Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Η πέτρα.....

Στοχασμοί

   Μέσα στη μαυρίλα που περιβάλλει τη ζωή μας και την κατάθλιψη της ψυχής, το μυαλό, ενστικτωδώς ανθιστάμενο, αναζητεί διεξόδους. Προσωρινές, έστω, φυγές και μικρές ανάσες οξυγόνου. Ίσα γιά να κρατηθεί ζωντανό και συγκροτημένο και να μην κυλήσει στην άβυσσο του παραλογισμού και της παράνοιας, όπου το σπρώχνουν συνεχώς τα σκληρά τεκταινόμενα της καθημερινότητος.
   Η δική μου φυγή συνίσταται σ΄ έναν καθημερινό μεγάλο περίπατο στο βουνό που ορθώνεται στην πλάτη του κτήματος και το προστατεύει απ’ τον βοριά. Δυό απ’ τα σκυλιά μου, τα πιό πειθαρχημένα και πειθήνια με συνοδεύουν, απολαμβάνοντας κι αυτά με τον τρόπο τους τη μικρή αλλαγή της καθημερινής τους ρουτίνας.
   Κάπου, αρκετά ψηλά, στη μέση του κατσάβραχου και δίπλα σ’ έναν κακοτράχαλο αγροτικό δρόμο, που ποτέ δεν αξιώθηκα να μάθω που καταλήγει, μιά μεγάλη πέτρα τράβαγε την προσοχή μου. Πάνω από ενάμισι μέτρο ύψος, κωνική, επιβλητική και καλοσχηματισμένη, φάνταζε κάπως σαν γαλατικό μενίρ, σαν μοάϊ της Νήσου του Πάσχα και σαν μικρογραφία ογκόλιθου του Στόουνχεντζ. Ή λίγο απ’ όλα αυτά!
   Κάθε μέρα την γυρόφερνα, έτσι όπως στεκόταν περήφανη κι αγνάντευε τον Ευβοϊκό και περνούσα πολύ ώρα κοιτάζοντάς την στοχαζόμενος πώς να γινόταν να την σήκωνα και να την κουβαλούσα στο κτήμα! Δυστυχώς δεν ήμουν ο Οβελίξ!
   Γιά μήνες η πέτρα μου είχε γίνει έμμονη ιδέα και μαζί μιά πρόφαση να διώχνω το μυαλό μου από τα καθημερινά. Της μιλούσα, στην αρχή νοερά, κι ύστερα άρχισα να της τραγουδώ, φάλτσα και ξέπνοα, εκμεταλλευόμενος την ερημιά του τοπίου, άρα χωρίς κίνδυνο να εκληφθώ ως παράφρων που έπιανε κουβέντα με μιά .. πέτρα και με πάρουν με τις πέτρες!

   Χωρίς να καταλάβω πώς και γιατί, η πέτρα με γύριζε στην αρχή της δεκαετίας του ’60. Εποχές που απολάμβανα, τελείως μόνος, θεάματα που τότε αγαπούσα και με συγκινούσαν ιδιαίτερα (θέατρο, Κολυμβητήριο, Παναθηναϊκό στάδιο, Ηρώδειο).
   Πρέπει να ήταν στο Θέατρο Κεντρικόν ή Αθηνών, (ο χρόνος μπερδεύει τις ασήμαντες λεπτομέρειες), όπου ο Μυράτ με την Ζουμπουλάκη έπαιζαν το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», του Πιραντέλο. Το σημαντικότερο, γιά τις τότε κριτικές μου δυνατότητες, μέρος του έργου αποτελούσε ένα τραγούδι που έλεγε η Βούλα Ζουμπουλάκη με τη βαριά, δραματική της φωνή. Φωνή σαφώς ακατάλληλη γιά καριέρα τραγουδίστριας, αλλά φοβερά σπαραχτική και υποβλητική ως ηθοποιού!
   Το τραγούδι είχε μουσική Χατζηδάκι και λεγόταν «η πέτρα»! Κι οι στίχοι του πρέπει να ήσαν κάπως έτσι.
   - Η πέτρα είν’ ο θάνατος, κι η πέτρα είν’ η ζωή μου
     φυτρώσαν άσπρα γιασεμιά, μεσ’ στην αναπνοή μου.
   - Είμαι ένα δέντρο έρημο, στην πέτρα σπάει η φωνή μου
     δεν μπαίνει αγέρας, μήτε φως και τρώει το κορμί μου.
   - Η πίκρα αυτή της μάνας μου, είν’ η πληγή του κόσμου
     φέρτε κρασί, φέρτε φωτιά να κάψω τον καημό μου.
   Η ογκώδης σκηνική παρουσία της Ζουμπουλάκη και το τραγούδι συνολικά, (στίχοι και μουσική), με σημάδεψαν ανεξίτηλα, όταν, προσπαθώντας να το τραγουδήσω κάποιο βράδυ (τότε τα κατάφερνα αρκετά καλά), ξαπλωμένος στη σκοτεινή μου κρεβατοκάμαρα, είδα να προβάλει στην ανοιχτή πόρτα η φιγούρα της, σχεδόν, ετοιμοθάνατης μάνας, σαν φάντασμα μέσα στα μακριά νυχτικά, που ακούγοντας το τραγούδι, μάζεψε τις λιγοστές της δυνάμεις, σηκώθηκε από το δικό της κρεβάτι και σύρθηκε μέχρις εκεί.
   - Παιδί μου, να μου τραγουδάς αυτό το τραγούδι κάθε βράδυ, όσο ζω! Εγώ σε νανούριζα μικρό με άλλα. Σειρά σου τώρα να με νανουρίζεις. Και θέλω μ’ αυτό! Σε παρακαλώ!
   Η μάνα έφυγε, η ζωή τράβηξε τον δικό της δρόμο, οι εικόνες πλακώθηκαν από άλλες εικόνες. Όμως η μνήμη έχει τη δική της λογική, τη δική της δυναμική και τη δική της …. μνήμη! Και κινείται πάντοτε ανεξάρτητη, ανασύρωντας στην επιφάνεια, πότε το ένα και πότε το άλλο γεγονός. Τυχαία κι ανεξέλεγκτα από τη βούλησή μας! 

   Ακόμη και στον ύπνο μου μελετούσα βάρη, φορτηγά με γερανούς, ιμάντες, δεσίματα ψάχνοντας να βρω την κατάλληλη διαδικασία γιά να κουβαλήσω την πέτρα στο κτήμα.
   Εκτιμούσα το βάρος της περίπου στους 4 τόνους, οπότε το πράγμα ζόριζε αρκετά. Αν μάλιστα συνεκτιμηθούν οι κατηφόρες, τόσο του σημείου ανάσυρσης, όσο και της θέσης που την προόριζα, η υπόθεση αποκτούσε πρόσθετες δυσκολίες.
   Τελικά οι αναδουλειές στις μάντρες οικοδομών και οι καλές γνωριμίες έκαναν το θαύμα τους! Μετά από ένα, παρ’ ολίγον, τουμπάρισμα του φορτηγού που την μετάφερε, η θηριώδης πέτρα κοσμεί περήφανη το σημείο όπου την ήθελα. Και τραβά σαν μαγνήτης, μπουρδουκλωμένες, μνήμες δεκαετιών. Λύπες, στενοχώριες, αγωνίες και μιά νιότη που γλίστρησε σαν νερό μέσα απ’ τα δάχτυλά μου.

   Φαίνεται πως η ζωή, όπως κι αν το δεις το πράγμα, είναι γεμάτη πόνους. Μόνο που ο παλιός ο πόνος, φιλτραρισμένος στο χρόνο και την νοσταλγία, γλυκαίνει αφάνταστα. Οπότε γιά τους σημερινούς, τους σύγχρονους πόνους, μπορεί να λειτουργεί και ως βάλσαμο!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου