Κυριακή, 8 Απριλίου 2018

Ο ΓΟΛΓΟΘΑΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΠΑΝΤΟΥ (Μερος ΙΙΙ)

(συνέχεια από το προηγούμενο)


 Σχετική εικόνα
     

   Δεν είχαν προλάβει ν’ αφήσουν την πόρτα του ασανσέρ γιά να κατευθυνθούν προς την κεντρική είσοδο, όταν ένα ταξί σταμάτησε μπροστά στο πορτάκι της πρασιάς κι από μέσα βγήκε η Νιόβη κι ο… Ιάσονας!
   Το πώς βρέθηκε ξαπλωμένος στον καναπέ, με μιά βρεγμένη πετσέτα στο κεφάλι και τρία άλλα κεφάλια σκυμμένα από πάνω του, ο Θωμάς ούτε που το κατάλαβε. Όμως έτσι συνέβαινε! Μόλις συνήλθε και βεβαιώθηκε πως, μάλλον, απέφυγε το εγκεφαλικό, αφού το στόμα του ήταν ολόισιο και όταν έλεγε, π.χ. τη λέξη «νερό», ακουγόταν «νερό» και όχι… «ταξίαρχος», κάτι που συνηθίζεται πολύ στα εγκεφαλικά επεισόδια με το στράβωμα του στόματος, ο Ιάσονας τους εξιστόρησε όλη την δραματική του ιστορία με το τελικό χάπυ έντ.
   - Σε μιά γιάφκα στο Χαλάνδρι βρέθηκε αθλητική τσάντα που είχε απάνω, εκτός όλων των άλλων, και τα δικά μου αποτυπώματα. Γι’ αυτό και με «τσίμπησαν»!
   - Καλά πώς ήξεραν ότι ήταν δικά σου; απόρησε ο Θωμάς!
   Μέσα στην παραζάλη του είχε ξεχάσει την ιστορία με το μηχανάκι και το δίπλωμα που οδήγησε το γιό του πέρυσι στη Σήμανση. Ο Ιάσονας του το θυμίζει και προχωρεί στην εξιστόρηση.
   - Αρνιόμουν κατηγορηματικά πως η τσάντα είναι δική μου και τους έλεγα πως ανήκει σε άλλον. Όμως αυτοί το βιολί τους.
   - Μίλα, ρε! Πέσ’ τα όλα γιά να ελαφρύνεις τη θέση σου!
   Η Aντιτρομοκρατική, με βάση και άλλα αποτυπώματα που υπήρχαν απάνω της συνέλαβε και τον Ηλία Νικηφόρου, που γυμναζόταν κι αυτός στο γυμναστήριο και κατείχε τον διπλανό μου φοριαμό. Στην ανάκριση ήταν σφίγγα και δεν του έπαιρνες κουβέντα, αλλά κι εμένα δεν μου πήγαινε να τον καρφώσω, με κατηγορίες, ή υποψίες. Ας τα εύρισκαν μόνοι τους, αυτή είναι η δουλειά τους. Εγώ απλά επέμενα πως η τσάντα, που είχε μέσα αθλητικά παπούτσια, δεν ήταν η δική μου. Τελικά, αναζήτησαν στο γυμναστήριο το δικό μου ντουλάπι, το άνοιξαν και βρήκαν μέσα κι άλλη τσάντα, όμοια με την υποτιθέμενη «δικιά» μου, αυτή της γιάφκας, που περιείχε παπούτσια, υποτίθεται πάλι, «δικά» μου. Όμως όλα αυτά τα μπλεγμένα, καθόλου δεν ξεκαθάριζαν την υπόθεση και τίποτα δεν αποδεικνυόταν αμάχητα, αφού υπήρχαν πολλά και διάφορα αποτυπώματα παντού. Τελικά, η παρατηρητικότητα ενός υπαστυνόμου, καλή του ώρα, κάτι «ψυλλιάστηκε» και έδωσε τη λύση. Πρόσεξε πως τα παπούτσια της τσάντας του δικού φοριαμού ήσαν μικρά, 38 νούμερο, ενώ εγώ φοράω 42. Μας είπε να βγάλουμε τα παπούτσια, εμένα και του Νικηφόρου, και να σταθούμε δίπλα-δίπλα. Οι πατούσες του ήσαν λεπτεπίλεπτες σαν της Ουλάνοβα κι οι δικές μου… ψαρόβαρκες! Αμέσως κατάλαβε πως ο Νικηφόρου πήρε, κατά λάθος, την τσάντα μου κι άφησε πίσω τη δική του! Έτσι εμένα μεν, με άφησαν κι εκείνος χάθηκε διά τα… περαιτέρω. Μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ο υπαστυνόμος με πήγε ως το διάδρομο, στη μαμά και μ’ ένα χτύπημα στην πλάτη μας αποχαιρέτησε.
   - Πηγαίνετε να κάνετε Ανάσταση και να… προσέχετε!
   Το μυαλό του Θωμά, τώρα που τρίτωσε το… καλό, τώρα είναι που δεν ξεκόλλαγε από τη φιγούρα του… Σαμαρά! Λες;
   Μέσα στην βαθιά του περισυλλογή ούτε κουδούνι άκουσε, ούτε τη Νανά που μπήκε στην κάμαρα σίφουνας.
   - Μπαμπά τρέξε. Πάρε την ταυτότητά σου και έλα. Σε ζητάει ένας κύριος!
*
 - Ο κύριος Παπαγεωργίου; ρωτάει επιφυλακτικά ο άγνωστος νεαρός με το σάκο στον ώμο, που έγραφε με μεγάλα γράμματα, DHL.
  - Ολόκληρος, απαντά ο Θωμάς, που οι αναπάντεχες καλές ειδήσεις των τελευταίων ωρών, του είχαν αναστήσει, σε ικανοποιητικό βαθμό, το ηθικό και του επέστρεψαν κάτι από το παλιό χιούμορ που τον χαρακτήριζε. Αμέσως είχε αναγνωρίσει στον επισκέπτη τον εκπρόσωπο της μεγάλης διεθνούς ταχυδρομικής εταιρείας, που δουλεύει κι εξυπηρετεί, πόρτα-πόρτα, την πιό σοβαρή, πιό επίσημη και πιό υπεύθυνη αλληλογραφία, γιά 365 ημέρες το χρόνο.
   - Μπορώ να δω, σας παρακαλώ, την ταυτότητά σας; Συγγνώμην που επιμένω, αλλά αυτό που φέρνω είναι πολύ σοβαρό και έχω ρητές εντολές να το παραδώσω μόνο στα χέρια του κ. Παπαγεωργίου. Του κ. Θωμά Παπαγεωργίου, επανέλαβε συμβουλευόμενος ένα ροζ χαρτί που κρατούσε.
   - Ευχαρίστως, εγώ είμαι αυτός που ζητάτε, είπε ο Θωμάς, προτάσσοντας την ταυτότητά του. Κάποια αόριστη ανησυχία τον πλημμύρισε ξαφνικά, αφού το πράγμα σοβάρευε αρκετά και η μέρα, που ήταν τίγκα από ευχάριστα, άφηνε περιθώρια και γιά κάποιο κακό αντίβαρο.
   - Δεν μπορεί, σκέφτηκε σουφρώνοντας τα φρύδια, θα ’ρθει κι η κακή ζαριά. Μάλλον γιά δάκτυλος της Τράπεζας μοιάζει.
   Ο ταχυδρόμος τσεκάρισε την ταυτότητα κοιτώντας προσεκτικά, μιά την φωτογραφία και μιά αυτόν, συμπλήρωσε κάτι χαρτιά κι έβγαλε από την τσάντα ένα μικρό, στενόμακρο φάκελο. Ο Θωμάς υπέγραψε και τον παρέλαβε, ενώ ο υπάλληλος χαιρέτησε ευγενικά, ευχήθηκε καλή Ανάσταση και βγήκε από το διαμέρισμα.
   - Τί είναι μπαμπά, τί τρέχει, ρώτησε πρώτος και πιό βιαστικός ο Ιάσονας.
   Ο Θωμάς, σκεφτικός και μάλλον αδιάφορα, του απάντησε.
   - Μπα, τίποτα. Από την «Λίντσαιη εντ Μάρλοου» είναι. Ξεχασμένη υπόθεση. Μάλλον καθυστερημένα ευχαριστήρια θα είναι. Αγγλικές τυπικότητες. Τους ξέρετε, δα, τους Εγγλέζους. Η μελέτη μου, κάπου θα την πέταξαν και τώρα που θα την βρήκαν μου στέλνουν τα γνωστά ευχαριστήρια, γιά να κλείσουν το θέμα.
   - Καλά, εν πάση περιπτώσει, άνοιξε να δούμε, επιμένει ο πεισματάρης νεαρός.
   Ο Θωμάς ανοίγει προσεκτικά το φάκελο, ξεδιπλώνει το διπλοσέλιδο περιεχόμενο και μεταφράζει μεγαλόφωνα στην ομήγυρη, που παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον.
  
   « Αγαπητέ κύριε Θωμά Παπαγεωργίου.
   Ελάβαμε την επιστολή σας και την συνημμένη μελέτη, την οποίαν είχατε την ευγενή καλοσύνη να μας αποστείλετε.
   Θεωρήσαμε την πρότασή σας πολύ ενδιαφέρουσα και διά ταύτα αναθέσαμε εις την τεχνική διεύθυνση της εταιρείας τον ενδελεχή έλεγχο της μελέτης και την διακρίβωση της δυνατότητος εφαρμογής των προτεινομένων μετατροπών, σε σχέση με την οικονομική τους εφαρμοσιμότητα. Όπως αντιλαμβάνεστε, ένας τέτοιος έλεγχος απαιτεί σκέψη, διερεύνηση και χρόνο.
   Ήδη, ευρισκόμεθα εις την ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσουμε πως η εταιρεία μας υιοθετεί απολύτως την προτεινόμενη εφεύρεση και προτίθεται να αγοράσει τα αποκλειστικά δικαιώματα κατασκευής και διάθεσης του νέου μηχανήματος εις την διεθνή αγορά. Με δεδομένο πως απευθυνθήκατε εις ημάς, θεωρούμε ως επίσης δεδομένη την  επιθυμία σας διά συνεργασία μαζί μας.
   Σας εσωκλείουμε συνημμένως το ποσόν των 80.000 λιρών, ως προκαταβολή και αρραβώνα της προσεχούς συνεργασίας μας και σας καλούμε, το ταχύτερο δυνατόν, να προσέλθετε εις τα κεντρικά γραφεία μας, εις Μάντσεστερ, διά την τελική μας συμφωνία και υπογραφή των σχετικών συμβολαίων. Επίσης, πέραν της πώλησης των αποκλειστικών δικαιωμάτων του μηχανήματος και ανεξαρτήτως αυτής, πληροφορηθέντες και την καλή φήμη που αποκτήσατε με τη μακρόχρονη εργασία σας εις την «ΚΛΩΘΩ» Α.Ε., σας προτείνομεν και την, επί συμβάσει, απασχόλησή σας……»
 
    Ο Θωμάς δεν μπόρεσε να συνεχίσει το διάβασμα. Δεν το επέτρεπαν οι λυγμοί που τον ταρακουνούσαν, σαν επιληπτικό σε κρίση. Έτσι δεν μπόρεσε να δει πρώτος το πεντακάθαρο «80.000 pounds», που αναγραφόταν στο συνημμένο τσεκ. Το είδε όμως η Νιόβη, που έπιασε την επιστολή που του έφυγε από τα χέρια και έπεφτε στο πάτωμα
  - Χριστέ μου Εσύ, Χριστέ μου Εσύ…, Εσύ…, Ο Σαμαράς…, Ο Ιησούς…, Ο… ο… ο… Ιησούς…, τώρα το κατάλαβα, τώρα το ξέρω. Χριστέ μου, Σ’ ευχαριστώ… Σ’ ευχαριστώ! Ο Θωμάς κρατούσε το κεφάλι και έκλαιγε με λυγμούς, σαν μικρό παιδί, παραμιλώντας.
   Το χαρμόσυνο νέο που έβγαζε την οικογένεια από την μιζέρια και την αβεβαιότητα, σκιάστηκε αμέσως. Ο μπαμπάς τρελάθηκε! Με το δίκιο του άλλωστε. Με τόσα απανωτά χτυπήματα, έστω και… καλά, ο οποιοσδήποτε θα λύγιζε. Πάει ο μπαμπάς κι από εκεί που πρώτα δεν τον ένοιαζε καθόλου, τώρα του την έδωσε και το ’ριξε και στην… πολιτική.
   Προσπάθησαν να τον συνεφέρουν και μέχρις ενός σημείου το κατάφεραν. Όμως απάνω που ηρέμησε, πήρε από τη βιβλιοθήκη το μεγάλο βιβλίο ζωγραφικής με το ολοσέλιδο στρογγυλό πορτραίτο του Εσταυρωμένου Χριστού, του Παρθένη και το καταφιλούσε με λυγμούς. Ούτε η Μαγδαληνή να ήταν, δεν θα έκανε έτσι!
   Μέχρι την Ανάσταση, στην εκκλησία της Φανερωμένης, ο Θωμάς είχε συνέλθει τελείως και δεν έλεγε… τρέλες, όπως πίστευαν οι δικοί του. Μάλιστα τους ζήτησε να παρακολουθήσουν κι όλη την μετέπειτα λειτουργία, γιά πρώτη φορά στη ζωή τους. Κι εκείνη η ξαφνική του παρόρμηση με την πολιτική ξεχάστηκε και δεν ξανασυζητήθηκε ποτέ. Όμως, έκτοτε, μιά μεγάλη εικόνα του Χριστού, με μακριά καστανά μαλλιά κι εκφραστικά μάτια, βρίσκεται κρεμασμένη πάνω από το κρεβάτι του. Και ο Θωμάς, πρώτη του δουλειά μόλις ξυπνήσει και τελευταία πριν κοιμηθεί, είναι να διασταυρώσει το βλέμμα του μ’ Εκείνον, αναζητώντας στο σοβαρό πρόσωπο του Χριστού, το αμυδρό χαμόγελο που πρωτογνώρισε εκείνο το απόγευμα εκείνου του Μεγ. Σαββάτου. Και να δεις που ο Χριστός του το χαρίζει!
*
   Γιά μήνες, αφ’ ότου γύρισε απ’ το Μάντσεστερ, ο Θωμάς όργωνε το προάστιο αναζητώντας την άγνωστη γυναίκα που έγινε η αφορμή ν’ αλλάξει η μοίρα κι η ζωή του. Δεν άφησε σπίτι γιά σπίτι, διαμέρισμα γιά διαμέρισμα, που να μην ρωτήσει. Μέχρι που τον θεώρησαν στη γειτονιά γραφικό. Κανείς δεν ήξερε τίποτα και κανείς δεν θυμόταν να έμενε ποτέ εκεί μιά γυναίκα που να ταιριάζει στην περιγραφή που τους έδινε ο Θωμάς. Ούτε και τα χαρακτηριστικά του μικρού αγοριού, έλεγαν τίποτε σε κανέναν. Ήταν σαν να μην πέρασαν ποτέ από εκεί, σαν να μην υπήρξαν ποτέ, κάτι σαν φαντάσματα.
   Ο Θωμάς, κουρασμένος από την μάταια αναζήτηση, άρχισε να βάζει άλλα στο μυαλό του… Αναλογίζεται πώς και γιατί χάθηκαν έτσι, μάνα και γιός, σαν αερικά, σαν να μην υπήρξαν ποτέ και… λες; Πιθανόν... Μπορεί. Όλα μπορεί να συμβούν. Ο Θεός είναι παντοδύναμος και όλα τα μπορεί!

   Ποτέ στη ζωή του ο Θωμάς δεν είχε ασχοληθεί φιλοσοφικά και σε βάθος με τα της θρησκείας. Πίστευε απόλυτα στην ύπαρξη κάποιας δημιουργικής Δύναμης που κυριαρχεί στο Σύμπαν, με την οποία όμως δεν βρήκε ποτέ το χρόνο, ή τη διάθεση, ν’ ασχοληθεί στα σοβαρά, αποδεχόμενος τη θρησκεία και την πίστη που του κληρονομήθηκε πατρογονικά. Την αποδεχόταν απλά, νομοτελειακά και σχεδόν μοιρολατρικά. Και την ακολουθούσε άκριτα κι αβασάνιστα, στηριζόμενος στην παράδοση. Με τη λογική του «μη θίγετε τα καλώς κείμενα»! Όμως τώρα, στα ώριμα χρόνια του είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από πρώτο χέρι και να βιώσει το μεγαλείο που κρύβει μέσα του ο Χριστιανισμός και ειδικότερα η Ορθόδοξη πίστη. Τώρα κατάλαβε το μήνυμα που φέρνει και το οποίο, επί τόσα χρόνια, το αντιμετώπιζε τόσο ψυχρά και τόσο αδιάφορα. Το έβλεπε και άκουγε να περνάει από τα μάτια και τ’ αυτιά του όπως τα γράμματα των τίτλων στο τέλος μιας κινηματογραφικής ταινίας, ή την εκφώνηση του καιρού στα δελτία ειδήσεων και το… προσπερνούσε. Τώρα κατάλαβε τη δύναμη της υπομονής και της καλοσύνης και πως ο θάνατος νικιέται μόνο μέσω της Ανάστασης. Χωρίς θάνατο δεν νοείται ανάσταση! Και ο Θωμάς έφτασε μέχρι το θάνατο, μέχρι το χείλος του, στα όριά του κι αναστήθηκε. Γιατί ο θάνατος επέρχεται ουσιαστικά όταν κλείσουν όλα τα παράθυρα της ζωής σου, όταν η απελπισία σβήσει και την τελευταία ακτίδα που φωτίζει την ύπαρξή σου και την κάνει ν’ αρχίσει να βυθίζεται, απομειούμενη και εξαϋλωνόμενη βαθμιαία, στο απόλυτο, το αιώνιο σκοτάδι της ανυπαρξίας. Τότε έρχεται, μπορεί να έρθει, και στον Θωμά πιστοποιημένα ήρθε, το αναστάσιμο φώς, η σωτηρία, η λύτρωση. Και αργάστηκε ανεξίτηλα στο πετσί της ψυχής και της συνείδησής του.

ΤΕΛΟΣ
  
   ΥΓ. Πάντως ο Θωμάς υποσχέθηκε να μην πει ποτέ τίποτε και σε κανένα, γι’ αυτή την πασχαλινή ιστορία του 2013. Και όπως βλέπετε, αυτή του την υπόσχεση την… κράτησε μέχρι τέλους!!!



     









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου