Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Σημαία. Κομμάτι πανί, ή κομμάτι ψυχής



Αποτέλεσμα εικόνας για σημαια

   Ξεκαθαρίζω εξ αρχής και «άπαγε της βλασφημίας». Δεν γεννήθηκα σωβινιστής εθνικιστής ή καλαμοκαβαλημένος πατριδοκάπηλος, από εκείνους που περιτίθενται την αρχαία τους κληρονομιά, γιά να καλύψουν την γύμνια της σημερινής ασημαντότητός τους με το αρχαίο κλέος. Ίσα-ίσα, που αυτό με στοιχειώνει, καθώς αποκαλύπτει το μέγεθος του σημερινού μας εκπεσμού και κατάντιας. Γεγονός που φέρνει εγγύτερα στην πραγματικότητα -παρά στην φαντασία- την ανθελληνική θεωρία του Φαλμεράγιερ, με μόνη -βολική- δικαιολόγηση τα... «τετρακόσια χρόνια της τουρκοκρατίας».

   Δεν ένοιωσα ποτέ κάποιο περισσότερο «βάρος» από όσο έδειχνε η... «ζυγαριά» μου. Υπήρξα ένα λαϊκό παιδί που μεγάλωσε στον... Βούθουλα -δίπλα στο πυργάκι της Μαντάμ Σουσού, του Δημ. Ψαθά- τσαλαπατώντας τα πρωινά στους λασπωμένους χωματόδρομους, γιά να πάω να «ξεστραβωθώ»  στο ιδιωτικό σχολείο «Η πρόοδος» του Σωκρ. Περίδη, και μετά το μεσημέρι κυνηγώντας το τόπι -μαζί με την υπόλοιπη πιτσιρικαρία της φτωχογειτονιάς- στην μεγάλη πλατεία του Αγ. Κωνσταντίνου, του Παλιού, στην Λένορμαν, πριν παίξω στον «Ορφέα» των αξέχαστων και προσφιλών μου Βαγγ. Ρούμπου, Ανδρεαδάκη του Σπάταλου, Αργ. Συντρίκου, Ν. Ρωμανέα, Ντ. Λαζάρου, Ν. Ρήγου, Τ. Κυπριανού, Κ. Χωματιανού και πλήθους άλλων μεγάλων μου φίλων που νοσταλγώ, έστω κι αν η ηλικία στέλνει -εικόνα και όνομα- στα πέπλα μιάς δικαιολογημένης λήθης.
   Όμως η αγάπη γιά το σύνολον εκείνης της «κατάστασης» θα φύγει μετά την ψυχή μου. Απλά, αγαπημένα «πράματα», χωρίς «γ», καθ’ ότι κρητικής καταγωγής.

    Βεβαίως, η Ιστορία -μαζί με την Γεωγραφία- πάντα με γοήτευε. ‘Ομως ο θαυμασμός του απώτατου παρελθόντος έσβηνε μελαγχολικά, καθώς αυτό βυθιζόταν στα σκοτάδια της Τουρκοκρατίας, γεύση της οποίας η φαντασία έπαιρνε καθώς έβλεπα -παιδάκι ακόμη- το σπίτι επιταγμένο να κατακλύζεται από αγριωπές αξούριγες φάτσες ανταρτών, ζωσμένες -χιαστί- με φυσεκλίκια. Ήταν η περίοδος του ανταρτοπολέμου,  όπου μου άρεσε να χαζεύω από στην ταράτσα, που επικοινωνούσε με αυτήν του γειτονικού γωνιακού μπακάλικου του Μάλεση, το γκρέμισμα του στηθαίου στη γωνία, προκειμένου να στηθεί, καμουφλαρισμένο, ένα οπλοπολυβόλο! Στα έκπληκτα παιδικά μου μάτια ζωντάνευε η φρίκη του εμφυλίου, που συζητούσαν  σιγανόφωνα οι γονείς μου, με μιά φυσικότητα κι ηρεμία, κι εγώ κρυφάκουγα τις νύχτες, πριν χωθώ -έντρομος- κάτω από τα σκεπάσματα και λουφάξω. Ακούσματα που «σκόνταφταν» στο όσα ωραία μου διηγόταν -νανουρίζοντάς με- η θεία Μαρία, η... «θεούσα», όπως την αποκαλούσε ο ιδιόρρυθμος πατέρας, του οποίου διασκεδαστικότερη συνήθεια ήταν η «παράσταση» που έδινε κάθε Μεγ. Παρασκευή. Ένα μικρό τραπεζάκι καφενείου και μιά καρέκλα, τον πατέρα καθισμένο πάνω της και με τη πετσέτα δεμένη στον λαιμό. Όλα αυτά να περιμένουν, ως σύνολο, στημένα υπομονετικά στο πεζοδρόμιο της οδού Μύλων, ενώ το τηγάνι με το λάδι  σιγόκαιγε στην παραστιά. Μόλις ο Επιτάφιος του Αγ. Τρύφωνα έσκαγε μύτη από την Μαραθωνομάχων: -«Κούλα, έρχονται», ήταν η προσταγή! Και όταν η κουστωδία περνούσε από μπροστά του, αυτός απολάμβανε δυό καλοτηγανισμένα αυγά μάτια, ενώ εμείς οι υπόλοιποι παρακολουθούσαμε, με ευλάβεια και το κερί στο χέρι, τις αντιδράσεις του... Χριστεπώνυμου πλήθους, που άλλοι  ξεραίνονταν στα γέλια και άλλοι σταυροκοπιόνταν ξορκίζοντας τον... Σατανά που τους κόλαζε, χρονιάρα μέρα!

   - «Αντίχριστε, στην κόλαση θα πας», έλεγε οργισμένος ο αγαθός γέροντας παπάς, διακόπτοντας το... «Η ζωή εν τάφω»! (Πιθανότατα αυτή η κατάρα να έπιασε, αφού ο πατέρας άφησε την τελευταία του πνοή στην ανηφόρα του Αμαρουσίου, προς Ζηρίνειο, σε ηλικία, μόλις, 39 χρόνων).


   Εκεί, σ’ εκείνα τα χρόνια στον Βούθουλα, κάθε βράδυ μηδενιζόταν το κοντέρ και όλα ξανάρχιζαν το πρωί με την δυνατή φωνή του κυρ-Μήτσου, του γαλατά και του υψηλόσωμου βραχνοκόκορα κυρ-Αντώνη, του ψαρά, με τα ερωτήματα μέσα μου να μένουν αναπάντητα και τις ανησυχίες μου μπουρδουκλωμένες στις οικογενειακές αντιφάσεις και αντιθέσεις. Από την μιά η συντηρητική, μορφωμένη -πλην ξεπεσμένη οικονομικά- οικογένεια της μητέρας, που δεν έπαψε ποτέ να κλαίει τις μαούνες-φορτηγίδες  που μεταφόρτωναν τη αιγιώτικη σταφίδα στα καράβια της ράδας και τις οποίες  -σε λιγότερο από ώρα- έστειλαν τα γερμανικά βομβαρδιστικά, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον πάτο του Κορινθιακού και το σόι της μάνας στον πάτο της φτώχειας και απελπισίας. Κι από την άλλη, οι ανένταχτες παλαβομάρες του αμόρφωτου, ιδιόρρυθμου και αμφισβητία των πάντων  πατέρα, σε συνδυασμό με την εξόχως ηρωική κομμουνιστική δράση του μικρότερου αδελφού του, με έσπρωχναν και με κρατούσαν -ανεπαίσθητα κι αδιόρατα- στη μέση οδό. Αυτή της γκαμήλας.
   Στρογγυλεμένα, χωρίς πατριωτικές εξάρσεις, σταθερά καρφωμένο στα γήινα. Σε βαθμό που η πρώτη επαφή μου με την κάλπη να γίνει στο πρώτο δημοψήφισμα της χούντας. Κι αυτό λόγω της αγανάκτησης που μου προκαλούσε η μονολιθικότητά της,  η προσβολή της νοημοσύνης μου και η απόλυτη αηδία από τις διάφορες γελοιότητές της. Κάτι που μου θυμίζουν έντονα οι σημερινές αντίστοιχες του Τσίπρα και -ιδίως- του σκιτζή Παππά. Με το σημερινό ανάλογο, του υποτιθέμενου αριστερού -πλην μόνον φαύλου και χωρίς ίχνος από τα καλά ψήγματα της αριστεράς- καθεστώτος, σε εκθετική δύναμη.

   Στη συνέχεια, η βιοτική μέριμνα, οι επαγγελματικές ενασχολήσεις και τα ταξίδια ανά την Υφήλιο, μου αποκάλυψαν -εν είδει επιφοιτήσεως- αρκετά από τα απόκρυφα μυστικά της Ζωής, της Φύσεως, του εσωτερικού μου κόσμου. Μου έμαθαν πολλά και μου παγίωσαν την άποψη πως οι φυλετικές ανθρώπινες ρίζες είναι το πιό ακατάλυτο συστατικό της  ύπαρξης και της συνέχειάς μας. Αυτό που μας διαχωρίζει, μας διαφορίζει και νομοτελειακά μας κατατάσσει στην πολιτισμική κλίματα της Ανθρωπότητος. Στοιχείο που δεν αναιρείται, δεν καταργείται δεν μεταλλάσσεται. Αρκεί να μην το πολεμήσεις λυσσαλέα και επί μακρόν. Κάτι που μετά μανίας επεδίωξε μάταια, επί έναν ολόκληρον αιώνα, να πετύχει ο αιθεροβάμων μαρξισμός, ρίχνοντας στο «μίξερ» του Ρώσους, Ουκρανούς, Γεωργιανούς, Εσθονούς, Λιθουανούς, Λετονούς, Λευκορώσους, Αζέρους, Κιργίσιους κι έναν περίδρομο άλλα -ετερόκλητα-  ασιατικά φύλλα, προκειμένου να βγάλει... «Σοβιετικούς προλετάριους». Άχρωμους, άοσμους και άγευστους, κάτω από ένα τεχνητό κι αόριστο σφυροδρέπανο. Όμως τα αποτελέσματα τα βλέπουμε. Όπως και τα αντίστοιχα χαΐρια και τις προκοπές του Τίτο.

   Βασικά στοιχεία διαφορισμού των λαών, η θρησκεία, οι παραδόσεις, τα ήθη, τα έθιμα, το αίμα. Και πολύτιμα «περιτυλίγματα» όλων αυτών, το ιερό σύμβολο της σημαίας και ο εθνικός ύμνος. Ένα σύμβολο γιά το μάτι, ένα γιά το αυτί, και τα δύο γιά την ψυχή και το φρόνημα. Η σημαία αποτυπώνει, απεικονίζει, εμπεριέχει και εξωτερικεύει την εσωτερική ουσία της εθνότητος, κουβαλά την καταγωγή, υπενθυμίζει την κουλτούρα και αφυπνίζει -όταν και αν χρειαστεί- την αναγκαιότητα της θυσίας στον τόπο της τιμής και του αγώνα. Κάτι που δεν περνάει καν, από το άδειο μυαλό των διαφόρων απάτριδων, ανερμάτιστων  και ανεγκέφαλων  αριστερών «προοδευτικούριων κουραμπιέδων», όπως του υπουργού... Τσιρτσιρώνη, της κουτοπόνηρης νυφίτσας της λαθρόβιας «Αυγής» με τα μικρά ματάκια και τα αστεία, περί σημαίας,  επιχειρήματα, που ανέχεται στην εκπομπή του ο Ευαγγελάτος. Καθώς και των κολαούζων ψεκασμένων  και ψευτοπατριωτών ακροδεξιών τουρκοφάγων... «Μπούληδων», της πλάκας και του «θεαθήναι». Πανιά, χαρτιά, ξύλα, μέταλλα, στο νόημα και την ιδέα των οποίων -και όχι στην υλική και εμπορική τους υπόσταση- χύθηκαν ποτάμια αίματος και θυσιάστηκαν εκατομμύρια ζωές. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως τα πάντοια -εγχώρια και διεθνή- αποβράσματα, ενωμένα και ομονοούντα, αντιμετωπίζουν τα ιερά εθνικά σύμβολα με την ίδια αποστροφή και περιφρόνηση. Και καλά όταν αυτά συναγελάζονται στα αντίστοιχα παγκόσμια... «Εξάρχεια» και τις καφετέριες της μηδενιστικής κουλτούρας, αμπελοφιλοσοφώντας -συνοδεία απολαυστικής φραπεδιάς-  περί μαρξιστικής ουτοπίας και ισοπεδωτικής εξίσωσης στην αδράνεια του πάτου και της επαναστατικής γυμναστικής. Όταν όμως κρατούν τιμόνι κυβερνητικό και διαφεντεύουν τύχες εκατομμυρίων ανθρώπων, τότε το πράγμα αλλάζει δραματικά. Μετά τον ψυχίατρο -πρώτον και κύριο αρμόδιο- τον λόγο και το φραγγέλιο θα πρέπει να πάρει ο λαός. Αρκεί να διαθέτει κοινόν νου, στοιχειώδη μόρφωση και αίσθημα ευθύνης. Απέναντι στην Ιστορία των προγόνων του και στο μέλλον των απογόνων του. Ειδ’ άλλως του πρέπουν... Τσίπρηδες, Μπούληδες, ΖουρΛάριδες, ΑΝΕΛΟΣΥΡΙΖΕΣ και παροχές... της πλάκας.


   Προσπερνώντας τα διάφορα παγιώματα του χαρακτήρα μου, επανέρχομαι στο θέμα της σημαίας. Η περιήγηση του Κόσμου, σαν πρώτο σύμπτωμα, στην αρχή μου δημιούργησε αίσθημα ντροπής γιατί το πάλαι ποτέ απολιτίκ προφίλ μου, δεν με είχε αφήσει να συνειδητοποιήσω το νόημά της. Κάτι που έγινε όταν είδα, σε όλα τα μήκη και πλάτη, τα παιδάκια να πηγαίνουν σχολείο με μιά χάρτινη σημαιούλα στο χέρι και όλα τα σπίτια, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, να στολίζονται με τα εθνικά τους χρώματα. Κι αυτό από άκρως πολιτισμένα μέρη, μέχρι την εσχατιά των Ίνκας στο Περού, όπου γραφή μεν δεν έχουν, σημαία όμως διαθέτουν. Με ό,τι αυτή εκφράζει, κόντρα στον βίαιο εξισπανισμό τους. Πλημμύρα από σύμβολα που το άθλιο ντόπιο κομμουνισταριό αποκαλεί... «πανί». (Παραπέμποντας συνειρμικά και σε μια λέξη με δεύτερο συνθετικό το... παράγωγο του πανιού). Έτσι -και λίγο, λίγο- μπόρεσα να αντιληφθώ αυτά που προανέφερα γιά τη σημαία και ό,τι αυτή εκφράζει.
   Και όποιος την προσβάλλει -καθ’ οιονδήποτε τρόπο- τον απεχθάνομαι αυτόματα. Γεγονός που επιτείνεται από το κληρονομικό βάρος που κουβαλώ. Τόσο σε εθνικό, όσο και σε προσωπικό επίπεδο.


1 σχόλιο:

  1. Αρμονικότατα ισορροπημένες απόψεις για την σημαία μέσα σε ζωντανότατες αναμνήσεις και εμπειρίες , ευχαριστούμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή