Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Από το κύκλο των χαμένων ποιητών

Η στήλη, κουρασμένη ψυχικά και αηδιασμένη απ ' όσα συμβαίνουν γύρω μας,"ξεφεύγει", γιά λίγο σήμερα, με κάτι αλλοιώτικο.
Γιά να μην βλέπει και οσμίζεται τους σωρούς των σκουπιδιών που στολίζουν εορταστικά τους αθηναϊκούς δρόμους.
Ανοίγει ένα παράθυρο, γιά να χαθεί η ματιά της στο απέραντο γαλάζιο και γιά να ρουφήξει λίγο καθαρό θαλασσινό αγέρα.

Θ Α Λ Α Σ Σ Α , Α Ι Ω Ν Ι Α Θ Α Λ Α Σ Σ Α

- Σε γνώρισα μ’ ένα σκαρί παλιό, φοινικικό
π’ αρμένιζε περήφανο, στη πλώρη καθισμένος,
με μάγεψες με θέλγητρα, γαλάζιο και λευκό
κι αχόρταγα σε γύρευα, μαζί σου παθιασμένος .

- Καθώς ο χρόνος κύλαγε, στο μύλο των αιώνων
γεννιόμουν, ζούσα, πέθαινα μαζί σου ζυμωμένος
μεθούσα στην αγκάλη σου, την αγκαλιά των πόνων
μια καβαλάρης στον αφρό και μια φουνταρισμένος .

- Λύπες, σαν πόσες , μου έδωσες και μια χαρά – φαντάσου –
να φτερουγίζω αδέσμευτος στο πέλαο τ’ αφρισμένο ,
χορτάτη η δίψα της ψυχής, στη γαλανή θωριά σου
μα το ψωμί σου λιγοστό, μ’ αρμύρα αλειμμένο.

- Του Ποσειδώνα τ’ άγριου, γευόμουν τη μανία,
τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, Σειρήνες, Λαιστρυγόνες
κι άλλοτε ανέμους ούριους, γαλήνια ευδαιμονία
με του Οδυσσέα τ’ όνειρο που σέρνανε γοργόνες .

- Χαμίνι κουρελόντυτο, στη προκυμαία του Palos
αγνάντευα, εκστατικός , τη θρυλική αρμάδα,
όνειρα πλάθοντας τρελά, ‘’ σαν θα γενώ μεγάλος…. ‘’
να τρέχω ιππότης στον αφρό με άτι μια φρεγάδα .

- Με το τρανό ‘’ Βουκένταυρο ‘’, το έξοχο το σκάφος
ψηλάφιζα τη Βενετιά , άθλιος κατεργάρης ,
λαχτάρα η απολύτρωση, μα η θάλασσα το πάθος .
Ξαναγεννιέμαι , λεύτερος , στη Genova βαρκάρης !

- Σε τιποτένια καπηλειά , ξεφάντωνα στο Porto ,
σε έρωτες εφήμερους, με λύσσα μανιασμένη,
μεθοκοπώντας , βρίζοντας , φουμάροντας το χόρτο
και το δικό σου το καημό αγιάτρευτο να μένει .

- Τα χρόνια κύλαγαν γοργά και φέρναν άλλα χρόνια ,
στα στήθια άσβεστη η φωτιά, σαν πελαγίσιος φάρος
σύμπτωση, πες , αλλά μπορεί και θεϊκή συμπόνια ,
τη φλόγα για τη θάλασσα δε τη νικάει χάρος .

- Μεσ’ στου ‘’ Confience ‘’ τα σωθικά, τα πέλαγα σεργιάνιζα,
κανάγιας απ’ το Saint Malot , στο τσούρμο του Συρκούφ ,
κούρσευα πλοία πλουμιστά, κορμιά , χιλιάδες , λιάνιζα .

- Δεν θέλω άλλους σκοτωμούς, φτάνει το αίμα . Ουφ !!

- Με τρεχαντήρι φτερωτό, ξαναγυρίζω αγάλια ,
γλύκα κι αρμύρα να ρουφώ , στο γαλανό Αιγαίο,
σε νεραιδένιες αγκαλιές , σε μαγικά ακρογιάλια ,
παλιό το πάθος και γνωστό, και το καΐκι νέο .

- Φουρτούνα ξέσπασε βαριά κι οι ουρανοί μαυρίζουν ,
φωνές, - βοήθεια, χριστιανοί - , μπατάρισε το πλοίο !
Άγιε Νικόλα, σώσε μας , τα χείλη ψιθυρίζουν….
- Ξύπνα, παιδί μου ! Χάραξε ! Θ’ αργήσεις στο σχολείο ! ! !

Ι Β Α

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου