαζόντως, πιθανότατα θα επανέλθω. Είναι βλέπεις κι εκείνη η μουσική των λέξεων, καθώς αυτές θα πρέπει να τοποθετούνται μαεστρικά, ώστε να βγάζουν αρμονία, κάτι που... "ουκ εά με καθεύδειν". Και η ελληνική γλώσσα - η αφιλότιμη- μου θυμίζει ποτάμι καλλικέλαδο... ενίοτε. Ιδίως όταν αποδίδει σαφή νοήματα και όταν αποφεύγει τους αριστερόστροφους βαρβαρισμούς, τύπου: "κάλεσμα", αντί "πρόσκλησις", "Φλεβάρης", αντί "Φεβρουάριος" και τους σφαγιασμούς της καθομιλουμένης απλής καθαρεύουσας. (π.χ. τρίτη κλίσις, ευφωνικά "ν" και... πάει λέγοντας). 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου