Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2019

"Ήρθες στον ύπνο μου ξανά..."


Δραπετεύοντας από την μιζέρια, την αθλιότητα και την μοναξιά.



   Η κακοφορμισμένη χαίνουσα πληγή της ελληνικής καθημερινότητος, μου έφερε και χθες την καθιερωμένη αϋπνία. Έτσι, κατά τις 3.30΄ ξημερώματα, και κατά τα γνωστά, έψαξα το νανούρισμα στην TV, περιπλανώμενος στα κανάλια της.
   Αγαθή τύχη και κάποιο μικρό κανάλι με ξανάφερε, μετά από αρκετά χρόνια απουσίας και νοσταλγίας, στην αγαπημένη μου Μπάνγκοκ. Την πόλη που κατόπιν 150 + επισκέψεων νοιώθω σαν δεύτερη πατρίδα. Έχω βιώσει εκεί πρωτόγνωρες εμπειρίες, έχω εισχωρήσει βαθειά στην μαγεία της, έχω γνωρίσει εξαιρετικά ευγενικούς ανθρώπους και γλυκύτατες, πανέμορφες σεμνές κοπέλες, αλλά και χαριτωμένα, γεμάτα αφοπλιστική αφέλεια, μικρά πορνίδια. Έχω επισκεφτεί με σεβασμό βουδιστικά μοναστήρια και έχω αισθανθεί απόκοσμο δέος, γενόμενος μάρτυρας εκπληκτικών και υπέρκοσμων γεγονότων, π.χ. μικρόσωμους μοναχούς που έκαναν meditation στη γνωστή βουδιστική στάση με μάτια ανοιχτά και δεν μπορούσαμε, δύο άτομα -αρκετά χεροδύναμα- να τους σηκώσουμε ούτε πόντο! Λες και ήσαν Τσιπροκαμμένοι στην «καρέκλα» τους.
  Λατρεύω αυτήν την πόλη και έχω δεθεί ακατάλυτα μαζί της. Έστω και από μακριά ζω και αναπολώ τον παλμό της, γεύομαι τις γεύσεις της και οσφραίνομαι την περίεργη οσμή που αναδίδει το μείγμα της υπαίθριας κουζίνας με το καυσαέριο των τουκ-τουκ, που σαν μικρές θορυβώδεις μελισσούλες την οργώνουν ακατάπαυστα. Ζυμώθηκα μαζί της και ρούφηξα και με τον τελευταίο πόρο του δέρματός μου την μοναδική της γοητεία, στην οποία θα μείνω, εσαεί, σκλάβος.
  Έτσι, αντί να με νανουρίσει η ταινία -γκανγκστερική μεν αλλά γεμάτη από την αλλόκοτη και μυστηριώδη «ανθρωπιά» που αναδίδει η πόλη- με εξιτάρισε, διώχνοντας και το τελευταίο ίχνος νύστας που διέθετε το υποσυνείδητό μου. Περιπλανήθηκα, μέσω των καταδιώξεων του φιλμ, στα γνωστά κακόφημα δρομάκια, χάζεψα τα λικνιστικά κουνήματα των go-go girls στα ασφυκτικά γεμάτα και αποπνικτικά bars με την εκκωφαντική μουσική, «ξέπλυνα» τα μάτια μου μετά, παρακολουθώντας γλυκύτατα αιθέρια πλάσματα, με πολύχρωμα μεταξωτά φορέματα, σε αργόσυρτους εκφραστικούς παραδοσιακούς χορούς στο Piman,  απόλαυσα -έστω και εξ αποστάσεως- μιά ονειρική καταδίωξη στην πλωτή αγορά του Damnuern Saduak και γεύτηκα νοσταλγικά -σαν γεροξεκούτης που του τρέχουν τα σάλια- την εξαίσια, την μοναδική, την «αμβροσία» της Ανατολής, που ακούει στο όνομα: «τομ-γιάμ-κουνγκ». Μιά απίθανη γαριδόσουπα, στην οποία δεν ξέρεις τί να πρωτοθαυμάσεις και τί να απολαύσεις πρώτα. Τα υπέροχα χρώματα των συστατικών της, την γαργαλιστική οσμή που αναδίδει αχνιστή, την θεσπέσια πικάντικη γεύση της, ή τον μοναδικό τρόπο που την σερβίρουν κάποια μικρά τρυφερά κοριτσίστικα χεράκια. (Εδώ θυμάμαι, πολύ εντυπωσιασμένος, τον γνωστόν Αυστριακό Swarovski να μιλάει γιά την ταϋλανδέζικη κουζίνα με τον ίδιο, δικό μου, ενθουσιασμό.
  Τέλος, χορτασμένος από την αναδρομή στις ευτυχισμένες στιγμές των ύστερων νειάτων μου, γαληνεμένος, ικανοποιημένος και τρισευτυχής... αφέθηκα στην αγκαλιά του Μορφέα, για ένα μικρό... «encore»-συμπλήρωμα ύπνου μέχρις ότου η σκληρή και απεχθής πραγματικότητα με ξαναφέρει στα... συγκαλά μου. Τον Τσίπρα, τον Μπούλη με τα κρεατάκια στη μύτη, τον κουραδόμαγκα των Σφακιών, το ξανθό γεροντομάνουλο που το παίζει... Βουγιουκλάκη σε μεγάλη ηλικία και... «ου συμμαζεύεται». Κατάντια, ξεπεσμός, αθλιότητα...
   Μικρή αντίδραση-εκτόνωση, το μοίρασμα αυτής της αναπάντεχης μεταμεσονύχτιας νοσταλγικής αναδρομής με τους αναγνώστες της στήλης.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου