Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

Η βλακεία ως εγγενές συστατικό του ανθρώπινου DNA. (Μέρος I)

Γιά γέλια και γιά κλάματα

   Κατ’ αρχήν διευκρινίζεται ότι η βλακεία, ως πνευματική ιδιότητα, αφθονεί εις την Φύση και δεν αποτελεί ανθρώπινη προνομία. Απαντάται ευρέως εις το ζωικό βασίλειο και οι βιολόγοι μελετητές διαθέτουν πλήθος σχετικών αποδείξεων περί τούτου. Προχείρως σταχυολογείται η συμπεριφορά ορισμένων ζώων, όπως π.χ. της στρουθοκαμήλου, η οποία κρύβοντας το κεφάλι και μη βλέποντας τον κίνδυνο των επελαυνόντων θηρευτών της θεωρεί εαυτήν ασφαλή! Άλλο, λιγότερο γνωστό, δείγμα βλακείας αποτελεί η συμπεριφορά των γιγαντόσωμων αφρικανικών μυρμηγκιών «μαραπούντα» τα οποία, όταν στο διάβα τους συναντήσουν ποτάμι, βουτάν και πνίγονται κατά εκατομμύρια, προκειμένου να δημιουργηθεί ασφαλές προγεφύρωμα και να περάσουν… τα τυχερά επόμενα. Γιά να μην αναφερθούμε στο κλασσικό και πασίγνωστο ανέκδοτο, (πλην, πραγματικό γεγονός), της μαϊμούς η οποία έχοντας καταπιεί αμάσητο ροδάκινο και υποστάσα, εκ του λόγου τούτου, φοβερό πρόβλημα αφόδευσης, δοκίμαζε έκτοτε και πριν φάει ένα φρούτο, εάν τούτο δύναται να εξέλθει ευχερώς από τον εντερικό της σωλήνα, (φρούτο το μείζον, κουκούτσι το έλασσον, άρα εντάξει είμαστε!), εισάγοντάς το πρώτα… αρμοδίως!

   Όμως η παρούσα διατριβή δεν πρόκειται να πλατειάσει σε γενικότητες βλακείας, αλλά θα εστιάσει την επιστημονική της έρευνα μόνον εις το κορυφαίον έμβιον ον του πλανήτη, τον Άνθρωπο, ο οποίος, όπως είναι φυσικό, παρουσιάζει μεγαλύτερο ερευνητικό ενδιαφέρον, μεγαλύτερα ποσά βλακείας, μεγαλύτερες επιπτώσεις στο πλανητικό οικοσύστημα, αλλά και μεγάλη ποικιλία στις εκδηλώσεις της.

   Η βλακεία, εις την νεοελληνική γλώσσα αποδίδεται, εξ ίσου χαρακτηριστικά, και με άλλη λέξη. Μία δημοφιλέστατη εις τους Έλληνες έκφραση, η οποία αποδίδει, δανεισμένη από κλασσική αρχέγονη, πανανθρώπινη και νεανική κυρίως, (αλλά όχι απαραίτητα), την κινητοποίηση δι’ ιδίων μέσων, (πρωτίστως χειρών), του μηχανισμού αυτοεξυπηρέτησης σεξουαλικής ανάγκης. Πράξη ραφιναρισμένη και παρεξηγημένη, υποδηλούσα αυτάρκεια, υπερηφάνεια και ανεξαρτησία του ατόμου, η οποία βεβιασμένα και εντελώς λανθασμένα χαρακτηρίστηκε ως σεξουαλική διαστροφή, προκαλούσα μάλιστα περιφρόνηση και απαξία! Ουδέν ψευδέστερον, αφού αυτή η διαδικασία αποτελεί ευρέως διαδεδομένη ασχολία τεραστίου μέρους του γήινου πληθυσμού, καθ’ όλα φυσιολογικού ως προς τα υπόλοιπα, και κακώς συγχέεται με τη βλακεία, ενώ στην πραγματικότητα εκφράζει ένα ακόμη στοιχείο υπεροχής του ανθρώπινου είδους στο ζωικό βασίλειο! Λογικότερο θα εφαίνετο η θεώρησή της ως ένα ευγενές ατομικό σπορ. Ειδικότερα διά την Ελλάδα το σπορ αυτό δύναται να ασκηθεί και ομαδικά, πραγματικά ή μεταφορικά, σε πλείστες όσες περιπτώσεις. Π.χ. στις εκλογές, όπως φανερώνει μία συνήθης μετεκλογική αναφώνηση πλείστων συμπολιτών μας.
   - Τι ψήφισα, ο μα….ας. Δεν μου κοβόταν, καλύτερα, το χέρι!  (Σημ. Το φαινόμενο αυτό παρουσιάζει μεγάλη έξαρση, τελευταίως).

   Από ιστορικής πλευράς, αξιοσημείωτον τυγχάνει το γεγονός ότι αναφέρεται εις την Βίβλο, ως πράξη πρωτοεκτελεσθείσα υπό Εβραίου τινός, ονόματι Αυνάν, διά λόγους ειδικής σκοπιμότητος. (Σημ. Δεν ήθελε, λέει, να «τακτοποιεί» τη γυναίκα του νεκρού αδελφού του, όπως εθιμικά γινόταν τότε στους Εβραίους γιά λόγους γενικότερου οικογενειακού βολέματος, με πρόφαση συναισθηματική. Η Βίβλος όμως, παρασιωπά την πραγματική αιτία της απόφασης, δηλαδή ότι η κυρία ήταν τέτοιο κάγκελο που δεν «επαίρνετο» με τίποτα! Και στο σημείο αυτό γράφει μπούρδες!). Εν πάση περιπτώσει, χάριν του βιβλικού επεισοδίου η πράξη έλαβε την επιστημονική της ονομασία από τον πρώτο διδάξαντα Αυνάν, μολονότι, σε μεταγενέστερους χρόνους, αυτή βρήκε την αποθέωση και την αφειδή χρήση και διάδοσή της στην πάντοτε πρωτοπορούσα και ρηξικέλευθη ελληνική φυλή! Διαχρονικά κι εξακολουθητικά. Τόσον ως κυριολεκτική ενέργεια αυτοϊκανοποίησης του εκχειλίζοντος ερωτισμού, που χαρακτηρίζει το εκρηκτικό μεσογειακό μας ταμπεραμέντο, όσον και εις την ευρεία, μεταφορική της εκφορά. Έτσι ώστε, αφ’ ενός μεν, να χαρακτηρίζει ένα μεγάλο πλήθος άστοχων ή αποτυχημένων ενεργειών, αφ’ ετέρου δε, να σηματοδοτεί, ως επιθετικός προσδιορισμός, και τον πρωταγωνιστή της ενέργειας αυτής.
   Mε την πάροδο του χρόνου δε, η λέξη πλάτυνε και βάθυνε, (σαν τη δημοκρατία!), τόσο πολύ ώστε μέσα της χωρούν, πλέον, και διάφορες άλλες χροιές. Π.χ. φιλικές, τρυφερές, επιτιμητικές, ή απλώς κλητικές. Η τελευταία σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε να κυριαρχεί στις προσφωνήσεις, όπως φαίνεται και από τις σχετικές αναφορές στα διάφορα εγκυκλοπαιδικά λεξικά. (Πάπυρος, Μπαμπινιώτης, Δομή, κ.α.) και ώστε οι αδαείς ή ανύποπτοι περί του γεγονότος, (π.χ. ξένοι τουρίστες), να θεωρούν την λέξη αυτή όχι ως επίθετο, αλλά ως κύριο όνομα και μάλιστα ευρύτατα διαδεδομένο, παρά τις φήμες οι οποίες θέλουν την συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών ονομάτων να την συνθέτει το τριώνυμο: Γιώργος – Κώστας – Γιάννης.

   Αφού αποδείξαμε πλέον, με αδιάσειστα στοιχεία, ότι η βλακεία, ως προς την γνωστή νεοελληνική λέξη, αποτελεί ικανή αλλά μη αναγκαία συνθήκη, (Σημ. Διά τους μη γνωρίζοντας μαθηματικά διευκρινίζω πως το ικανή εκφράζει το «μπορεί», ενώ το αναγκαία σημαίνει το «οπωσδήποτε»), μπορούμε να προχωρήσουμε την εξέταση του κυρίως θέματος κλείνοντας την παρένθεση του πλατειασμού και εστιάζοντας στα στενότερα και αυστηρότερα όρια της βλακείας, ως νοητικής και μόνον μειονεξίας.

   Στοιχειώδης επιστημονική δεοντολογία επιβάλλει την εξ αρχής κατάταξη της βλακείας σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Την μόνιμη και την περιστασιακή.
   Γενικώς, η μόνιμη αποτελεί χαρακτηριστικό ευκόλως και εκ του μακρόθεν αναγνωρίσιμο. Αρκεί μία παρατήρηση ολίγων δευτερολέπτων του «υποψηφίου», διά την ασφαλή της διάγνωση. Η ματιά και το μόνιμο χαμόγελο, (και τα δύο χαζά), αποτελούν αψευδές δείγμα. (Σημ. Τούτο είναι παλαιοτάτη διαπίστωση, η οποία αποτυπούται εις την αρχαία λαϊκή ρήση: «κόψε μάπα και βγάλε συμπέρασμα»!). Περαιτέρω, ολιγόλεπτος συναναστροφή και ανταλλαγή μερικών φράσεων, (σε περίπτωση κάποιας αόριστης αμφιβολίας), μπορεί να επιβεβαιώσει το προδικαζόμενο IQ του εξεταζόμενου. Εξακριβωμένης αποτελεσματικότητος τεστ αποτελεί το κλασσικό υπαρξιακό ερώτημα: «Τα παιδιά του Ζεβεδαίου, ποιόν είχανε πατέρα;». Από το σχετικό κόμπιασμα, το κλείσιμο του ενός ματιού με ταυτόχρονη στρέψη του άλλου προς τον ουρανό, ομού με μία γκριμάτσα δυσκοιλιότητος, όλα μαζί ως ένδειξη βαθύτατης σκέψης και προβληματισμού, οδηγούν σε οριστική πιστοποίηση και απομένει μόνον η τελική βαθμολόγηση, η οποία θα προκύψει από το πλήθος των δευτερολέπτων που μεσολαβούν μέχρι την απάντηση. Ένα άλλο, εξ ίσου αποτελεσματικό, τεστ είναι να πεις ξαφνικά στον εξεταζόμενο:
   - Πήγαινε στη γωνία και δες αν έρχομαι! Και αναλόγως της αντιδράσεώς του, τον βαθμολογείς.

(συνεχίζεται)

1 σχόλιο:

  1. ή βλακεία άφθονεί στή φύση .η φύση είναι σοφή,δίνει αύτό πού χρειάζεται καί όσο χρειάζεται.

    ΑπάντησηΔιαγραφή