Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Η μεγάλη «σύναξη» των αθηναϊκών σινεμά.

 Μιά νοερή βόλτα στην Αθήνα που έφυγε.


    Με αφορμή κι ερέθισμα κάποιο τυχαίο γεγονός, το μυαλό με γύρισε πολλά χρόνια πίσω και συγκεκριμένα στην μεγαλύτερη μεταπολεμική συγκέντρωση κινηματογράφων που έζησα παιδί στην Αθήνα. Οι κινηματογράφοι, ειδικά την δεκαετία 1955 – 1965, γνώριζαν απίθανες πιένες και μακριές ουρές προσέλευσης κόσμου, μέσα στο γενικό κλίμα ευφορίας κι αμεριμνησίας που υπήρχε τότε, καθώς αποτελούσαν τον βασικότερο παράγοντα ψυχαγωγίας. Με το ποδόσφαιρο, ακόμη, ν’ αποτελεί καθαρά αντρική συνήθεια, και μάλιστα περιορισμένης εφαρμογής, (μόνο Κυριακή απόγευμα υπήρχαν ματς), το «σινεμά» αποτελούσε την μοναδική, σχεδόν, μόνιμη και συνεχή οικογενειακή διασκέδαση των Αθηναίων. Σε μιά εργώδη και ζωντανή εποχή όπου το κάθε «αύριο» ήταν καλύτερο από το κάθε «χθες». 
   Χωρίς οι καιροί να ήσαν πλούσιοι, περιείχαν όμως πολύ κέφι και πολύ όρεξη γιά δουλειά και ζωή, μέσα σε μιά αφάνταστη γιά τα σημερινά δεδομένα κοινωνική γαλήνη, τάξη και ασφάλεια. Με όλη την πόλη στη διάθεσή σου, καθ’ όλο το 24/ωρο, και το κλείδωμα της εξώπορτας, όχι ιδιαιτέρως απαραίτητο. Η ανοδική τάση της κοινωνίας και της οικονομίας ήταν εμφανής.
   Όλοι οι κινηματογράφοι, κοινό χαρακτηριστικό, έβγαζαν μπροστά στην είσοδο, στο κέντρο της, μεγάλη τρίποδη ταμπέλλα με καρφιτσωμένες απάνω φωτογραφικές σκηνές από το παιζόμενο έργο. Και στη μέση, η μικρή ταμπελίτσα «ΣΗΜΕΡΟΝ»! Σε περιμετρικές προθήκες είχαν επίσης φωτογραφίες με σκηνές έργων και ταμπέλες «Προσεχώς», μαζί με αφίσες και φωτογραφίες διασήμων ηθοποιών. 

   Σίγουρα, η μεγαλύτερη συγκέντρωση κινηματογράφων, σε μικρότερο δυνατό χώρο, υπήρξε στην οδό Πανεπιστημίου, μεταξύ των οδών Χαρ. Τρικούπη και Εμμ. Μπενάκη, όπου υπήρχαν, συνολικά, 5 σινεμά και ένα θέατρο.

 
 Μετρώντας πρώτα στην δεξιά πλευρά, κατεβαίνοντας προς Ομόνοια, συναντώνται κατά σειράν, τα κινηματοθέατρα «Ιντεάλ», «Ρεξ», «Σινεάκ» και «Τιτάνια». Κάθε αίθουσα με την ιστορία της.

   Στο «Ιντεάλ», θυμάμαι, πως πρωτοεμφανίστηκαν  οι τρισδιάστατες ταινίες. Αυτές που έπρεπε να φοράς κάτι ειδικά χάρτινα γυαλιά γιά να τις παρακολουθήσεις. Στην πρώτη, (που την είδα εντυπωσιασμένος κάμποσες (!) φορές), θυμάμαι έντονα μιά σκηνή όπου ο καρχαρίας έβγαινε από το εκράν κι ερχόταν, τσιφ, κατά πάνω σου. Κι εσύ έσκυβες έντρομος, μπας και πέσει απάνω σου και σε.... φάει! Δεν θυμάμαι επακριβώς τον τίτλο. Κάτι με «βυθό» ή «σιωπή», νομίζω,  έλεγε. «Ο κόσμος του βυθού», «Ο κόσμος της σιωπής», κάτι τέτοιο. Πάντως σαν είδος, ο τρισδιάστατος κινηματογράφος δεν έπιασε παγκοσμίως.

   Ένα διάστημα λειτούργησε ως  «Θέατρο Κατερίνα» με θιασάρχη την μεγάλη ηθοποιό, αλλά αρκετά δύστροπη στον  χαρακτήρα, Κατερίνα Ανδρεάδη, πιό γνωστή ως Κα Κατερίνα, σκέτο, (η ίδια το απαιτούσε), κατά το πρότυπο των μεγάλων ξένων καλλιτέχνιδων, που κόλλαγαν στο όνομά τους το «Dame»! (π.χ. η Dame Margot Fontane)

   Εκεί, θυμάμαι, έπαιζε κάποτε ο θίασος Φωτόπουλου - Ηλιόπουλου και προς αποφυγή επαγγελματικού ανταγωνισμού, πράγμα διαχρονικά σύνηθες στον καλλιτεχνικό κόσμο, υπήρχε στην μετώπη του θεάτρου κάθετη φωτεινή επιγραφή, όπου το «-ΟΠΟΥΛΟΣ» ήταν σταθερά αναμμένο και σε μικρά, τακτά, διαστήματα, άναβε μπροστά του, μιά το «ΦΩΤ-» και μιά το «ΗΛΙ-»!    Ένα έξυπνο κόλπο και μιά σολομώντειος λύση που εξασφάλιζε ισοτιμία στην προβολή και αλώβητο το επαγγελματικό γόητρο των δύο δημοφιλών πρωταγωνιστών.

   Στη συνέχεια υπήρχε το επιβλητικό και μεγαλοπρεπές, όντως Βασιλικό ως κτήριο, το «Ρεξ».  Ένα μνημειώδες μεγαθήριο του μεσοπολέμου, αφού κτίστηκε μεταξύ 1935 και 1937, που λειτουργούσε σε τρία επίπεδα και στέγαζε τα εξής. Επάνω θεατρική σκηνή, («Κοτοπούλη»), στο ισόγειο τον ομώνυμο κινηματογράφο «Ρεξ» και στο υπόγειο, το περίφημο παιδικό σινεμά «Σινεάκ», που αποτελούσε ταυτόχρονα και την χαρά του… παιδεραστή, (κ…. μπαράδες, τους λέγανε τότε)! Δεν θυμάμαι φορά που να πήγα εκεί και να μην έγινε σαματάς από τα .. τσιρίγματα μητέρας, που συνελάμβανε κάποιον ανώμαλο να «μπαχαλεύει» το παιδί της. Μιά φορά, θυμάμαι, έγινε τόσο μεγάλη βαβούρα,  που άναψαν τα φώτα αλλά αυτή συνέχιζε να τον κοπανάει με την τσάντα, μέχρι που τον ανέλαβε ο προστρέξας σχετικός… πόλισμαν! Πέρασαν αρκετά χρόνια γιά να καταλάβω γιατί όταν μας συνόδευαν δύο μεγάλοι, έβαζαν εμάς τα μικρά πάντα στη μέση, ή όταν ήταν μόνο ένας, συνήθως η μητέρα, εγώ ως μεγαλύτερος καθόμουν πάντοτε στη σίγουρη άκρη, στον διάδρομο, κι ο συνοδός μας στο τέλος της σειράς των πιτσιρίκων!

   Την περίοδο που το «Σινεάκ» ήταν στο ηλικιακό μου βεληνεκές, θυμάμαι χαρακτηριστικά πως η λειτουργία του ήταν συνεχής, με τα φώτα ν’ ανάβουν γιά λίγα δευτερόλεπτα, στο τέλος του προγράμματος, και να χαμηλώνουν σχεδόν αμέσως, με την παράσταση να ξαναρχίζει. Με μιά ροή του προγράμματος αέναη και χωρίς κανένα διάλειμμα. Το ρεπερτόριο αυτού του κινηματογραφικού παραδείσου περιείχε, πάντοτε και εν αφθονία: «Χοντρό – Λιγνό», «Σαρλώ», «Τρίο Στούτζες», «Άμποτ και Καστέλο» και σε μεγάλες ποσότητες Μίκυ Μάους.  Από τις αριστουργηματικές πρώτες παραγωγές του Ντίσνεϋ. Όλα έγχρωμα και διασκεδαστικά. Σου άνοιγαν την καρδιά και δεν τα χόρταινες ποτέ. Τα κινούμενα σχέδια εκείνης της εποχής ήσαν τόσο δημοφιλή και ευχάριστα, ώστε πολλά σινεμά παρουσίαζαν με την έναρξη της παράστασης, σαν ορ-ντ-έβρ, ένα μίκυ- μάους. Όχι σαν τα σημερινά κακότεχνα και κακόγουστα καρτούνς, με τις αγριόφατσες και τις εγκληματικές δράσεις, που τους μεν μεγάλους τους αγριεύουν και απωθούν, τους δε μικρούς τους εκπαιδεύουν στη βία:

   - Δες  εδώ παιδί μου πως σκοτώνουν και τράβα να γίνεις… τρομοκράτης! Τέτοια ωραία και.. ηθοπλαστικά.

   Από όλη τη γκάμα των κωμωδιών,  προτιμούσα την παλιοπαρέα, που είχε σαν γενικό τίτλο των επεισοδίων: «Οι μικροί Σατανάδες». Οι ετερόκλητοι εκείνοι  μπόμπιρες, με τις συνεχείς  διαολιές τους, με εξέφραζαν απόλυτα. Ιδίως ο ψηλός μαυρούκος, με τα μακριά, κρεμασμένα, παντελόνια, το ημίψηλο, τσαλακωμένο, καπέλο και το μπλαζέ ύφος, ήταν γιά μένα, αυτό που λένε… «όλα τα λεφτά».

   Κάτι  που μ’ ενοχλούσε αφάνταστα στο «Σινεάκ», ήταν η συχνή εμφάνιση ταξιθέτριας με μιά μεγάλη τρόμπα φλιτ στο χέρι που ψέκαζε, δεξιά κι αριστερά,  λες και η αίθουσα ήταν γεμάτη… κουνούπια. Η δικαιολογία του μικρού και κλειστού χώρου και η ανάγκη κάποιου υποτυπώδους καθαρισμού και φρεσκαρίσματος της ατμόσφαιρας, έκαναν τη δοκιμασία, κατ’ ανάγκην, ανεκτή.   Εκεί, επίσης, πρωτοσυνάντησα σε κινηματογράφο, με τον γενικό τίτλο: «επίκαιρα», τα φιλμαρισμένα νέα των προηγουμένων… δεκαετιών. Προπολεμικά και… βάλε!

   Από την «Τιτάνια» δεν θυμάμαι τίποτε ιδιαίτερο, πέραν από το γεγονός πως τα καλοκαίρια που έκλειναν τα κλειστά χειμερινά σινεμά, λόγω ζέστης, η είσοδός της μετατρεπόταν σε ένα είδος αναψυκτηρίου. Εκεί πρωτοεμφανίστηκε το επαγγελματικό μίξερ που άλεθε φρούτα και έφτιαχνε δροσιστικούς  χυμούς  γιά τους θερμόπληκτους Αθηναίους και περιουσία γιά τον έξυπνο επιχειρηματία που είχε τη φαεινή  ιδέα. Κτίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του '30 και απετέλεσε το αντίπαλο δέος του Παλλάς, αφού είχε κι αυτή τεράστια χωρητικότητα, (2000 θέσεις). Γκρεμίστηκε το 1970, θύμα της εμπορευματοποίησης του αθηναϊκού κέντρου και του μεγάλου της οικοπέδου. Στη θέση της ανηγέρθη το ομώνυμο ξενοδοχείο.

 
Στο απέναντι πεζοδρόμιο και πριν από την οδό Μπενάκη, συναντούσες τον αριστοκρατικό κινηματογράφο «Πάνθεον», πρώτα, και μετά, αφού διασχίσεις την οδό, το μάλλον δευτεροκλασσάτο σινεμά «Μόντιαλ», που αρχικά ήταν θέατρο του Μακέδου, από τους πρώτους κινηματογράφους που μετεξελίχθη, πρώτα σε πολύ λαϊκό, (δύο έργα, μπιρ παρά), και μετά σε ήπιο «τσοντάδικο» που πρόβαλε μαζί  και έργα «καράτε», γιά ειδικό κοινό. Ένας κινηματογράφος που γκρεμίστηκε και αντικαταστάθηκε από μέγαρο γραφείων και σήμερα, κατά περίεργο κι ανεξήγητο λόγο, έχουν εξαφανιστεί πλήρως τα ίχνη του, λες και άνοιξε η γη και το κατάπιε, ώστε αρκετοί νεώτεροι  αγνοούν τελείως την, κάποτε, ύπαρξή του! Λίγο πριν τον πόλεμο, τη θεατρική περίοδο '39- '40, εκεί άρχισε επίσημα την καριέρα της ως τραγουδίστρια η Ρένα Βλαχοπούλου, τραγουδώνας, ντουέτο με την Σοφία Βέμπο, σε κάποια επιθεώρηση.
   Στο «Πάνθεον» πρωτογνώρισα το δίδυμο Ντιν Μάρτιν – Τζέρρυ Λιούις, σε μιά από τις πρώτες τους ταινία με τίτλο που δεν τον θυμάμαι ακριβώς, παρά μόνο πως τελείωνε σε «…. γιά κλάματα». Φυσικά η ταινία ήταν γιά γέλια και μάλιστα πολλά.

   Το «Μόντιαλ» το έχω συνδέσει με τη φοβερότερη κινηματογραφική, και όχι μόνο, εμπειρία της ζωής μου, που με σημάδεψε ανεξίτηλα ως θεατή. Αν και αρκετά προχωρημένος σε ηλικία, περί τα τέλη του γυμνασίου, είδα εκεί το πρώτο από τη μεγάλη σειρά  φιλμ τρόμου,  με βασικό ήρωα τον Δράκουλα. Λεγόταν «Δράκουλας, ο βρικόλακας των Καρπαθίων», (ξεχνιούνται αυτά, με την τρομάρα που πήρα!).   και είχε πρωταγωνιστή τον Κρίστοφερ Λη.  Ένα έργο που μας αγρίεψε όλους, (το φιλμ το είχαμε δει, τσούρμο, όλοι οι συμμαθητές μετά τον εκκλησιασμό και το ετήσιο μνημόσυνο που κάναμε γιά τον Βαρβάκη, στον Άγιο Κωνσταντίνο Ομονοίας). Όμως το μεγαλύτερο κάζο απ’ αυτό το έργο το έπαθα τη νύχτα. Τότε μέναμε σε παλιά μονοκατοικία στην  Ακαδημία Πλάτωνος. Το ίδιο βράδυ έτυχε κάποιο παράθυρο του σπιτιού να μην είναι καλά κλεισμένο και ο χειμωνιάτικος αέρας, (Γενάρης ήταν), να δυναμώσει ξαφνικά και ν’ αρχίσει να κοπανάει, μέσα στην κατασκότεινη νύχτα,  το παντζούρι με λύσσα! Πετάχτηκα αγγελοκρουσμένος και μισοκοιμισμένος - μισοξύπνιος, με τη σκέψη:

   - Νάτος,  ο π..…ης ο Δράκουλας. Ήρθε γιά μένα! 

   Μετά από μισό, και βάλε, αιώνα περασμένο από τότε, δεν ντρέπομαι να τ’ ομολογήσω. Εκείνο το βράδυ, μέχρι να πεταχτώ, να βάλω τις φωνές, να βρω ν’ ανάψω το φως και να έρθω στα συγκαλά μου.... κατουρήθηκα επάνω μου! Και κάτι ακόμη. Από τότε, δεν ξανάδα ποτέ  -ποτέ μα ποτέ- θρίλερ σε σινεμά και TV! Τα μίσησα και τα έβγαλα τελείως από… τη ζωή μου.   

  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου