Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

Το ευφυές κινέζικο «ρένμπιμπι».



Η κινεζική πρόταση στην προστασία συναλλάγματος σε καιρούς φτώχειας.
Το μεγαλοαστικό πατρικό σπίτι του Μάο, στην Τσανγκσά, το έτος 2010.
    Βρισκόμαστε στις αρχές Νοεμβρίου του ’79. Το δεύτερο ελληνικό γκρουπ του πρωτοπόρου στον εξαγόμενο τουρισμό Μάνου Τσατσάκη, (Γραφείο «Μάνος»), περνάει από το Χονγκ Κονγκ, μετά μακρά πεζοπορία με τις βαλίτσες στο χέρι -καθώς το τραίνο τερμάτιζε τη διαδρομή του κάπου 1,5 χιλιομέτρο από τα σύνορα- στην Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, με πρώτο προορισμό την Καντώνα. 
   Η πρώτη έκπληξη ένα βήμα πριν πατήσεις το κινέζικο έδαφος. Μία νοσοκόμα με κάτασπρη ρόμπα και μάσκα προστασίας αναπνοής στο πρόσωπο, βλοσυρή, αμίλητη και ακίνητη σαν άγαλμα, στεκόταν δίπλα σ’ έναν τύπο, ή τύπισσα. Στην Κίνα, τότε, όλοι είχαν ομοιόμορφο άχαρο ντύσιμο, μπλέ ή χακί κοστούμι και ομοιόχρωμο κασκέτο, όπου μέσα του «κολυμπούσαν» και άντρες και γυναίκες, των οποίων το φύλο το ξεχώριζες μόνο αν τους… έγδυνες! Ο τύπος έλεγχε, όχι τα διαβατήρια αλλά το κίτρινο βιβλιαράκι του Διεθνούς Οργανισμού Υγείας απ’ όπου προέκυπτε ο εμβολιασμός του κατόχου του γιά διάφορες -δεν θυμάμαι ακριβώς ποιές- λοιμώδεις ασθένειες. Η νοσοκόμα, στητή σαν τσολιάς στον Άγνωστο Στρατιώτη, κρατούσε στο χέρι, όρθιο από τον αγκώνα, μιά τεράστια σύριγγα, περίπου σαν τις παλιές τρόμπες του φλιτ με τις οποίες ψεκάζαμε μύγες και κουνούπια. Όποιος, από την ατέλειωτη ουρά των πρωτοπόρων ηρωικών τουριστών, είχε την αφροσύνη να αμελήσει τον εμβολιασμό του στη χώρα του και δεν παρουσίαζε το σχετικό παραστατικό, στο νεύμα του ελεγκτή τον παραλάμβανε η… νοσοκόμος. Τους τρύπαγε όλους διαδοχικά με την ίδια σύριγγα και την ίδια βελόνα, χωρίς κάν οινόπνευμα γιά στοιχειώδη απολύμανση μετά κάθε τρύπημα, και τους… φύτευε τη δόση τους. Κάτι σαν την Θεία Μετάληψη. Ίδιο δισκοπότηρο, ίδιο κουτάλι! Και όποιος αρνιόταν, κάποιος σχολαστικός με τα μικρόβια λόγου χάρη, μεταβολή και… πίσω. 

   Μετά τα σχετικά και ατέλειωτα γραφειοκρατικά, (αναμονή, εξονυχιστικός έλεγχος και ψάξιμο αποσκευών), μας παρέλαβαν δύο ευγενέστατοι ελληνόφωνοι (!!!) ξεναγοί, οι οποίοι μας συνόδευσαν, πλέον από τον εκάστοτε ανά πόλη ντόπιο ξεναγό, σε όλη την παραμονή μας στην αχανή χώρα. Ο Τσανγκ και η Λέα. Καλόκαρδοι, γλυκύτατοι και εξυπηρετικότατοι αμφότεροι. Και, παρά την εμφανέστατη φτώχεια τους, αξιοπρεπέστατοι κι εντιμότατοι. Τον Τσανγκ μάλιστα, λίγα χρόνια μετά, είχα τη χαρά να τον τραπεζώσω σπίτι μου στην Αθήνα, ως ακόλουθο ή γραμματέα -δεν θυμάμαι ακριβώς το αξίωμά του- της εδώ κινεζικής πρεσβείας.

   Η κατάσταση στην Κίνα, πρώτα μεταμαοϊκά χρόνια, ήταν ρευστή και όλοι μιλούσαν μόνο γιά τη «συμμορία των 4» και την δόλια και κακούργα… χήρα του Μάο. Οι πολιτικές ζυμώσεις στο κλασσικό κι αφανές κομμουνιστικό παρασκήνιο δούλευε στο φουλ, χωρίς να βγαίνει προς τα έξω κιχ. Τελικά επικράτησε ο «σπιθαμιαίος» γίγας και πραγματικός μεταρρυθμιστής της Κίνας, ο τετραπέρατος Ντενγκ Χσιάο Πινγκ. 
Το ελληνικό γκρούπ που επισκέφτηκε την Κίνα, τον Νοέμβριο του ΄79, μπροστά στο σπίτι του Μάο.

   Η πρώτη δουλειά των Τσανγκ και Λέα ήταν να μας πληροφορήσουν πως το δολάριο δεν γινόταν δεκτό ως νόμισμα συναλλαγής πουθενά στην Κίνα και οι συνέπειες, αν και εφ’ όσον… κάποιος παρακούσει, ήταν να υποβληθεί σε... αυτοκριτική, κ.λπ., κ.λπ..... Αυτό στην αρχή προκάλεσε μεγάλη δυσφορία γιατί όλοι είμαστε γνώστες των πραγματικά εξαίρετων και πάμφθηνων κινεζικών προϊόντων, (μετάξια, έργα τέχνης, κομψοτεχνήματα, αντίκες, πορσελάνες, πολύτιμες πέτρες και πλήθος άλλα… καλούδια), αλλά και της δίψας όλων των κομμουνιστικών χωρών γιά σκληρό συνάλλαγμα, γεγονός που πυροδοτούσε την μαύρη αγορά του, κάνοντας και τις δικές μας αγορές οικονομικότερες. Μετά την πρώτη κατήφεια, τα συμφραζόμενα και λίγη σκέψη επ' αυτών, αλλά και η πρακτική από την 15/θήμερη παραμονή στη χώρα, μας αποκάλυψαν μιά πραγματικά μεγαλοφυή κινέζικη συναλλαγματική πολιτική που, τελικά, άφηνε όλους ικανοποιημένους! Και πάνω απ’ όλα το κινέζικο κράτος. 
   Κάθε ξένος μπορούσε ν’ ανταλλάξει οσηδήποτε ποσότητα δολαρίων επιθυμούσε, όχι στο ντόπιο νόμισμα, εξευτελιστικής τότε αξίας, που λεγόταν -και λέγεται-  γιουάν, αλλά σε κάποιο άλλο, ενδιάμεσο νόμισμα, το ρένμπιμπι. Με ισοδυναμία 1:1 με το δολάριο. Δηλαδή έδινες, λόγου χάρη, 300 δολάρια και έπαιρνες 300 ρένμπιμπι. Αυτό το ουσιαστικά θεωρητικό και ανυπόστατο εκτός Κίνας χαρτονόμισμα, είχε την ίδια αίγλη, αξία και ζήτηση με το πραγματικό δολάριο. 
   Γιά όποιον δεν μπήκε ακόμη στο νόημα της τετραπέρατης ιδέας εξηγούμαι. Το ρένμπιμπι η κινέζικη κυβέρνηση το άφηνε να κυκλοφορεί ελεύθερα αναγνωρίζοντας τα προνόμιά του όχι μόνο στους ξένους, αλλά και σε όποιον ντόπιο ταλαίπωρο το εξασφάλιζε μέσω μαύρης αγοράς από… τουρίστα, πληρώνοντας πενταπλάσια γιουάν από την νόμιμη ισοτιμία προκειμένου να το αποκτήσει! Το ρένμπιμπι, ως νόμισμα, άνοιγε διάπλατα τις πόρτες ειδικών καταστημάτων με εξόχου ποιότητος και άφθαστης τέχνης και πολυτέλειας κινέζικα προϊόντα όπου δεν δέχονταν ούτε δολάρια, ούτε γιουάν. Οπότε το κυνηγούσαν και πλούσιοι -σε γιουάν- Κινέζοι, ανταλλάσσοντάς το όσο, όσο με τα ντόπια νομίσματα. Επίσης, επειδή πολλοί τουρίστες έκαναν διάφορες συναλλαγές σε κανονικά καταστήματα, οπότε χρειάζονταν και ντόπιο νόμισμα, η μαύρη αγορά οργίαζε... ελεύθερη και σχεδόν νόμιμη!
   Έτσι στηνόταν ένα πολύπλοκο και πολυποίκιλο εμπορικό… νταλαβέρι, όπου και το τελευταίο δολάριο όδευε -εκ του ασφαλούς- στο κρατικό ταμείο και η όποια δίψα γιά σκληρό νόμισμα αξίας είχε μετατοπιστεί, αντί του υπαρκτού δολαρίου σε ένα νόμισμα-μαϊμού, με το οποίο εκτός Κίνας έπαιζες… χαπα-χούπες! Την ιδέα την επεξέτεινε σε εξυπνάδα η πλήρης ελευθερία που παρείχετο και στους κινέζους πολίτες να έχουν πρόσβαση στο ρένμπιμπι -άρα και στα εκλεκτά προϊόντα- γιατί έτσι απελευθερώνονταν οι ξένοι από τον φόβο της παρανομίας στις συναλλαγές και προετρέποντο μάλιστα σε κατανάλωση δολαρίων, από τη μεγάλη ζήτηση αυτού του υπέροχου -πολύτιμου και ταυτόχρονα άνευ αντικρίσματος- νομίσματος, που εφηύρε το καταπληκτικό μυαλό του Ντενγκ!  Είδες οι Κινέζοι!!! Θα στοιχημάτιζα πως όταν ο δικός μας Dr της πλάκας και της ασάφειας μιλάει γιά διπλό νόμισμα, κάτι τέτοιο εννοεί.

   Και τώρα, γιά να έρθουμε λίγο και στα δικά μας. Δύο πολύ αξιοσημείωτα και ελάχιστα προσεχθέντα σημεία, από όσα φοβερά κυκλοφορούν, λέγονται, επιβεβαιώνονται διαψευδόμενα και διαψεύδονται επιβεβαιωνόμενα: 
   - Κανείς δεν σχολίασε πως οι… θεσμοί, στον καταιγισμό κεραυνών που εξαπέλυσαν επί της σουρομαδημένης κεφαλής μας, είναι πρόθυμοι -έτσι λένε- να διαπραγματευτούν γιά κάθε αναγραφόμενο, στον 5/σέλιδο καταπέλτη, μέτρο, υπό την προϋπόθεση -εδώ είναι το ζουμί!- πως η ελληνική κυβέρνηση θα προτείνει… άλλο ισοδύναμο! Γιά σκεφθείτε τί σημαίνει αυτό και αν αλλάζει καθόλου η… σούμα;
   - Στο πίσω μέρος του μυαλού μου έχει κολλήσει η εξής ιδέα. Αφού η κυβέρνηση έχει σπάσει παντού τα μούτρα της, γλείφοντας όπου έφτυνε επί χρόνια και μπερδεύοντας συνεχώς τους... μηρούς και τις δηλώσεις της, χρειάζεται οπωσδήποτε να εμφανίσει και μία επιτυχία. Να βάλει, ρε παιδάκι μου κι αυτή ένα… γκολ. Το γκολ της τιμής! Και ως τέτοια επιτυχία -η στήλη το πιστεύει απόλυτα- θα την κυνηγήσει στο θέμα "δημόσιο χρέος" με, τάχα, επίτευξη μείωσής του. Ένα γεγονός που θα διατυμπανίζει, συνεχώς και αενάως, στα ευήκοα ώτα των χαχόλων και του όχλου που θα κατεβάσει στους δρόμους γιά να πανηγυρίσουν, (κατά το «Φεύγουν οι βάσεις του θανάτου»!). Γι’ αυτό και κρατάει το θέμα στη σκιά, προκειμένου να μη «μπαγιατέψει» και καεί από την τριβή και το ανιαρό μπλα-μπλά στα κανάλια, όπως όλα τα άλλα. Το προσέχει ως κόρη οφθαλμού και θα το εμφανίσει, όταν επιτευχθεί, με φανφάρα και άφθονη πλύση εγκεφάλου. Όμως μην «τσιμπήσετε», γιατί ακόμη και αν περικοπούν κάποια δις χρέους, το υπόλοιπο θα επιβαρυνθεί με τόσο μεγάλα επιτόκια, ώστε στο βάθος του επιμηκυνόμενου χρόνου εξοφλήσεως, η χώρα θα έχει πληρώσει πολύ περισσότερα. Ενώ, ταυτόχρονα, θα παραμένει «υποτελής χρέους» γιά μακρύτερο χρόνο, γιά περισσότερες γενιές! Περίπτωση να μας χαριστεί, έστω ένα ευρώ, δεν υπάρχει. Ούτε μία στο εκατομμύριο. 
   Όσο γιά κάτι… αξιοπρέπειες, περηφάνιες, δημοκρατίες χωρίς… αδιέξοδα και άλλα τέτοια που μας φουμάρουν οι κεκράχτες της, αυτά θα καταρρέουν κάθε φορά που θα πλησιάζετε τα ταμεία της Εφορίας και των Σούπερ μάρκετ. Όσα μας σερβίρουν τώρα έχουν τόση αξία, όση και τα σάλια του Στρατούλη, ή οι… έγκυρες τοποθετήσεις του καφενόβιου… Μέντορα.     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου