Κυριακή, 22 Μαρτίου 2020

Η "χλίδα" του χάρτινου πιάτου!


Ο ξεπεσμός και η μελαγχολία της σύγχρονης..."Οδύσειας".


   Μιά χθεσινή δεκάωρη χειρωνακτική απασχόληση, που με το πήγαινε-έλα στην Αθήνα έγινε 14/ωρη, με έφερε σε ευθεία αναμέτρηση με τις σημερινές μου αντοχές και δυνατότητες. Και πάνω που πίστεψα πως το αποτέλεσμα ήταν νικηφόρο ήρθαν με την νυχτερινή κατάκλιση αλλεπάλληλες κράμπες  σε όλα μου τα άκρα γιά να μου θυμίσουν πως -δυστυχώς- η υπέρβαση του μέτρου -επιμετρουμένου  με παράμετρο την ηλικία- δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία ανθρώπινη αλαζονεία, το κόστος της οποίας πληρώνεται μετρητοίς και επί τόπου. Και αυτό που «κατέβαλα» με τις κράμπες ήταν το μικρότερο δυνατόν τίμημα υπέρβασης των ορίων, αρκεί -βεβαίως- να μείνει μέχρις εκεί.

   Άμα τη επιστροφή μου... οίκαδε και μετά το απαραίτητο ανακουφιστικό και... «ξεγλιτσιαστικό» μπάνιο, η επίμονη προτροπή της καλής μου φίλης με έστησε, με το μάτι μισόκλειστο, να παρακολουθήσω στην TV ένα ταξιδιωτικό ημίωρο επεισόδιο στο Ντουμπάι, πριν οι δυνάμεις μου πουν το οριστικό... μπάι-μπάι, έναν προορισμό στον οποίον αρέσκεται ιδιαιτέρως.

  Συνισταμένη μου άποψη γιά τον προορισμό είναι πως το εν λόγω χλιδάτο εμιράτο, προσβεβλημένο βαρύτατα από τον ιό του νεοπλουτισμού, αποτελεί πολύ εντυπωσιακό μέρος, γιά να εντυπωσιάσει έναν αθεράπευτο «ταξιδευτή» και ανιχνευτή του φυσικού Κόσμου και της φυσιολογικής και λελογισμένης επέμβασης επ’ αυτού του Ανθρώπου, που σέβεται το περιβάλλον στο οποίο ζει. Και όχι ενός τουρίστα με την φωτογραφική μηχανή ανά χείρας γιά να συλλέξει εγωιστικές εικόνες που θα δείξει, υπερήφανος, σε γνωστούς και φίλους με την επιστροφή του.

   Η υπερβολική... «χλίδα», σε βαθμό εξωπραγματικό και αφύσικο, μάλλον με ενόχλησε παρά μου κίνησε το ενδιαφέρον και προκάλεσε τον θαυμασμό μου. Όλα μου έμοιασαν με σκηνικό των studios της  Universal του Λος Άντζελες επηυξημένα με διάφορες... «αμερικανιές» της σύγχρονης τεχνολογίας και του σύγχρονου πλούτου. Απείρως προτιμώ την φυσική ομορφιά των ορυζώνων του Bali, τον ναό του Tanah-Lot στο ίδιο μέρος, που μου έδωσε μία απ’ τις κορυφαίες στιγμές της ζωής μου, την πρωινή ανάβαση με αλογάκια στο Bromo, μέσα στην πρώτη αχλή, την απόκρουση με ξύλινο δίχαλο του τερατώδους και φοβερού εξάμετρου «δράκου» στο Komodo, την συγκλονιστική κατάβαση στο Koroico της Βολιβίας με το λεωφορείο να γλιστρά στον λασπωμένο χωματόδρομο -η μία του ρόδα στον γκρεμό των 4.000 μέτρων και η ψυχή του γκρουπ στην... Κούλουρη-  τον παγετώνα Perito Moreno στο El Calafate της Παταγωνίας, το Μάτσου Πίτσου του Cuzco, τον..., την..., το...!

   Όταν έχεις ταΐσει ο ίδιος καρχαρίες και σαλάχια Μάντα στην Boraora, το θέαμα του γιγαντιαίου ενυδρείου του «μπιχλιμπιδάτου» και υπερφορτωμένου σε κακογουστιά ξενοδοχείου «Ατλαντίς» -7, 8, βάλε όσα θες αστέρια- σε απωθεί  μάλλον- παρά σε γοητεύει. Αν, τώρα, βάλεις συνειρμικά στο επίπλαστο κάδρο του επιχρυσωμένου "κιτς" Ντουμπάι τις αποκρουστικές αντρικές άσπρες κελεμπίες, με τα καρέ τραπεζομάντηλα στο κεφάλι, και την καταπιεστική μπούργκα των καταδυναστευομένων  γυναικών, που δείχνουν να τους... αρέσει κι όλας, τότε το "γλυκό" της αντιπάθειας αρχίζει να δένει, με την απέχθεια να... «στολίζει την κανίστρα»!

   Όταν, μάλιστα, ο παρουσιαστής ανακοίνωσε υπερηφάνως πως το Ντουμπάι δέχεται 9.000.000 τουρίστες ετησίως, με πλημμύρισε η δική μου υπερηφάνεια γιά το ότι δεν υπήρξα ποτέ μεταξύ αυτών. Ούτε και πρόκειται!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου