Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Aπο το κύκλο των χαμένων ποιητών

Οι διαδρομές των ανθρώπων ακολουθούν περίεργες χαοτικές τροχιές. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον αν μπορούσαμε να δούμε όλο αυτό το κουβάρι, σε ψηφιακή απεικόνιση.
Το βάζω θέμα διδακτορικό στα «τσακάλια» της ηλεκτρονικής τεχνολογίας.
Είναι εκπληκτικό το πώς μέσα σ’ αυτό το πλέγμα ελάχιστες διαδρομές εφάπτονται, προς στιγμήν. Λιγότερες τέμνονται και πάρα πολύ λίγες ταυτίζονται και ακολουθούν κοινή πορεία για κάποιο χρονικό διάστημα. Και απειροελάχιστες για μια ολόκληρη ζωή.
Στέκομαι για λίγο στις εφαπτόμενες τροχιές. Στις στιγμιαίες επαφές που εκλύουν μικρές αλλά πολύ δυνατές συγκινήσεις. Όπως κάποιες φορές που ανοίγοντας τη πόρτα του αυτοκινήτου αισθάνεσαι μια μικρή, αλλά έντονη, ηλεκτρική εκκένωση του συγκεντρωμένου στατικού ηλεκτρισμού. Και μαζί ένα απρόσμενο, αιφνίδιο σοκ.
Τσάντες κρατάμε πολλές στη ζωή μας, που μετά τη χρήση, για κάποιο διάστημα, πετιόνται, χάνονται, ξεχνιόνται. Όμως η τσάντα, έστω άδεια, που βούτηξε ένας τυχαίος, περαστικός «τσαντάκιας» δεν ξεχνιέται ποτέ.
Μια τέτοια εφαπτομενική συνάντηση ήταν η αφορμή που γράφτηκε το REQVIEM, από κάποιο «φίλο». Μια δυνατή στιγμή αδυναμίας. Μια μικρή ηλεκτρική εκκένωση.
Μια τσάντα που αρπάχτηκε και πάει. Που χάθηκα ανεπιστρεπτί.
Αυτή για την οποία γράφτηκε δεν το ξέρει. Δεν πρόλαβε να το μάθει. Και ούτε θα το μάθει ποτέ !
Γι’ αυτό μοιάζει ξεκρέμαστο. Είναι μετέωρο. Δικαιούμαι, λοιπόν, να το χαρίσω όπου θέλω.

Και το δίνω σε κάποια που «αρνείται κατηγορηματικά να μεγαλώσει» !
Ακριβώς γι’ αυτό ! Και γιατί μου άναψε λάμπα. Μου αποκάλυψε αυτό που πραγματικά θα ήθελα να κάνω. Ενώ «έτρεξα» προς την αντίθετη μεριά.

Βιαζόμουνα να μεγαλώσω. Να σπεύσω, να προλάβω. Να προλάβω τι ; Να ωριμάσω, να γεράσω, να σαπίσω, να πεθάνω ! Να ζήσω μη ζώντας.
Και το κακό είναι ότι τα κατάφερα ! Μόνο ύστατο κέρδος η παλινδρόμηση του μυαλού. Οι μνήμες, οι αναπολήσεις και οι νοσταλγίες.
Ας είσαι καλά, Κυρά μου, που μου ξύπνησες ένα απωθημένο που κοιμόταν ξεχασμένο μέσα μου. Κάποιες φορές ψάχνουμε, απλά πράγματα, κοιτάζοντας μακριά, ενώ αυτά είναι δίπλα μας, μέσα μας. Σαν τα γυαλιά που τρώμε τον κόσμο να τα βρούμε ενώ τα’ χουμε σηκωμένα στο μέτωπο.
Τελικά, ναι, αυτό είναι ! Θα έπρεπε «ν ‘αρνηθώ να μεγαλώσω» ! ! !
Το μόνο παρήγορο είναι ότι, τουλάχιστον, με τη στάση ζωής αυτό έκανα, υποσυνείδητα. Απλώς δεν το κατάλαβα. Και, δυστυχώς, δεν το απόλαυσα.


REQVIEM

- Του χωρισμού την ώρα μη δακρύσεις
κι όρθιος στάσου, δυνατός, σαν κύριος σαλονιού
και τα σκοτάδια που ήρθαν ν’ αντικρίσεις
σαν λαμπερές και πάλλευκες νιφάδες του χιονιού.

- Την ώρα αυτή τα δάκρυα δεν ταιριάζουν,
δροσοσταλίδες σε λουλούδια μαραμένα ,
κάνε κουράγιο κι άντεξε, τα μάτια σου ας μη στάζουν
για τα δειλά σκιρτήματα που πήγανε χαμένα.

- Για λίγο γνωριστήκαμε, την ήξερα όμως χρόνια
όνειρα δεν κεντήσαμε, θα’ταν οδυνηρό,
διάπυρο κάρβουνο η καρδιά, μα στα μαλλιά τα χιόνια
εγώ και πάλι έφηβος κι εκείνη το << μωρό >>.

- Κάθισε μόνος, σκέψου και νοστάλγησε,
τις μαύρες, κρύες νύχτες του χειμώνα,
τα μάτια της – αχ, πόσο να’ ρθει άργησε –
αμίλητη, διακριτική, σαν ταπεινή ανεμώνα.

- Κράτησε, αν θέλεις, πάντοτε στη μνήμη σου νωπή
τον παιδικό αυθορμητισμό, το γελαστό μουτράκι
αυτή η αγάπη, το’ ξερες πως θα’ τανε ντροπή
εσύ άντρας ώριμος, μεστός κι αυτή το << κοριτσάκι >>.

- Καθώς ο χρόνος θα κυλά, η πίκρα θα γλυκαίνει
και στα στερνά, τα δύσκολα που θα’ ρθουν τότε χρόνια
η θύμηση της , βάλσαμο, γλυκά θα σε ζεσταίνει
γριούλα αυτή χωρίς παιδιά και συ με δυο εγγόνια .

- Κι ενώ όλα σβήνουν απαλά, σαν το κερί που λειώνει
τι κρίμα… δεν σε πρόλαβα, το βήμα μου αργό.
Η αυλαία έπεσε βαριά, το έργο εδώ τελειώνει.

Ζωή για μένα πάντα εσύ και Θάνατός σου εγώ !

I B A

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου