Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

«ΤΩΡΑ ΞΕΡΩ, ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ!». Διήγημα.



   Επιστρατεύοντας κάποια λίγα ψήγματα ματαιοδοξίας, "γαργαληθέντα αρμοδίως", αναδημοσιεύω το διήγημα "κάποιου φίλου" μου, το οποίο -όλως τυχαίως- έλαβε τον Α' Έπαινο στον φετεινό διαγωνισμό Διηγήματος (12-12-2015), που προκήρυξε η Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών. (Παρθενική εμφάνιση σε διαγωνισμό. Καθαρά αμέτοχος από διαπλοκές και κυκλώματα, κυριαρχούντα νεποτισμό και ευτελή οικονομικά αλισβερίσια).





    - Παππού…, ε΄, παππού, τί θα πει μοναξιά;
  Ο μικρός Φοίβος αιφνιδίασε και πάλι τον γέρο παππού του. Εκείνος άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί πέρα από την κατάφυτη πλαγιά, πέρα κι από τον πράσινο κάμπο και να φτάσει ίσαμε κάτω, τη θάλασσα. Κι αν βοήθαγαν η αδυνατισμένη από τα χρόνια ματιά του και η καμπυλότητα της Γης, θα την έστελνε ακόμη μακρύτερα. Να ξεπεράσει τον πόνο και το μαράζι που του άφησε, κοντά οχτώ χρόνια πάνε, ο χαμός της «γριάς» του. Της πολυαγαπημένης του Νιόβης, της γυναίκας του. Λίγους μόνο μήνες μετά που ήρθε στον κόσμο ο Φοίβος. Το μονάκριβο απομεινάρι μιας οικογένειας έξι ανθρώπων, που μόλις πρόλαβε κι εκείνη να κανακέψει για λίγο στην αγκαλιά της, πριν κινήσει να συναντήσει την κόρη τους τη Μυρσίνη, η οποία πέθανε από σηψαιμία και ιατρικό λάθος πάνω στη γέννα.

   Σαράντα δύο συναπτά χρόνια δεν κούνησε ρούπι ο ένας απ’ τον άλλο -αφ’ ότου, νεαρό ακόμη παλικαράκι αυτός κι άβγαλτη κορασίδα εκείνη- τους έριξε ο Θεός τον ένα πάνω στον άλλο, για να μην χωρίσουν, έκτοτε, ποτέ. Μέχρις ότου ο Ίδιος με τις άγνωστες βουλές Του πήρε εκείνη στον ουρανό κι έστειλε αυτόν στο βουνό, να παριστάνει έναν σύγχρονο Προφήτη Ηλία. Αποτραβηγμένον από τα εγκόσμια και βουτηγμένο στις σκέψεις και τη νοσταλγία μιας ευτυχισμένης ζωής και μιας επιτυχημένης καριέρας. Διυλισμένες κι οι δύο μέσα στη ματαιότητα των γήινων και το αστραπιαίο διάβα του χρόνου. Μιας ματαιότητος που φαίνεται καθαρά, όταν κοιτάζεις προς τα πίσω.

   Το μικρό εξοχικό του σπιτάκι, φυτεμένο πάνω σ’ ένα διάσελο ανάμεσα σε αντικριστές κορυφές, του δίνει την εντύπωση πως βρίσκεται πιο κοντά της. Να, μόλις μια δρασκελιά δρόμο από τ’ αστέρια που τις ξάστερες νύχτες χαμηλώνουν για να τον χαιρετίσουν. Έτσι να κάνεις και τα έπιασες! Σε υψόμετρο που του εξασφαλίζει ηρεμία κι απομόνωση στην απλή καθημερινότητα και ψευδαίσθηση πως θα συντομέψει ο χρόνος της συνάντησης με την καλή του, τη Νιόβη, όταν σημάνει κι η δική του καμπάνα.

   Ένα χωραφάκι μια σταλιά κι ένα πελώριο δάσος κρατούν τις ώρες του γέρο-Νικήτα και του τις δίνουν, λίγες-λίγες, κάθε μέρα, για να τις σκορπίζει παραγωγικά στη γη, που κι αυτή τον ανταμείβει, μάνα ευγνωμονούσα, προσφέροντάς του τα λίγα κι απαραίτητα ζαρζαβατικά, που ο πάντοτε λιτοδίαιτος Νικήτας χρειάζεται για να ζήσει. Έτσι που η μέση σύνταξη, προϊόν και αποτέλεσμα αδιάκοπης και σκληρής δουλειάς, να του φτάνει και περισσεύει για να περάσει με αξιοπρέπεια το γέρμα. Όπως γινόταν και με την εργασία του στο μεσουράνημα της ακμής του. Η πλησιέστερη κωμόπολη του προμηθεύει ό,τι χρειάζεται. Μαζί και την κυρά-Φρόσω, την μπρατσωμένη κι αεικίνητη διαβολογυναίκα που, μια φορά την εβδομάδα έρχεται και σε πέντε ώρες μέσα του κάνει το σπίτι να λάμπει σαν λουστρίνι από πάστρα και την μικρή γκαρνταρόμπα του, μοσχοπλυμένη και  καλοσιδερωμένη, να δείχνει ολοκαίνουργια.

   Δόξα τω Θεώ, δεν του λείπει τίποτε και από υγεία πάει μιά χαρά. Ένα φαρμακείο του εξασφαλίζει ό,τι μικροχάπι χρειαστεί. Κάτι ασπιρίνες και ντεπόν δηλαδή, ενώ το μικρό πρόχειρο ιατρείο με τη γλυκιά Ελπίδα, τη γιατρίνα που κάνει το αγροτικό της, παραμένει πάντοτε η σίγουρη καβάτζα, αν -ο μη γένοιτο- του στείλει η κακιά ώρα κάτι σοβαρότερο.

   - Ελπίδα, ελπίζω να σ’ απελπίσω στο… περίμενε! Την πείραζε όταν συναντιόντουσαν, τις σπάνιες αλλά τακτικές φορές που κατέβαινε στο χωριό για προμήθειες.

  - Αυτό ελπίζω κι εγώ κύριε Νικήτα, του απαντούσε γελαστή κι εκείνη. Και το εύχομαι από καρδιάς.



* * *



   - Ε΄, παππού ξύπνα, κάτι σε ρώτησα, επανέλαβε ο μικρός διακόπτοντας την ονειροπόληση του γέρου.

   - Ναι παιδί μου, αυτό σκεπτόμουν κι εγώ. Σκεπτόμουν τί να σου απαντήσω. «Μοναξιά» είναι αυτό που αισθάνομαι τώρα, αυτό που υπάρχει από χρόνια μέσα μου. Αυτό που με κάνει να νοιώθω και τώρα μόνος. 

   - Μα παππού τώρα είμαι εγώ μαζί σου, γιατί λες πως είσαι μόνος;

   - Δεν έχει σημασία αγόρι μου. Δεν έχει καμία σημασία. Η μοναξιά φωλιάζει μέσα σου και μπορεί να υπάρχει ακόμη κι αν βρίσκεσαι σ’ ένα γεμάτο στάδιο με χιλιάδες κόσμο γύρω. Σε μια διαδήλωση, ή πατικωμένος σ’ ένα λεωφορείο. Τη μοναξιά τη γεννά το μυαλό και την κουβαλά η ψυχή σου. Και την αισθάνεσαι μόνο όταν και αν το θέλεις εσύ. Δεν σ’ ενοχλεί, παρά μονάχα αν δεν μπορείς να φιλιώσεις μαζί της. Κατάλαβες παιδί μου;

   Στον μικρό Φοίβο όλα αυτά του φάνηκαν λίγο μπερδεμένα, όμως σε κάποια γωνιά του μυαλού του νόμισε πως βρήκε τη μικρή άκρη νήματος που θα μπορούσε να τον βοηθήσει να ξεμπερδέψει το κουβάρι των σκέψεων του παππού. Όπως γινόταν πάντα, αφού ο παππούς του λίγα έλεγε και πολλά εννοούσε. Ο Φοίβος ήταν έξυπνο παιδί κι είχε πολύ συγκροτημένη σκέψη. Έτσι πάρα πολλά τα έπιανε με την πρώτη και μόνο τα πιο στρυφνά, τα πιο μπλεγμένα και πιο δύσκολα, τα πέρναγε… επανάληψη με τον παππού!

   Η περίεργη ορφάνια, γνωρίζοντας για μάνα την αδελφή της μάνας του και τον πατέρα να βολοδέρνει στις θάλασσες, εμφανιζόμενος σαν κομήτης -για να χαθεί πάλι σε λίγο- η μόνη πατρική αίσθηση είχε εναποτεθεί στον θείο Σταύρο, τον άντρα της «μαμάς» Ισμήνης, όπως αποκαλούσε τη θειά του. Καλά όλα αυτά και σου δίνουν ένα αίσθημα σιγουριάς κι ασφάλειας, όμως στο βάθος τους σου αφήνουν κι ένα μικρό… «δεν». Κι αυτό το «δεν», τράβαγε απότομα τον μικρό Φοίβο προς την ωριμότητα. Ο παππούς Νικήτας, (τον άλλον παππού ούτε τον γνώρισε ποτέ, ούτε κι άκουσε ποτέ να γίνεται κουβέντα γι’ αυτόν), ήταν ένας ακόμη δυνατός ελκυστήρας. Ίσως ο δυνατότερος. Γι’ αυτό κι ο μικρός λάτρευε τον παππού Νικήτα και με κάθε ευκαιρία, κυρίως σε σχολικές διακοπές, έτρεχε κοντά του. Ήθελε να μοιραστούν ποτίσματα, σκαλίσματα στον μπαξέ και μακρινούς περιπάτους στο δάσος, αλλά, κυρίως, να μάθει απ’ αυτόν. Ο παππούς του ήξερε τα πάντα, του απαντούσε σε κάθε του ερώτηση και του ξεδιάλυνε την κάθε του απορία, κάνοντας τον, συνάμα, να σκέφτεται. Ναι, του άρεσε πάρα πολύ του μικρού η συντροφιά του παππού του, αφού του άνοιγε τη μαγική πόρτα της γνώσης.

   Αλλά και του γέρου του άρεσε η παρέα του παιδιού. Τη λαχταρούσε και την πρόσμενε με κρυφή αδημονία. Μια ευχάριστη προσθήκη στη μόνη και μόνιμη συντροφιά του, αυτή του Άργου, του πιστού του σκύλου και της Ζιζέλ, της ναζιάρας και χαδιάρας ψιψίνας, κολλητής φίλης του Άργου, που τα βράδια κοιμόντουσαν σφιχταγκαλιασμένα, κι ας λένε μερικοί ό,τι θέλουν για παροιμιώδη και προαιώνια έχθρα σκύλου και γάτας. Αυτές ήσαν οι μοναδικές κι αγαπημένες έμψυχες παρουσίες στο σπίτι, το οποίο «γέμιζαν» μια μικρή βιβλιοθήκη, ο μικρός και μόνος πραγματικός θησαυρός που συσσώρευε όλη του τη ζωή, μία σειρά άλμπουμ με φωτογραφίες που κρατούν κλειδωμένες τις αναμνήσεις του και η αγαπημένη του δισκοθήκη με το μικρό στερεοφωνικό που, ξεφωνίζοντας στη διαπασών, έμαθε στις ντομάτες και τ’ αγγούρια όλες τις σονάτες του Μπετόβεν και τα κοντσέρτα του Μότσαρτ, κάνοντας τα κοτσύφια και τ’ αηδόνια την άνοιξη να σιωπούν ευλαβούμενα! Και να δεις που ακόμη και τα αφιλότιμα τα λαχανικά, καταλαβαίνουν κι αυτά από μουσική, κρίνοντας από την παραγωγή που του δίνουν, ευχαριστημένα!

   Α΄ ναι, ξέχασα, υπάρχει και η τηλεόραση. Αυτή όμως δεν την πολυγνοιάζεται ο γέρος και ίσα που την ανοίγει, αραιά και που, μόνο για να μαθαίνει κανένα νέο. Πιο πολύ από συνήθεια παρά από ενδιαφέρον, αφού γι’ αυτόν το ρολόι της ζωής έχει σταματήσει στην ώρα που έφυγε η Νιόβη. Από εκεί και πέρα, όλα τα ρολόγια του κόσμου δουλεύουν ανάποδα γι’ αυτόν. Κι ό,τι πάει εμπρός, του είναι αδιάφορο.

   Ένα μικρό, τοσοδούλι, κινητό τηλέφωνο αποτελεί τον μόνο ομφάλιο λώρο που τον κρατά δεμένο με την οικογένεια. Όση περίσσεψε, τέλος πάντων, κι από δαύτη.

   Αυτό του ανακοινώνει ό,τι ευτυχέστερο νέο μπορεί ν’ ακούσει πλέον στη ζωή του. Την έλευση του εγγονού του, του Φοίβου. Του αεικίνητου μικρού διαβολάκου που με κάθε ευκαιρία του φέρνει αναστάτωση στη ζωή και ζωή στη μονίμως ανάστατη ψυχή του. Ένα περίεργο κράμα καταλαγής κι εγρήγορσης, αφού ο μικρός, με μυαλό σφουγγάρι και με αφοπλιστική αφέλεια, του υποβάλλει συνεχώς ερωτήσεις που τον αιφνιδιάζουν, τον καθηλώνουν, τον προβληματίζουν και τον κάνουν να σκέπτεται.

   Ένας μικρός περίπατος με τον μικρό Φοίβο στο δάσος ισοδυναμεί με έναν μεγάλο στην περιπατητική σχολή του Αριστοτέλη ή, τουλάχιστον, μ’ ένα απογευματινό μάθημα σε βουδιστικό μοναστήρι στο Θιβέτ, στο Ντρέπουνγκ ας πούμε, όπου ο μαθητής βομβαρδίζει με ερωτήσεις τον δάσκαλο, προσπαθώντας να του «αρπάξει» γνώσεις και να ανιχνεύσει τα μυστικά του σύμπαντος.

   - Τί είναι το «χάος», παππού;

   - Αγόρι μου......., τί σκέφτηκες! Ο γέρος μένει άφωνος με την απορία του μικρού εγγονού του. Πώς σου ήρθε πάλι αυτό;

   Πώς να εξηγήσεις σ’ ένα μικρό παιδί αυτό που χιλιάδες χρόνια ψάχνουν μάταια, όλοι οι σοφοί και όλοι οι επιστήμονες του κόσμου. Πώς να χωρέσει σ’ ένα παιδικό μυαλό, όσο έξυπνο κι αν είναι αυτό, έννοιες όπως το διάστημα, το απόλυτο κενό, ο απροσμέτρητος χώρος, το άπειρο. Την ανυπαρξία και την κοσμογονία. Και πάνω απ’ όλα τον Θεό, ως γενεσιουργό αίτιο και κινητήρια δύναμη του Σύμπαντος.

   - Θα σου εξηγήσω όταν ξανάρθεις. Θα το μελετήσω καλά, θα προετοιμαστώ σωστά και την επόμενη φορά θα σου απαντήσω!

   Η πίστωση χρόνου που ζήτησε ο γέρος για να ξεφύγει δεν αποτελούσε πρόφαση, ήταν όντως σε δύσκολη θέση, αφού κι εκείνου το μυαλό ήταν πολύ δύσκολο να μορφοποιήσει αμέσως τέτοιες βαθυστόχαστες και περίπλοκες έννοιες.

   Τελικά ο γέρος, όσο κι αν χώθηκε σε βιβλία, θεωρίες κι ερμηνείες, όσο κι αν έψαξε και στοχάστηκε, το μόνο που περίσσεψε στο νου του, κι από εκεί φώλιασε -κατ’ ευθείαν καρφωμένο- στην ψυχή του, είναι κάποιοι στίχοι της Κικής Δημουλά, που ακόμα θυμάται σκόρπια.



«………………………………

Χαμένα πάνε εντελώς, τα λόγια των δακρύων.

Όταν μιλάει η αταξία, η τάξη σωπαίνει,

κι έχει μεγάλη πείρα ο χαμός.

Τώρα θα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό του ανώφελου.

Σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη,

να δίνει ωραίες συμβουλές μακροζωίας

σε ό,τι έχει πεθάνει.

…………………………………

Ο μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ό,τι ζήσαμε, είναι η απουσία μας».



   Ό,τι κι αν σκεφτεί ο γέρο-Νικήτας, η Νιόβη πάντα κρύβεται πίσω απ’ αυτό. Μπουρδουκλωμένη κι αχνή μέσα στα πέπλα του μυαλού του. Μήπως, άλλωστε, η απουσία της δεν γέννησε ένα μικρό χάος μέσα του, με το απλήρωτο κενό που άφησε η φυγή της;

   Κάθισε κι έγραψε, σε μία όμορφη γυαλιστερή κόλλα χαρτί, ολόκληρο το ποίημα, καλλιγραφημένα κι επιμελημένα.

   - Άκουσε εδώ μικρέ, του είπε δίνοντας τις λίγες αράδες. Ό,τι κι αν σου πει ο οποιοσδήποτε, το απόλυτο χάος κρύβεται μέσα σε τούτες εδώ τις γραμμές. Κράτα το και διάβαζέ το κατά καιρούς. Όταν ωριμάσεις για τα καλά, τότε θα καταλάβεις το νόημά του, από μόνος σου. Πρώτα θα το αντιληφθείς σαν ποίημα και μετά θα συλλάβεις και το χάος, σαν έννοια. Όχι πριν.

   Ο μικρός Φοίβος πήρε το χαρτί, αλλά καταχώνιασε τις 17 σειρές που του έδωσε ο παππούς του στην ασφαλέστερη κρυψώνα που διαθέτει ένα παιδί, τη φρέσκια μνήμη του. Και κάθε τόσο αναμασούσε τους στίχους προσπαθώντας να τους καταλάβει. Μια, δυο, τρεις, τίποτα... Και στο τέλος έλεγε πάντα:

   - Δεν ήρθε, φαίνεται, ακόμη η ώρα!



* * *



   Το φετινό Πάσχα αργούσε κομμάτι κι η Ανάσταση χωνόταν λίγο στον Μάιο, ένα γεγονός που στενοχωρούσε και τους δύο. Και παππού και εγγονό, αφού θα καθυστερούσε και το σμίξιμό τους. Όμως, όπως κάθε νόμισμα έχει δυο όψεις, έτσι κι αυτή η καθυστέρηση έχει και την καλή της πλευρά. Η προχωρημένη άνοιξη έκανε τη Φύση να φορέσει την πιο γιορτινή της φορεσιά, τονίζοντας τα χρώματα με τις πιο ζωντανές τους αποχρώσεις. Η ζωή ξαναγύριζε ορμητικά στον τόπο και οι χυμοί ανέβαιναν στα δέντρα, με την ίδια ορμή που κατέβαζαν τα ποτάμια νερό. Η αλήθεια είναι πως φέτος ο καλός Θεούλης έριξε πάρα πολλή βροχή στην περιοχή και όλα τα σπαρτά έχουν ανθίσει πρόωρα.



* * *



  - Παππού, μεθαύριο ερχόμαστε! ο Φοίβος αναγγέλλει πανηγυρικά την άφιξη της οικογένειας στο χωριό.

   Στα μέσα Απριλίου, μια ξαφνική απεργία, κάτι που ο γέρος ποτέ δεν έμαθε -και ποιός να του το πει, άλλωστε- έκλεισε τα σχολεία λίγο πριν τις κανονικές πασχαλιάτικες διακοπές, αυγατίζοντας το γιορταστικό δεκαπενθήμερο, και φέρνει την οικογένεια κοντά του, αναπάντεχα, κάμποσες ημέρες νωρίτερα από τις ημέρες της Λαμπρής. Τόσο το καλύτερο για τον Νικήτα.

   - Και κοίτα να δεις παππού, αυτή τη φορά σου έχω μια δύσκολη λέξη να μου εξηγήσεις. Η δασκάλα, κρυφογελώντας, μας είπε πως είναι πολύ δύσκολη. Όμως εσύ παππού θα μου τη μάθεις καλά. Καλά και σωστά, όπως πάντα. Είμαι σίγουρος!

   - Και ποιά είναι, παιδί μου, αυτή η λέξη;

   - Αλτρουισμός, παππού μου. Αλτρουισμός! Άλφα-λάμδα-ταυ… Κι ο μικρός βάλθηκε να προφέρει τη λέξη, γράμμα-γράμμα, μπας και λαθέψει ο…. παππούς.

   - Καλά, αγόρι μου, καλά. Κατάλαβα. Ελάτε εδώ με το καλό και τα λέμε. Όπως πάντα, θα σας περιμένω στο σταθμό του τραίνου. Εντάξει; Να μου φιλήσεις τη μαμά-Ισμήνη και τον θείο.

   Ο γέρος έκλεισε το τηλέφωνο, λάμποντας από ευτυχία και άρχισε να αναλογίζεται τις ώρες που απομένουν μέχρι να σφίξει τον μικρό μπόμπιρα στην αγκαλιά του.

   - Τ’ άκουσες γέρο-Άργο, ετοιμάσου για την υποδοχή. Ο σκύλος σαν να κατάλαβε κούνησε την ουρά του, δίνοντας συγκατάθεση.



* * *



   Ο Νικήτας την κατάλληλη ώρα κίνησε κατά τον σταθμό. Όπως έκανε κάθε φορά που η Ισμήνη με τον άντρα της, τον Σταύρο, του έφερναν τον Φοίβο του. Ο ήλιος, αν και κατέβαινε προς τη δύση, ήταν λαμπρός, γελαστός και φωτεινός. Η τελευταία, μεσημεριανή μπόρα τον έκανε να λάμπει κι αυτόν. Φρεσκοπλυμένο και χαρούμενο, απαλλαγμένο από τα μαύρα ενοχλητικά σύννεφα που τον σκίαζαν. Όπως τον Νικήτα, να πούμε, που ο ερχομός του εγγονού, θα σκόρπιζε, έστω και για λίγο, τα δικά του.

   Η μακριά του γκλίτσα, κάτι μέρες σαν κι αυτή, φάνταζε ως απαραίτητο αξεσουάρ της εμφάνισής του. Τα μονοπάτια που ο γέρος τραβούσε, προκειμένου να κόψει δρόμο μέχρι το σταθμό, γλιστρούσαν σαν τσουλήθρες. Λίγο να παραπατούσε, αντί τον Φοίβο, θα συναντούσε τη… μακαρίτισσα τη Νιόβη. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις, αυτό το τρίτο πόδι, η γκλίτσα, του ήταν απαραίτητη. Μια γκλίτσα, ίσον μια ζωή!

   Τα κυπαρίσσια και τα έλατα, (το υψόμετρο του σπιτιού του ήταν η γραμμή συνάντησής τους), έλαμπαν σαν κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, καθώς ο ήλιος σκέδαζε το φως του απάνω στις σταγόνες που κρατούσαν ακόμη τα κλαδιά και τα φύλλα τους.

   Περνώντας το δάσος, στάθηκε στο ξέφωτο να πάρει ανάσα και να ρίξει ακόμη μια ματιά στο ρολόι του. Εντάξει, καλά σημάδεψε. Όπου να ’ναι, εκεί στο βάθος, εκεί που οι γραμμές του τραίνου σμίγουν με τη γραμμή του ορίζοντα θα σκάσει μύτη η κόκκινη σκουληκαντέρα -έτσι είχε βαφτίσει το οτομοτρίς- που θα του έφερνε την οικογένεια και, κυρίως, τον μικρό του Φοίβο. Στο μυαλό του γυρίζει η τελευταία γλωσσική απορία του εγγονού, που αποτελούσε και δική του δοκιμασία:

   - Παππού, τί σημαίνει αλτρουισμός;

   Η λέξη δυσκόλεψε αρκετά τον γέρο-Νικήτα, όχι γιατί δεν την ήξερε, ή δεν είχε δοκιμάσει τη ισχύ και την αξία της, αλλά γιατί, ειδικά μ’ αυτή, φοβόταν πως θα φανέρωνε μύχιες σκέψεις που δεν ήθελε, με τίποτε, να βγάλει. Βλέπεις, όλες οι εξηγήσεις στις απορίες του μικρού, πέρναγαν μέσα από τα βιώματα της μακράς κοινής ζωής με την κυρά του και το ζύμωμα που δημιούργησε αυτή. Η Νιόβη, πανταχού παρούσα και κυρίαρχος στη σκέψη του, στην τωρινή περίπτωση εμπλέκονταν επικίνδυνα!

   Σαν μαθητούδι, είχε σχεδιάσει το λογύδριο που θα έλεγε στον μικρό, βάζοντας πρώτη φορά την πολιτική στις κουβέντες του.

   Πάνω στην τελευταία πρόβα που έκανε στα λόγια τα οποία  είχε ετοιμάσει με το μυαλό του, για ν’ αντιμετωπίσει την περιέργεια του Φοίβου, ένας εκκωφαντικός θόρυβος του τα σκόρπισε όλα!

   Ένα μεγάλο τμήμα του βουνού, σαν πελώριο κομμάτι τούρτας, ξεκόλλησε αστραπιαία και γκρεμοτσακίστηκε στο κενό, παρασύροντας στο βάραθρο και τις γραμμές του τραίνου που κουβαλούσε πάνω του! Μια τεράστια καταβόθρα έκοψε τη συνέχεια της γραμμής κι έστησε θανάσιμη παγίδα, που περίμενε χάσκοντας το ανύποπτο θύμα της. Το ότι αυτή δημιουργήθηκε αμέσως μετά μία παρατεταμένη αριστερή καμπή καθώς και το ότι η βλάστηση στο σημείο εκείνο την καθιστούσε αόρατη, έκανε την πρόβλεψη κατακρήμνισης του τραίνου βεβαιότητα και το μοιραίο αποτέλεσμα αναπόφευκτο.

   - Ω΄ Θεέ μου, ψέλλισε αυθόρμητα ο γέρος και το μυαλό του μούδιασε μέσα στο μαρμαρωμένο του κορμί με το σταματημένο αίμα! Ω΄ Θεέ μου, Θεέ μου, φώναξε απεγνωσμένα, καθώς από το βάθος του ορίζοντα πρόβαλε η μικρή κουκίδα του τραίνου!

   Το παγωμένο του κορμί ξεπάγωσε στη στιγμή και το μυαλό του καθάρισε μπροστά στην αδήριτη ανάγκη. Το οτομοτρίς ερχόταν ολοταχώς προς την πτώση και τον θάνατο των επιβατών του. Και στην κοιλιά του κουβαλούσε την οικογένεια και τον Φοίβο του! Η φρίκη της μοιραίας στιγμής έσπρωξε με ορμή κάθε άλλη σκέψη κι ο γέρος βρήκε όση δύναμη χρειαζόταν ώστε να κουτρουβαλήσει σχεδόν προς τις γραμμές, αψηφώντας λάσπες, γλιστερές πέτρες, κλαδιά, τα πάντα. Βγήκε στις κομμένες σιδηροτροχιές αλλόφρων κι άρχισε να τρέχει προς την κατεύθυνση του τραίνου, που ερχόταν τρεχάτο κι από κουκίδα είχε γίνει ήδη ένας μικρός κύκλος που όλο και μεγάλωνε, ενώ άρχισε κιόλας τα χαρούμενα μακρόσυρτα σφυρίγματα, αναγγέλλοντας την άφιξή του. Μια άφιξη που δεν θα γίνει ποτέ στον σταθμό, όπως εννοούσε ο μηχανοδηγός του, αν δεν μεσολαβήσει κάτι, ένα θαύμα, ή ένας από μηχανής Θεός!

   Το μυαλό του γέρου, δουλεύοντας σαν πολύστροφο μοτέρ φόρμουλας 1, πήρε την απόφαση. Με γρήγορες κινήσεις πέταξε το σακάκι κι έβγαλε το άσπρο πουκάμισο. Έδεσε σφιχτά τα μανίκια στη γκλίτσα μετατρέποντας το ρούχο σε αυτοσχέδια σημαία. Τράβηξε από την πίσω τσέπη τον σουγιά που πάντα κουβαλούσε μαζί του, για ώρα ανάγκης, και μ’ ένα πικρό χαμόγελο για το είδος της ανάγκης που προέκυψε, χάραξε μια βαθιά κοψιά στον αριστερό του καρπό. Το αίμα ανάβλυσε με ορμή επάνω στο λευκό πουκάμισο που το δίπλωνε επίτηδες γύρω από την πληγή. Με το δεξί του χέρι φρόντιζε το αίμα, που έτρεχε σαν από βρύση, να πέφτει όλο πάνω στο πουκάμισο και να το βάφει, μετατρέποντάς το έτσι σε κόκκινο λάβαρο. Όμως οι δυνάμεις του γέρο-Νικήτα λιγόστευαν, σε ευθεία αναλογία με το αίμα του. Το τραίνο πλησίαζε με ταχύτητα.

   Επιστρατεύοντας τις τελευταίες ικμάδες που του είχαν απομείνει, σήκωσε τη γκλίτσα με το αιματοβαμμένο πουκάμισο και άρχισε να την κουνάει, δεξιά-αριστερά, ώστε το σήμα να γίνει αντιληπτό από τον οδηγό του τραίνου, ενώ το αίμα του ράντιζε τον χώρο. Γρήγορα κουράστηκε κι η «σημαία» του έγινε ασήκωτη. Μια γλυκιά ζάλη άρχισε να τον κυριεύει κι η ματιά του θόλωσε. Με ύστατη προσπάθεια έμπηξε το αυτοσχέδιο λάβαρο στα χαλίκια της γραμμής, αυτά που ρίχνουν ανάμεσα στους στρωτήρες και την στηρίζουν, και σωριάστηκε σχεδόν ξέψυχος ανάμεσα στις ράγες. Τελευταία, φευγαλέα του σκέψη ήταν.

   - Αν είναι να πεθάνουν οι δικοί μου, ας φύγω εγώ πρώτος. Ας με λειώσει το τραίνο.



* * *



   - Ρε, Κώστα, τί κόκκινο πανί είναι αυτό που βλέπω εκεί κάτω, ανάμεσα στις γραμμές. Ποιός κερατάς το έχωσε εκεί; Τί γίνεται;

   - Ξέρω κι εγώ ρε Μήτσο; 15 χρόνια στα τραίνα, πρώτη φορά μου συμβαίνει κάτι τέτοιο! Σαν σημαία μοιάζει!

   Οδηγός και βοηθός απορούσαν βλέποντας από μακριά το κόκκινο μπαϊράκι, ώσπου:

   - Ρε συ, κόψε γρήγορα! Αμέσως! Το κόκκινο σημαίνει κίνδυνος. Κάτι βλέπω πεταμένο ανάμεσα στις γραμμές!

   Τα φρένα άρχισαν να στριγκλίζουν ανατριχιαστικά και η οτομοτρίς σερνόταν, με τις ρόδες της να πετούν σπίθες καθώς τρίβονταν, μέταλλο με μέταλλο, με τις ράγες. Τελικά το θηρίο σταμάτησε, ούτε δυο μέτρα από το πεσμένο κορμί του γέρου που εξακολουθούσε να αιμορραγεί, βουτηγμένος στη λιμνούλα του δικού του αίματος.

* * *

   - Παιδιά, προσέξτε. Οι γραμμές έπεσαν στο γκρεμό. Κίνδυ… Ο γέρος δεν απόσωσε τη φράση του. Του τέλειωσαν οι δυνάμεις.

   - Ένα κορδόνι γρήγορα! Μια λουρίδα, ένα σπάγκο… κάτι! Τρέξτε, δέστε του τον καρπό! Ο άνθρωπος ζει. Αιμορραγεί, αλλά ζει!

   Ήταν οι τελευταίες λέξεις που νόμισε ο Νικήτας πως άκουσε, πριν βυθιστεί σ’ ένα βαθύ λήθαργο, χάνοντας ολωσδιόλου την επαφή με το περιβάλλον.



* * *



   Στο αγροτικό ιατρείο του χωριού και μόλις ανοίγοντας τα μάτια, ο γέρο-Νικήτας διακρίνει θαμπά μερικές φιγούρες να κινούνται γύρω του κι ακούει αχνά απόμακρες φωνές.

   - Πατέρα, κουράγιο! Η Ισμήνη είμαι. Πατέρα σ’ ευχαριστούμε. Πατέρα, κρατήσου. Έρχεται ελικόπτερο από Αθήνα να σε σώσει. Κουράγιο. Εσύ ήσουν πάντα δυνατός. Ήσουν νικητής. Πατέρα θα νικήσεις και πάλι!

   - Παππού μου, παππού μου, εγώ είμαι, ο Φοίβος. Μη φεύγεις παππού μου σε παρακαλώ. Σε θέλω, σ’ αγαπάω, σε χρειάζομαι!

   Ο μικρός έσκυψε και φίλησε τον παππού του, πριν η Ελπίδα -η γιατρίνα- τον αποτραβήξει μαλακά.

   Ο γέρος μισάνοιξε πάλι τα μάτια και με φωνή που μόλις ακουγόταν, άρχισε να λέει:

   - Παιδί μου, για εκείνη τη λέξη που με ρώτησες….

   - Όχι παππού μου, όχι! Μην κουράζεσαι, ξέρω. Τώρα ξέρω παππού μου! Μου το ’δειξες ήδη. Όχι παππού μου, μη φεύγεις, μη….

   Ένα απαλό, πλατύ κι ευτυχισμένο χαμόγελο απλώθηκε στο γαλήνιο πρόσωπο του γέρο-Νικήτα, καθώς η συναίσθηση πως έκανε το ύστατο καθήκον με την υπέρτατη θυσία, έδωσε την απαραίτητη ώθηση στην ψυχή του για να φτερουγίσει, βιαστική κι ανάλαφρη, προκειμένου να συναντήσει αυτή της Νιόβης, της Νιόβης του, που τον καρτερούσε ανυπόμονα, στο κατώφλι του Παραδείσου.

   Το γοερό κλάμα του Φοίβου και το πονεμένο ουρλιαχτό του Άργου, ακούστηκαν μέχρι κάτω, ίσαμε την απέναντι ρεματιά.







ΤΕΛΟΣ












2 σχόλια:

  1. Μπά. Μάλλον συλλυπητήρια του αξίζουν. Ή, ίσως, καλά να τα πάθει! Το γιατί; Εμπεριστατωμένα και με αποδεικτικά στοιχεία... αύριο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή