Τρίτη, 11 Αυγούστου 2015

ΜΥΡΤΩ, Η ΓΟΡΓΟΝΑ




   Κουρασμένη από την παρατεταμένη κακή πολιτικοοικονομική κατάσταση του τόπου, εξουθενωμένη από την αλλοπρόσαλλη διακυβέρνηση των αριστερών μαθητευόμενων μάγων, μπαϊλντισμένη από την αφόρητη ζέστη  λόγω εποχής και απογοητευμένη πλήρως από τα πάντα, η στήλη αναζητεί κάτι πιό ανάλαφρο και πιό δροσερό καταφύγιο. Και το βρίσκει σ' ένα μικρό καλοκαιρινό -πολλαπλά επίκαιρο-  διήγημα ενός "φίλου" της που το αναρτά -prima vista- πριν αυτό πάρει την άγουσα του τυπογραφείου. Μικρή, γλυκειά, τρυφερή θλίψη, κόντρα στην απόλυτη κι αβάσταχτη που μας περιβάλλει. Νομίζω αξίζει τον κόπο.




ΜΥΡΤΩ, Η ΓΟΡΓΟΝΑ

 
    Καθώς το μεγάλο πλοίο έμπαινε αργά στον στενό κολπίσκο και άρχιζε τους ελιγμούς για να δέσει στον μικρό μόλο, με τη πρύμνη στα ντόκια, ο Μηνάς δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το πάνω κατάστρωμα όπου βρισκόταν, το ανοιχτό. Το μάτι του τριγυρνούσε αχόρταγο στο γνωστό, μα κάπως ξεχασμένο -έτσι καταχωνιασμένο που ήταν στα βάθη της μνήμης- άγριο τοπίο με το τραχύ κι απότομο κατσάβραχο ολοτρίγυρα, ενώ το μυαλό του ξαναγύριζε στα χρόνια που το μικρό, ταπεινό, αλλά και τόσο αγαπημένο, «Γλαράκι» πηγαινοερχόταν στην άγονη γραμμή του νησιού σαν πραγματικός γλάρος και, κυριολεκτικά, το κρατούσε ζωντανό. Όπως το λευκό θαλασσοπούλι βγάζει από την κοιλιά του σκουλήκια και ψαράκια και ταΐζει τα μικρά του, δίνοντάς τους ζωή και δύναμη, έτσι και το κάτασπρο σκαρί ανέβαζε από τ’ αμπάρια του όσες προμήθειες χρειάζονταν οι λιγοστοί κάτοικοι του απομακρυσμένου μικρού νησιού που, πεταμένο από τη φύση σε μια απόμερη γωνιά του Αιγαίου, πάλευε κι αυτό να κρατηθεί στη ζωή, σε πείσμα θεών και δαιμόνων και, κυρίως, του άγριου Ποσειδώνα και του ανελέητου Αιόλου. Τον χειμώνα ιδίως, η από μακριά εμφάνιση του λευκού στίγματος, που από μικρό σημάδι στο βάθος του ορίζοντα μετατρέπονταν σιγά-σιγά στο γνώριμο λευκό σουλούπι, σάλπιζε συναγερμό. Ο ερχομός του, ως γεγονός, συνοδευόταν από χαρμόσυνα χτυπήματα του καμπαναριού της Παναγιάς της Πελαγιώτισσας. Και τότε όλη η Πάνω Χώρα κατέβαινε στον Βαθύ Γιαλό για να υποδεχτεί το αγαπημένο της «Γλαράκι». Για να παραλάβει τις παραγγελιές της και να δει αν έρχονταν μαζί τα πολυπόθητα γράμματα των αγαπημένων τους ξενιτεμένων. Γιατί κείνα τα χρόνια η διάχυτη ξενιτειά ξεκινούσε από… τον Πειραιά και άπλωνε μέχρι τα πέρατα του κόσμου. Ίσαμε την Αυστραλία, την Αμερική, τον Καναδά κι… ακόμη παραπέρα!
   Η σφιγμένη του καρδιά, εδώ και τόσα χρόνια τώρα, δεν έλεγε ν’ αποχωριστεί από την τελευταία εικόνα που σμίλεψε πάνω της το καταραμένο μπουρίνι εκείνης της αυγουστιάτικης νύχτας. Όταν οι τρεις τους, αυτός, ο αγαπημένος του φίλος, ο κολλητός του Νικηφόρος -Διόσκουρους τους έλεγαν όλοι στο νησί- και ο ανομολόγητος παιδικός έρωτας και των δυο τους, η γλυκιά μαυρομαλλούσα Μυρτώ, ξέμειναν να χαζεύουν μαγεμένοι, πάνω στον ακριανό βράχο, το τεράστιο ολόγιομο κι ασημένιο αυγουστιάτικο φεγγάρι. Τρία μικρά καλικαντζαράκια κάθονταν γαντζωμένα στον γλιστερό βράχο σαν μικρές πεταλίδες και παρακολουθούσαν θαμπωμένα τον λαμπερό φεγγαρίσιο δίσκο να τους χαμογελά και να τους περιπαίζει. Μέχρι που ένα ξαφνικό κι αναπάντεχο κύμα άρπαξε και τους τρεις από τον βράχο, ξεκολλώντας τους σαν γιγάντια αρπάγη, και τους πέταξε στη θάλασσα. Μέσα στο αντιμάμαλο που δημιούργησε το πέρα-δώθε των κυμάτων, τα τρία παιδιά κοπανιόντουσαν σαν αφρόξυλα πάνω στα βράχια. Τελικά, τον Μηνά τον βρήκαν αναίσθητο, πάνω στον μόλο, το άλλο πρωί, όσο για τους άλλους δύο δεν βρέθηκε ποτέ ούτε ίχνος τους.
   Βουτηγμένος στις σκέψεις του ο Μηνάς μόλις πρόλαβε να κατέβει από το πλοίο, καθώς αυτό σφύριζε τελευταία φορά πριν σαλπάρει. Ο μακρύς δρόμος για το εγκαταλελειμμένο πατρικό, ανηφορικός και κοπιώδης καθώς η βαρυφορτωμένη του ψυχή τον έκανε ακόμη πιο δύσκολο. Τα πόδια του τον έσερναν μηχανικά, δεν τα πήγαινε αυτός, όπως τα γαϊδουράκια του νησιού, που ήξεραν απ’ έξω κι ανακατωτά τον προορισμό τους και πήγαιναν λες με αυτόματο πιλότο!

   Μόλις έγινε γνωστή η άφιξη στο νησί του Μηνά, αρκετά αλλαγμένου από τα χρόνια που πέρασαν και χωρίς κανείς από την οικογένειά του να έχει δώσει σημεία ζωής για καιρό, έγινε αφορμή για ένα μικρό, θερμό πανηγύρι. Όλοι τον τριγύριζαν, χαρούμενοι και περίεργοι, και όλοι ζητούσαν νέα γι’ αυτόν και την φαμίλια του. Άκρες-μέσες κάτι ήξεραν, αλλά ήθελαν να μάθουν λεπτομέρειες κι από πρώτο χέρι.

   Σε πολύ λίγο, όλο το νησί γνώριζε πως μετά το τραγικό περιστατικό, ο τόπος δεν χωρούσε τον Νικόλα και τη Μυρσίνη, τους γονείς του. Ο χαμός των δύο μικρών παιδιών τους στοίχειωνε καθώς ένοιωθαν και μια ανεξήγητη ντροπή επειδή μόνο ο δικός τους γιός γλύτωσε το «χάλασμα». Μάταια η μικρή κοινωνία προσπαθούσε να τους παρηγορήσει και να τους απαλλάξει από αδικαιολόγητες κι ανόητες ενοχές. Ο τόπος δεν τους χωρούσε. Μάζεψαν ό,τι μαζευόταν και μετακόμισαν στην Αμφιάλη. Σύντομα ο μεγάλος τους γιός, ο Καλλίνικος, μόλις πάτησε γερά τα πόδια του στη ζωή, μπάρκαρε στα καράβια και μετά από λίγο η θάλασσα τον κούρασε και τον ξέβρασε. Και στο τέλος άραξε -παντρεμένος και καλά αποκαταστημένος- στο Βανκούβερ του Καναδά, ενώ ο μικρός, ο Μηνάς, τελειωμένος της Ανωτάτης Εμπορικής, κάνει καριέρα στα ΕΛΤΑ, διευθυντής υποκαταστήματος. Μια ζωή μαγκούφης και μπεκιάρης, δεν γνώρισε, δεν αγάπησε, δεν παντρεύτηκε κοπέλα ποτέ του. Έτσι μόλις οι γέροι άρχισαν να μην «πατούν» καλά στα πόδια τους, έφυγαν στον Καναδά για να γεροκομηθούν από την καλή και άξια νύφη τους.

   Φέτος, ούτε ξέρει πόσα χρόνια μετά, αφού μια πεισματική άρνηση δεν τον αφήνει να τα μετρήσει επακριβώς -γεγονός που φαίνεται πανεύκολο- κάτι σαν να τον έσπρωξε κι αποφάσισε να περάσει τις διακοπές του στον τόπο που τον γέννησε, στον τόπο των ανέμελων παιδικών του χρόνων, στον τόπο του μοναδικού, ανομολόγητου κι αδικοχαμένου έρωτά του. Το τελευταίο αυτό κίνητρο δεν το κοινολόγησε ποτέ, ούτε ποτέ αποκάλυψε σε άνθρωπο την απελπισμένη παιδική αγάπη του για τη Μυρτώ και τον καημό του ξαφνικού χαμού της. Κλειστός από τη φύση και λιγομίλητος, μιλούσε μόνο στον… εαυτό του!

   Ένα γερό καθάρισμα από τη συσσωρευμένη για χρόνια σκόνη κι ένα μικρό συγύρισμα έδωσε νέα πνοή στο μικρό σπιτάκι που, στο μεταξύ, οι παιδικές μνήμες είχαν ήδη νεκραναστήσει. Η επέμβαση ενός υδραυλικού ξανάφερε το νερό σε κουζίνα και «αναγκαίο», ενώ μια μακριά μπαλαντέζα έδωσε προσωρινά φως στις μικρές λάμπες, πριν η ΔΕΗ αποκαταστήσει την κομμένη παροχή. Όλα έμοιασαν πάλι τέλεια, σαν να μην τα είχε αγγίξει καθόλου ο χρόνος.


* * *

   Καθισμένος στο μπροστινό χαγιάτι ο Μηνάς αγνάντευε τη θάλασσα που αργοσάλευε λικνιστικά και παιχνιδιάρικα, σαν μαργιόλα τσερκέζα χορεύτρια, σε προκλητικό χορό οριεντάλ. Και καθώς το φεγγάρι ανέβαινε στον ορίζοντα, σκορπώντας και πάλι απλόχερα τα ασήμια του σε θάλασσα και γη, ένα ηλεκτρικό ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά του, απ’ άκρου, σ’ άκρο. Θυμήθηκε ξαφνικά πως σαν σήμερα ήταν αυγουστιάτικη πανσέληνος. Ακριβώς ίδια όπως ήταν και… τότε! Ο μεγάλος, ολοστρόγγυλος ασημένιος δίσκος του έφερε στα μάτια, μαζί με τη λαμπράδα του, και όλη εκείνη την κακή σκηνή. Την αιφνίδια πτώση στο νερό, την πάλη με τα κύματα και τη ζωή που νόμισε πως τέλειωσε γι’ αυτόν. Ακόμη θυμάται  και την τελευταία λέξη που ξεστόμισε:
   - Μυρτώ!
   Άφησε τη νύχτα να προχωρήσει αρκετά, έτσι ώστε να γαληνέψει το χωριό κι ο κοσμάκης κουρασμένος να παραδοθεί στον ζωογόνο ύπνο που θα του φόρτιζε τις μπαταρίες για τις αυριανές του δραστηριότητες και… ροβόλησε κατά τον Βαθύ Γιαλό. Έβγαλε τα παπούτσια, για να «γαντζώνουν» καλύτερα τα γυμνά του πόδια πάνω στα τραχιά βράχια και τράβηξε κατά τον μεγάλο βράχο της άκρης. Εκεί απ’ όπου τους είχε ρουφήξει η θάλασσα εκείνη τη νύχτα. Από μακριά μπόρεσε να διακρίνει μια γυναικεία φιγούρα, καθισμένη στην άκρη του, να πλατσουρίζει αμέριμνη με τα πόδια στο νερό. Πλησιάζοντας περισσότερο σιγουρεύτηκε πως, πράγματι, ένα νεαρό κορίτσι με μακριά μαλλιά έπαιζε αμέριμνο με τη θάλασσα, θρονιασμένο στον μεγάλο βράχο. Κράτησε την αναπνοή του και προσπαθούσε να σκεφτεί πώς πρέπει να κάνει αισθητή την παρουσία του, χωρίς όμως και να τρομάξει τη μικρή.

   - Καλώς τον. Χρόνια σε περίμενα. Γιατί άργησες Μηνά μου;

   Η φωνή τον κατατρόμαξε, όμως η απροσδόκητη προσφώνηση με το όνομά του και ιδίως το τελευταίο «μου», παρά λίγο να τον πετάξει, κυριολεκτικά, στο νερό. Τόσο πολύ τον είχε καταπλήξει η φωνή! Πώς τον αντιλήφτηκε, αφού είχε γυρισμένη την πλάτη, και πώς γνώρισε ποιος ήταν;

   - Μα…, μα… ποια είσαι εσύ; Πώς με είδες και πώς ξέρεις τ’ όνομά μου;

   - Με ξέχασες, λοιπόν, Μηνά; Η κοπέλα γύρισε το σώμα, χωρίς να σηκωθεί, και ο Μηνάς κόντεψε να πάθει συγκοπή!

   - Μα εσύ…, εσύ…. μοιάζεις με την Μυρτώ! Καθώς η Σελήνη έλουζε την μικρή, αυτή έμοιαζε με ασημένιο άγαλμα της Μυρτούς.

   - Δεν της μοιάζω Μηνά μου, είμαι η Μυρτώ!

   Το αίμα που αμέσως πλημμύρισε το κεφάλι του Μηνά έκανε τα μηλίγγια του να χτυπήσουν σαν δαιμονισμένα σφυριά. Για κάποιο χρόνο, που έμοιαζε να είναι άπειρος, καθώς τον ένοιωθε σταματημένο, πίστεψε ότι κατάλαβε, επί τέλους, πώς θα είναι η στιγμή όταν ο άνθρωπος μεταβαίνει από την παρούσα ζωή στην επόμενη. Πώς οι αισθήσεις του μετατρέπονται, ακαριαία, σε παραισθήσεις και η ψυχή πορεύεται, απελευθερωμένη πλέον, στη νέα ονειρική της πραγματικότητα. Εκεί που την οδηγούν τα απωθημένα και οι μύχιοι πόθοι της επίγειας παρουσίας του. Η στιγμή αυτή που ζει κι εκείνος τώρα, όπως όλοι οι άνθρωποι όταν έρθει η… «ώρα» τους. Έμεινε άφωνος για απροσμέτρητο κάμποσο, με το μυαλό σταματημένο και τα μέλη του ακίνητα.

   - Εκπλήσσεσαι, έ, Μηνά μου; Κι όμως είμαι η Μυρτώ. Αυτή που το κύμα ρούφηξε απότομα την ίδια αυγουστιάτικη νύχτα. Αυτή που σε άφησε μισοπνιγμένο, αλλά ζωντανό, σ’ εκείνο εκεί δα τον μόλο πίσω μας.

   Όσο η κοπέλα μιλούσε τόσο ο Μηνάς πάγωνε. Έβλεπε την αλήθεια των λόγων της κι αυτό τον τρόμαζε περισσότερο. Η αναλλοίωτη στο χρόνο θωριά της Μυρτώς ήταν αυτό που τον τρόμαζε περισσότερο. Η Μυρτώ, η Μυρτώ του ήταν ένα απόκοσμο τέρας, ένα εκτόπλασμα!

   Η κοπέλα κατάλαβε τους φόβους του Μηνά και γέλασε.

   - Ναι Μηνά μου. Εγώ είμαι εκείνη η Μυρτώ. Η Μυρτώ των παιδικών σου χρόνων. Όμως τώρα είμαι… γοργόνα! Οι νεράιδες της θάλασσας με έκαναν γοργόνα. Και οι γοργόνες δεν αλλάζουν, δεν μεγαλώνουν, δεν γερνούν και δεν πεθαίνουν. Μόνο αγαπάνε! Ανήκουν στα ξωτικά της θάλασσας. Μαζί με τους Τρίτωνες. Θα θυμάσαι σίγουρα την ιστορία της μικρής μου συντρόφισσας, που επί χρόνια αναζητεί και ρωτά για τον αδελφό της τον Μεγαλέξαντρο. Αυτή εκείνον αγαπούσε κι εκείνον ψάχνει. Εγώ Μηνά μου αγάπησα εσένα. Από μικρή σ’ αγαπούσα. Πολύ και κρυφά. Από την εποχή των πρώτων νεανικών ερωτικών μας σκιρτημάτων. Έτσι εκείνο το μοιραίο βράδυ πάλεψα με τα κύματα και σ’ έσωσα. Εγώ σ’ απίθωσα στο μόλο. Ίσως αυτό συγκίνησε τις νεράιδες που έσωσαν κι εμένα και μ’ έκαναν γοργόνα. Και από τότε, κάθε Αύγουστο, την νύχτα με την πανσέληνο, βγαίνω εδώ και σε καρτερώ, σίγουρη πως κάποτε θα ερχόσουν. Κι όπως βλέπεις, δεν έπεσα έξω.

   - Κι εγώ σ’ αγαπούσα Μυρτώ μου. Σ’ αγαπούσα κι έλειωνα καθώς σε πρόσεχα στα διαλείμματα στο σχολείο. Με τη μπλε ποδιά και το άσπρο γιακαδάκι να χαριεντίζεσαι με τις φίλες σου στην αυλή. Όταν σ’ έβλεπα να τρέχεις σαν ελαφίνα παίζοντας «κυνηγητό» και να μην μπορεί να σε πιάσει κανείς μας. Ή τις Κυριακές στην εκκλησιά, με τις μακριές πλεξούδες και το κόκκινο φόρεμα, ασορτί με το άλικο των χειλιών σου και το μπλε παλτό που με ταξίδευε στις θάλασσες του κορμιού που αυτό σκέπαζε κι εγώ λαχταρούσα τόσο. Τις ίδιες σκέψεις έκανε κι ο Νικηφόρος και τσακωνόμαστε για το ποιος θα σε παντρευτεί, όταν ερχόταν η ώρα. Το μόνο που μας χώριζε ήσουν εσύ Μυρτώ!

   - Κι εγώ Μηνά μου σε λιμπιζόμουνα σαν κορίτσι! Ψιλόλιγνο παλληκαράκι, σε θαύμαζα σαν μαθητή, όπως όλοι στο σχολείο. Αλλά και για τις επιδόσεις σου στις γυμναστικές επιδείξεις και το κολύμπι το καλοκαίρι. Δεν πέρασε ποτέ από το νου μου πως θα μπορούσε κάποιος άλλος, έξω από σένα, να ταιριάξει γι’ άντρας μου!

- Και ο… Νικηφόρος; Ψέλλισε ο Μηνάς με αγωνία, καθώς βρήκε την ευκαιρία να μάθει για την τύχη του φίλου του. Τί έγινε ο Νικηφόρος;

   - Αυτόν δεν τον πρόλαβα. Ασχολήθηκα πρώτα με σένα. Όμως η ιστορία μας άγγιξε τις ευαίσθητες νεραϊδίσιες ψυχές κι ο Νικηφόρος, μεταμορφωμένος σε Τρίτωνα, σε περιμένει κάτω.

   - Και πότε θα τον δω; Ρώτησε με λαχτάρα ο Μηνάς.

   - Όχι τώρα Μηνά, όχι ακόμα. Όταν έρθει η ώρα, θα σου το πω.

   Ο Μηνάς έκανε να πλησιάσει προς την Μυρτώ, ψιθυρίζοντας συγκινημένος.

   - Αγάπη μου, μικρή μου αγάπη!

   - Όχι Μηνά. Όχι ακόμη. Μη με πλησιάζεις και, προ πάντων, μην μ’ ακουμπάς! Ο Κανονισμός δεν μου επιτρέπει. Όταν πρέπει, θα τα μάθεις όλα! Όλα θα γίνουν με την καθορισμένη τους σειρά.

   Με τις ματιές τους σφιχτοδεμένες κι αγκαλιασμένες και με τα όσα, κι άλλα τόσα, που είχαν να πουν, ούτε που κατάλαβαν το πώς κύλησε η νύχτα και για πότε η ασημένια λάμψη του φεγγαριού έφευγε νικημένη από το ζεστό χρυσάφι των πρώτων αχτίδων του αυγουστιάτικου ήλιου, που μόλις έσκασαν πίσω από τις μικρασιάτικες ακτές.

   - Μηνά μου, θα πρέπει να φύγω.

   - Ναι… ναι, καταλαβαίνω. Ο Κανονισμός....

   - Ακριβώς! Βλέπω άρχισες να μπαίνεις στο νόημα. Τώρα πρέπει να επιστρέψω κάτω, ήρθε η ώρα. Του χρόνου, όμως, το βράδυ της αυγουστιάτικης πανσέληνου, θα σε περιμένω πάλι εδώ. Κοίτα να μην αργήσεις! Και αποσώνοντας τα λόγια της γλίστρησε στο νερό. Ξεμάκρυνε για λίγο, κολυμπώντας στην επιφάνεια, και αφού γύρισε ανάσκελα και του κούνησε τελευταία φορά το χέρι, σε ύστατο αποχαιρετισμό, στέλνοντάς του και ένα φιλί, βούτηξε στο νερό και χάθηκε.

   Ο Μηνάς περίμενε αρκετά και μάταια πάνω στο βράχο, μέχρι ν’ αποφασίσει να γυρίσει στο σπίτι του.



* * *



   Από τη χρονιά εκείνη ο Μηνάς δεν πέρασε Αύγουστος που να μην τον βρίσκει στο νησί του. Επιδιόρθωσε κάθε ζημιά στο σπίτι και έκανε όλες τις απαιτούμενες επισκευές, ή προσθήκες, ώστε να μετατρέψει την παλιά νησιώτικη φτωχική αγροικία σε ένα σύγχρονο και άνετο εργένικο σπιτάκι. Με όλα τα κομφόρ και έναν κανονικό… «αναγκαίο» μέσα στο σπίτι. Χωρίς να χρειάζεται, όταν τον… «χρειάζεται», να βγαίνει έξω στην αυλή!

   Και τα χρόνια περνούσαν, το ένα πίσω από το άλλο, με την Μυρτώ να του επαναλαμβάνει μονότονα σε κάθε συνάντησή τους κατά την αυγουστιάτικη πανσέληνο.

   - Όχι, Μηνά μου, όχι! Δεν ήρθε ακόμη η ώρα. Όταν έρθει θα στο πω πρώτη.

   - Ναι, ξέρω…. Ο Κανονισμός.

   - Ναι Μηνά μου, ο Κανονισμός.

   Στο νησί, όπως και σε κάθε μικρή κοινωνία, τίποτε δεν περνάει για πολύ απαρατήρητο και τίποτε δεν μένει ασχολίαστο. Ένας μικρός μπόμπιρας, ο Νικολής ο «σπαρματσέτος», ο γιός της κυρά Στεργιούδας, (το «σπαρματσέτος» ήταν παρατσούκλι που του κόλλησαν οι ψαράδες της Ντάπιας επειδή ήταν αδύνατος), το πρόσεξε πρώτος. Ανήσυχο κι αεικίνητο διαβολάκι καθώς ήταν, έπιανε όλες τις ακριτομυθίες των αραγμένων ναυτικών του παραλιακού καφενέ, που μιλούσαν για ξωτικά της θάλασσας, γιγάντια χταπόδια και άλλα τέρατα τρισκατάρατα. Για ονειροπαρμένους ναυτικούς που έπεφταν στα δίχτυα των γλυκόλαλων Σειρήνων, είτε αφήνονταν σε νεραϊδένιες αγκαλιές που τους έπαιρναν και χάνονταν από προσώπου γης, αλλά και κουτσομπόλευαν την συμπεριφορά του απόμακρου, σχεδόν αντικοινωνικού, Μηνά. 
   Ο γερασμένος πλέον Μηνάς, αφ’ ότου βγήκε στη σύνταξη ήρθε κι εγκαταστάθηκε μόνιμα στο νησί και με το πέρασμα του χρόνου γινόταν όλο και πιο απόκοσμος. Πέρναγε τον περισσότερο καιρό του με μακρινούς περιπάτους και σκαρφαλώματα, σαν αγριοκάτσικο παρά την ηλικία του, σε απόκρημνα και δύσβατα κατσάβραχα. Αυτός, τα γυαλιά του, το κασκέτο κι η μαγκούρα του. Ο μικρός με τη φαντασία του διασταύρωσε το περίεργο φέρσιμο του μονόχνοτου ηλικιωμένου και βάλθηκε να λύσει το μυστήριο που, καλά και σώνει, πίστευε πως έκρυβε η περίπτωσή του και το οποίο, σαν πολυπλόκαμο χταπόδι, τύλιγε το παιδικό του μυαλό.

   Έτσι δεν έχανε απ’ τα μάτια του τον «φευγάτο» γέροντα και, όταν τον έβλεπε να ξεμακραίνει, τον έπαιρνε διακριτικά στο κατόπι. Έλεγε δε στη μάνα του, την κυρά-Στεργιούδα, συνέχεια.

   - Να δεις μάνα, που ο κυρ-Μηνάς είναι «αγγελοκρουσμένος» και «νεραϊδοπαρμένος»! Ξέρω που στο λέω. Μιλάει με αόρατα ξωτικά. Τον έχω δει να τους μιλάει, σου λέω!

   Η αυγουστιάτικη πανσέληνος ήρθε και φέτος λαμπρότερη από ποτέ. Έπεφτε στις αρχές του μήνα, με το μελτέμι στο φόρτε του να σαρώνει το νησί και να κάνει τον μικρό κόλπο, έτσι κατάφατσα που «ξάπλωνε» στον βοριά, να μοιάζει με καρδάρα γεμάτη αχνιστό γάλα που βράζει στην πυροστιά. Ήταν, μάλιστα, τόσο δυνατοί οι αέρηδες που δεν προλάβαιναν να ξεθυμάνουν τη νύχτα και ν’ αφήσουν τη θάλασσα να καλμάρει. Σκηνικό περίεργο και διαβολικό για τη φαντασία του μικρού Νικόλα, που μια φωνή έλεγε μέσα του πως εκείνη τη νύχτα κάτι περίεργο θα συμβεί. Η αλλιώτικη συμπεριφορά του κυρ-Μηνά, με το νευρικό σούρτα-φέρτα του, ερέθιζε τη διαίσθηση του μικρού κι έκανε τις υποψίες του βεβαιότητα!

   - Να δεις που κάτι αλλόκοτο και μαγικό θα συμβεί απόψε! Έλεγε συνεχώς στο μυαλό του, μέχρι που το πίστεψε απόλυτα.

   Παραφυλάγοντας την πόρτα του Μηνά, με το που τον είδε να βγαίνει, κατά τις 11, τον ακολούθησε από ασφαλή απόσταση, καθώς ήξερε πως ο γέρος θα τραβούσε προς τη θάλασσα. Όπως και έγινε.

   Σκαρφαλωμένος σε απέναντι ψηλό βράχο, που εξασφάλιζε εξαιρετική θέα, καθώς η Σελήνη καταύγαζε τα σύμπαντα με το ασημένιο της φως, παρακολούθησε με κομμένη ανάσα, γουρλωμένα μάτια και την καρδιά να χτυπάει σαν τεράστιο έμβολο υπερωκεάνιου, πράματα που ούτε η φαντασία του μικρού Νικόλα θα μπορούσε να γεννήσει. Μόνο που η βουή του μανιασμένου αέρα τον εμπόδιζε ν’ ακούσει καθαρά όσα λέγονταν. Όμως έβλεπε πεντακάθαρα κι αυτό του ήταν αρκετό.

   Ο κυρ-Μηνάς πλησίασε μιαν άγνωστη κοπέλα που ήταν καθισμένη στην άκρη του βράχου και άρχισαν να συζητούν….



* * *



   - Μηνά μου, επί τέλους, ήρθε η ώρα. Ο Κανονισμός το επέτρεψε και το Συμβούλιο το ενέκρινε. Έλα κοντά μου και δώσε μου το χέρι σου.

   Μόλις ο Μηνάς έσφιξε το χέρι της Μυρτώς, κάτι αλλόκοτο ένοιωσε να συμβαίνει μέσα του. Μια αίσθηση έντονης ροής κάποιας ισχυρής και ζωογόνου δύναμης που του μετάγγιζε συνεχώς ενέργεια και ζωντάνια. Όπως γεμίζουν οι μάνικες στα βενζινάδικα τα άδεια ρεζερβουάρ των αυτοκινήτων! Σε λίγες στιγμές το κορμί του ανορθώθηκε από το φυσιολογικό κύρτωμα των χρόνων, οι μύες του φούσκωσαν κι έσφιξαν και το νεανικό σφρίγος ξαναγύρισε έντονο κι ορμητικό. Ένοιωσε πως θα μπορούσε πάλι να πιάσει μια πέτρα στη χούφτα, να την στύψει και να την κάνει… άμμο. Τα αραιωμένα του μαλλιά πύκνωσαν και σκούρυναν και το δέρμα του ξανάγινε σφιχτό και ροδαλό. Ο Μηνάς παρακολουθούσε την απίστευτη μεταμόρφωσή του άλαλος. Το ίδιο κι ο Νικολής, απέναντι!

   - Έλα Μηνά μου, ώρα να φύγουμε. Πάμε αγάπη μου. Ο Νικηφόρος μας περιμένει.

   Ένα παρατεταμένο φιλί, ένα φιλί που καρτερούσε μια ζωή για να δώσει και να του δοθεί, έκοψε τα λόγια της μικρής γοργόνας. Και αγκαλιασμένοι βυθίστηκαν αργά στη θάλασσα κι εξαφανίστηκαν μέσα στ’ αφρισμένα κύματα.

* * *



   Ο μικρός Νικολής, μαρμαρωμένος και κολλημένος σαν στρειδόνα στο βράχο, έκανε ώρες να συνέλθει. Κατουρημένος και τρέμοντας από φόβο, έπεσε το ξημέρωμα στην αγκαλιά της κυρά-Στεργιούδας και της περιέγραφε διάφορα αλλόκοτα. Πώς τάχατες ο κυρ-Μηνάς συνάντησε στον μόλο μια γοργόνα που τον μεταμόρφωσε σε Τρίτωνα, μισό άνθρωπο και μισό ψάρι, όπως ήταν κι η ίδια, αγκαλιάστηκαν και μετά βούτηξαν μαζί στο νερό και χάθηκαν!

   Η μάνα θορυβημένη μ’ όλες αυτές τις παλαβομάρες που άκουγε, κάλεσε αμέσως τον παπά-Κοσμά να ξορκίσει το γιό της και να διώξει το δαιμονικό που μπήκε μέσα του και το τρέλανε, το κακόμοιρο μικρό.

   - … και ο Θεός, τέκνον μου, θα σε βοηθήσει! Κατέληξε ο παπάς τον εξορκισμό του, πιστεύοντας κατά βάθος πως ο μικρός την «ψώνισε». Και αφού πήρε το «κατιτίς» του γύρισε στην εκκλησία για να προλάβει τον εωθινό, ενώ η κυρά-Στεργιούδα προειδοποιούσε τον μικρό Νικολή.

   - Κοίτα καημένε μου να συνέλθεις και να πάψεις να λες τρέλες για γοργόνες και τέτοιες φαντασίες γιατί θα σε κλείσουν, καψερέ μου, στο Δαφνί, στο τρελάδικο! Και όχι τίποτις άλλο, δεν θα μπορώ να έρχομαι να σε βλέπω συχνά. 
   Από τότε, ο μικρός φοβισμένος έπαψε να μιλάει γι’ αυτά που είδε. Πάντως το πρωί βρέθηκαν στη Ντάπια τα γυαλιά, το κασκέτο και το μπαστούνι του κυρ-Μηνά. Όμως ο ίδιος δεν ξαναφάνηκε ποτέ στο νησί, ούτε κι ακούστηκε, από τότε, κάτι γι’ αυτόν.



ΤΕΛΟΣ





2 σχόλια: