Σάββατο, 7 Απριλίου 2018

Ο ΓΟΛΓΟΘΑΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΠΑΝΤΟΥ. (Μέρος II)

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Αποτέλεσμα εικόνας


   Καθισμένος σε μονό κάθισμα του βαγονιού, ο Θωμάς ξανάπιασε την άκρη του νήματος. Τί άλλο θα μπορούσε να κάνει, αφού κι αν το άφηνε αυτός δεν τον άφηνε εκείνο. Πού και πού, τη συνέχεια της σκέψης την διέκοπτε η φιγούρα του ξένου. Χωρίς να είναι ιδιαίτερα φίλαθλος, τον εντυπωσίαζε η φυσιογνωμία του Γιώργου Σαμαρά, του ποδοσφαιριστή, του παίκτη της Εθνικής και της σκωτσέζικης Σέλτικ, που τώρα τελευταία τον βλέπει και σε μιά σαχλή διαφήμιση στην τηλεόραση, να …λούζεται με κάποιο σαμπουάν. Έ, λοιπόν, ο ξένος ήταν φτυστός ο… Σαμαράς! Αν το είχε συνειδητοποιήσει νωρίτερα, θα του το έλεγε. Έτσι γιά πλάκα, από τη σύμπτωση!
   Καθώς το τραίνο ταρακουνιόταν στις ράγες του, ταρακουνιόταν και το μυαλό του και πεταγόταν μιά στη Νανά και μιά στον Ιάσονα, τα παιδιά του.
   Η μικρή τελευταία περνούσε κι αυτή ένα πολύ σοβαρό λούκι και μαζί της όλη η οικογένεια. Μιά ξαφνική κι επίμονη αιμορραγία... «κάτω» και οι προτροπές των δασκάλων στη σχολή, την έστειλαν γιά προληπτικές εξετάσεις κι αναλύσεις στη «Βιοερευνητική», ένα πολύ καλής φήμης ιδιωτικό ιατρικό κέντρο. Τα αποτελέσματα υπήρξαν εξόχως ανησυχητικά και οι ψίθυροι και τα μισόλογα των γιατρών μιλούσαν γιά πολύ σοβαρή περίπτωση με πιθανότητες καλπάζοντα καρκίνου της μήτρας, όπως φάνηκε στις εξετάσεις του αίματος, με ανάγκη άμεσης χειρουργικής επέμβασης υστερεκτομής και… εν συνεχεία αυστηρή και συστηματική παρακολούθηση γιά το ενδεχόμενο μετάστασης. Δηλαδή ψάξιμο, άγνωστη συνέχεια και… τρέχα γύρευε!
  Η ιστορία μπήκε κι αυτή στην αναστολή λόγω των ημερών, καθώς…. όλα τα κακά μετά το Πάσχα! Όμως χωρίς περιστροφές κι αισιοδοξίες και με λίγα αμάσητα λόγια, μιά ζωή πριονισμένη και μισερή, απ’ τα 22 της χρόνια, περίμενε και τη Νανά. Με άκρως καλύτερη πιθανότητα τη στέρηση της χαράς της μητρότητας και ό,τι άλλο μπορεί να συνεπάγεται γιά την ομαλή σεξουαλική ζωή ενός φρέσκου, ζωντανού και πανέμορφου κοριτσιού, όπως ήταν η Νανά. Όσο γιά το χειρότερο, ας μην γίνεται λόγος, καλύτερα. Ένα μπουμπούκι που καλείται να μαραθεί, πριν καν ανθίσει. Αυτή ήταν πλέον η Νανά. Η Νανά του.
   Και σαν να μην έφταναν όλα, χθες Μεγαλοπαρασκευιάτικα, μιά ακόμη κεραμίδα έπεσε πάνω στο ετοιμόρροπο σπιτικό του Θωμά. Ίσως γιά να το αποτελειώσει. Ένα αιφνίδιο τηλεφώνημα και μιά σκληρή, αυστηρή φωνή τον πληροφορούσε πως ο γιός του συνελήφθη, ως ύποπτος τρομοκρατίας, και βρίσκεται κρατούμενος στη ΓΑΔΑ!
   Ξενύχτισαν στην Αλεξάνδρας κι οι τρεις τους, προσπαθώντας να τον δουν αλλά και να μάθουν τί ακριβώς συμβαίνει. Ο Ιάσονας, παιδί του σχολείου και του γυμναστηρίου, δεν έδωσε ποτέ αφορμή, ούτε καν υποψία ανάμειξης σε τρομοκρατική οργάνωση και τέτοια αναρχικά σχήματα. Άλλωστε και από τις συζητήσεις του προέκυπτε πάντα λάβρος αντίπαλος τέτοιων ιδεών κι απόψεων.
   Ο Θωμάς, πάντα ρεαλιστής και σώφρων, προσπαθούσε όλη τη νύχτα, ξεσκονίζοντας κάθε λέξη και κάθε κίνηση του νεαρού, να «τσιμπήσει» κάτι ύποπτο που να οδηγούσε στην επαλήθευση της κατηγορίας. Πονούσε σαν πατέρας, αλλά κι από την άλλη, δεν μπορούσε ν’ αγνοήσει τέτοια βαριά κατηγορία, αφού αυτές δεν εκτοξεύονται εύκολα και γιά ψύλλου πήδημα. Λες να ήταν τόσο σουπιά ο Ιάσονας που να ξεγελούσε ακόμη μιά ολόκληρη οικογένεια με τόσο μεγάλο δέσιμο και σύμπνοια;  
  - Πατέρα, σου δίνω το λόγο της τιμής μου πως είμαι αθώος. Δεν έχω ιδέα γιατί με κατηγορούν και πώς με μπλέξανε έτσι. Αυτό θέλω να κρατήσεις μόνο. Δεν είναι δυνατόν, δεν γίνεται. Να δεις που στο τέλος θα λάμψει η αλήθεια και θα μ’ αφήσουν. Ο καθαρός ουρανός δεν φοβάται τις αστραπές. Θα το δεις!
   Στο λίγο χρόνο που μπόρεσαν να δουν το παιδί τους, αυτά τα λόγια συγκράτησε ο τραγικός πατέρας, όμως αυτά του ήταν αρκετά γιά να κατασταλάξει στην κρίση του. Ο Ιάσονας δεν θα έδινε ποτέ ψεύτικο λόγο τιμής σ’ εκείνον! Ο κόσμος να χάλαγε. Ο Ιάσονας, από πεποίθηση ήταν υποστηρικτής του νόμου σε βαθμό υπερβολής. Ακόμη και με το μηχανάκι του, ενώ μπορούσε να κάνει «ταρζανιές», αυτός ακολουθούσε, κατά γράμμα, τον ΚΟΚ. Από τη φορά, ιδίως, που τον έπιασε η Τροχαία να οδηγεί χωρίς δίπλωμα, γεγονός που οφειλόταν σε κακή πληροφόρηση αυτού που του το πούλησε:
- Μέχρι 50 κυβικά εκατοστά, δεν απαιτείται άδεια, τον διαβεβαίωσε κακώς. Και ο Ιάσονας οδηγούσε, άνετος, ωραίος και αφελής, ώσπου συνελήφθη ένα Σάββατο έξω από… την Τροχαία, σε έλεγχο ρουτίνας, κάτι που θα μπορούσε κάλλιστα ν’ αποφύγει, αν ήταν «φάλτσος». Η διανυκτέρευση στα κρατητήρια, μαζί με διαφόρων λογιών κουμάσια, όπως κι η διαδικασία της Σήμανσης, με το ξύλινο περιστρεφόμενο κάθισμα που στριφογύριζε με ανατριχιαστικό θόρυβο του μεταλλικού γραναζιού, γιά τη φωτογράφηση σε διάφορες πόζες, καθώς κι η διαδικασία λήψης των δακτυλικών του αποτυπωμάτων, υπήρξε μιά πολύ μεγάλη τραυματική εμπειρία, όπως ο ίδιος τους διηγιόταν μετά, που με τίποτα δεν θα ήθελε να ξαναζήσει. Εννοείται, πως μέχρι να γίνει η δίκη του, είχε βγάλει το δίπλωμα και η αθώωσή ήταν θέμα τυπικής διαδικασίας. Η περιπέτεια, όμως, εκείνη έριξε οριστικά τον Ιάσονα προς την πλευρά του νόμου και όλα αυτά τα περί τρομοκρατίας, έμοιαζαν εξωπραγματικά γιά όποιον γνώριζε τον χαρακτήρα του γιού του. 
  Ο Θωμάς κάθισε μέχρι αργά στους διαδρόμους, νιώθοντας κι ο ίδιος το μαρτύριο της Σταύρωσης, στην δική του ψυχή και έφυγε χαράματα με την επίσης ταλαιπωρημένη Νανά, γιά μιά σταλιά ξεκούρασης, αφού και τους δυό τους περίμενε νέος Γολγοθάς την επομένη. Αυτός στο ραντεβού με τον δικηγόρο γιά το κρίσιμο θέμα του πλειστηριασμού του σπιτιού κι εκείνη γιά τα ιατρικά της μπλεξίματα. Η Νιόβη, αιώνια μάνα, σαν άλλη τραγική Εκάβη, κάθισε μέχρι να ολοκληρωθεί η προανάκριση του παιδιού της. Άυπνη, νηστική, ξεθεωμένη. Όμως θέλησε, πεισματικά, να πιεί κι αυτό το πικρό ποτήρι μέχρι τον πάτο του!

*

   Κατέβηκε από το μετρό στο Νομισματοκοπείο, λίγα τετράγωνα από το σπίτι. Ήδη ο ήλιος έτρεχε προς τη δύση, η επίπονη μέρα τέλειωνε κι ο κόσμος, λιγοστός, έσπευδε στα τελευταία του ψώνια ώστε να γυρίσει και ετοιμαστεί γιά την υποδοχή της Ανάστασης. Μέτρησε πάλι, γιά σιγουριά, τα λεφτά του και κράτησε στην άκρη λίγα κέρματα γιά τις λαμπάδες. Με τα διαθέσιμα σκέφτηκε να ψωνίσει κάτι, έτσι γιά να δώσει μιά διαφορετική κι επίκαιρη νότα στην αποψινή αναστάσιμη βραδιά και, κυρίως, στο αυριανό… εορταστικό -τί ειρωνεία- τραπέζι. Θλιβερό λείψανο σε σχέση με την ευωχία των παλαιότερων αντίστοιχων εποχών. Το σούπερ μάρκετ ήταν δίπλα του. Μπήκε και, κατά τα συνήθη, μέτρησε τα ψώνια διπλή φορά, αθροίζοντας τις τιμές στα κρυφά, με μολύβι και χαρτί, μπας και ξεφτιλιστεί αιφνιδιασμένος στο ταμείο. Επέτρεψε στην κουτσουρεμένη οικογένεια την πολυτέλεια ενός μεγάλου ψημένου κοτόπουλου, λίγο τυρί, πατάτες και κάτι ζαρζαβατικά. Σύνολον 28,60, ευτυχώς! Μένουν και κάτι λίγα γιά μπόλικο ψωμί από τον φούρνο, που στουμπώνει το στομάχι και χορταίνει την πείνα, και τις βραδινές λαμπάδες. Και από βδομάδα… βλέπουμε!     
   Βγήκε στο δρόμο και κατευθυνόμενος προς το σπίτι, δεν είχαν προλάβει να τελειώσουν οι βιτρίνες του καταστήματος, όταν ένα παιδικό κλάμα του τράβηξε την προσοχή και κοντοστάθηκε. Το μικρό αγοράκι, κρατημένο από το χέρι μιάς γυναίκας σπάραζε, καθώς εκείνη προσπαθούσε τραβώντας το ν’ απομακρυνθούν, ενώ εκείνο σέρνονταν στο πεζοδρόμιο αντιδρώντας. Δεν θα ήταν πάνω από 4 ετών και η νέα γυναίκα που το τραβούσε, αρκετά καλοντυμένη και αξιοπρεπής, όπως κι ο μικρός.
   Ο Θωμάς πλησίασε αποφασιστικά, ετοιμάζοντας μεσολαβητική και κατευναστική προσπάθεια, με το δικαίωμα που δίνει η ωριμότητα της ηλικίας. Ίσως και επικριτική του τρόπου συμπεριφοράς της γυναίκας προς το μικρό. Πριν επέμβει κι ανοίξει το στόμα του, το παιδί, μεσ’ στο τσίριγμά του, ακούστηκε να λέει με φωνή, πού ίσα κι ακουγόταν ξέψυχη:
   - Μανούλα μου πεινάω! Πεινάω πολύ σου λέω.
   - Πάμε αγάπη μου στο σπίτι. Μην κάνεις έτσι μεσ’ στο δρόμο και μας βλέπει ο κόσμος. Ντροπή. Θα φάμε στο σπίτι.
  - Μη μου λες ψέματα μανούλα, στο σπίτι δεν έχει καθόλου φαγητό. Εσύ μου είπες το πρωί πως το ψυγείο είναι άδειο. Εδώ μέσα έχει πολλά φαγητά. Πάμε εδώ να φάμε.
    - Όχι αγοράκι μου, θα φάμε στο σπίτι. Ο μπαμπάς θα έρθει, αγάπη μου, και θα σου φέρει να φας, επέμεινε, το ίδιο χαμηλόφωνα η μητέρα, χωρίς να βλέπει το Θωμά που σταμάτησε πίσω της, με το κλάμα του μικρού να καλύπτει το θόρυβο των βημάτων του.    
- Πάλι μου λες ψέματα μαμά μου. Ο μπαμπάς έχει τόσες μέρες που έφυγε και δεν γύρισε. Και σου είπε πως δεν θα ξανάρθει ποτέ. Τον άκουσα με τ’ αυτιά μου, μαμάκα μου. Σε παρακαλώ, πάμε να φάμε εδώ. Πεινάω μαμά μου!
   Ο Θωμάς κοκάλωσε μονομιάς και η κρύα ψυχή του πάγωσε εντελώς. Ώστε υπάρχουν και χειρότερες καταστάσεις από τη δική του! Εκεί που πίστευε πως κατείχε το πανελλήνιο ρεκόρ δυστυχίας, βλέπει να το παίρνουν μέσα από τα χέρια του! Δεν μπόρεσε να μετρήσει πόσο χρόνο χρειάστηκε το μυαλό του να «ξεπαγώσει» και πόσο ακόμη του πήρε γιά ν’ αποφασίσει.
   Πλησίασε βιαστικά την μητέρα, την χτύπησε μαλακά στην πλάτη κι όπως αυτή γύρισε αιφνιδιασμένη και τρομαγμένη, της πρόταξε τη σακούλα.
   - Κυρία, αυτό είναι γιά σας. Γιά σας και το παιδάκι σας. Την έχετε περισσότερο ανάγκη από μένα.
   Κοιτώντας την στα μάτια, το παχύ στρώμα των δακρύων που ανάβλυσε σ’ αυτά, τον εμπόδισε να διακρίνει το χρώμα τους. Ο μικρός βλέποντας τη σκηνή, σταμάτησε το κλαψούρισμα κι η μητέρα, τρέμοντας και με συστολή, μόλις κατάφερε να ψελλίσει:
  - Σας ευχαριστώ, κύριε. Σας ευχαριστώ απ’ τα βάθη της ψυχής μου. Ο Θεός να σας το ανταποδώσει, κύριε. Μόνο ο Θεός μπορεί. Ο Θεός που είναι μεγάλος και τα βλέπει όλα! 
   Ο Θωμάς βιάστηκε να χαιρετήσει και να φύγει. Δεν ήθελε να φανεί κάποιο δάκρυ που άρχισε να σκάει στην άκρη του ματιού του και να το σιγοκαίει. Χάιδεψε τα μαλλιά του παιδιού και ξεκινώντας είπε:
   - Χαίρετε κυρία, καλή Ανάσταση.

  - Καλή Ανάσταση κύριε. Ο Θεός μαζί σας.
   Προσπέρασε τη γυναίκα και κίνησε, βιαστικά με κατεύθυνση προς το σπίτι, σκεπτόμενος αν τα αυγά στο ψυγείο και τα λίγα μακαρόνια στο ντουλάπι θα φτάσουν, μαζί με το ψωμί που θ’ αγόραζε από τον φούρνο δίπλα στο σπίτι, που θα τον προλάβαινε, σίγουρα, ανοιχτό.
   Μόλις σήκωσε το βλέμμα και θέλησε να βαδίσει, άλλη έκπληξη τον περίμενε στο πεζοδρόμιο.… Αλήθεια από πού ξετρύπωσε πάλι ετούτος!!
   Ο, ο, ο….Σαμαράς! Λίγο μπροστά του παρακολουθούσε κι αυτός σιωπηλός τη σκηνή και μόλις ο Θωμάς τον πρόσεξε, γύρισε απότομα και με γοργό βήμα έστριψε στη γωνία. Αμέσως, με απορία κι έκπληξη ανάκατα, ρίχτηκε στο κατόπι του. Όμως στρίβοντας κι αυτός, είδε τον δρόμο άδειο! Ο ξένος είχε γίνει καπνός, λες κι άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Υπέθεσε πως θα μπήκε στην είσοδο κάποιας παρόδιας πολυκατοικίας, από τις πρώτες μετά τη γωνία, κι ανασηκώνοντας τους ώμους προχώρησε, καθώς το σούρουπο τύλιγε γιά τα καλά την πόλη. Το μόνο που συγκράτησε από τη νέα απροσδόκητη συνάντηση, είναι το αδιόρατο χαμόγελο που είχε ο ξένος στο πρόσωπο. Χαμόγελο απορίας, ικανοποίησης, ή απλά ειρωνικό, γιά το κατάντημα των Ελλήνων και τη χαμένη τους περηφάνια. Ποιός ξέρει; Κάτι που, προφανώς δεν θα ήθελε να συζητήσει με τον Θωμά, γιά να μην θεωρήσει εκείνος πως τον προσβάλει, οπότε προτίμησε να φύγει.
   - Να δεις που αυτό θα είναι, σκέφτηκε!
*
   Γυρίζοντας το κλειδί κι ανοίγοντας την πόρτα, απόρησε με την απόλυτη ησυχία και το σκοτάδι που βασίλευαν στο διαμέρισμα. Η Νανά θα έπρεπε να ήταν, ήδη, εδώ. Ό,τι σόι εξετάσεις κι αν της έκαναν, τέτοια ώρα θα πρέπει να είχαν τελειώσει. Δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της, καθώς το μοναδικό κινητό της οικογένειας, από την αναστάτωση και τη βαβούρα της σύλληψης του Ιάσονα, βρίσκεται ξεχασμένο στο σπίτι, ενώ θα έπρεπε να είναι στην τσάντα της. Δυστυχώς, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να περιμένει τη Νανά και μετά να πάνε στη ΓΑΔΑ και να πάρουν τη Νιόβη, μαζί με τα νεώτερα του Ιάσονα, γιά την Ανάσταση. Αναμονή λοιπόν.
   Δεν άνοιξε τηλεόραση γιατί μπορεί κάτι να άκουγε, κάτι βαρύ γιά το γιό του κι αυτή τη δημόσια διαπόμπευση, στην κατάσταση που βρισκόταν, δεν την άντεχε. Τουλάχιστον, αν γινόταν τίποτε χειρότερο, ας μην το ξέρει τώρα. Ας το μάθει μετά το Πάσχα, ή από πρώτο χέρι. Ιδιωτικά και αδιαπόμπευτα.
   Έψαξε στη δισκοθήκη και διάλεξε την «Απασιονάτα» του Μπετόβεν, ό,τι πρέπει γιά την περίσταση, και προσπάθησε ν’ αφήσει γιά λίγο το μυαλό του ελεύθερο να το χαλαρώσουν οι απαλές νότες της αγαπημένης του σονάτας, όσο ο μαλακός καναπές αναλάμβανε την ανάπαυση του ταλαιπωρημένου του κορμιού.  
   Το δυνατό κουδούνισμα στο τηλέφωνο του τάραξε την προσήλωση στις θεϊκές νότες του μεγάλου μουσουργού και τα μαγικά δάκτυλα το  Ο’ Κόνορ, του ταχυδακτυλουργού πιανίστα, συντρίβοντας και τη διάχυτη ατμόσφαιρα μυσταγωγίας της σάλας. Έτρεξε με αγωνία, προσδοκώντας το άκουσμα της φωνής της Νιόβης, ή της Νανάς.
   - Εμπρός, άρχισε με παλλόμενη από αδημονία φωνή.
   - Την κυρία Παπαγεωργίου, ζήτησε μιά αντίστοιχη και ήρεμη γυναικεία.
   - Αυτή τη στιγμή απουσιάζει. Μήπως θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω εγώ; Είμαι ο σύζυγός της.
   - Βεβαίως και μπορείτε. Τηλεφωνώ από την «Χουίτ εντ Κορν», την εταιρεία που εργαζόταν. Θα ήθελα να της πείτε πως το πλάνινγκ της εταιρείας άλλαξε, μετά τις τελευταίες εξελίξεις και η έδρα της θα παραμείνει στη χώρα σας. Με τροποποιημένο κάπως το οργανόγραμμα, μικρότερο μπάτζετ και κάπως λιγότερο προσωπικό. Οι υπάλληλοι αξιολογήθηκαν εξ υπαρχής, και στη σύζυγό σας ανατίθεται η θέση της ιδιαιτέρας του κυρίου Μερσιέ, του γενικού. Σας έψαχνα από το μεσημέρι γιά το καλό νέο, θέλοντας να συμβάλλω στο να περάσετε ένα καλύτερο Πάσχα με αυτή την είδηση. Είμαι η σύζυγος του κυρίου Μερσιέ και σας εύχομαι Χρόνια πολλά και Καλή Ανάσταση! Και μην ξεχάσετε, Τετάρτη πρωί-πρωί θα πρέπει να βρίσκεται στη θέση της. Χαίρετε κύριε Παπαγεωργίου!
   Μιά βραχνή από τη συγκίνηση φωνή, μόλις που πρόλαβε να σπρώξει τον κόμπο που εμπόδιζε την έξοδό της και ν’ αρθρώσει:
   - Σας ευχαριστώ κυρία Μερσιέ. Σας ευχαριστώ και γιά την επιλογή και γιά την καλοσύνη της πληροφόρησης. Θα της το διαβιβάσω αμέσως μόλις επιστρέψει! Καλό Πάσχα να έχετε. Τα σέβη και τις ευχές μου στον κύριο Μερσιέ!
   Ο Θωμάς σωριάστηκε, ράκος, στον καναπέ. Βλέπεις δεν σε «σκοτώνουν» μόνο τα κακά νέα, συνηθέστατα το καταφέρνουν, εξ ίσου καλά, και τα ευχάριστα!
   Βυθισμένος στις σκέψεις του, επιτέλους μιά λευκή πινελιά στο γκρίζο της ψυχής του, κι απορροφημένος από το μαγικό αλλέγκρο του τρίτου μέρους της «Απασιονάτας», ούτε που κατάλαβε την… έφοδο της Νανάς.
   - Μπαμπά μου, μπαμπακούλη μου! Χύθηκε και χώθηκε στην αγκαλιά του. Ήταν λάθος. Όλα ήταν λάθος! Πάνω στη φούρια της δουλειάς και την απειρία μιάς νέας γραμματέως, μπέρδεψαν τα ονόματα και μου  έδωσαν τις εξετάσεις μιάς άλλης. Το απόγευμα τηλεφώνησαν από την «Βιοερευνητική» και μου ζήτησαν να περάσω από εκεί. Μου εξήγησαν πως δεν έχω τίποτε σοβαρό, μιά απλή αιμορραγία ήταν, μου ζήτησαν χίλιες συγγνώμες και μαζί μ’ αυτές, λόγω ψυχικής οδύνης αλλά και των ημερών, μου έβαλαν στο φάκελο και χίλια… ευρώ! Να τα! Κι η Νανά, αναποδογυρίζοντας την τσάντα της, άφησε να ξεχυθούν στο πάτωμα ένα μάτσο πενηντάρικα!
   Ο Θωμάς κόντεψε να πάθει αποπληξία. Δυό καλά νέα, απανωτά και τέτοια εποχή, σαν πολλά φαίνονται. Και οπωσδήποτε αντέχονται δύσκολα!
   - Το μόνο που σκέφτομαι μπαμπά μου, είναι εκείνη τη φουκαριάρα με τις ελπίδες που της έδωσαν από τις δικές μου εξετάσεις και μετά τις πήραν πίσω!
   Ο πατέρας δεν άκουγε τίποτε. Μιά υποψία είχε αρχίσει να μπαίνει ανεπαίσθητα στο μυαλό του και να το σγαρλίζει. Μιά υποψία που άρχισε να την σκέφτεται ολοένα και να την ψάχνει, σιωπηλός κι απορροφημένος.
   - Πατέρα, σήκω και ντύσου πιό καλά, μέχρι να ετοιμαστώ κι εγώ. Θα περάσουμε από την Ασφάλεια, να μάθουμε νέα γιά τον Ιάσονα και να κάνουμε μετά Ανάσταση με τη μαμά εκεί δίπλα, στον Άγιο Δημήτρη. Κατόπιν θα πάμε κάπου να τσιμπήσουμε κι οι τρεις μας, κερνάω εγώ απόψε! Η περιπέτεια του Ιάσονα δεν σηκώνει, βέβαια, αναστάσιμες χαρές και πανηγύρια, επιτρέπει όμως ταβερνάκι και λίγο κρασάκι, που σ’ αρέσει πονηρούλη. Η Νανά βλέποντας τον Θωμά σκεφτικό τον μέτρησε γιά στενοχωρημένο και προσπάθησε να του φτιάξει λίγο το κέφι.
*
(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου