Παρασκευή, 6 Απριλίου 2018

Ο ΓΟΛΓΟΘΑΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΠΑΝΤΟΥ!


   Μιά παλιά συγγραφική απόπειρα ενος... "γνωστού" μου -πολλαπλώς επίκαιρη λόγω των ημερών του Πάσχα και της οικονομικής κατάστασης της χώρας-  που ελπίζω και εύχομαι να την βρουν ενδιαφέρουσα οι  υπομονετικοί αναγνώστες, αφού θα αναρτηθεί σε τρεις συνέχειες. Μία κάθε ημέρα.


Αποτέλεσμα εικόνας για γιωργ. ΣΑΜΑΡΑς
Ο ΓΟΛΓΟΘΑΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΠΑΝΤΟΥ


  - Ώστε κ. Θεοδώρου, δεν γίνεται τίποτα;
   - Δυστυχώς κ. Παπαγεωργίου, ο νόμος είναι σαφής και η περίπτωσή μας εμπίπτει ακριβώς στην πεμπτουσία του.
   Ο δικηγόρος απέναντι στο Θωμά, είχε φορέσει εκείνο το ψεύτικα περίλυπο ύφος που παίρνουν οι δικηγόροι σε αντίστοιχες περιπτώσεις, έβαλε και τον πληθυντικό μέσα, ως δείγμα συμμετοχής και συμπάθειας, ενώ μέσα του σκεφτόταν, σίγουρα, το χωριό του, στο οποίο θα έπρεπε να κατευθυνόταν, ήδη, γιά την Ανάσταση και τώρα με το χασομέρι αυτού του πελάτη, ίσα που την προφταίνει. Aν δηλαδή δεν πέσει σε μεγάλη κίνηση της τελευταίας στιγμής στην Εθνική. Τούτη εδώ η υπόθεση, κομματάκι δύσκολη και μπελαλίδικη, του εξασφάλιζε όμως ένα καλό Πάσχα, έστω κι αν τον κράτησε λίγο παραπάνω στην Αθήνα.
   - Δηλαδή το σπίτι θα βγει στον πλειστηριασμό την Δευτέρα του Θωμά; Δώρο στη γιορτή μου; Κοίτα να δεις φίλε μου, τραγική ειρωνεία! Και γιά 30.000 ευρώ, κοτζάμ σπίτι!
   - Κοιτάξτε, κ. Παπαγεωργίου, θα προσπαθήσω να τον αναβάλλω. Αν τους δώσουμε τίποτα έναντι, μπορεί και να δεχθούν. Με κανένα δεκάρικο δηλαδή, είναι πολύ πιθανόν να κερδίσουμε κάποιο χρόνο.
  - Μα τί λέτε τώρα, κ. Θεοδώρου, ο Θωμάς αναστέναξε μελαγχολικά. Αν είχα εγώ σήμερα 10.000, θα ξαναπαντρευόμουνα, …που λέει ο λόγος.
- Εν πάση περιπτώσει, ας τ’ αφήσουμε αυτά γιά την ώρα, χρονιάρες μέρες κ. Παπαγεωργίου. Ας κάνουμε Πάσχα με υγεία και την Τετάρτη, πρώτα ο Θεός, τα ξαναλέμε. Όσο γιά το ποσόν της αμοιβής που είπαμε…..
  - Ναι, ναι, ξέρω. Κι ο Θωμάς έβαλε το χέρι στη τσέπη.  
*
   Μόλις βγήκε στον καθαρό αέρα, ο Θωμάς τράβηξε δυό βαθιές ρουφηξιές δροσερό αέρα, σαν στερημένος θεριακλής καπνιστής, και ένοιωσε την ανάγκη να ανασυντάξει τον εαυτό του. Όλη αυτή η λαίλαπα που περνάει από πάνω του, απότομα κι αιφνιδιαστικά, τον έπιασε εξ απήνης και τον ρήμαξε. Τα χτυπήματα -το ’να πάνω στ’ άλλο- τον φέρνουν στα όρια της αντοχής του, τον αποσυντονίζουν και τον αποσυναρμολογούν λίγο-λίγο. Χτύπημα με χτύπημα, αναποδιά στην αναποδιά, βουλιάζει στην απογοήτευση! Μα ήταν ανάγκη να του ’ρθουν όλα μαζί κατακούτελα! Και στον μέγιστο βαθμό, στην απόλυτη ένταση και με τα καταστρεπτικότερα αποτελέσματα; Γιατί έτσι; Γιατί όλα σ’ αυτόν;
   Καταλαβαίνει πως αυτή η κρίση που σαρώνει τη χώρα, δεν αφήνει κανέναν ανέγγιχτο, αλλά σε έκταση και μέγεθος όπως σ’ αυτόν, δεν μπορεί να φανταστεί άλλον με τέτοιο ρεκόρ γκίνιας. Ο Θωμάς αδυνατεί να φανταστεί έστω και έναν στη θέση του. Χωρίς ίχνος εγωισμού, αφού ποτέ του δεν υπήρξε «εαυτούλης». Σε ποιό καταραμένο πηγάδι να κατούρησε άραγε γιά να του πέσει τέτοιος λαχνός, έτσι ξαφνικά κι ανύποπτα.
   Πέρασε απέναντι στο πάρκο και περπατώντας, αργά-αργά, κάτω από τα μεγάλα σκιερά δέντρα, προσπαθούσε να μαζέψει τα μυαλά του, που το αισθάνεται πως άρχισαν ήδη να σαλεύουν, πριν του φύγουν τελείως και τον αφήσουν «σαλταρισμένο», ή τα τινάξει στον αέρα μόνος του.
   Στην αρχή σκέφτηκε να τα βάλει με τον Θεό. Ποτέ δεν είχε μαζί του ιδιαίτερα στενές και θερμές σχέσεις και στην εκκλησία πήγαινε, αραιά και πού, μόνο γιά διάφορες τελετές φίλων. Κάτι γάμους, βαφτίσια, κηδείες και διάφορα τέτοια. Δηλαδή αναπόφευκτα. Και σε κάποιες ειδικές περιπτώσεις, όπως τούτην εδώ την περίοδο, την πασχαλινή. Κι αυτό απ’ έξω από την εκκλησία, ίσα ν’ ακούσουν οικογενειακώς το «Χριστός Ανέστη» το Μεγ. Σάββατο, ν’ ανάψουν την λαμπάδα, φέρνοντας το άγιο φως σπίτι για γούρι και θεία ευλογία, (αν προλάβει και γυρίζοντας δεν την σβήσει κανένα αεράκι), οπότε έχει καλώς, κι επομένως… του χρόνου! Φαίνεται πως τα τελευταία χρόνια οι λαμπάδες της οικογένειας θα έσβηναν συνεχώς, ένα γεγονός που δεν είχε προσέξει, αλλά μόλις τώρα συνειδητοποιεί και υποθέτει, αφού τέτοια γκαντεμιά δεν εξηγείται αλλιώς.
   Όμως από την άλλη, όσο κι αν προσπάθησε να βρει σοβαρότερη αιτία κι αφορμή αυτής της κακοδαιμονίας που τον έπληξε, βασισμένη στη συμπεριφορά του, δεν βρίσκει. Μιά ζωή αρνί άκακο. Λογικός κι έντιμος δεν έβλαψε άνθρωπο και δεν πείραξε κουνούπι. Τον λόγο του Θεού τον ένοιωθε ενστερνισμένο μέσα του, πετσί στο πετσί του, και τον εφάρμοζε χωρίς να μπαινοβγαίνει στις εκκλησίες και χωρίς να τον επιβάλλει κανένας ιεροκήρυκας και κανένας νόμος, θείος ή ανθρώπινος. Τους ξέρουμε δα κι αυτούς με τους μεγάλους σταυρούς και τις βαθιές μετάνοιες. Τη διαδρομή του στη ζωή κατεύθυνε πάντα, ως πιλότος, η συνείδησή του στην οποία, μόνο και πάντα, λογοδοτούσε. Και να δεις που κι αυτή η ρημάδα ποτέ δεν τον χαστούκισε δυνατά γιά να τον συνεφέρει. Μόνο κάτι ψιλοσφαλιαρίτσες ανεπαίσθητες του έριχνε, ίσα γιά απλή μικροδιόρθωση πορείας, και τίποτε άλλο. Έτσι αυτό το γιατί, το πελώριο γιατί που συνεχώς μεγάλωνε στο μυαλό του, κατέβαινε ίσαμε το λαρύγγι και τον έπνιγε. Γιατί αυτός, γιατί τόσο πολύ, γιατί όλα σ’ αυτόν;
   Κοντά είκοσι χρόνια μηχανολόγος παραγωγής στην μεγάλη υφαντουργική εταιρεία «ΚΛΩΘΩ» Α.Ε. και βασικός της στυλοβάτης. Η ψυχή της! Όλη η παραγωγή κι η συντήρηση των μηχανημάτων, οι ποιότητες και οι ποσότητες των προϊόντων, πέρναγαν από το άγρυπνο μάτι του κι από τον αυστηρό του έλεγχο. Και όλα δούλευαν ρολόι στο εργοστάσιο, γεγονός που φαινόταν στη συμπεριφορά των μεγάλων «αφεντικών» απέναντί του, αλλά και στις αποδοχές, που ήσαν πάνω από καλές εξασφαλίζοντας σ’ αυτόν και την οικογένειά του, μιά πολύ αξιοπρεπή διαβίωση!
   Με τα γραφειοκρατικά, τα λογιστήρια και τα παραλογιστήρια της εταιρείας δεν τα πήγαινε καλά, τα σιχαινόταν και δεν ανακατευόταν. Αυτός την «πίτα» ήξερε μόνο να την φτιάχνει κι όχι να την διαχειρίζεται εμπορικά. Έτσι ποτέ του δεν μπόρεσε να καταλάβει τί συνέβη κι αυτός ο κολοσσός κατέρρευσε απότομα, σαν χάρτινος πύργος, και από τη μιά στιγμή στην άλλη, τριακόσιοι πενήντα εργαζόμενοι, μαζί κι αυτός, βρέθηκαν στο δρόμο! Ούτε οι δίδυμοι πύργοι της Νέας Υόρκης να ήσαν.
   Και να σκεφτείς, απάνω που η πείρα, η παρατηρητικότητα κι ο προβληματισμός του πάνω στην διάταξη και λειτουργία των μηχανών ύφανσης, τον είχε οδηγήσει στη σκέψη ορισμένων πρακτικών μετατροπών. Με τη χρήση πρόσθετων παράπλευρων στημονιών, ειδικού σχήματος, παράλληλη τροποποίηση της αλληλουχίας των γραναζιών των αξόνων και την προσθήκη ενός πολλαπλασιαστού και δύο κατάλληλων μειωτήρων, πετύχαινε περίπου διπλασιασμό της παραγωγής, στο ίδιο χρόνο λειτουργίας των μηχανημάτων! Είχε, μάλιστα, ως μηχανολόγος, ήδη απεικονίσει σε σχέδια όλες τις τροποποιήσεις, καθώς και το νέο μηχάνημα που θα προέκυπτε με όλες αυτές τις εισηγούμενες μετατροπές. Εννοείται μαζί με πλήθος από λεπτομερείς επεξηγήσεις σχετικά με την φιλοσοφία της ιδέας και την πρακτική της εφαρμογή. Με στόχο πάντα τη σημαντική βελτίωση της απόδοσης του συστήματος. Μιά πλήρης οικονομοτεχνική μελέτη!
   Την ιδέα και την μελέτη του την είχε παρουσιάσει στην διοίκηση της επιχείρησης, η οποία εμπιστευόμενη την κρίση, την ικανότητα και την πείρα του Θωμά, έδειξε από την αρχή ζωηρό ενδιαφέρον και άρχισε να μελετά το ζήτημα. Όμως δεν πρόλαβε, γιατί… τους πρόλαβε όλους η κρίση κι η κατάρρευση! Έτσι ο Θωμάς βρέθηκε στο δρόμο, αγκαλιά με τη μελέτη, την απόγνωση και την απελπισία του. 
    Από κεκτημένη ταχύτητα και μόνο, γιά το γαμώτο που λένε, κατέθεσε αντίγραφο της μελέτης στην αρμόδια επιτροπή, προκειμένου να την κατοχυρώσει με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και μετά πέταξε κι ένα αντίγραφο, έτσι γιά πλάκα αφού ποτέ δεν ξέρεις, στην εταιρεία «Λίντσαιη εντ Μάρλοου» Co, στο Μάντσεστερ. Την εταιρεία που κατασκεύαζε τα υφαντουργικά μηχανήματα της «ΚΛΩΘΩ» Α.Ε.
  Με τη σφοδρότητα της κρίσης που έπληξε τη χώρα, σε λίγο καιρό ο Θωμάς ξέχασε μελέτες, παρελθόν και άνετη ζωή και πάλευε απεγνωσμένα να σωθεί από τα μανιασμένα κύματα της βιοπάλης που τον χτυπούσαν με λύσσα, το ένα πίσω από το άλλο, και τον αλάλιαζαν.

*

   Κοντεύουν δεκατέσσερις μήνες που ο Θωμάς βρέθηκε στο δρόμο, ψάχνοντας μάταια γιά δουλειά. Στην αρχή, καλομαθημένος και μη συνειδητοποιημένος ως προς την έκταση και το βάθος του προβλήματος, αναζητούσε κάτι στον τομέα που γνώριζε καλά και μπορούσε να προσφέρει καλύτερα και περισσότερο, την υφαντουργία. Όμως η κατρακύλα σάρωνε τον κλάδο κι η χιονοστιβάδα της κρίσης έκλεινε βιομηχανίες και βιοτεχνίες, την μία πίσω απ’ την άλλη, και όλα λειτουργούσαν στην κατεύθυνση των απολύσεων και όχι των προσλήψεων. Απελπισία! Όταν πλέον κατάλαβε καλά-καλά τί συμβαίνει γύρω του και πού οδεύει η κατάσταση, άρχισε να ψάχνει το οτιδήποτε. Οποιαδήποτε δουλειά ή απασχόληση που θα μπορούσε να φέρει χρήματα, έστω λίγα, στο σπίτι, αφού το κάτι είναι προτιμότερο από το καθόλου. Σύντομα η αγωνία του μετατράπηκε σε απόγνωση και πήρε χρώμα. Έγινε κατάμαυρη, αφού κανείς, ακόμη και γιά θελήματα, δεν θα προσλάμβανε ποτέ έναν πενηντάρη μηχανολόγο, έναν πενηντάρη υπάλληλο, έναν πενηντάρη άνθρωπο. Ανήκε πλέον στις στυμμένες λεμονόκουπες της ζωής, της αγοράς και της κοινωνίας!
   Στην αρχή, η μικρή αποζημίωση που πήρε από την εταιρεία, λίγο-λίγο και κομμάτι-κομμάτι, τσοντάριζε στον μισθό της Νιόβης, της γυναίκας του, κι η κατάσταση με τις γενναίες περικοπές στην κατανάλωση που, μοιραία, επιβλήθηκαν στο σπίτι, κάπως έφερνε την κατάσταση σε λογαριασμό. Καθώς και τα δυό του παιδιά, η Νανά, σπουδάστρια στη σχολή Μαιών κι ο Ιάσονας, πρωτοετής στο Πολυτεχνείο, Σχολή ηλεκτρονικών, έδειχναν απόλυτη κατανόηση, σαν μυαλωμένα παιδιά που ήσαν και τα δύο, και βοηθούσαν όσο μπορούσαν το οικογενειακό σκάφος στην προσπάθεια να κρατιέται στην επιφάνεια και να περάσουν, όλοι μαζί, τον ζόρικο κάβο. Δόξα τω Θεώ, αντίδωρο κι ανάσα στα δεινά που τον βρήκαν, Εκείνος του είχε στείλει δυό καλά παιδιά. Με όλες τις σημασίες του όρου.
   Το μόνο κι αναπόφευκτο κακό στον μίζερο οικογενειακό προϋπολογισμό, η αναγκαστική διακοπή καταβολής των δόσεων αποπληρωμής εκείνου του στοιχειωμένου στεγαστικού, που ενώ μιά ζωή το πληρώνει κανονικά, αυτό το αφιλότιμο δεν έλεγε να τελειώσει. Ένας βραχνάς και μιά θηλιά, ταυτόχρονα, στο λαιμό του. Ο βραχνάς από μέσα να του κόβει την ανάσα κι η θηλιά απ’ έξω να του σφίγγει το λαρύγγι. Απάνω  που κόντευε να το εξοφλήσει και να πάει στα κομμάτια, αυτή η ρημάδα η κρίση τον ρήμαξε τελείως. Οι τελευταίες 30.000 τριάντα χιλιάδες, που κάποτε -την καλή εποχή- φάνταζαν σαν ουρά του βοδιού, τώρα με την απότομη αλλαγή των δεδομένων μοιάζουν όχι απλώς σαν βόδι, αλλά σαν…. δεινόσαυρος. Και μάλιστα από τους μεγάλους, τους τυραννόσαυρους, αφού σαν τέτοιος τον τυραννά συνεχώς!
   Το σταμάτημα, με την υπαγωγή σε μιά ιδιότυπη εφεδρεία, και της Νιόβης από τη δουλειά της σε μιά πολυεθνική διακίνησης σιτηρών που σκέφτεται την μετεγκατάσταση του γραφείου της στα Σκόπια, αποτέλεσμα κι αυτό της κρίσης, το ένοιωσε κάπως σαν χαριστική βολή και απέδειξε πως, τελικά, η διακοπή καταβολής των δόσεων του δανείου ήταν μιά πράξη που εξασφάλιζε κι ένα λιγότερο κακό, μέσα στον ωκεανό του απόλυτου κακού και το λιγότερο μαύρο στην απόλυτη μαυρίλα! Τουλάχιστον, με τις γλίσχρες αποδοχές της Νιόβης, μπορούσαν ακόμη να τρώνε! Όμως η Τράπεζα, δυστυχώς, δεν ξεχνά. Έτσι μετά την αναγγελία πως το σπίτι του βγαίνει στο σφυρί, με έκπληξη διαπίστωσε πως η απελπισία τον φέρνει σε τέτοιο σημείο, ώστε να μπορεί να αντιληφθεί καθαρά πως από το κάθε κάτω υπάρχει πάντα και… πιό κάτω, πως το βαρέλι δεν έχει πάτο και πως υπάρχουν αποχρώσεις και διαβαθμίσεις χρωματικές ακόμη και στο… μαύρο! Ο παραλογισμός, σαν ύπουλη κι απρόσμενη φουσκοθαλασσιά, αρχίζει να μπαίνει κι αυτός, σιγά-σιγά, στο… παραθαλάσσιο και θαλασσωμένο μυαλό του και να μπλοκάρει τη λειτουργία του! Νιώθει πελαγωμένος και παλεύει σε ωκεανό. Όμως χωρίς βάρκα, χωρίς σωσίβιο, χωρίς ελπίδα. Μόνο το ένστικτο του περίσσεψε να λειτουργεί, αλλά κι αυτό ως πότε! 

   Απορροφημένος στις σκέψεις του, ούτε που το κατάλαβε γιά πότε έφτασε στο Ζάππειο και αποφάσισε να τραβήξει προς την ήσυχη από αυτοκίνητα Διονυσίου Αρεοπαγίτου που, λόγω της ημέρας, Μεγάλο Σάββατο, ήταν σχετικά άδεια από κόσμο. Μηχανικά, σκαρφάλωσε στην Ακρόπολη. Ο ιερός βράχος αλλά κι ο ερειπωμένος ναός, που πάντα τον γοήτευε, τώρα του έμοιαζε ακόμη πιό συμβατός με τη δική του ρημαγμένη ζωή, θλιβερό κατάλοιπο της φθοράς του χρόνου, της ασέβειας του ανθρώπου και της ιερόσυλης επέμβασης πάνω του. Πίστευε πως το ανέβασμα του υψόμετρου θα του ανέβαζε λίγο τη ηθικό και η καθαρότερη ατμόσφαιρα θα του καθάριζε κομματάκι τον νου.
   Ο γαλανός και διαυγής ουρανός θα έπρεπε οπωσδήποτε να βοηθήσει το μυαλό να βρει τη διαύγεια που απαιτούν οι περιστάσεις, ή τουλάχιστον ένα μικρό φωτεινό άνοιγμα, γιά να περάσει κάποια αισιόδοξη σκέψη και μεθόδευση αντιμετώπισης της κατάστασης, αφού στο επίπεδο της πόλης το σκηνικό της ψυχής του παρέμενε εντελώς «καφκικό» και παρ’ όλη την βοή της κίνησης, ή πόλη φάνταζε σαν λευκό κελί που τον έκλεινε μέσα του.
   Περιδιάβηκε το δυτικό τμήμα του χώρου, αγναντεύοντας στο βάθος τα μέρη που γεννήθηκε και μεγάλωσε, χωρίς να μπορεί να τα προσδιορίσει επακριβώς, μέσα στη γιγάντωση της Αθήνας τα τελευταία 60 χρόνια. Τα υπολόγισε στο περίπου και τα χάιδεψε με τη ματιά του, με πολλή αγάπη και νοσταλγία. Τελικά σταμάτησε στο πιό βόρειο σημείο του τείχους, κοντά στη σημαία. Η θέα του κέντρου της πόλης, από το σημείο εκείνο, ήταν πιό σαφής, πιό ευκρινής, πιό αναγνωρίσιμη και πιό οικεία. Ούτε θυμάται πόσος χρόνος δαπανήθηκε γιά να περάσει με ταχύτητα όλη η ζωή του από το φιλμ της μνήμης στο εκράν του νου, με φόντο πάντα την Αθήνα του. Μιά ζωή, μιά πόλη. Όταν η προβολή τελείωσε, ο Θωμάς αναμέτρησε με το μάτι την απόσταση από κάτω, από τη ρίζα του βράχου, μέχρι τον ουρανό.    
   Λένε στη χριστιανική θρησκεία πως η αυτοχειρία αποτελεί θανάσιμο αμάρτημα, εφ’ όσον τη ζωή στην δίνει ο Θεός, Εκείνου ανήκει και, άρα, μόνο Αυτός, ως νόμιμος ιδιοκτήτης, δικαιούται να την πάρει πίσω! Η αυτοκτονία, λένε οι κληρικοί, αποτελεί αυθάδεια και βλασφημία κατά του Δημιουργού και προσπάθεια του μικρού και ατελούς να υποκαταστήσει το μεγάλο και το τέλειο. Κουταμάρες. Μιά αντίδραση είναι. Μιά απελπισμένη αντίδραση φυγής και διεξόδου από τα γήινα αδιέξοδα. Ατραπός απόγνωσης και λύτρωσης.
   - Έτσι που μου την κατάντησες Θεέ μου τη ζωή, πάρ’ την και διαχειρίσου την Εσύ! Άντε να δούμε τί θα καταφέρεις! Εγώ μέχρις εδώ είμαι, δεν μπορώ άλλο. Κουράστηκα, βαρέθηκα. Όπως θέλεις πέσ’ το. Όμως δεν αντέχω πιά! Στο κάτω-κάτω, αφού όπως διατείνονται υπάρχει κι άλλη ζωή, ας δοκιμάσουμε σ’ εκείνη. Μπορεί να βγει καλύτερη από την τωρινή, οπότε γιατί να ταλαιπωρούμαστε τζάμπα σε τούτη και να χάνουμε χρόνο από την άλλη. Άντε λοιπόν, να σύρουμε να την συναντήσουμε μιά ώρα αρχύτερα. Όσο πιό γρήγορα, τόσο το καλύτερο!
   Κοίταξε κάτω και προσπάθησε να εκτιμήσει το ύψος με το μάτι. Από το στηθαίο του λόφου μέχρι κάτω. Ίσαμε δυό μεγάλες πολυκατοικίες το έκοψε. Πενήντα μ’ εξήντα, το πολύ, μέτρα. Ύστερα βάλθηκε να υπολογίζει.
  - Με τη βαρύτητα στα 9,81 μέτρα ανά δευτερόλεπτο στο τετράγωνο, άντε βάλ’ το στρογγυλά 10, πόσα δεύτερα, άραγε, μπορεί να κρατήσει μιά βουτιά προς τα κάτω. Στην αρχή μπερδεύτηκε και σάστισε.
- Διάβολε, τί σκατά μηχανικός είμαι άμα κωλώνω σε μιά τόσο απλή εξίσωση!  
    Ένα τίναγμα του κεφαλιού ξανάφερε στην οθόνη του νου τον τύπο της μηχανικής που συνέδεε χρόνο, μήκος κι επιτάχυνση και υπολόγισε, χοντρικά και νοερά, τον χρόνο που χρειαζόσουν γιά να «μετρήσεις», από μόνος σου κι επακριβώς, την απόσταση και ταυτόχρονα να «εκμετρήσεις» το «ζην». Τον έβγαλε γύρω στα 3,5 με 4 δευτερόλεπτα και ο επανέλεγχος του το επιβεβαίωσε.
  Ξανακοίταξε κάτω, ξανακοίταξε πάνω και χαμογέλασε πικρά. Τέσσερα δεύτερα γιά να διανύσεις 60 μέτρα και ίδιος χρόνος γιά να πας από τη Γη στον Ουρανό και την αιωνιότητα! Τί τραγική ειρωνεία.
  Στο μυαλό του στριφογύρισε, άθελα και έξαφνα, ο Καβάφης. Ο μέγας Αλεξανδρινός ποιητής που αποτελούσε πάντοτε λυσάρι όλων των προβλημάτων του. Το έσχατο καταφύγιο της ψυχής του.
  Τώρα που ήρθε η ώρα γιά το δικό του «μεγάλο όχι», τώρα που «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω του έκτισαν τείχη», τώρα που «δεν μπορεί να κάμει την ζωή του όπως την θέλει», τώρα ακούει τον ποιητή να ψιθυρίζει κατ’ ευθείαν στο βάθος του νου του και να τον προτρέπει: «Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει». Ένας μικρός Μάρκος Αντώνιος νεώτερης εποχής είσαι κι εσύ.  

   - Καλημέρα σας κύριε, μήπως θα μπορούσατε…..

   Αιφνιδιασμένος από το άκουσμα της ήρεμης φωνής, που ήρθε αναπάντεχα να τον διακόψει σε ό,τι είχε αποφασίσει να κάνει, αφού ούτε που είχε αντιληφθεί ανθρώπινη παρουσία γύρω του, ούτε κατάλαβε πώς και από πού ξεφύτρωσε, μέσα στην ερημιά του χώρου, τούτος ο άγνωστος και έσπασε το «νεφέλωμα» που τον κάλυπτε και τον καθοδηγούσε, και μπαίνοντας ξαφνικά στα πόδια του έγινε εμπόδιο στα σχέδιά του.
   Ένας νεαρός άντρας με μακριά καστανά μαλλιά και μάτια, αραιό και κοντό γένι, ευγενικό πρόσωπο και διαπεραστική ματιά, τον κοίταζε κατ’ ευθείαν στα μάτια. Το βλέμμα του βαθύ, λες και τον άγγιζε μέχρι την ψυχή. Αισθάνθηκε περίεργα, κάπως σαν να ξύπναγε από έναν μεγάλο, λήθαργο. Ο άγνωστος έμοιαζε ξένος, αν και μιλούσε άπταιστα ελληνικά, κι αυτό προέκυπτε καθαρά από τις πληροφορίες που αναζητούσε με απλές ερωτήσεις κι απορίες, σχετικά με την ιστορία του βράχου και του Παρθενώνα, γεγονός ασυνήθιστο γιά Έλληνα.
  Απορροφημένος από τον ευχάριστο διάλογο με τον απροσδόκητο συνομιλητή, που του προέκυψε αναπάντεχα, αλλάζοντάς του τα σχέδια, ούτε που κατάλαβε γιά πότε φτάσανε μέχρι την είσοδο του Μουσείου. Εκεί ο ξένος επιθυμούσε να συνεχίσει την ξενάγησή του στην Ιστορία του ναού και του λόφου της Ακρόπολης. Χαιρετήθηκαν θερμά κι ο άγνωστος χάθηκε στην πόρτα, ενώ ο Θωμάς κατευθύνθηκε προς την καταπακτή του μετρό, μετρώντας τα λιγοστά υπόλοιπα που του άφησε η πληρωμή της αμοιβής του δικηγόρου, γιά να περάσουν το Πάσχα τρεις άνθρωποι. Και μετά… έχει ο Θεός! Ένα εικοσάρικο, ένα δεκάρικο, ένα τάλιρο και κάτι ψιλά κέρματα!
*
(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου