Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2013

Παιδικές αναμνήσεις.

Μνήμες και σκέψεις.

   Με την παρότρυνση καλών φίλων και ιδίως του εν… μνήμαις συμπλέοντος «feugatou», του οποίου η συμβολή υπήρξε καταλυτική στο «ξεκλείδωμα» της δικής μου μνήμης, αλλά και με το δεδομένο πως μέλλον, δεν έχω, παρόν, μας το έκαναν τόσο μαύρο που δεν βλέπεται με τίποτα, άρα το μόνο που μου μένει είναι η φουλ….pisostapalia, αναμόχλευση παλιών βιωμάτων και η σταχυολογημένη καταγραφή τους! Χωρίς σειρά και σκόρπια, ακριβώς όπως μου κατεβαίνουν. Σαν μιά νοσταλγική φυγή και στρουθοκαμιλίστικη απόκρυψη από το σημερινό μας χάλι και, ταυτόχρονα, σπονδή σε όσα είδα κι έζησα σε μια εποχή, μπορεί φτωχότερη, αλλά σίγουρα πιό αγνή, πιό ήμερη και πιό «μπεσαλίδικη». Κατά συνέπεια, πολύ ωραιότερη και, κυρίως, πιό ανθρώπινη.
   Βασικά μου πλεονεκτήματα η πείρα της ηλικίας, η πλήρης απουσία, επί του παρόντος, κάθε ίχνους αλτσχάιμερ και το πολύ μικρό μέγεθος της Αθήνας των παιδικών μου χρόνων. Η πόλη μιά μπουκιά κι οι Αθηναίοι μιά χούφτα, όπου όλοι γνώριζαν όλους και όλα!

   (Σημ. Γιά να γίνει απόλυτα κατανοητό το τελευταίο, αναφέρω δύο φρέσκα περιστατικά που έζησα, σήμερα ακριβώς, ευρισκόμενος γιά μιά δουλειά-αστραπή στην Αθήνα. Κατεβαίνοντας πεζή την Σταδίου, στο ύψος της Σανταρόζα με ρώτησε μιά κυρία που ήταν η οδός Μπενάκη! Και όταν γύριζα γιά Ωρωπό, με το λεωφορείο που είχε δρομολόγιο από Κηφισίας, κάποια κυρία, όταν φθάσαμε στην Αγία Τριάδα Αμπελοκήπων, έβαλε τις φωνές:
- Κύριε οδηγέ, σταμάτα. Νόμιζα πως πάτε… Αγία Παρασκευή!
   Όμως η προμετωπίδα του λεωφορείου έγραφε «ΔΗΛΕΣΙ»!
   Αυτοί είναι οι σημερινοί Αθηναίοι! Οπότε οι Γκάγκαροι, καιρός να του δίνουν! Δεν έχουν θέση σ' αυτόν τον τόπο που ύμνησαν οι παλιοί τραγουδοποιοί, (Αττίκ, Σουγιούλ, Τραϊφόρος, Μουζάκης, Μωράκης, και, και, και), τραγούδησαν οι παλιοί κανταδόροι, (Μαρούδας, Γούναρης, Πολυμέρης, Δανάη, Νικολαϊδου  και τόσοι άλλοι...) και χάρηκαν οι τυχεροί «εκείνου του καιρού».   

   Παλιά, κάνοντας μιά βόλτα περί το κέντρο, κάτι που μας ήταν ψωμοτύρι, συναντούσες όλες τις διασημότητες κι όλα τα «νούμερα» της εποχής, μαζί και κάθε παράξενο που συνέβαινε στο …κλεινόν άστυ. Έτσι, έχω ανταλλάξει χειραψία με την Μαρίκα Παλαίστη, την «μουρλέγκω» όπως έλεγαν όλοι και διαφωνούσε η μητέρα, η οποία επέμενε πως τα έχει 400 αλλά χάνει από το σουλούπι. (Ίδια η κυρά Σπυριδούλα, η πλύστρα μας ήταν, συν ένας φιόγκος στα μαλλιά!).   
   Έχω τιμηθεί με καπελαδούρα και βαθιά υπόκλιση από τον πρόεδρο Αρμάνδο Δελαπατρίδη, έξω από την πόρτα του Λουμίδη, στα Χαυτεία μετά της προσφωνήσεως:
   -«Ωοοοο΄, τον αγαπητό μου! Αλήθεια, πώς λέγεσθε αγαπητέ;», όταν τον σταμάτησα γιά να του δηλώσω πως η νεολαία ήταν σύσσωμη μαζί του, με το κόμμα των Κυανολεύκων.
   Έχω παρακολουθήσει, πολλές φορές, τον Ωνάση, όταν είχε γραφεία στην αρχή της Ιπποκράτους, κάπου στη στοά του Ακροπόλ, βγαίνοντας στον δρόμο να παίζει μονά-ζυγά μ’ έναν υπαίθριο φυστικά που είχε τον πάγκο του στο πεζοδρόμιο. Και δεν ξεκολλούσε ο μπαγάσας αν δεν κέρδιζε! Οπότε ξεφλούδιζε κι απολάμβανε το αιγινίτικο έπαθλο με έκφραση θριαμβευτική. Μετά έμπαινε στο αμάξι που τον περίμενε, ενώ κάποιος που τον ακολουθούσε, προφανώς συνεννοημένος, έβαζε μπόλικα ψιλά στην τσέπη του φυστικά, που το μάτι του γυάλιζε από ικανοποίηση. Εκεί συμπάθησα τον Ωνάση. Γιά δύο λόγους. Το πείσμα του γιά τη επιτυχία και τη γενναιοδωρία του στους «κάτω».

   Θυμάμαι επίσης με τι γέλια παρακολουθούσαμε μέσα από το μαγαζί μας, στην αντιδιαμετρική γωνία της «Ίριδας», του φοιτητικού σινεμά, τις υπομονετικές ουρές που έφερναν -γιρλάντα- το τετράγωνο, να βαδίζουν σημειωτόν μέχρι να φτάσουν στη γωνία Πανεπιστημίου και Χαριλ. Τρικούπη και ν’ αγοράσουν …. παγωτό χωνάκι! Μιά μικρή τρύπα-ζαχαροπλαστείο, με τ’ όνομα «Νάκη», ήταν το πρώτο που λανσάρισε αυτό το είδος παγωτού στην Αθήνα, φέρνοντας το σχετικό αυτόματο μηχάνημα παρασκευής, και…. δώσε και μένα μπάρμπα και λεφτά με ουρά! Βέβαια σε λίγο, όπως ήταν φυσικό κι επόμενο, γέμισε η Αθήνα τέτοια μηχανήματα και το μονοπώλιο πήγε περίπατο. Πάντως, όπως και να ’χει, ο τύπος αν δεν θησαύρισε, θα πρέπει να ήταν ή πολύ σπάταλος γυναικάς, ή πολύ άτυχος χαρτοπαίχτης.

   Η καθυστερημένη στην τεχνολογία και στερημένη από τους σύγχρονους καταναλωτικούς πειρασμούς και τις μοντέρνες λιχουδιές, Αθήνα, έπεφτε με τα μούτρα σε κάθε γευστικό νεωτερισμό. Τέτοιοι ήσαν, τα μηχανήματα παρασκευής ποπ-κόρν που γέμισαν τις εισόδους των θερινών σινεμά, τα μίξερ χυμών, θυμάμαι τον κινηματογράφο «Τιτάνια» επί της Πανεπιστημίου, (πριν γίνει ξενοδοχείο), όταν έκλεινε το καλοκαίρι στην είσοδό του τοποθετούσαν πλήθος από μίξερ, (κι αυτό νέο φρούτο, τότε), με τα οποία σου έφτιαχναν παχύρρευστο χυμό, πολτοποιώντας φρούτα της εποχής, σε συνδυασμούς της επιλογής σου. Και η Πανεπιστημίου βούιζε. Τόσο από τα πάμπολλα μίξερ που σφύριζαν δαιμονισμένα, (μπορεί και 20!), αλλά κι απ’ το μεταλλίκι που έπεφτε βροχηδόν στο ταμείο!

   Η τελευταία γαστριμαργική ψύχωση που θυμάμαι συνέβη αρκετά αργότερα, καλοκαίρι του ’70, όταν άνοιξε στην πλατεία της Αγ. Παρασκευής η πρώτη πιτσαρία με την, περίπου, σημερινή μορφή του είδους. Ήταν το «Porto Fino», η οποία αργότερα πήρε το νούμερο 1, αφού ο πανέξυπνος επιχειρηματίας, (λένε πως ήταν ομογενής από Καναδά), άνοιξε γύρω στις 20 όμοιες, ανά «τας οδούς και τας ρύμας» του Λεκανοπεδίου, πριν δύσει κι αυτού το άστρο, κατά την αμείλικτη νομοτέλεια του ανταγωνισμού και της φθοράς του χρόνου. Θυμάμαι τον πανζουρλισμό που γινόταν μπροστά στον πάγκο, παρά την οργάνωση και τα χαρτάκια προτεραιότητος που μοίραζαν, από το αλλόφρων και μαινόμενο πλήθος, που έκανε λες κι είχε να βάλει μπουκιά στο στόμα από την…Κατοχή.
   Ξεκαλοκαιριάζοντας οικογενειακώς σ’ ένα νοικιασμένο υπόγειο στα Βριλήσσια, χάριν…. του μωρού, έπεφτα κι εγώ συχνά θύμα της ηλιθιότητος, (η δική μου ήταν η μεγαλύτερη), της παρέας που επέμενε, αυτή μεν να φάει πίτσα κι εγώ, ως διακινητής, το ανηλεές…στριμωξίδι και την ταλαιπωρία του …delivery!

   Λόγω καθυστερημένης επιστροφής, η σημερινή ανάρτηση είναι πιό σύντομη ένεκα κοπώσεως, χωρίς όμως να σημαίνει και κοντή μνήμη. Γύρισα πτώμα, ψυχικά και σωματικά, επειδή απήλαυσα άλλη μία φορά την ασχήμια, τη ρυπαρότητα και τη βαρβαρότητα της πόλης που γεννήθηκα, αγάπησα και, στο τέλος, σιχάθηκα αφόρητα!  Μιά βαρβαρότητα αντίληψης και συμπεριφοράς όλων εκείνων που την αντιδιαστέλλουν από τον… σοσιαλισμό, αλλά την εφαρμόζουν… «πλέρια»! (Υπενθυμίζω την πομπώδη σαχλαμάρα της περίφημης Ηγερίας του σοσιαλισμού, της Ρόζας Λούξενμπουργκ: «Σοσιαλισμός ή… βαρβαρότης»!).  Αλλά γι' αυτά... αύριο.


   Τα ξαναλέμε.


Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Παιδικές αναμνήσεις.



Η παρέα της οδού Ιπποκράτους

   Παραμένουμε σταθερά στη δεκαετία του ’50, την πιό σεμνή και πιό ντροπαλή δεκαετία της μεταπολεμικής εποχής. Ο κόσμος, με διαφορετικά συναισθήματα, φοβίες και απωθημένα ήταν πολύ μετρημένος και κουμπωμένος. Η διαίρεση του λαού, που λίγο πριν είχε προκαλέσει αναστάτωση, μίση και αίμα, μπήκε σε πίσω συρτάρι της μνήμης, μαζί με το μούδιασμα, αφήνοντας στα μπροστινά, την αδήριτη ανάγκη της επιβίωσης και της ανασυγκρότησης της χώρας. Η οικονομία να ζεσταίνει μηχανές και να υποβοηθείται σ’ αυτό από διάφορα ενισχυτικά κόλπα και «δυναμωτικά», όπως το σχέδιο Μάρσαλ, η υποτίμηση του Μαρκεζίνη και η όρεξη του κοσμάκη γιά δουλειά.
   Εκείνη την εποχή η εικόνα της Αθήνας δεν ξεπερνούσε την εικόνα μιάς μικρής, σημερινής, επαρχιακής πόλης, αλλά σε πολύ πιό μαύρο χάλι. Με ελάχιστες αστικές συγκοινωνίες και τρισάθλιο οδικό δίκτυο, η κυρίως πόλη, από βορά σε νότο άρχιζε από το Γηροκομείο και τέλειωνε στο Κουκάκι κι από ανατολή σε δύση από Παγκράτι μέχρι Πλατεία Αμερικής, (τότε Αγάμων). Ο κύκλος που περιελάμβανε αυτά τα σημεία, περιείχε και ολόκληρη την πόλη των Αθηνών! Ό,τι ήταν εκτός αποτελούσε ή μακρινό προάστιο, π.χ. Μοσχάτο. Πατήσια, ή κοντινό χωριό, π.χ. Μαρούσι, Λιόπεσι. Η έννοια «λεκανοπέδιο της Αθήνας» ήταν καθαρά γεωγραφικός, και μόνον, όρος.
  
   Εννοείται πως η εγκληματικότητα «χτύπαγε» ασήμαντα νούμερα κι έτσι και γινόταν κανένας φόνος, (π.χ. του Πεπέ από τον Χατζηχρήστο), οι εφημερίδες, τότε 4/σέλιδες ή το πολύ 6/σέλιδες, έγραφαν, σχετικά, με πηχυαίους τίτλους γιά εβδομάδες. Όπως κι αν τύχαινε και τσάκωνε η ασφάλεια καμιά κομμουνιστική γιάφκα που τύπωνε προκηρύξεις ή τον παράνομο «Ριζοσπάστη». Ένα τέτοιο γεγονός συνέβη απέναντι από το σπίτι μου, Μύλων και Μοναστηρίου, και ο πάταγος που προκάλεσε,
   -Ρε σείς, κάτω απ’ τη μύτη μας χρόνια και μεις να μην πάρουμε χαμπάρι!!, τροφοδοτούσε όλον τον κουτσομπολικό μηχανισμό των νοικοκυράδων επί μήνες. Κι όλο σου-σου-σού και ψου-ψου-ψού, στα πεζοδρόμια. Χαμηλόφωνα όμως, μπας και κάποιο χαφιέδικο αυτί ακούσει τίποτε κι άντε μετά να ξεμπλέξεις με την Ασφάλεια! Ακόμη κι ένας πανάγαθος έως βλάκας, μεσήλικας έως γηραλέος και ψιλόλιγνος έως στέκα, γείτονας αστυφύλακας, όταν περνούσε γιά να πάει στη δουλειά του, γινόταν αφορμή αυστηρού σιωπητηρίου!

   Η διασταύρωση Ακαδημίας και Ιπποκράτους, με μικρό άπλωμα δεξιά-αριστερά και πάνω-κάτω, αποτελούσε μιά πολύ ενδιαφέρουσα εμπορική περιοχή, η οποία μαζί με το στέκι των υπαίθριων παλαιοβιβλιοπωλών, στην αρχή της Ασκληπιού, στον τοίχο κατεδαφισθείσας πτέρυγας του, τότε, Πολιτικού Νοσοκομείου και νυν Πνευματικού Κέντρου, (τρομάρα μας!), του Δήμου, καθώς και την απέναντι πιάτσα ταξί, (όπου κι ο περίφημος κυρ Μανώλης ο Τραμπαρίφας, του γνωστού άσματος), συνιστούσαν ένα εντυπωσιακό στέκι κι έναν πολύ ζωντανό μικρόκοσμο.
  
   (Σημ. Ο Μανώλης Τραμπαρίφας ήταν ένας Κρητικός ταξιτζής και πολύ ήρεμος, αγαθός και σεμνός άνθρωπος. Είχε μία μαύρη Σεβρολέτα και μιά γυναίκα που υπεραγαπούσε. Το γνωστό τραγούδι των Σουγιούλ και Σακελλάριου -«Απόψε το κορίτσι θέλει θάλασσα»-  έκανε γνωστό το όνομά του  αλλά όχι τον ίδιο κι η δημοφιλία που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί εξ αυτού, τον Μανώλη ούτε που τον άγγιξε καν και μάλλον τον ενοχλούσε. Η απλότητα κι απλοϊκότητα του ανθρώπου έδωσαν λαβή γιά ν’ αμφισβητηθεί η ύπαρξή του. Λόγω της ιδιομορφίας του ονόματος θεωρήθηκε πλάσμα της φαντασίας του Σακελλάριου. Όμως ο Μανώλης Τραμπαρίφας υπήρξε πράγματι. Τουλάχιστον, όσο εσείς κι εγώ).
   Ίσως αργότερα να περιγράψω κάποια χαρακτηριστικά περιστατικά με τον κυρ Μανώλη).

   Πλην των ήδη αναφερθέντων τύπων, όπως του Μήτσου Ροζάνη, του Μεταξουργιώτη βαρύμαγκα παπουτσή, και του βενζινά Τάσου Αναστασόπουλου, υπήρξε ολόκληρη «συμμορία» νεαρών -όλοι γύρω στα 30- καταστηματαρχών με εμπορικά μικρομάγαζα, τους οποίους, όλους, έδενε πραγματική κι ανυπόκριτη φιλία, χωρίς ανταγωνισμούς, ζήλιες και αντιπαλότητες. Όλοι τους με περιορισμένη μόρφωση, όμως όλοι έξω καρδιά, τραπεζώματα και γλέντια εναλλάξ στα σπίτια, κουμπαριές και πάρα πολλή και συγκινητική αλληλεγγύη.
  
   Ο πατέρας μου είχε τρία βασικά χαρακτηριστικά. Αν και βιβλιοπώλης, ήταν σχεδόν αγράμματος! Απόφοιτος δημοτικού με 5 και διαγωγή κοσμία, έλεγε πάντα: «Εγώ είμαι γιά να πουλάω τα βιβλία, όχι να τα διαβάζω!», είχε μιά μεγάλη αγάπη γιά την μπάλα και έναν απέραντο τρόμο γιά την εφορία! (Απ’ αυτόν πήγε, πρόωρα, στα 39 του).
   Πιό κολλητοί του φίλοι τα αδέλφια Χιονίδη. Όλοι παπουτσήδες και με πολλά μαγαζιά στην περιοχή. Είχαν έλθει από την Ρωσία, πρόσφυγες, με μητέρα Ρωσίδα, τη Μάρσα, (απίθανες πλάκες!) και πατέρα που δεν γνώρισα γιατί είχε πεθάνει πριν. Από τους Χιονιδέους θυμάμαι τρεις αδελφούς, (πιθανόν να υπήρξαν κι άλλοι) και μία αδελφή. Κατά σειρά ηλικίας, τον Ιωακείμ, τον Γιώργο, τον νουνό μου, τον επονομαζόμενο «πιλάφα», αφού λάτρευε το πιλάφι και μπορούσε να φάει στη καθισιά του όσο 50 Κινέζοι μαζί, (χωρίς υπερβολή!), και τον μικρό, τον Αλέκο. Την αδελφή τους Τασία, που θυμόμουν αμυδρά, την ξανασυνάντησα πριν κάμποσα χρόνια, όταν τυχαία συνεργάστηκα με την αρχιτεκτόνισα κόρη της.



                                    Ο Παναθηναϊκός, στη μέση του 20ου αιώνα
  
   Ο Αλέκος Χιονίδης έπαιζε, τότε, στον Παναθηναϊκό σέντερ χαφ. Τερματοφύλακας ο Μαθιός. Το επίθετό του δεν χρησιμοποιήθηκε ποτέ, λίγοι το ήξεραν και δεν το θυμάμαι με σιγουριά! Το Βιτώρης ή Βιτάλης ή κάπως έτσι, κάτι μου λέει. Ήταν γνωστός στον κόσμο με το παρατσούκλι «Καραγκιόζης» και διατηρούσε ένα υπαίθριο μανάβικο στη Θεμιστοκλέους, Γελαστός, λαϊκός κι ευχάριστος άνθρωπος, όταν τον αποκαλούσα κι εγώ «Καραγκιόζη», γελούσε καλόκαρδα, αφήνοντας να φανεί ένα πάνω χρυσό δόντι, και μου χάιδευε τα μαλλιά. Αν και καλός και σταθερός τερματοφύλακας, (τον θυμάμαι να παίζει πάντα με τραγιάσκα), την εποχή του είχε την ατυχία να πέσει σε θηρία, όπως ο Πεντζαρόπουλος του Πανιωνίου κι ο Κουρουκλάτος του Ολυμπιακού, κι έτσι πέθανε, εκτός από φτωχός και με το παράπονο πως δεν χρίστηκε ποτέ διεθνής. Τότε οι ομάδες δεν είχαν την πολυτέλεια των μεγάλων «ρόστερς», ούτε και των αντικαταστάσεων στο παιχνίδι. Με έντεκα άρχιζες και μ’ αυτούς τελείωνες! Κι αν τραυματιζόταν κανείς, αλίμονό σου, συνέχιζες λειψός!
   Μπακ ήσαν ο Σταφυλίδης κι ο Κυριαζόπουλος κι από κει και πέρα θυμάμαι σκόρπια ονόματα. Όπως ο αγριωπός Νικολόπουλος, ο Νικολαϊδης, ο Γαζής, ο Παπαντωνίου, ο αποκαλούμενος «δάσκαλος», (προφανώς της μπάλας, αν και αργός παίκτης), με το λεπτό μουστακάκι και τη φινέτσα στην πάσα και, κυρίως, στην ντρίπλα, ο Πετσανάς, ο Σίμος, η «κουβαρίστρα» ο Χατζηνικολάου, ο σίφουνας Φυλακτός, ο Διαλετής, ο Σαλεμής, ο Τσιτούρας και λίγο αργότερα η μεγάλη μου συμπάθεια, ο Γιάννης Νεμπίδης. Με τον Γιαννάκη, έτσι τον φώναζαν όλοι, (γιά να πάρετε μιά ιδέα πως ζούσαν και πώς δούλευαν τότε οι ποδοσφαιριστές), συζητούσαμε επί ώρα γιά τον Παναθηναϊκό και τα παλιά, κάθε φορά που πήγαινα, επίτηδες, γιά παγωτό στο ζαχαροπλαστείου του «Τσίτα», στην Πανεπιστημίου και  αρχή της στοάς Νικολούδη, όπου δούλευε απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ! Εκεί με σερβίριζε παγωτό σε κούπα, που εκείνη την ώρα γέμιζε ανοιγοκλείνοντας το οριζόντιο καπάκι του ψυγείου και όπως το έτρωγα, στα όρθια, σχολιάζαμε την ποδοσφαιρική επικαιρότητα και, κυρίως, τα παλιά, σαν την εξής περιπέτεια που, το άκουσμά της, έκανε κάθε ακροατή της να ξεραίνεται στα γέλια.

   Κάποτε, σ’ εκείνα τα πέτρινα χρόνια, είχαμε πάει με τον Παναθηναϊκό να παίξουμε στη Λάρισα, φιλικό, με κάποια ντόπια ομάδα. "Τοξότης" ή κάπως αλλιώς λεγόταν. Δεν θυμάμαι ακριβώς, αλλά δεν έχει σημασία. Με ένα πράσινο λεωφορείο, όλη η αποστολή, από εκείνα τα άθλια υπεραστικά σαράβαλα με τη σκάλα πίσω, όπου σκαρφάλωνες και πόστιαζες διάφορα στην οροφή! Εκεί φορτώθηκαν σε μπόγους, όλα τα συμπράγκαλα της ομάδας. Ρούχα, παπούτσια, κ.λπ.
   Το ματς έγινε σε άθλιες τοπικές συνθήκες. Ένα ξέφραγο χωράφι, κατάλληλο μόνο γιά γεωργικές εργασίες, ήταν το γήπεδο και 11 δρεπανηφόρα άρματα, οι αντίπαλοι, οι οποίοι μας τάραξαν στις καλαμιές, τις κουτουλιές, τα σπρωξίματα, τις τρικλοποδιές και γενικώς σε ό,τι αντιαθλητικότερο κυκλοφορούσε τότε στην ποδοσφαιρική αγορά! Και γύρω-γύρω, ένα κοινό της εποχής γιά το οποίο η προσφώνηση «μπαστουνόβλαχος» ισοδυναμούσε με ύψιστο κοπλιμάν και τίτλο ευγενείας! Πολύ αμφιβάλλω αν ο αγώνας έληξε κανονικά, γιατί εκείνο που θυμάμαι είναι η γενική εφόρμηση του …«φίλαθλου» κοινού στον…αγωνιστικό χώρο, λίγο πριν το τέλος! Ο Παναθηναϊκός προηγούνταν με 2 – 1 κι όπως καταλαβαίνετε η κατάσταση δεν ήταν καθόλου ευχάριστη γιά όλους. Ούτε γιά τους βλάχους που την «έτρωγαν», ούτε και γιά μας που θα τις… τρώγαμε! Εφ’ ω και σαλπίστηκε άτακτη υποχώρηση.
   Ο πατέρας, συστηματικός συνοδός, χειροκροτητής, αλλά και πολύ προνοητικός φίλαθλος με τσουβάλιασε, εκ των πρώτων, στο λεωφορείο, γι’ αυτό και καθήμενος πίσω-πίσω, θυμάμαι, σαν τώρα, όταν το λεωφορείο ξεκίνησε άρον-άρον, με συνοδεία λιθοβολισμών, ώσπερ μοιχαλίδα στη Τζέντα, τον Νεμπίδη ημίγυμνο χωρίς φανέλα και ξυπόλητο, να τρέχει μ’ αγωνία και τρόμο να προλάβει το … σαράβαλο, πριν τον προλάβει το ντόπιο… ιππικό, (ένα σύννεφο από ποδήλατα), που μας καταδίωκε με αγνά «φίλαθλα» αισθήματα και άγριες διαθέσεις, και τον κάνει τ’ αλατιού και πιό μαύρο απ’ ό,τι ήταν. (Ήταν αρκετά μελαχρινός). Τελικά, με την ψυχή στο στόμα, πρόλαβε και πιάστηκε από τη σκάλα και σώθηκε! Πάντως το λεωφορείο, καλού-κακού, σταμάτησε στον … Τύρναβο! Εκεί έγινε η ανασυγκρότηση όλων κι ο Νεμπίδης μπήκε μέσα!

   Κι ένα τελευταίο γιά σήμερα. Τω καιρώ εκείνω και μερικά χρόνια πριν, στο γήπεδο του Παναθηναϊκού οι θέσεις των «επισήμων» ήσαν στην απέναντι εξέδρα, αυτή της οδού Τσόχα. Πέταλα δεν υπήρχαν και ίσως κι η εξέδρα της Αλεξάνδρας, η οποία ακόμη κι αν υπήρχε ήταν κάπως αλλιώς. Σε μιά επίπεδη πλατφόρμα τοποθετούσαν απλές καρέκλες ελεύθερα, οι οποίες προ του αγώνος ήσαν τακτοποιημένες μιά χαρά και με τη λήξη, ελληνοπρεπέστατα, φίρδην-μίγδην. Ο χώρος είχε ευχερή επικοινωνία με τον αγωνιστικό και, εννοείται, πρώτη και καλύτερη, μεταξύ των επισήμων, η κυρά Μάρσα Χιονίδου, η οποία ήταν πόλος έλξης γιά συζήτηση και πλάκα, καθώς μάλιστα μιλούσε σπαστά ελληνικά κι είχε γνώμη γιά τα πάντα. Γριά, καλοσυνάτη, παμπόνηρη και χοντρή, αλλά γεροδεμένη και κοτσονάτη, παρ’ όλο που κούτσαινε και περπατούσε πάντα με μπαστούνι, σεινάμενη-κουνάμενη. Τα μαλλιά της τα είχε μαζεμένα κότσο, τον οποίο δημιουργούσαν δύο στριφογυριστές πλεξούδες, ακριβώς σαν τις «θεούσες» της οργάνωσης του πατρός Αγγέλου, στη Ζωοδόχο Πηγή.
   Εγώ τότε, ήμουν «μασκότ» της ομάδας, δηλ. μεταξύ εκείνων των μπομπιρέων που έβγαιναν στο γήπεδο, πρώτοι και καλύτεροι, με μιά μπαλίτσα. Πίσω ο αρχηγός, μετά ο τερματοφύλακας με την κανονική μπάλα και μετά οι άλλοι, ένας-ένας, και τρέχαμε όλοι προς τη σέντρα κλωτσώντας και… αποθεούμενοι  -ζήτωωωωωω-  από τους φιλάθλους μας.
   ( Σημ. Γιά την υπόθεση «μασκότ» και τις σφαλιάρες που άρπαζα από εκείνο τον ομότιμο μπαγάσα του Ολυμπιακού -ποτέ δεν μίσησα άνθρωπο περισσότερο- θα μιλήσουμε αργότερα. Δυστυχώς ήταν 2-3 χρόνια μεγαλύτερος κι είχε και βαρύ χέρι, ο άτιμος!).
   Φυσικά παρακολουθούσα τους αγώνες από τον πάγκο. Με τον προπονητή, τον μασέρ κι ένα κακάσχημο φροντιστή που όλο έτρεχε, μ’ ένα κουβά νερό κι ένα σφουγγαρόπανο, όταν χρειάζονταν…. πρώτες βοήθειες!

   Το ματς της ιστορίας μας ήταν με τον Φωστήρα, τον «φονέα των γιγάντων» όπως τον αποκαλούσαν. Και δικαίως, αφού συνηθέστατα τις έβρεχε στους «μεγάλους».
   Σε κάποια φάση, ο σέντερ φορ του Φωστήρα, ένας πολύ καλός κι επικίνδυνος παίκτης, διεκδίκησε τη μπάλα στον αέρα με το Χιονίδη και καθώς ο Αλέκος του έριχνε ένα κεφάλι, (νομίζω πως τον Φωστηριώτη τον έλεγαν Γιαλαμπίδη, δεν είμαι σίγουρος), αυτός μεν χτύπησε την μπάλα, αλλά ο Φωστηριώτης τον κουτούλησε στο σαγόνι! Και πάρ’ τον κάτω το Χιονίδη. Τέζα και φαρδύς πλατύς! Τότε, ποιός είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε.
   - Ιίίίί, το παιντί!, βγάζει μιά τσιρίδα η κυρά Μάρσα, κι αμέσως κατεβαίνει βιαστική και κούτσα-κούτσα, μπαίνει στον αγωνιστικό χώρο χωρίς εμπόδιο, αφού όλοι ήξεραν ποιά είναι και θεώρησαν την ενέργεια ως ανησυχία γιά το γιό της. Πλησιάζοντας την ομήγυρη των παικτών που ήταν σκυμμένοι πάνω απ’ τον τραυματία, σηκώνει τη μπαστούνα και ….πλακώνει στις μαγκουριές τον άναυδο Γιαλαμπίδη, ο οποίος έτρεχε γύρω-γύρω να γλιτώσει, πριν το σκάσει οριστικά στ' αποδυτήρια!
   Στον μεγάλο και τραγελαφικό χαμό που ακολούθησε, οι μισοί προσπαθούσαν να ξελιποθυμήσουν τον Αλέκο κι οι υπόλοιποι να βγάλουν έξω, σηκωτή, τη μαινόμενη μάνα του, που ωρυόταν κι έβριζε στα ρώσικα! Με το γήπεδο, βεβαίως, να σπαρταράει στα γέλια.

   Αυτή την ιστορία, την οποία έζησα από κοντά και την οποία καταθέτω με κάθε ειλικρίνεια και κάθε λεπτομέρεια, απορώ πως δεν βρέθηκε κανείς δημοσιογράφος ή άλλος αυτόπτης μάρτυς να την γνωστοποιήσει ευρύτερα. Σίγουρα αρκετοί από τους θεατές της και θα ζουν και θα θυμούνται. Την θεωρώ, διαχρονικά, από τα πλέον αμίμητα «χάι λάιτς» του ελληνικού ποδοσφαίρου!



   Σταματώ εδώ αλλά μου άνοιξε η όρεξη και μάλλον… θα συνεχίσω! Με ενσταντανέ, μαρτυρίες κι ονόματα της παλιάς, καλής εποχής.



Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Τα κάλαντα των (αλλαγμένων) Φώτων.



              

ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ (ΑΛΛΑΓΜΕΝΩΝ) ΦΩΤΩΝ


    -Σήμερα τα σκότη
    κι ο σκοταδισμός.
    Και λύπη μεγάλη
    κι ο πεσιμισμός.

   -Ο κοσμάκης όλος
   που παραμιλά,
   πένεται, πεινάει
   και παρακαλά.

  -Κάτω από την μπότα
  την τροϊκανή,
  πάει στην Εφορία,
  τσούζει και πονεί.

   -Όλα του τα παίρνει,
  συστηματικά,
  θέλει και δε θέλει,
  πέφτ’ ηρωικά.

  -Φόροι και χαράτσια
  κι ό,τι σχετικό,
  φέρ’ τα φουκαρά μου
  στο «αφεντικό»!

  -Άντε και να δούμε
  τούτο το βιολί,
  πού θα καταλήξει
  και τι θα γενεί.

  -Μάλλον όπως πάμε
  με τη συνταγή,
  «τρώ’ η φακή το λάδι, ή
  το λάδι τη φακή»;

  -Έτσι αντί τον Αϊ
  Γιάννη Βαπτιστή,
  θα γιορτάζουμ’ όλοι
  Γιάννη Νηστευτή.

  -Και σκελετωμένοι
  φωσφορίζοντας,
  θα’ χει φως το τούνελ
  κι ο ορίζοντας!

  -Παπακωνσταντίνου,
  κάνει το χαζό,
  και τον βλέπω μέσα
  με τον Τσοχαντζό.

  -Θα ’χουνε παρέα
  στον Κορυδαλλό,
  πρέφα, κολιτσίνα,
  κι Αραβαντινό.

  -Βίκη και Μαρίνα,
  μιά θερμή αγκαλιά
  κι απ' τα μεγαλεία,
  τώρα στα κελιά.

  -Κι ενώ λίγοι «τρώνε»
  όλων τον ιδρώ-,
  εμάς απ’ την πείνα
  βρώμισαν τα χνώ-

  -Ζούμε γιά το «δούναι»,
  μόνος ρόλος μας,
  ό,τι αρπάξει ο Taxis
  κι ό,τι ο…. «στόλος» μας!


Άντε και του χρόνου!

   Ελπίζοντας κι ευχόμενοι πως σ’ ένα χρόνο, (αν βέβαια την βγάλουμε μέχρι τότε καθαρή και καταφέρουμε να επιβιώσουμε), θα μπορέσουμε να ψάλλουμε πιό αισιόδοξα και πιό πανηγυρικά κάλαντα, αφού προς το παρόν είμαστε μόνο ένα βήμα πριν απ’ το… «σάλτο» και, γενικώς, γιά τα πανηγύρια. (Καπέλο Ναπολέοντα αναζητείται γιά… την ολοκλήρωση!)
   Και ας μην ξεχνάμε πως από τα 8848 μέτρα του Έβερεστ, τα τελευταία 48 είναι τα πιό ζόρικα και τα πιό κοπιαστικά.

   Συνέλληνες, αγάντα και «καλό κουράγιο»!






Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Παιδικές αναμνήσεις.





         

Παιδικές αναμνήσεις  (V)

   Θα ήθελα να κλείσω τον κύκλο των αναμνήσεων γύρω από την Παιδική Χαρά του Αγ. Κωνσταντίνου, με κάποιες προσωπικές σκέψεις και απόψεις, παγιωμένες μέσα μου από εκείνα,  τα  πρώτα  διδάγματα  που  πήρα  απ’  αυτήν  και  τα οποία  με  σημάδεψαν  καίρια  και γαλβάνισαν ένα κομμάτι, το μεγαλύτερο, του χαρακτήρα και της ψυχής μου.
   Κατ’ αρχήν μου εμπέδωσε την έμφυτη ροπή γιά την άθληση και τον αθλητισμό,  στην οποία έδωσε βήμα και ερεθίσματα γιά μετατροπή τους από έρωτα σε πραγματική αγάπη, προσφέροντάς μου το πρώτο πεδίον άσκησης και «εξαργύρωσης» αυτής της αγάπης. Και μάλιστα με πλήρη αποσύνδεση από κάθε έννοια υλικού συμφέροντος ή κάποιου άλλου ανταλλάγματος, πλην αυτής-καθαυτής της γεύσης της νίκης. Αγώνας γιά… τη νίκη και μόνο! Αυτό, δηλαδή, που αποτελεί την πεμπτουσία του όρου «άμιλλα». Με έκανε να συνδέσω τα σπορ, ακριβώς με την πλατειά ερμηνεία του όρου αυτού. Δηλαδή το… σπορ! Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που ό,τι καταπιάστηκα, στην συνέχεια, στη ζωή μου εκυριαρχείτο απ’ αυτή την άποψη και πάντα το αντιμετώπιζα έτσι! Ίσως γιατί αγάπησα πολύ ό,τι έκανα!

   Τιμώ απεριόριστα τον όρο χόμπι και θεωρώ τους χομπίστες καλύτερους κι αποτελεσματικότερους σ’ αυτό που ασχολούνται, από τους λεγόμενους επαγγελματίες και πιστεύω ακράδαντα πως τα δημιουργήματα της χομπίστικης απασχόλησης είναι πολύ καλύτερα από εκείνα της λεγόμενης «επαγγελματικής». Εννοείται μέσα στα όρια και τις δυνατότητες ενός εκάστου. Κι αυτό γιατί το χόμπι προϋποθέτει αγάπη στην γνώση, επιμονή στην έρευνα και μεράκι κι υπομονή στην εκτέλεση, ενώ ο επαγγελματισμός εμπεριέχει την καταπίεση, την ανάγκη της παραγωγής, την αναγκαιότητα του χαμηλότερου κόστους και, τέλος, την σκοπιμότητα του βιοπορισμού.

   Ακόμη, μου έμαθε να τιμώ τα σύμβολα και τις ιδέες. Δεν με συγκαταλέγω, επ’ ουδενί, μεταξύ αυτών που οι λούμπεν κουλτουριαρέοι προοδευτικάριοι αποκαλούν σκωπτικά «ελληναράδες», (με κατ’ ευθείαν λογική επαγωγή κι αντιστοιχία στο «τουρκαράδες», «αμερικαναράδες», «ιταλαράδες», ή «ανγκολαράδες»(!), κ.ο.κ.). Τα πολλά ταξίδια, που γιά ειδικούς λόγους έκανα ανά την υφήλιο, και η επαφή μου με κάθε καρυδιάς καρύδι και κάθε λογής ράτσα, «πετσί» και νοοτροπία, ξέπλυναν όλα τα ίχνη σωβινισμού, που ενδεχομένως να υπήρχαν ανεξιχνίαστα και καταπλακωμένα στο DNA μου. Και παντού έγινα αποδεκτός σαν «εγώ», σαν άτομο κι όχι σαν εθνικότητα, σαν Έλληνας.
   Όμως, όταν το σούρουπο το σφύριγμα της κυρίας Τζούλιας σήμαινε το κλείσιμο του Κέντρου, η ακολουθούμενη διαδικασία με χάραξε βαθιά και ανεξίτηλα.

   Όλοι, ανεξαιρέτως όλοι, μικροί-μεγάλοι, άντρες-γυναίκες-παιδιά, μαζευόμαστε με σπουδή γύρω από τον ψηλό ιστό της ελληνικής σημαίας που κυμάτιζε ψηλά όλη την ημέρα στην πάνω άκρη του Κέντρου. Αμίλητοι, ακίνητοι και σε στάση προσοχής όλοι, ακούγαμε το αργό και μελαγχολικό σάλπισμα, (συνήθως το έκανε ο Αχιλλέας Νταϊδήμος, μακαρίτης τώρα), που συνόδευε την υποστολής της σημαίας. Σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας δεν έβγαινε άχνα από κανένα και δεν ακουγόταν κιχ ! Εκτός κι αν κάποιο θορυβώδες τραμ, της γραμμής 11, έσπαγε βέβηλα την κατάνυξη της στιγμής με το κροτάλισμά του. Και όταν η σημαία, κατεβασμένη και καλοδιπλωμένη, πήγαινε γι’ ανάπαυση στο γραφείο, τότε μόνο όλος ο κόσμος τράβαγε γιά την έξοδο και το σπίτι.
   Δεν ξέρω πώς και γιατί, (η ηλικία τότε δεν επέτρεπε λογικούς συνειρμούς παρά μόνο ενστικτώδεις αντιδράσεις και παρορμήσεις), αλλά η εικόνα της σημαίας, συνδεδεμένη με τη μελαγχολία της σάλπιγγας με διακατείχε και με περιέβαλλε, σαν αόρατο δίχτυ, γιά αρκετή ώρα μετά.
  
   Τελικά, αυτές οι στιγμές διαμόρφωσαν μέσα μου ένα μεγάλο κομμάτι από το συστατικό της εθνικής και ατομικής μου ταυτότητος. Αυτοτελές, αυθύπαρκτο και εντελώς απαλλαγμένο από περηφάνιες ή καταφρόνιες, συμπλέγματα ή καπηλείες. Χωρίς κομπορρημοσύνες και φανφάρες περί των «αρχαίων ημών προγόνων» αλλά και χωρίς ενοχές κακών σύγχρονων πολιτικών, (και με η και με οι). Υπεύθυνος μόνο γιά τις δικές μου σκέψεις και πράξεις. Είμαι αυτός, καλώς ή κακώς, και είμαι διαμορφωμένος έτσι.
   Βασικά αυτοπροσδιορίζομαι ως πολίτης της Γης, αλλά επειδή γεννήθηκα σ’ αυτήν την ευλογημένη γωνιά της που λέγεται Ελλάδα, πολιτογραφούμαι Έλληνας και έχω αυτό το εθνικό σύμβολο. Τόσο απλά!
   Τα όποια «πιστοποιητικά» και το ειδικό μου βάρος τα δημιουργώ μόνος, με τη συμπεριφορά, τις ικανότητες και το δικό μου «αποτύπωμα».  Δεν τα κλέβω, ούτε τα δανείζομαι απ’ το όποιο παρελθόν και τους όποιους προγόνους. Και αυτό εκεί το κομμάτι πανί, που ανεμίζει σ’ ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, ανεμίζει και στην ψυχή μου. Είναι η σημαία μου, (προσωπικά θα την προτιμούσα στην παλιά της μορφή, την λεγόμενη «της ξηράς»), που με εκφράζει, με συμβολίζει, με χαρακτηρίζει, με τιμά και την τιμώ! Και τη σέβομαι απεριόριστα, ευλαβούμενος αυτούς που θυσίασαν και θυσιάστηκαν γι’ αυτήν!

   Είδατε τι μπορεί να «χτίσει» ένα Κέντρο Νεότητος, σε μιά δύσκολη αλλά πραγματικά καλή, παλιά εποχή;


   Αύριο έχει… κάλαντα! Τα τελευταία γιά φέτος. (Να είστε όλοι εδώ!).

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

Παιδικές αναμνήσεις.




                        Παιδικές αναμνήσεις  (ΙV)




   Εξαιρουμένης της κατοχικής περιόδου, όπου  δεν μπορώ να πω τίποτε, αφού κάπου μέσα στη διάρκειά της ήρθα στο φως, τα τελευταία, κυρίως, χρόνια του Εμφυλίου, τα θυμάμαι πολύ καλά. Πέραν των διαφόρων οικογενειακών εμπλοκών σ’ αυτόν, οι οποίες τότε πέρναγαν μάλλον ξώφαλτσα από τα παιδικά μου μάτια, εκείνο που με σημάδεψε έντονα ήταν η διάχυτη μεγάλη φτώχεια και ανέχεια. Μιά κατάσταση της οποίας το μέγεθος έγινε αντιληπτό όταν η χώρα άρχισε να σουλουπώνεται κάπως και η σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν έφερνε στην επιφάνεια θαυμασμό και απορία. Θαυμασμό γιά την συντελεσθείσα πρόοδο κι απορία γιά το πρότερο χάλι. (Κάτι που θα νοιώσουν κι οι γενιές του μέλλοντος, αφού είναι γνωστό πως οι καιροί αναπλάθουν αλλήλους).
   - Βρε, πώς ζούσαμε αλήθεια, τότε! Πώς μπορέσαμε;
   Σ’ αυτό το ρητορικό και φιλοσοφικό ερώτημα την απάντηση την έδωσε η ίδια η ζωή και η πραγματικότητα. Σ’ εμάς τα παιδιά όμως, όλα τα προβλήματα της εποχής, κυρίως αυτό της επιβίωσης, δεν μας άγγιζαν. Κουτσά-στραβά κάτι μασουλάγαμε και η μόνη έννοια μας ήταν το… παιχνίδι.
   Αρκετά παιχνίδια δεν απαιτούσαν κανένα απολύτως υλικό, πέρα από τα φυσικά, (χώμα, νερό, ξύλα, φωτιά), και βέβαια τη δική μας όρεξη, διάθεση και ζωντάνια. Όλα ουσιώδη και σε υπερεπάρκεια. Μεταξύ άλλων, κυνηγητό, κρυφτό, κλέφτες κι αστυνόμοι κι εκείνο το κρύο «περνάει, περνάει η μέλισσα», που μου αναποδογύριζε τ’ άντερα αφού το θεωρούσα εντελώς… κοριτσίστικο, και διάφορα τέτοια. Μετά βγήκαν …στη πιάτσα οι βώλοι και οι γκαζές. Οι βώλοι ήσαν χωμάτινα σφαιρίδια, μονόχρωμα και εντελώς κακότεχνα κατασκευασμένα, αφού ήσαν χειροποίητοι και φτιαγμένοι ένας-ένας. Μεγάλα τους μειονεκτήματα ότι έσπαγαν εύκολα στο παιχνίδι, ξέβαφαν και έλιωναν στο νερό. Οι γκαζές ήσαν γυάλινες, ολοστρόγγυλες πολύχρωμες, παρδαλές και σε διάφορα μεγέθη. Θαύμα ιδέσθαι! Πού και πού, έσκαγαν μύτη και κάτι μεγάλες άσπρες πέτρινες μπίλιες που τις λέγαμε «γαλατάδες».
  
   Στην αρχή, μέχρι η αυξανόμενη οικονομική …ευμάρεια να βγάλει εντελώς από την παιδική… αγορά τους βώλους, αυτοί είχαν και διαπραγματευτική αξία στο παιδικό ..χρηματιστήριο παιχνιδιών. Μία γκαζά ίσον με 10,15,20 βώλους, αναλόγως την προσφορά και τη ζήτηση! Τα παιχνίδια με βώλους και γκαζές είχαν πάντοτε διεκδικητικό χαρακτήρα. Αυτοί που κέρδιζαν έπαιρναν τους βώλους των χαμένων.
   Τα παιχνίδια που είχαν αναπτυχθεί ήσαν πολλά. Κυνηγητό, όπου ο ένας προσπαθούσε να χτυπήσει τη γκαζά του άλλου, οπότε την έπαιρνε, ρίξιμο της μπίλιας προς ένα τοίχο, οπότε όποιου έφτανε πλησιέστερα κέρδιζε και μάζευε τις υπόλοιπες. Εκεί συνηθέστατα γινόταν χαμός με αμφισβητήσεις, κλεψίματα, μετρήματα και μπόλικη κακοπιστία με φωνές, καυγάδες, σφαλιάρες και στο τέλος… κλάματα!
   Το πιό διαδεδομένο παιχνίδι με τα γκαζάκια ήταν το τρίγωνο. Χαράζαμε στο χώμα, με μια μεγάλη πρόκα ένα τρίγωνο και μέσα κάθε παίκτης έβαζε από 1,2,3, ανάλογα, γκαζές. Μετά, αρχίζοντας από κάποια απόσταση και με κάπως κληρωμένη σειρά, προσπαθούσαμε με μιά μπίλια, χαρακτηριστική του κάθε παίκτη, να σημαδέψουμε και χτυπήσουμε τις εντός του τριγώνου. Όποια ή όποιες έβγαιναν απ’ αυτό τις κέρδιζε ο αντίστοιχος παίχτης. Οι … εκτοξεύσεις της γκαζάς εγένοντο με ειδική τεχνική στη σκόπευση κι εκτέλεση. Τα χέρι κλειστό σε χαλαρή γροθιά ακουμπισμένο στο έδαφος, η γκαζά μέσα, σημάδι και τίναγμα της μπίλιας προς το στόχο με το νύχι του μεγάλου δακτύλου! Το παιχνίδι αυτό, που χαρακτήρισε ολόκληρη εποχή είχε αναδείξει φίρμες και φίρμες που τις έτρεμαν οι συνοικίες. Κάτι αντίστοιχο με τους πιστολέρος των σπαγέτι-γουέστερν και των διαφόρων «Νικ Ντάντολος» των καζίνων! Κάποιοι μάλιστα έπρεπε να φτάσουν μέχρι Θησείο μεριά γιά να μπορέσουν να παίξουν, αφού στις εγγύς γειτονιές δεν τους έπαιζαν! Μέχρι να τους πάρουν χαμπάρι τι τζιμάνια είναι και τους βγάλουν, κι εκεί, «απαγορευτικό».
   Την γκαζά με την οποία σημαδεύαμε, θες από πρόληψη, γούρι και τέτοια, θες από συνήθεια την φυλάγαμε ως κόρην οφθαλμού και παίζαμε πάντα κι αποκλειστικά μ’ αυτήν! Όπως οι καουμπόηδες είχαν το πιστόλι τους, οι καλουπατζήδες το σκεπάρνι τους κι οι χτίστες το μυστρί τους, είχαμε κι εμείς την γκαζά μας, ως σήμα κατατεθέν!


   Άλλο χαρακτηριστικό και άνευ κόστους παιχνίδι ήταν το ξυλίκι. Ένα, κατά βάση κοντό αλλά χοντρούτσικο παραλληλεπίπεδο κομμάτι ξύλο του οποίου τα άκρα τα πελεκούσαμε, γύρω-γύρω, ομοιόμορφα, έτσι ώστε όταν βρισκόταν στη γη, αυτά να μην την αγγίζουν. Αυτό ήταν το «ξυλίκι». Έτσι, λοιπόν, όταν χτύπαγες δυνατά και κάθετα το ξυλίκι, με κάποια φαρδιά σανίδα, αυτό χοροπήδαγε μέχρι εκεί πάνω. Όπως ακριβώς αντιδρούσε κάποιος που τον πάταγε, αιφνιδίως και κατά λάθος, μιά κυρία με μυτερό τακούνι, μέσα στο τραμ σε ώρα συνωστισμού. Ή σαν εκείνον που διάβαζε εμβριθώς και προσηλωμένος την εφημερίδα του στο παγκάκι της πλατείας και συ πήγαινες, σιγά-σιγά κι αθόρυβα, πίσω του και του έκανες «μπουουου»!
   (Σημ. Το τελευταίο ήταν από τις πλέον αγαπημένες μου ασχολίες, αφού το λεπτεπίλεπτο και καλογυμνασμένο κορμί μου και οι επιδόσεις του στους δρόμους ταχύτητος το επέτρεπαν. Εξ άλλου αποτελούσε έναν θαυμάσιο και πρωτότυπο τρόπο…προπόνησης, ιδίως όταν οι συνθήκες, π.χ. Κυριακές, αργίες, κ.λπ., κρατούσαν την Παιδική Χαρά κλειστή και αποσυντόνιζαν την συνήθη καθημερινή αθλητική μας διαδικασία).
   Καθώς λοιπόν, επανερχόμενος στο παιχνίδι, το ξυλίκι χοροπηδούσε στον αέρα, ώσπερ να το τσίμπησε «τζόρτζινας», του έριχνες μιά γερή με τη σανίδα κι αυτό πετιόταν όσο μακριά επέτρεπαν τα «ποντίκια» του μπράτσου σου και το επιτυχημένο σημάδεμα! Ένα θαυμάσιο κι ελληνοπρεπές παιχνίδι, η ελληνική απάντηση στο κρυόμπλαστρο αμερικανικό μπέιζ μπωλ, που ποτέ μου δεν αξιώθηκα να μάθω τους κανόνες και το νόημά του!


   Με το πέρασμα του χρόνου μπήκαν στη ζωή μας οι σβούρες, με το πέταλο στην άκρη ή το καρφί, γιά τους πιό προχωρημένους και πιό «τσίφτες» του … σπορ, αφού οι δεύτερες απαιτούσαν μεγαλύτερη μαεστρία και δύναμη στο τίναγμα του χεριού. Είχαν όμως πολύ εντυπωσιακότερο στριφογύρισμα, αφού έκαναν πολύ ωραία τσαλίμια καρφωμένες στο έδαφος, (απαραιτήτως σκληρό δάπεδο, όχι χώμα), σαν Ινδές χορεύτριες του Μπόλυγουντ!
   Συγχρόνως έκαναν την εμφάνισή τους και τα πατίνια! Ω΄, Θεέ μου, τι θαύμα ήταν αυτό! Οποία ωραιότης στην εμφάνιση, τι πλούτος στην διακόσμηση και τι φαντασία στην ποικιλία! Ο βασιλιάς των παιχνιδιών, ο απόλυτος άρχοντας, ο κυρίαρχος της ευθύγραμμης οδού Κίμωνος! Το πατίνι! (Άλλωστε, αφού η ζωή μας όλη, τότε, ήταν ένα μεγάλο και συνεχές πατίνι, τι το πιό φυσικό!).
   Δυστυχώς η έμφυτη δειλία της μάνας δεν μου επέτρεψε ν’ ασχοληθώ επισταμένως μ’ αυτό το εξαίσιο και πολύ ενδιαφέρον, προμηχανοκίνητο άθλημα, στο οποίο δεν είχα καμία αμφιβολία πώς θα διέπρεπα. Κάτι ψιλοκατάγματα, κάτι γύψοι και κάτι επίδεσμοι μερικών αληταρέων φίλων μου την έκαναν να ασκεί ένα συνεχές και μονότονο βέτο σε κάθε δική μου απόπειρα κατασκευής ή απόκτησης πατινιού.
   -Μα, καλέ μαμά…
   -Σκασμός και καλάμια! Δεν θέλω μα και ξεμά!
   -Μα θα προσέχω πολύ…
   -Ναι, το ίδιο έλεγε στη κυρ Ασπασία, απέναντι, ο Χριστάκης της και τον βλέπεις τώρα με τις πατερίτσες; Πατίνι, τέρμα! Ξέχνα το. Άλλωστε αν κτυπήσεις, πώς θα παίζεις μπάλα; Μπορεί και να μην ξαναπαίξεις ποτέ σου, έτσι και χτυπήσεις σοβαρά.
   Το τελευταίο, αμάχητο επιχείρημα με έπεισε εντελώς και με κατέταξε, οριστικά, σ’ αυτούς που, όρθιοι στα πεζοδρόμια, έβλεπαν …. «τα πατίνια να περνούν»! Κατέβαιναν, σίφουνες πραγματικοί, από τον Αϊ Γιώργη προς το Τέρμα του Μαυρομάτη, στην πίστα της Κίμωνος με τα ρουλεμάν-ρόδες να κάνουν δαιμονισμένο θόρυβο, ίδιο με τις σημερινές Λότους και Μακ Λάρεν, στους καθημερινούς τους αγώνες και να προκαλούν ρίγη συγκινήσεως και κραυγές ενθουσιασμού, καθώς περνούσαν αστραπιαία από μπροστά μας!
   Ανάμεσα στους έκθαμβους θεατές, (εμάς τους χέστες, δηλαδή), περιλαμβανόταν κι ένας σημερινός μεγαλοεπιχειρηματίας, ζάπλουτος, τον οποίο θυμάμαι με κοντά παντελονάκια κι ένα δίχτυ στο χέρι -γιά τα ψώνια της μάνας του- να παρακολουθεί κι αυτός, σοβαρός-σοβαρός, τις πατινοδρομίες, από το πεζοδρόμιο στη στάση του Κρίθαρη! Όνομα δεν αναφέρω γιά προφανείς λόγους, όμως η επιχειρηματική του δραστηριότητα καλύπτει ευρύτατο φάσμα. Από τράπεζες, ασφάλειες, μέχρι αθλητισμό!
   Αρκετά αργότερα, μιά ψευδαίσθηση της συγκίνησης του πατινιού μου έδωσε ένα ξενέρωτο κατασκεύασμα του εμπορίου, μεταλλικό και με λαστιχένιες ρόδες. Αηδίες και ξεράσματα. Γοητεία, αίσθημα και σασπένς, μηδέν! Σύντομα το βαρέθηκα και το πέταξα.


   Μπαίνοντας γιά τα καλά στην δεκαετία του ’50, άρχισα να βλέπω να κυκλοφορούν και πραγματικά παιχνίδια. Ωραία μεταλλικά παιχνίδια που δεν είχαν καμία ποιοτική σχέση με τη σημερινή πλαστικαδούρα της ευτελείας της χυδαιότητας και της κακογουστιάς. Ο Τσοκάς, στην οδό Αιόλου, υπήρξε ο πρύτανης του αθηναϊκού παιχνιδιού, λόγω μεγέθους καταστήματος, πλήθους, είδους και ποιότητος του εμπορεύματος, αλλά και κάμποσα μικρομάγαζα, που φύτρωσαν διάσπαρτα εδώ κι εκεί, κέντριζαν το ενδιαφέρον και τη φαντασία των μικρών, προκαλώντας τη δυσφορία και το σιχτίρισμα των μεγάλων, αφού το ενοχλητικό κλαψούρισμα κι η γκρίνια των νεαρών βλαστών απειλούσε με καταστρεπτικές συνέπειες τις γλίσχρες αποδοχές, τον αναιμικό οικογενειακό προϋπολογισμό και τις μισοάδειες τσέπες τους.
   - Μην τα βλέπετε αυτά, είναι…. κακά πράματα! Η συνήθης προτροπή και η μάταιη προσπάθεια αποτροπής των παιδικών βλεμμάτων και της ανικανοποίητης λαχτάρας.


   Ο δικός μου ονειρικός παράδεισος βρισκόταν σ’ ένα μικρό ημιυπόγειο, στην αρχή της Ιπποκράτους, ανεβαίνοντας δεξιά, και γωνία με την Ακαδημίας. Εκεί, στο μέγαρο Βερναρδάκη, όπου τα υπόγειά του είχαν μετατραπεί σε ημιυπόγεια καταστήματα με ανεξάρτητη είσοδο το καθένα, στη γωνία ήταν το παπουτσίδικο του Ροζάνη, ενός κλασσικού και αυθεντικού βαρύμαγκα της εποχής, που έπαιρνε στο κυνήγι με μιά χοντρή μαγκούρα όποιον εφοριακό τολμούσε να κατέβει τα σκαλιά του μαγαζιού του.
   - Τι θες εδώ μωρή… μπαλαρίνα; Όξω π…τη απ’ το μαγαζί μου! Και τον έτρεχε με συνοδευτικά γαμωσταυρίδια μέχρι κάτω, την πλατεία Κάνιγγος, σκορπώντας ιλαρότητα κι επιδοκιμασίες σε όλο το κέντρο της Αθήνας.
   Δίπλα, επί της Ακαδημίας, ήταν το βιβλιοπωλείο του πατέρα και μετά το βενζινάδικο του Τάσου Αναστασόπουλου, ενός παμπόνηρου γυναικά, (μεταξύ μας, όλοι εκεί στην παρέα της Ιπποκράτους ήταν γυναικάδες), από τον οποίο θυμάμαι πάμπολλες ευτράπελες ιστορίες. Η πιό χαρακτηριστική όμως αφορούσε τον αδελφό του τον Μιχάλη. Έναν ταξιτζή, αδικοχαμένο σε μιά ηρωική πράξη, (έσωσε από πνιγμό κάποιον -άντρα, γυναίκα ή παιδί, δεν θυμάμαι ακριβώς- αλλά πνίγηκε ο ίδιος), γιά την οποία τιμήθηκε μετά θάνατον από την Ακαδημία Αθηνών.
   Από αυτόν τον Μιχάλη, κλασσικό ταξιτζή της εποχής, μουστακάκι, μαγκιά, πλάκα κι έξω καρδιά, θυμάμαι μιά ιστορία που διηγιόταν κάποτε σε όλη την ομήγυρη της Ιπποκράτους, καθώς του έβαζε βενζίνη ο αδελφός του.
   -Πήρα, που λέτε τις προάλλες κούρσα, μπροστά από το «Ακροπόλ», τη Σπεράντζα Βρανά. Κάπου στο δρόμο με έκλεισε ένας φλώρος και ψιλοαρπαχτήκαμε. Κάτι μου είπε και μου την έδωσε. Ίσα ρε, του λέω, μη σου ντρεσάρω κυδώνι στη μάπα και κατεβάσεις δυό βάζα γλυκό!
   -Αχ΄, τρέλα! πετάχτηκε από το πίσω κάθισμα η Σπεράντζα. Σωφέρ σταμάτα γρήγορα! Μολύβι και χαρτί. Αυτό θα το γράψω γιά το θέατρο!
   Αν αυτή η ατάκα «παίχτηκε» ποτέ σε κάποια επιθεώρηση δεν το γνωρίζω. Τότε, μόνο απ’ έξω περνούσα από τα θέατρα.


   Επί της Ιπποκράτους, τώρα, υπήρχε η κεντρική είσοδος του επιβλητικού νεοκλασσικού των Βερναρδάκηδων, που στέγαζε εκτός από μιά πολύ ενδιαφέρουσα βιβλιοθήκη, πανάκριβες αντίκες, βαριές κουρτίνες και αρκετούς σπάνιους πίνακες, μεταξύ των οποίων και μερικοί εκπληκτικοί Βολονάκηδες. Μαζί με όλα αυτά στέγαζε και πολλή σκοτεινιά, πολύ κλεισούρα, πολύ μούχλα κι ένα τσούρμο γερούνδια με επικεφαλής τον κάποτε σπουδαίο λόγιο Βερναρδάκη, αλλά όπως τον θυμάμαι εγώ, έναν εντελώς «γκαγκά» γεράκο, σε κατάσταση πλήρους αποσύνθεσης. Περιστοιχιζόταν από μερικές αδελφές, επίσης υπερήλικες και όλες γεροντοκόρες.
   Το πρώτο και μεγαλύτερο από τα λάθη της ζωής μου ήταν η άρνησή, σε σχετική κι επίμονη πρόταση της μικρότερης, της Μέλπως, να με… υιοθετήσει! Έχοντας χάσει πρόσφατα τους γονείς μου και κρατώντας το μαγαζί σχεδόν μόνος, σπουδάζοντας παράλληλα στο Βαρβάκειο, της προκαλούσα τον οίκτο και τη συμπόνια και κάθε φορά που της ανέβαζα το νοίκι μου το ζήταγε φορτικά.
   - Έλα βρε παιδάκι μου να σε υιοθετήσω!
   Αυτό τον οίκτο και την βλακώδη περηφάνεια της ανώριμης ηλικίας την πλήρωσα πολύ ακριβά. Στο τέλος βαρέθηκε και υιοθέτησε έναν παμπόνηρο υδραυλικό στον οποίο νοίκιαζε το κάτω μέρος της σκάλας γιά να στεγάζει τους κάβουρες, τα καυτήρια και τους κουρμπαδώρους του και ο οποίος, από τη μιά μέρα στην άλλη, όταν πέθανε η Μέλπω κι όλες οι άλλες, βρέθηκε από λιγούρης, άρχοντας! Βεβαίως, γιά την απόφαση εκείνη, το ανόητο εκείνο προσωπικό μου «…il gran rifiuto», πολλά βράδια έκλαψα μετανοιωμένος. Πλην όμως, «ουκ έστι μετάνοια εν Άδη».
  
   Δίπλα στην είσοδο του σπιτιού, προς τα επάνω, υπήρχε ένα πολύ μικρό μαγαζάκι που γιά μένα φάνταζε σαν την μαγική κρυψώνα του Αλή Μπαμπά! Ένας σωρός παιχνίδια, μικρά μεγάλα, πολύχρωμα, κουρντιστά, τόπια κι ό,τι ποθούσε η ψυχή ενός μικρού και στερημένου παιδιού ήταν αραδιασμένα, δίπλα-δίπλα, στον μικρό χώρο.
Κάθε φορά που βρισκόμουν στο βιβλιοπωλείο, όλο κι εύρισκα πρόφαση να στρίψω στη γωνία, να κατέβω τη μικρή σκάλα και να βουτήξω στο... όνειρο. Ένα όνειρο που δεν πρόλαβε ποτέ να πραγματοποιηθεί, μένοντας πάντα άπιαστο. Όπως άλλωστε κι όλα μας τα όνειρα... πλήν σπανίων περιπτώσεων των λίγων τυχερών. Και όλοι ήξεραν που να μ' αναζητήσουν και που θα με βρουν.






Αρκετά γιά σήμερα. Όμως μου άνοιξε η όρεξη και η…μνήμη και μάλλον θα συνεχίσω στο ίδιο βιολί.

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Παιδικές αναμνήσεις.


  
 Χ Ρ Ο Ν Ι Α  Κ Α Λ Α  Κ Α Ι  Μ Ε  Υ Γ Ε Ι Α                    


(σας εύχεται ο μικρός Αλέξης και τα 6 αδελφάκια του)
                       
                    Παιδικές αναμνήσεις (ΙΙΙ)

   Η «Παιδική Χαρά» του Αγ. Κωνσταντίνου, της Λένορμαν, υπήρξε γιά πάρα πολλά χρόνια το αρχικό και μητρικό κύτταρο κάθε αθλητικής, και όχι μόνο, δραστηριότητος. Από το Μεταξουργείο μέχρι την Κολοκυνθού και από το Λόφο του Στρέφη μέχρι τον Βοτανικό, όλοι η «μαρίδα» εύρισκε ένα καταφύγιο παιχνιδιού και αθλοπαιδιών. Και μαζί μιά ζεστή και φιλόξενη αγκαλιά, σε εποχή που οι σημερινοί κίνδυνοι γιά την νεολαία ήσαν, σχεδόν, ανύπαρκτοι έως αμελητέοι.
   Ναρκωτικά άγνωστα και κάτι σποραδικά εμφανιζόμενοι παιδεραστές, που περνούσαν σχετικά απαρατήρητοι και μάλλον ακίνδυνα. Ενδεικτικά θυμάμαι τον κυρ Γιώργη, τον εφοριακό στην πόρτα του κινηματογράφου «Αρμονία», ο οποίος κάθε Κυριακή πρωί είχε παράσταση με κάποιο, «κατάλληλο γιά ανηλίκους», έργο και τιγκάριζε από θορυβώδες πιτσιρικομάνι. Χαμός! Ο κυρ Γιώργης λοιπόν καλύτερή του, με το τικ στο μάτι, (ρε παιδί μου σύμπτωση, σχεδόν όλοι οι παιδεραστές έχουν τικ στο μάτι!), Κυριακή πρωί-πρωί πρώτος στην πόρτα! Όταν έβλεπε κανένα στρουμπουλό αγοράκι, από τα λεφούσια που συνέρεαν, αφού του έκοβε το εισιτήριο, του έπιανε απαλά τον πωπό και του ευχόταν:
   - Άντε μικρέ, καλή διασκέδαση!
   Εδώ κρίνω σκόπιμο να διευκρινίσω πως μέχρι τα 20 ήμουν πετσί και κόκαλο! (Όχι τίποτε άλλο, γιά να ξέρουμε τι λέμε, δηλαδή!).
   Και μιά και μιλάμε γιά τέτοιους τύπους αξίζει να αναφέρω και το εξής. Έξω από το γήπεδο του Σπόρτινγκ, στα Κάτω Πατήσια, ήταν στημένος χρόνια ένας γεράκος πασατεμπάς. Μέλος κι εγώ της ομάδος μπάσκετ του Βαρβακείου, παίζαμε κάποτε εκεί με την αντίστοιχη του Η΄ Γυμνασίου. Μαζί με τους παίκτες είχαν έρθει να παρακολουθήσουν το ματς και κάποιοι φίλοι και συμμαθητές, μεταξύ των οποίων και ένας πολύ… παχουλός, στα όρια του «χοντρομπαλάς», ο οποίος συνεχώς πάντα κάτι θα μασούλαγε. Πιθανότατα, ακόμη και στον ύπνο του! Λίγο πριν τη πόρτα του γηπέδου, ο χοντρός αγόρασε… πασατέμπο κι ο πονηρός γέρος, που βλέποντάς τον άστραψε τα μάτι του, (αυτό με το τικ), όταν του δίνει τη σακούλα του χουφτώνει και τον πισινό, λέγοντας με μιά βαθιά και ψιλή φωνή, σαν εγγαστρίμυθος:
   -Τι ωραία μαγουλάκια που έχεις γιόκα μου!
   -Μα τι λες, ρε παππού, αυτά δεν είναι τα μάγουλά μου, είναι ο πισινός μου.
   -Πώς τα ξέρεις, μπαγασάκο!, ανταπαντά ο γέρος και, χραααπ΄, του ξαναχουφτώνει τον πισινό!

   Αλλά ας γυρίσουμε πάλι πίσω  στην Παιδική Χαρά. Γύρω στις 3 παρά, ένα μικρό πλήθος από μαμάδες και γιαγιάδες, πλαισιωμένες με παιδιά κι εγγόνια, περίμεναν στωικά τον φύλακα, τον κυρ Αντώνη, γνωστό ως Μπάρμπα-Δεινόσαυρο, με μιά  κοιλιά, νά! , σαν πελώριο βαρέλι, (όμοιο μ’ εκείνα της απέναντι ταβέρνας του θείου Μίμη, του Σκαλούμπακα), ν’ ανοίξει την πύλη του… παραδείσου και να ορμήσει μέσα το λεφούσι! Αν του έβαζες μούσια, γένια και μιά λευκή χλαμύδα θα μπορούσες να τον παρομοιάσεις με τον Άγιο Πέτρο, τον κλειδοκράτορα του αυθεντικού Παραδείσου.
   (Σημ. Μ’ αυτόν τον θείο Μίμη, σε πολύ μεταγενέστερα χρόνια, το '79,  έχω ζήσει μιά σπαρταριστή ιστορία στο Μαυσωλείο του Μάο, στο Πεκίνο, όπου παρά λίγο να οδηγηθεί ένα ολόκληρο γκρουπ στις κινέζικες φυλακές! ).   
   Η μόνιμη ποδοσφαιροπαρέα, αφού είχε διασφαλιστεί η ύπαρξη λαστιχένιου τοπιού, έστω του «ερζάρτς», με την κάλτσα και τα κουρέλια, είχε ήδη χωριστεί σε ομάδες και έτρεχε να κατοχυρώσει το χώρο του γηπέδου της, ο οποίος διεκδικούνταν και από άλλες ομάδες. Και όποιοι έφταναν πρώτοι  -«τούκα πρώ»-   θα έπαιζαν, ενώ οι υπόλοιποι θα έπρεπε να ξεβολευτούν. Ή μπάσκετ, ή βόλλεϋ, ή… έξω στις αλάνες, που δόξα τω Θεώ αφθονούσαν!
   Όμως, εκτός από τις αθλητικές δυνατότητες γιά τους μέτζο-μπόμπιρες, υπήρχαν κούνιες, τραμπάλες, τσουλήθρες με σκάμματα ασφαλείας, καθώς και γιά παιχνίδι με κουβαδάκια και φτυαράκια, γιά τα πολύ μικρά παιδιά και κανονικά γήπεδα αθλοπαιδιών γιά τους αρκετά πιό μεγάλους.

   Ο Κολωνός, αλλά και η ευρύτερη περιοχή, υπήρξε μιά από τις σπουδαιότερες αθλητικές μήτρες εκείνης της εποχής. Έβγαλε πάρα πολλά, αυθεντικά αθλητικά ταλέντα, όπως, π.χ. τον Παναγιώτη Κόκκινο, παρατσούκλι «Μπούκης», τους Θόδωρο Ανδρικόπουλο, Σπύρο Κατσίκη, Τάσο Γυφτάκη, Σούλη Τουρσούγκα, τον μετέπειτα προπονητή της γυναικείας ομάδος του Παναθηναϊκού, στο βόλλεϋ, τον πανύψηλο Μπέζο, Αντρέα Λοχαΐτη, Χρήστο Κυριαζόπουλο, στο μπάσκετ, τα αδέλφια Στέλιο και Μάριο Αρβανιτόπουλο στην άρση βαρών, τον εκπληκτικό Σώζο Αποστολίδη στο μονόζυγο, με τις ατέλειωτες γιγαντιαίες αιωρήσεις, τον Μάκη Γερμανάκο, τερματοφύλακα στον Εθνικό και μετά διεθνή διαιτητή ποδοσφαίρου, και πλήθος άλλων, το όνομα των οποίων τώρα μου διαφεύγει, χωρίς όμως να ξεχνιέται ποτέ η συνισταμένη και καδραρισμένη εικόνα μιάς ευτυχισμένης, (ίσως της πλέον), περιόδου της ζωής μου. Και θα έβγαζε ακόμη περισσότερα αν....
   Δυστυχώς η ταραγμένη μετεμφυλιοπολεμική εποχή, όπου η χώρα καθημαγμένη, διχασμένη, κατεστραμμένη και πάμπτωχη, ( σχολικά συσσίτια,  πρωτοχρονιάτικα κουτιά με τα ασήμαντα δώρα του Δήμου, που τα παραλαμβάναμε με λαχτάρα, ως μάνα εξ ουρανού, κ.λπ.), και ο αναγκαίος και αδυσώπητος βιοπορισμός, σε συνδυασμό με την εθνική μας κακοδαιμονία, την αδιαφορία και τον… κακό μας τον καιρό, δεν επέτρεψαν σε πολλά «λουλούδια» ν’ ανθίσουν. Και μαράθηκαν πρόωρα, βορά στη φτώχεια, τη μιζέρια, την άγνοια, την αφροντισιά, την έλλειψη καθοδήγησης και το κυνηγητό του μεροκάματου.

   Άφησα γιά το τέλος τον πιό καλό, τον πιό αγαπημένο φίλο των παιδικών μου χρόνων. Τον Στράτο Κρόζο. Έναν αδύνατο, κοντοκουρεμένο μόνιμα με την ψιλή, «ζουμπά». Στραβοκάνη, όπως όλοι μας, από το κυνήγι της μπάλας, με τα μεγάλα, εκφραστικά και θλιμμένα μάτια. Αυτόν που διάλεξε ο Γκρεγκ Τάλας γιά να πρωταγωνιστήσει στο περίφημο «Ξυπόλητο Τάγμα».
   Το πιό περίεργο με τον Στράτο, αυθεντικό υποκριτικό ταλέντο, ο οποίος θα μπορούσε άνετα να κάνει καριέρα στο θέατρο και το σινεμά, είναι πως ούτε πριν, ούτε μετά, δεν ανέφερε λέξη γι’ αυτή την ταινία. Ούτε κουβέντα, πως, πού και γιατί διάλεξαν αυτόν κι όχι άλλον. Και μετά… χάθηκε από το καλλιτεχνικό στερέωμα, μένοντας ένας απλά λαμπρός μετεωρίτης, που μεσουράνησε προς στιγμήν και μετά εξαφανίστηκε. Το ίδιο ξαφνικά κι απότομα, όπως ήρθε. Λες και η όλη ιστορία απετέλεσε μιά «μαύρη τρύπα» στη ζωή του, η οποία ρούφηξε όλο το διάστημα γυρίσματος της ταινίας και μετά.... τέρμα!  Ακόμη κι όταν το ’58 τον «μάζεψα» στον ποδοσφαιρικό Ορφέα και τον συνέστησα εκεί ένθερμα, ακόμη και τότε δεν μου είπε λέξη γιά το φιλμ και το ιστορικό της επιλογής του.

   Μιά ακόμη, εξαιρετική, φιγούρα του τόπου και του χρόνου, ήταν ο Κυρ Σπύρος ο μαέστρος, ο «πιρουράμ- παμ- παμ»! Το παρατσούκλι του κόλλησε από τις προφορικές οδηγίες που έδινε στους εκπαιδευόμενους τυμπανιστές του.
   - Όχι έτσι, παιδί μου. Να πως. «Πιρουράμ-παμ-παμ, πιρουράμ-παμ-παμ! Ακριβώς, έτσι!
   Ένας μικροκαμωμένος, ξερακιανός, ακούραστος ανθρωπάκος του οποίου η αμυδρή εικόνα, όταν έρχεται στο μυαλό μου, τον φέρνει σαν ένα αεικίνητο εκκρεμές. Όλο πέρα-δώθε! Πάντα τρεχάτος, πάντα ζωηρός και με σπασμωδικές πάντα, κινήσεις. Όμως καλόκαρδος και γελαστός, πάντοτε. Ένα αρκετά παρεμφερές ανάλογο, όμως στο αρκετά πιό γεμάτο, θα μπορούσε να δώσει ο Λουί ντε Φυνές.

   Ο κυρ Σπύρος, αν και μόνο μουσικός, αποτελούσε την, γενικώς, καλλιτεχνική «ψυχή» του Κέντρου. Κατ’ αρχήν είχε συγκροτήσει μιά πολύ αξιόλογη παιδική μπάντα, η οποία έδινε μονίμως το «παρών» σε κάθε ανάλογη περίσταση. Και τέτοιες υπήρχαν, τότε, πολλές! Παρελάσεις, λιτανείες, γιορτές, άλλο τίποτα.
   Μπροστά, πρώτη-πρώτη, από οτιδήποτε άλλο, παρήλαυνε η μπαντίνα του κυρ Σπύρου. Όλοι με ομοιόμορφες στολές, άσπρο πουκάμισο μπλέ παντελόνι, άνοιγαν θορυβωδώς τις τελετές. Ντουμ-ταρατατζούμ! Και πρώτος απ’ τους πρώτους ο μαέστρος, ο κυρ Σπύρος! Με τη μεγάλη μπαγκέτα και ύφος Κάραγιαν να σέρνει το… χορό, στριφογυρίζοντας, μιά μπρος-μιά πίσω, (μη πέσουμε και τσακιστούμε, κιόλας!), μάζευε τα πρώτα, τα πιό θερμά και πιο ενθουσιώδη χειροκροτήματα, από τα πλήθη που παρατεταγμένα στα πεζοδρόμια παρακολουθούσαν με κέφι και υπομονή τα δρώμενα.

   Βλέποντας, από την ασφαλή απόσταση του χρόνου, το έργο του κυρ Σπύρου, (ποτέ δεν έμαθα επώνυμο), αισθάνομαι την υποχρέωση να του αναγνωρίσω ακρογωνιαίας σημασίας συμμετοχή κι επιρροή στην μετέπειτα μουσικές  μου επιλογές κaι την σηματοδότηση της μουσικής μου παιδείας. 
   Στην ευθύνη του ανήκαν κινηματογραφικές προβολές καθώς και διάφορες μουσικές παραστάσεις που κατά καιρούς εδίδοντο στη μικρή αίθουσα του πάνω ορόφου. Ο χώρος, αν και μικρός, χωρούσε άνετα το, ούτως ή άλλως, λιγοστό ακροατήριο, αφού οι περισσότεροι πιτσιρικάδες, αντί της σκοτεινής καλλιτεχνικής «στενωπού», προτιμούσαν την άπλα του γυμναστηρίου.
   Μιά ανεξήγητη παρόρμηση μ’ έσπρωχνε στο να στριμώχνομαι στην ουρά, αφού γιά την είσοδο ετηρείτο σειρά προτεραιότητος μέχρι κορεσμού της μικρής αίθουσας, προκειμένου να παρακολουθώ τέτοιες εκδηλώσεις, οι οποίες ανακοινώνονταν μ’ ένα χαρτί κολλημένο στην πόρτα από την προηγουμένη.
   Με πολλή συγκίνηση θυμάμαι ζωηρά, τον κυρ Σπύρο στο πιάνο κι έναν νεαρό βαρύτονο
να τραγουδά ένα τραγούδι, του οποίου τους στίχους έμαθα, πολλά-πολλά χρόνια μετά, πως είχε γράψει ο ποιητής Γ. Βιζυηνός. Ήταν η «Ανεμώνη» σε μιά ελαφρώς παραλλαγμένη και αρκετά συντομευμένη έκδοση. Το τραγούδι είναι γνωστό και σαν: «Ένας βράχος στο βουνό». Ακόμη θυμάμαι, ακριβώς και κατά λέξη, τους στίχους εκείνου του τραγουδιού, όχι του μακροσκελούς ποιήματος! Ειδικά εκείνο το τελευταίο τετράστιχο:
   -« Τώρα στέκει μαδητή / με τα δάκρυα στο μάτι / διατί, αχ΄, διατί / ν’ αγαπήσει ένα διαβάτη!», δεν ντρέπομαι να ομολογήσω πως ακόμη μου φέρνει μιά υγρασία στα μάτια.




   Δυστυχώς γιά σας, θα πρέπει να…. συνεχίσω προσεχώς.



Παιδικές αναμνήσεις.


                 X Ρ O N I A     K A Λ Α   K A I   Μ Ε   Υ Γ Ε Ι Α

                          Παιδικές αναμνήσεις  ( II )


   Την ιστορία των Κέντρων Νεότητος την ξεκίνησε, μάλλον, ο Δήμαρχος Κώστας Κοτζιάς, εκεί γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’50, λίγο πριν πεθάνει. Λέω μάλλον γιατί εκείνη την ταραγμένη περίοδο, με Εμφύλιο και γενικό μπάχαλο, (καλή ώρα!), κυβερνήσεις και δημάρχους άλλαζε η χώρα, όπως οι δανδήδες τα πουκάμισα.
   Επί των ημερών μου θυμάμαι να υπήρχαν γύρω στα 9-10 τέτοια Κέντρα, διάσπαρτα στις αθηναϊκές γειτονιές. Εξ αυτών, το 3ο βρισκόταν σχετικά κοντά με το 1ο, πίσω από την εκκλησία του Αγ. Γεωργίου, καθ’ οδόν προς τις γραμμές του τραίνου και το εργοστάσιο της ΒΙΟ, κι εν συνεχεία την πλατεία του Μεταξουργείου. Εννοείται σε μιά τοπογραφική διάταξη εντελώς διαφορετική από τη σημερινή. ’Έτσι εμείς το είχαμε δίπορτο. Όποτε τσακωνόμαστε στο ένα, πηγαίναμε και γραφόμαστε στο άλλο!
   Από όλα τα Κέντρα Νεότητος το πιό «αντιπαθητικό» μου ήταν αυτό του Μετς, πάνω από το Α΄ Νεκροταφείο, νομίζω ήταν το 5ο ή 6ο. Κι αυτό γιατί ποτέ δεν καταφέραμε, σε λίγο μεταγενέστερους χρόνους όπου μετείχα κι εγώ στις σχετικές ομάδες, να τους κερδίσουμε σε μπάσκετ και βόλεϋ. Έπαιζαν, τότε, εκεί κάτι θηρία, όπως ο σοβαρός Ζούπας, ο κλαψιάρης Δημαράς, ο γελαστός μαυριδερούλης Ακάσογλου και, κυρίως, ο μοναδικός Κωνστάντιος, η αντιμετώπιση των οποίων ήταν αδύνατη! Την ίδια κομπανία μάλιστα, τείχος αδιαπέραστο, την εύρισκα συνεχώς μπροστά μου κι αργότερα στο γυμνάσιο, εκεί όπου το δικό τους, το ΙΓ΄, σάρωνε όλα τα σχολικά πρωταθλήματα!


   Γιά τον Κοτζιά, τον Δήμαρχο, κάποιες κακές γλώσσες έλεγαν πως…έπεσε ηρωικά και ένδοξα πάνω, (μάλλον «μέσα»!) στο .. «καθήκον», χωρίς να του…. «πέσει»! Η καρδιά του δεν άντεξε, γέρος άνθρωπος!
   Θυμάμαι μάλιστα, αν και πολύ μικρός, δεν ήταν δυνατόν να καταλάβω πώς ένας θάνατος μπορούσε να χωρέσει πλάκες και καζούρα. Ήταν βλέπεις πολύ νωπές ακόμη οι μνήμες, λίγα χρόνια πριν, των γενειοφόρων ανταρτών, («κατσαπλιάδες» τους έλεγε η μητέρα), που είχαν εισβάλει ξαφνικά στο σπίτι και κυκλοφορούσαν, πέρα-δώθε, φουριόζοι με χιαστί περασμένες στο στήθος δεσμίδες από φυσεκλίκια και είχαν δεμένα διάφορα σημεία του σώματός του με επιδέσμους, και μάλιστα ματωμένους, πράγμα που με τρόμαζε και με αγρίευε σαν παιδάκι που ήμουν. Δεν ξέρω πόσο κράτησε αυτή η «κατοχή», άγνωστο.
   Θυμάμαι, ακόμη, όμως πως το σπίτι είχε μεταβληθεί σε οχυρό γιά μάχες και γιά θάνατο. Μιά μάχη γιά την οποία όλοι συζητούσαν φωναχτά και έντονα, αλλά ευτυχώς δεν έγινε ποτέ στη γειτονιά. Και όπως ξαφνικά ήρθαν, το ίδιο ξαφνικά και έφυγαν!


   Εγώ, πιτσιρίκι τότε και με παντελή άγνοια κινδύνου, κυκλοφορούσα ανάμεσά τους και μπερδευόμουν στα πόδια τους. Όμως έστω κι αν τους ενοχλούσα λιγάκι, κατά βάθος με έβλεπαν με συμπάθεια, με ανέχονταν και με θεωρούσαν ένα είδος «μασκότ» τους. Θυμάμαι ακόμη, σαν να γίνεται τώρα, το πώς γκρέμιζαν την καμπυλομένη γωνία του πέτρινου στηθαίου της ταράτσας, στη διασταύρωση των οδών Μύλων και Κίμωνος, (τώρα λέγεται Πλάτωνος), γιά να στήσουν ένα πολυβόλο! Μιά ζημιά που δεν επισκευάστηκε ποτέ μέχρι που, σχετικά πρόσφατα, γκρεμίστηκε το σπίτι, μαζί με όλα τα άλλα τριγύρω, προκειμένου να κτιστεί κάποιο αντιπαθητικό κτιριακό τέρας, σήμα κατατεθέν της σύγχρονης εποχής.
   Όμως η εικόνα του αίματος κι η ιδέα του θανάτου είχαν περάσει απ’ τα μάτια και τ’ αυτιά μου κι είχαν φωλιάσει στη ψυχή μου, προκαλώντας της φρίκη και δέος. Έτσι έμαθα να σέβομαι τη ζωή και να μην αστειεύομαι με τον θάνατο.


   Η δική μας «Παιδική Χαρά» ήταν σίγουρα η πιό μεγάλη και πιό ζηλευτή από όλες! Μέχρι πισίνα διέθετε, η οποία όμως ήταν συνήθως άδεια και αποτελούσε έναν ακόμη αυτοτελή χώρο γιά κάποια παιχνίδια. «Δίτερμα» δεν σήκωνε, λόγω κλίσης του πυθμένα, όμως εκεί ευδοκιμούσε ένα πολύ ωραίο και ιδιόμορφο παιχνίδι. Δυό-δυό, ή τρεις-τρεις, ανά ομάδα, με την πλάτη στα τειχώματα, πετάγαμε οι μεν στους δε, ένα στρογγυλό λαστιχένιο κρίκο προσπαθώντας να πετύχουμε… γκολ! Με τέτοιο κρίκο έπαιζαν οι λουόμενοι στη θάλασσα, πετώντας τον ο ένας στον άλλο και προσπαθώντας ο δέκτης να τον περάσει στο υψωμένο μπράτσο. Όπως προσπαθούσαμε να σημαδέψουμε το λαιμό μπουκάλας, με μικρότερους κρίκους, στα πανηγυριώτικα λούνα παρκ. Ο κρίκος αυτός, αποτελούσε μαζί με τις διάφορες μπάλες και τα άλλα όργανα γυμναστικής τον εξοπλισμό της πισίνας, κάτι όμως που δεν χρησιμοποιείτο ορθόδοξα σχεδόν καθόλου.
   Όλα αυτά τα παιχνίδια του τότε, ξέρω πως φαντάζουν σήμερα αφελή, χαζά και ανιαρά. Όμως «εκείνοι του τότε», αλλά και όποιος μπορεί να αναλογιστεί την φτώχεια, την ένδεια και τη στέρηση της εποχής, ίσως μπορεί και να καταλάβει την εφευρετικότητα εκείνων των πιτσιρικάδων. Η ζωντάνια κι η παιδική αθωότητα εύρισκε πάντοτε τρόπους να διοχετευθεί και εκτονωθεί, δημιουργώντας από το τίποτα παιχνίδια, απασχόληση, άμιλλα, επιδόσεις, ανταγωνισμό και, εν τέλει, ψυχαγωγία!
   Γιά την πισίνα, την οποία άφηναν επίτηδες άδεια, από φόβο μήπως και πέσει μέσα κάποιο απρόσεκτο παιδί και πνιγεί κι έχουνε τραβήγματα, θυμάμαι την εξής αμίμητη ιστορία.


   Βρισκόμαστε κοντά στα μέσα της δεκαετίας του ’50, όπου οι πλείστοι των Ελλήνων δεν είχαμε και πολύ καλές σχέσεις με τη θάλασσα. Άλλωστε κι εγώ άργησα αρκετά να τις εξομαλύνω και συμφιλιωθώ μαζί της. Ειδικοί λόγοι, που κάποτε θα τους αναφέρω, εμπόδιζαν την στάθμη της να περάσει ποτέ το ύψος του λαιμού μου. Ποτέ και με τίποτα! Την αντιμετώπιζα πάντα λεβέντικα. Πάντα όρθιος και στητός. Τις σπάνιες φορές που ερχόμαστε σ’ επαφή, και υπό την αυστηρή προϋπόθεση να μην είναι στα μπουρίνια της, συνήθως της επέτρεπα να με χαϊδεύει μέχρι το … στήθος!
   Με το ίδιο μάτι, πιστεύω, την έβλεπε τότε και η πλειοψηφία των Αθηναίων, αν κρίνω από 3-4 φίλους και γνωστούς που είχα, καπεταναίους, από τους οποίους ουδείς ήξερε κολύμπι!


   Την εποχή εκείνη, υπεύθυνη του Κέντρου ήταν μιά συμπαθέστατη, γλυκύτατη και ρηξικέλευθη γυμνάστρια, η κυρία Τζούλια. Μεσόκοπη όπως ήταν περιοριζόταν να επιβλέπει την καλή λειτουργία της Παιδικής Χαράς, είτε από το ανοιχτό παράθυρο του γραφείου της, ή όταν ο καιρός ήταν καλός, λίγο έξω απ’ αυτό. Και το μόνο που έκανε, όταν έφτανε στ’ αυτί της κανένα μεγαλόφωνο βλαστημίδι, να φωνάζει με την ψιλή, διαπεραστική φωνούλα της κάνοντας αυστηρές…. συστάσεις:
   - Ε΄, με τα… γαλλικά! Κώστα, (Γιάννη, Νίκο, διάφορα), ντροπή!
   Βεβαίως, ουδείς της έδινε σημασία, πλην της… Μαντάμ, η οποία αν μεν λαγοκοιμόταν, γλαρωμένη από την κατσαρόλα τις φακές που είχε καταβροχθίσει λίγο πριν, πεταγόταν «αγγελοκρουσμένη» και ανάστατη:
   - Τι έγινε πάλι; Τα παιδιά! Πού είναι τα παιδιά;
   Και αφού βεβαιωνόταν πως δεν συνέβαινε τίποτε κακό, το ξανάριχνε στον ύπνο, τεντωμένη στο άβολο παγκάκι. Αν, όμως, δεν είχε προλάβει να γλαρώσει και απλώς έπλεκε, σαν την Πηνελόπη, το απροσδιόριστο κι ατέλειωτο πλεκτό της, γύρναγε προς την γυμνάστρια και τη ρώταγε απορημένη:
   -Κε σκε βου ντιτ, μαντάμ; Ζε ν’ ατάντρ πα φρανσέ! Πα ντι του!
   (-Τι είπατε, μαντάμ; Εγώ δεν άκουσα καθόλου γαλλικά! Τίποτα!).


   Κάποτε της κατέβηκε, της κυρίας Τζούλιας, η ιδέα να διοργανώσει, μέσα στους υπόλοιπους, και κολυμβητικούς αγώνες!
   Οι πιό πολλοί από μας τους αληταρέους, ίσα που ανεχόμαστε το πλύσιμο μέσα στο τσίγκινο μπανάκι, που κατέβαινε από το πλυσταριό δις της εβδομάδος, ειδικώς κι εξ επί τούτου, και στρωνόταν στον «καμπινέ».
   (Σημ. Πού μπανιέρες και ντουσιέρες τότε. Ένα νιπτηράκι, τόσο δά, και μια τρύπα στο δάπεδο, τούρκικο καμπινέ, τη λέγανε τότε κι αυτά ήταν όλη κι όλη η «επίπλωση» του μπάνιου. Οπότε, πλην των άλλων, έπρεπε να … σημαδεύεις και σωστά, αφού με λάθος σκόπευση οι φωνές της μάνας ακούγονταν μέχρι τον Κολωνό και ίσως και τον Σταθμό Λαρίσης. Αυτό σε περίπτωση μεγάλης… αστοχίας. Και μιά και πιάσαμε τα… κομφόρ του λουτρού, σ’ ένα μεγάλο και λοξό καρφί, καρφωμένο στον τοίχο, ήταν μπηγμένη, σε κανονικά και καλοκομμένα τετράγωνα κομμάτια, η εφημερίδα της… προηγούμενης. Το διάχυτο πνεύμα οικονομίας της εποχής δεν άφηνε να πάει χαμένο τίποτε! Πάντως, εξ όσων θυμάμαι, κανείς μας δεν παραπονέθηκε ποτέ γιά … αιμορροΐδες. Ίσα-ίσα που πρόβλημα παρουσιάστηκε με την είσοδο στη ζωή μας του απαλού, βελούδινου χαρτιού υγείας μέχρι να συνηθίσουμε να το χρησιμοποιούμε μαλακά, ώστε να μην διαλύεται από τη σκληρή χρήση, οπότε….. καταλαβαίνετε τι γινόταν!!).
   Και γιά να ξαναγυρίσουμε στο μπανιάρισμα, πάντοτε δυσφορούσαμε με το «σύστημα». Η διαδικασία προέβλεπε ένα κουβά ζεστό νερό και με το ένα χέρι να μας τρίβει, μπας και ξεγλιτσιάσουμε, με πράσινο σαπούνι και ελαφρόπετρα και με το άλλο να μας ρίχνει νερό από τον κουβά, με ένα κατσαρολάκι. Όμως το νερό αυτό, μέχρι να φτάσεις στο ξέβγαλμα κρύωνε και συ τουρτουρίζοντας και τρέμοντας θύμιζες βρεγμένο σκύλο που τινάζεται γιά να στεγνώσει. Με τη διαφορά πως ενώ ο σκύλος τινάζεται εκούσια, εσύ τιναζόσουν αυτόματα, τρέμοντας από το κρύο. Έτσι με το άκουσμα κολυμβητικών αγώνων, στην αρχή στραβομουτσουνιάσαμε και μετά το ρίξαμε στην πλάκα.
   - Ρε σεις, τι λέει αυτή η τρελή; Ας πάει να κολυμπήσει μόνη της!


   Τελικά, δεν ξέρω πώς, οι αγώνες στήθηκαν και την καθορισμένη ημέρα πλήθος κόσμου, όλες οι πέριξ του Αγ. Κωνσταντίνου γειτονιές, φορώντας όλοι τα καλά τους, είχαν στριμωχτεί, μέσα κι έξω από το Κέντρο, γιά να παρακολουθήσουν τη λαμπρή γιορτή. Θα πρέπει, ίσως, να ήταν του Αγίου Κωνσταντίνου, κοντά στο καλοκαίρι. Πάντα οι αγώνες στο Κέντρο διοργανώνονταν με κάποια εθνική ή θρησκευτική ευκαιρία.
   Στην αρχή όλα πήγαιναν ρολόι. Μπάσκετ, βόλλεϋ, μονόζυγο, στίβος, άλματα, (μήκος, ύψος, τριπλούν), σφαιροβολία, δημοτικοί χοροί, απ’ όλα είχε η γιορτή κι ο κόσμος χειροκροτούσε ευχαριστημένος με όσα έβλεπε! Ώσπου, κάποτε, ήρθε και η ώρα της… κολύμβησης. Τα μεγάφωνα, στημένα πρόχειρα πάνω στους θεόρατους ευκάλυπτους, διαλάλησαν:
   - 50 μέτρα ελευθέρως, αρρένων!
Αμέσως, έξι νεαροί πήραν θέσεις στη βαθιά πλευρά της πισίνας -χωρίς κουλουάρ, διαδρόμους, χωρίς τίποτα- και με το σφύριγμα της κυρίας Τζούλιας, πήγαν κι ήρθαν στην πισίνα και τερμάτισαν αξιοπρεπώς, υπό τις ενθουσιώδεις επιδοκιμασίες του φιλοθεάμονος και φίλαθλου κοινού, που πρώτη του φορά έβλεπε τέτοιους αγώνες! Μπράβο και ζήτω!
   Σειρά τώρα τα κορίτσια:
   -50 μέτρα ελευθέρως, θηλέων!
   Οπότε εμφανίζονται στην αφετηρία… τρία κοριτσάκια! Τα δύο, έτσι κι έτσι. Αρκετά μεγαλόσωμα και με αυτοπεποίθηση. Το τρίτο όμως, ήταν ένα αχαμνούλικο, μιά μπουκιά όλη κι όλη, που έτρεμε. Από το κρύο υποθέσαμε όλοι. Με το σφύριγμα της γυμνάστριας, τα μεν δύο κορίτσια έπεσαν στο νερό κι άρχισαν να κολυμπούν κανονικά, όμως το μικρό μόλις βούτηξε άρχισε… να τσιρίζει, σαν την Κωνσταντοπούλου στη Βουλή! Δεν ήξερε μπάνιο, οπότε πηγαίνοντας στον πάτο, άρχισε να χτυπάει, χέρια-πόδια, το νερό, να πνίγεται και να φωνάζει, βοήθεια! Τον αρχικό αιφνιδιασμό και απορία, διαδέχτηκε ο πανικός των έκπληκτων θεατών:
   -Καλέ, το κορίτσι πνίγεται! Σώστε το παιδί!
   Εν ριπή οφθαλμού έγινε ο κακός χαμός και η πισίνα έπηξε από κουστουμαρισμένους τύπους που βούτηξαν γιά να σώσουν το κοριτσάκι! Μαζί τους κι η κυρία Τζούλια, της οποίας το καλοχτενισμένο, αλά γκαρσόν, μαλλί έγινε, διά μιάς, τζίβα κολλημένη στο κρανίο της. Βγήκε σαν βρεγμένη γάτα και η σεμνή τελετή έλαβε… τέλος άδοξον!


   Έκτοτε, όχι μόνο δεν διοργανώθηκαν κολυμβητικοί αγώνες στο 1ο Κέντρο Νεότητος, αλλά εξ όσων η μνήμη με ενημερώνει, η πισίνα δεν ξαναγέμισε νερό ποτέ! Τουλάχιστον επί εποχής μου.



Όμως αρκετά σας κούρασα γιά σήμερα. Προσεχώς θα επανέλθω … δημήτριος!