Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

PERU. Λίμνη Τιτικάκα

Ταξιδιωτικά


Πανοραμική άποψη της λίμνης
 
   Η Τιτικάκα, ευρισκόμενη σε υψόμετρο 3820 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, αποτελεί την ψηλότερη πλωτή λίμνη του κόσμου. Βεβαίως μικρές λιμνούλες υπάρχουν και σε αρκετά μεγαλύτερα υψόμετρα, (π.χ. στο Θιβέτ), όμως αυτές είναι ασήμαντες σε έκταση και, οπωσδήποτε, δεν είναι πλωτές. Η περιοχή της λίμνης, από το 1978 έχει χαρακτηριστεί Εθνικός Δρυμός στον οποίον προστατεύονται πλήθος πτηνών, ψαριών καθώς και ένας, μοναδικός στον κόσμο, γιγαντιαίος βάτραχος τον οποίον ανακάλυψε ο Υβ Κουστώ, όταν με το βαθυσκάφος του έκανε έρευνες ψάχνοντας, τι άλλο, γιά βυθισμένους θησαυρούς των Ίνκας που η φημολογία ήθελε να βούλιαξαν, κάπου κάποτε, στη λίμνη προκειμένου να τους γλιτώσουν από την αδηφαγία των Ισπανών κατακτητών. Φυσικά και δεν βρέθηκε τίποτε, εκτός από τον βάτραχο!
Τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά της λίμνης είναι:
   - Μέγιστο μήκος : 195 km.    
   - Μέγιστο πλάτος: 80 km.
   - Μέγιστο βάθος: 105 m.
   - Επιφάνεια : 8370 km2
   Πολιτικά, η λίμνη μοιράζεται μεταξύ του Περού και της Βολιβίας, με το μεγαλύτερο τμήμα της ν’ ανήκει στο πρώτο.
   Στην εικονιζόμενη πανοραμική άποψη της λίμνης από το Πούνο, στο βάθος αριστερά διακρίνεται η Isla Esteves, τόπος εκτοπίσεως πολιτικών κρατουμένων, παλιά, και σημερινό εξαίρετο ξενοδοχείο της σειράς Libertador.
   Στη λίμνη υπάρχουν 42 νησάκια, κάποια των οποίων προσφέρουν υποτυπώδη καταλύματα σε ταξιδιώτες που τα επισκέπτονται, έχοντας εντονότερο ενδιαφέρον γιά μελέτη των προκολομβιανών πολιτισμών, αφού αυτά βρίθουν από ερείπια των Ίνκας και των, προ αυτών, Τιαχουανάκο. Τα δύο σπουδαιότερα νησάκια ακούουν στο όνομα Τακίλε και Αμάντανι και βρίσκονται σε απόσταση 35 και 45 χιλιόμετρα, αντίστοιχα, από το Πούνο.
   Τα περίφημα Νησιά του Ήλιου και της Σελήνης, που θεωρούνται το λίκνο των Ινκας, βρίσκονται σήμερα στη βολιβιάνικη επικράτεια, οπότε και θ’ ασχοληθούμε μ’ αυτά προσεχώς, σε ειδικό κεφάλαιο.


Προσεγγίζοντας πλωτό νησί των Ούρος

   Το βασικό χαρακτηριστικό της λίμνης Τιτικάκα είναι η μικρή φυλετική ομάδα της φυλής των Ούρος. Ούτε 2000 ψυχές όλοι κι όλοι. Η ακριβής προέλευσή τους είναι άγνωστη καθώς και, σχεδόν, όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους. Το βέβαιον είναι πως κατοικούσαν επί αιώνες στην περιοχή, σε πλωτά νησιά που οι ίδιοι έφτιαχναν τοποθετώντας αλλεπάλληλες στρώσεις από ένα είδος καλαμιού, με ιδιότητες παπύρου, που φυτρώνει στα ρηχά νερά της λίμνης. Το λένε «τοτόρα» και διαδραματίζει βασικό ρόλο στην επιβίωση της φυλή. Από βρώσιμο είδος, όταν είναι μικρό και τρυφερό, μέχρι οικοδομικό και ναυπηγικό υλικό. Πέραν της κατασκευής νησιών, (σήμερα υπάρχουν καμιά πενηνταριά, τέτοια πλωτά νησιά), με τοτόρα κατασκεύαζαν τα, επ' αυτών, καλυβόσπιτα και τις βάρκες με τις οποίες ψάρευαν και επικοινωνούσαν μεταξύ τους, αλλά και την στεριά. Επίσης το καλάμι τοτόρα αποτελούσε τη μοναδική καύσιμη ύλη γιά μαγείρεμα και θέρμανση. Στα νησιά, όταν οι κάτω στρώσεις τοτόρας με τον καιρό μούλιαζαν πολύ και διελύοντο, άρα το νησί άρχιζε να βουλιάζει, κάποιες νέες στρώσεις τοτόρα αποκαθιστούσαν την πλευσιμότητά του. Και η ζωή συνεχίζεται!


Με την μπλαζέ ξεναγό Τούλα και τα βαμμένα, μαύρα, νύχια!

   Όπως συμβαίνει πάντοτε σε μικρές φυλετικές μειονότητες οι οποίες γιά λόγους επιβίωσης αναπτύσσουν απομονωτικές ιδιότητες, (π.χ. οι κάτοικοι του χωριού Τρούνιαν, της μαύρης μαγείας στο Μπάλι, ή οι Τοράτζας της Κελέβης, κ.λπ.), δημιουργούν μύθους περί της σπουδαιότητος και ιδιαιτερότητος της ράτσας τους, προκειμένου να τονώσουν το....εθνικό τους φρόνημα! Από αξιοπρόσεχτη σύμπτωση, όλοι αυτοί οι μύθοι ανακατεύουν μέσα τους και τον ήλιο, ως την υπέρτατη απτή δύναμη που μπορεί να αντιληφθεί και να συνειδητοποιήσει ένα απλοϊκό μυαλό! Έτσι κι οι Ούρος, αυτοπροσδιορίζονται ως φυλή που προϋπήρξε του…ήλιου! Αφού προϋπήρξαν των Ίνκας που θεωρούνται παιδιά του ήλιου, άρα…..!


Χαρακτηριστικά κεντήματα των Ούρος

   Η φυλή των Ούρος, με την πάροδο των αιώνων ενσωματώθηκαν στη γενικότερη συνομοταξία των Αϋμάρα, τουλάχιστον γλωσσικά. Λόγω της διαβίωσής τους στις σκληρές υδάτινες συνθήκες οι Ούρος έχουν πελιδνή χροιά στο δέρμα που τους δίνει μιά, εύκολα αναγνωρίσιμη, εμφανισιακή διαφορετικότητα από τους υπόλοιπους κατοίκους της περιοχής και μεγάλες αντοχές στις κακουχίες. Μιά αντοχή που κάθε παιδί προικίζεται από γεννησιμιού του, αφού κι αυτό έρχεται στον κόσμο επάνω σε πλωτό νησί.

Φυτρωμένη τοτόρα

   Κύριος πόρος ζωής, σήμερα, αποτελεί γιά τους Ούρος, (κυριολεκτικά «ούρειος» άνεμος, γιά να κάνουμε και λίγο δροσερό χιούμορ, καλοκαιριάτικα!), ο τουρισμός, με την πώληση των μοναδικών υφαντών, κεντημάτων και διάφορων άλλων προϊόντων λαϊκής τέχνης, όπως τους κλασσικούς πολύχρωμους σκούφους, τους «τσούλιος», με τα προστατευτικά αυτιά, τις βόλτες με βάρκες από τοτόρα που προσφέρουν στους ταξιδιώτες και τα φιλοδωρήματα που δέχονται απ' αυτούς, πέραν από την οπωσδήποτε υπάρχουσα επιχορήγηση των τουριστικών παραγόντων της περιοχής. Επίσης το κυνήγι και το ψάρεμα εξακολουθούν να συνεισφέρουν στο οικογενειακό εισόδημα των φιλήσυχων Ούρος.



   Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί κάτι πολύ σημαντικό, έστω κι αν χαλάσει λίγο τη μαγεία της όλης ιστορίας. Ό,τι αναφέρθηκε προηγουμένως γιά τον τρόπο ζωής των Ούρος είναι μεν πέρα γιά πέρα αλήθεια, αλλά….. αφορά σε χρόνο του παρελθόντος! Σήμερα το κράτος τους έχει παραχωρήσει στις όχθες της λίμνης οικόπεδα, λίγο έξω από την πόλη, όπου έχουν χτίσει ολόκληρο οικισμό. Εκεί ζουν πλέον με, οπωσδήποτε καλύτερες συνθήκες. Ταξιδεύοντας με το καραβάκι σας γιά τα πλωτά νησιά αναζητήσατε, ρωτώντας τον ξεναγό, τον στεριανό οικισμό των Ούρος. Φαίνεται, αμφιθεατρικά χτισμένος σε λόφο, λίγο δεξιότερα του Πούνο.
Παζαρευόντας!
   Με το ξημέρωμα οι πρώτες βάρκες που ταξιδεύουν προς τα νησάκια κουβαλούν το προσωπικό…. υπηρεσίας, το οποίο φέρνοντας μαζί του και την πραμάτεια του, θα στήσει το «σκηνικό» υποδοχής των επισκεπτών που θα ακολουθήσουν σε λίγο, κατά το γνωστό ιταλικό γνωμικό: «si non e vero e ben trovato»! (Σε ελεύθερη μετάφραση «ακόμη κι αν δεν είναι αλήθεια, είναι πάντως καλοσερβιρισμένο»).
   Σε κάποια νησιά μπορεί να δείτε, (εκτός από καλύβες-σπίτια), σχολείο, μικρά φωτοβολταϊκά παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, αντένες τηλεόρασης, ή ακόμα και εκκλησία. Θεωρήσατέ τα κάπως σαν τις πόλεις της Δύσεως, που κατασκευάζονται γιά τις ανάγκες γυρίσματος ιταλικού φιλμ, κατηγορίας «γουέστερν-σπαγγέτι»!

Αποχαιρετώντας τους Ούρος

   Βεβαίως, θα ήταν πολύ άδικη και απάνθρωπη τυχόν απαίτηση να μην καλυτερεύσει η ζωή αυτών των βασανισμένων ανθρώπων, μόνο και μόνο γιά να μας κάνουν τη χάρη να τους δούμε να ζουν σήμερα, αυθεντικά μεν αλλά πολύ καθυστερημένα, όπως στο σκληρό παρελθόν!

   Ένα άλλο χαρακτηριστικό της λίμνης που απασχολεί σοβαρά τους αρμόδιους είναι η μεγάλη εξάπλωση είδους μολυσματικών λειχήνων που οφείλεται στην, επίσης αλματώδη, αύξηση της ρύπανσης της λίμνης από τα πάσης φύσεως λύματα που παροχετεύουν σ’ αυτήν οι ανεξέλεγκτες ανθρώπινες δραστηριότητες και οι οποίες καλύπτουν επικίνδυνα, σαν πράσινος δηλητηριώδης τάπητας, τις όχθες της, κυρίως γύρω από το Πούνο.

Λειχήνες στη λίμνη. Άποψη από την Isla Esteves
   Το Πούνο θεωρείται ως η πόλη με τις εντονότερες και χαρακτηριστικότερες φολκλορικές εκδηλώσεις σ’ ολόκληρο το Περού! Δυστυχώς, δεν κατάφερα ποτέ να συμπέσω με κάποιο απ’ αυτά τα πανηγύρια, γιά να αποκτήσω ιδίαν αντίληψη και εμπειρία.
   Αφήνω γιά το τέλος, (στην επόμενη ανάρτηση), το εντυπωσιακότερο, κατ’ εμέ, χαρακτηριστικό της περιοχής, αυθεντικό 100%, γι' αυτό και άκρως συγκινητικό. Την ιστορία του εμπορικοπολεμικού σκάφους «Yavari», που φτιάχτηκε στην Αγγλία, κουβαλήθηκε κομματιασμένο σε κουτιά και συναρμολογήθηκε, μετά κόπων και βασάνων, εδώ! Και τώρα «αναστηλώνεται», γιά χρόνια, ώστε να μπορέσει να ξαναταξιδέψει!

Βάρκες από τοτόρα

Το "Yavari"















(συνεχίζεται)

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

PERU. Χουλιάκα – Πούνο – Λίμνη Τιτικάκα

Ταξιδιωτικά

   Με μισής ώρας πτήση από Αρεκίπα, σκαρφαλώνεις 2.000 μέτρα ύψος, καλύπτεις περίπου 450 χιλιόμετρα και αποφεύγεις μιά κοπιώδη οδική ανάβαση με λεωφορείο, που κρατάει σχεδόν 14 ώρες, σε δύσκολη διαδρομή. Φτάνεις σ’ ένα μικρό κι απερίφρακτο αεροδρόμιο, στη μέση του πουθενά, το οποίο ανοίγει και κλείνει, ανάλογα με τα λίγα δρομολόγια που εξυπηρετεί ημερησίως. Όμως διαθέτει ηχηρό όνομα, λέγεται Aeropuerto «Μάνκο Κάπακ», προς τιμήν του γενάρχη της φυλής των Ίνκας, ο οποίος, ως γνωστόν, μαζί με την αδελφή-σύζυγό του, την Μάμα Όλιο, γεννήθηκαν στο Νησί του Ήλιου, μερικά χιλιόμετρα πιό πέρα, στη Λίμνη Τιτικάκα.
   Απέναντι από το μικρό κτίριο του αεροδρομίου, κι αυτό το τονίζω με ιδιαίτερη σημασία γιά εμάς τους Έλληνες παναγοραστές-ταξιδιώτες, υπάρχει ένα τεράστιο κιόσκι που αποτελεί μία από τις καλύτερες και φθηνότερες αγορές πλεκτών, υφαντών και δερμάτινων μικρών χαλιών και ταπήτων, σε ολόκληρο το Περού και το οποίο λειτουργεί παράλληλα με το αεροδρόμιο!
   Αν και μικρό, το αεροδρόμιο που βρίσκεται λίγο έξω από την πόλη Χουλιάκα διαθέτει ιατρική υπηρεσία, ικανή γιά πρώτες βοήθειες, δηλαδή συσκευές με μπουκάλες οξυγόνου, που προορίζονται γιά όποιον τυχόν νοιώσει μεγάλη δυσφορία από την απότομη προσγείωση σε μέρος με αραιωμένη περιεκτικότητα οξυγόνου στην ατμόσφαιρα. Δηλαδή αυτό που χαρακτηρίζει τα μεγάλα υψόμετρα και κάποιους ενοχλεί ιδιαίτερα.
   Ήδη οι ταξιδιώτες, γιά μεγάλο προσεχές διάστημα του ταξιδιού τους, θα κυκλοφορούν σε υψόμετρα γύρω στα 3800 με 4100 μ., αναλόγως του δρομολογίου που έχουν, χωρίς μεγάλα προβλήματα, αλλά η πρώτη τους επαφή με τις νέες αναπνευστικές συνθήκες, όπως και να το κάνουμε, απαιτούν λίγο χρόνο προσαρμογής. Το υψόμετρο του Αλτιπλάνο των Άνδεων δεν δημιουργεί σπουδαίες διαταραχές σε εμάς τους «καμπίσιους» και απαιτεί μόνο λίγες ώρες αδράνειας. Κινήσεις αργές και περπάτημα λίγο, αφού το λαχάνιασμα είναι εύκολο. Με μερικά φλυντζανάκια τσαγιού κόκας και αποφυγή υπερβολικής κόπωσης, κάτι που στα μεγάλα υψόμετρα επέρχεται γρήγορα, όλα σύντομα θα μπουν σε ρέγουλα! Ελαφρύ φαγητό, όχι αλκοόλ, ένας καλός ύπνος και όλα…. εντάξει! Α΄, και μιά συμβουλή από προσωπική κακή πείρα. Τη νύχτα στον ύπνο ποτέ θεόκλειστα παράθυρα. Ποτέ! Όσο κρύο κι αν κάνει έξω, μιά χαραμάδα στο παράθυρο, γιά ανανέωση του αέρα στο δωμάτιο είναι απολύτως επιβεβλημένη. Η ασφυξία καιροφυλακτεί!

   Η Χουλιάκα, μικρή κι ασήμαντη πόλη, δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον και εντυπωσιάζει μόνο από τα μεγάλα πλαστικά δοχεία που βλέπεις φορτωμένα στα διάφορα σαραβαλάκια που κυκλοφορούν, σαν τις σφήκες, στους δρόμους. Ή εξήγηση βρίσκεται στην εκτεταμένη λαθραία διακίνηση καυσίμων από την γειτονική Βολιβία, όπου οι τιμές είναι σημαντικά χαμηλότερες.
   Η απόστασή της πόλης από το Πούνο είναι γύρω στα 45 χιλιόμετρα σε ένα απολύτως επίπεδο οροπέδιο όπου κυριαρχεί η κτηνοτροφία των «προβατοκαμήλων», όπως προσφυώς λέγονται στα ελληνικά, αυτά τα περίεργα και χαριτωμένα ζώα που τροφοδοτούν τους ανθρώπους με υψηλής ποιότητος μαλλί. Τα λάμας, (κανονικά προφέρονται «γιάμας», στα σπανιόλικα) και τα αλπάκας, αφού όπως είπαμε και σε προηγούμενη αναφορά, τα βικούνιας που δίνουν το καλύτερο και ακριβότερο μαλλί του κόσμου σπανίζουν. Ζουν ελεύθερα σε ημιάγρια κατάσταση και κατά καιρούς παγιδεύονται, κουρεύονται και ύστερα απελευθερώνονται πάλι, ενώ το τέταρτο είδος που ολοκληρώνει τη γκάμα του είδους, τα μεγαλόσωμα γκουανάκος, μάλλον στερούνται ενδιαφέροντος, ως πολύ κοντότριχα ζώα με μαλλί τραχύ και όχι και τόσο καλής ποιότητος.
   Εδώ αξίζει να αναφερθεί ένα χαρακτηριστικό στη συμπεριφορά των λάμας. Όταν τα πειράξεις ή, γενικώς και γιά κάποιο λόγο, εκνευριστούν μαζί σου και δεν σε πάρουν με καλό μάτι, σε…. φτύνουν! Με πολλή ικανοποίηση θυμάμαι την «περιποίηση» που έτυχε κάποτε ένα νεαρό ζευγάρι, ιδιαίτατα αντιπαθητικής συμπεριφοράς, όταν θέλησαν να πετροβολήσουν με χαλίκια, κάνοντας τάχα «πλάκα», ένα λάμα που ήταν δεμένο, σοβαρό και ήρεμο, στην είσοδο μικρού μουσείου κάποιας πόλης, γιά να γνωρίσουν το είδος και το χαζεύουν οι επισκέπτες. Οι «ξύπνιοι» το πλησίασαν αρκετά, στο βεληνεκές «ροχάλας» του ζώου, το οποίο τους…. περιποιήθηκε δεόντως, με βολή… επαναληπτικής καραμπίνας δίκανης. Σε χρόνο μηδέν κατάφτυσε και τους δυό, προς μεγάλη τέρψη και ικανοποίηση του γκρουπ!

Ο πύργος της σαύρας
   Καθ’ οδόν προς το Πούνο, καμιά τριανταριά χιλιόμετρα πριν απ’ αυτό, κι ενώ η Τιτικάκα αρχίζει να διαφαίνεται αριστερά μας, μικρή παρέκκλιση δεξιά οδηγεί σε μιά περουβιάνικη περιοχή που περικλείει ένα ακόμη τοπικό μυστήριο, τη νεκρόπολη Sillustani. Πάνω σε μιά γραφική και όμορφη χερσόνησο στη μικρή λίμνη Ουμάγιο υπάρχουν εγκατεσπαρμένοι 28 πέτρινοι πύργοι, με αρκετή απόσταση ο ένας από τον άλλο, γεγονός που καθιστά πολύ κουραστική την περιήγηση στο σύνολο του χώρου. Ιδίως όταν, γιά την οικονομία του χρόνου, τούτο επιχειρείται άμα τη αφίξει και καθ’ οδόν προς Πούνο, πριν την εξοικείωση στο μεγάλο υψόμετρο.
   Ο παλαιότερος πύργος, διαπίστωσαν οι αρχαιολόγοι, φτιάχτηκε τον 10ο μ.Χ. αιώνα, ενώ οι περισσότεροι είναι των 14ου και 15ου. Οι πρώτοι Ισπανοί κατακτητές που πάτησαν πόδι εδώ, όταν τους είδαν έσπευσαν περιχαρείς και προσδοκώντας, τι άλλο, χρυσάφια κι ασήμια. Όμως τους βρήκαν γεμάτους με … μούμιες, ή «τσούλπας», όπως λέγονται στη ντόπια γλώσσα τα μουμιοποιημένα πτώματα, κατάλληλα περιτυλιγμένα και καθιστά, στη θέση που έχει το έμβρυο στην κοιλιά της μάνας του. (Έτσι θάβουν τους νεκρούς τους όλες οι φυλές των Άνδεων, θεωρώντας πως ο άνθρωπος, όπως έρχεται στον κόσμο, έτσι θα πρέπει και να φεύγει απ' αυτόν). Οι μούμιες ήσαν τοποθετημένες ανάμεσα σε πέτρες που παραγέμιζαν τους πύργους, ακριβώς όπως οι παλιοί αυγουλάδες έβαζαν τα αυγά στα καλάθια, με παραγεμίσματα από άχυρο, γιά να μην χτυπάει το ένα τ' άλλο!
   Τελικά, η περιοχή αποτελούσε ένα τεράστιο κοιμητήρι της ντόπιας φυλής των Κόλλα, η οποία, (όπως και όλες οι φυλές της ευρύτερης περιοχής), αν και μορφολογικά μοιάζουν με όλες τις αντίστοιχες του Οροπεδίου, διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους. Στη γλώσσα, κυρίως, αλλά και σε πλήθος κοινωνικών εθίμων και συμπεριφορών καθημερινότητος. Εδώ ομιλούνται τα Αϋμάρα, (όπως και στην υπόλοιπη γειτονική Βολιβία), ενώ στο Περού κυριαρχούν τα Κέτσουα.
   Σε κάθε ταφικό πύργο, των οποίων το σχήμα είναι αρκετά περίεργο, καθώς οι πύργοι ανοίγουν όσο ανεβαίνουν, υπάρχει σκαλισμένο ένα ζώο. Στον εικονιζόμενο, ο οποίος είναι και ο καλύτερα διατηρημένος, σχεδόν ακέραιος, υπάρχει σκαλισμένη μία μικρή σαύρα, η οποία και του έδωσε το όνομα. Οι ξεναγοί τον αποκαλούν ο «πύργος της σαύρας» και είναι ύψους 9 μέτρων, περίπου.

   Λόγω απουσίας γραφής από όλες τις φυλές της περιοχής, στις χώρες των Άνδεων τίποτε απολύτως δεν είναι απόλυτα τεκμηριωμένο και αμάχητο. Με δεδομένο όμως πως όλοι στο Αλτιπλάνο αποδίδουν την αρχική πατριαρχική τους προέλευση σε μία «γουάκα», όπως αποκαλούν τον απώτατο πρόγονό τους, που μπορεί να είναι ένα φίδι, ένας κόνδορας, μία πούμα, μία σπηλιά, μία πηγή, ένας βράχος ή ένα αιωνόβιο δέντρο, προφανώς αυτός ο πύργος αποτελεί τον οικογενειακό τάφο πατριάς με γενάρχη τη σαύρα!
   Γενικά, η απουσία γραπτών κειμένων δημιουργεί κι εδώ, όπως σε κάθε ιστορική αναφορά των προκολομβιανών πολιτισμών, πολλές θεωρίες, (συνήθως αντιφατικές), πολύ παραμύθι και, πολύ φυσικό, πολλή αγυρτεία από τους ντόπιους ξεναγούς, στην προσπάθεια να εντυπωσιάσουν και να ξεκολλήσουν λίγο μεγαλύτερο φιλοδώρημα.
   Όταν επισκεφτείτε το Περού, ας είσαστε πολύ επιφυλακτικοί σε όσα εντυπωσιακά, αλλά ατεκμηρίωτα, ακούσετε. Πολλά μπορεί να λέγονται καλόπιστα, όμως τα περισσότερα χάριν εντυπωσιασμού και μόνο. Εδώ ξεχάστε το «πίστευε και μη ερεύνα» και στηριχθείτε στο «ερευνάτε τας γραφάς»! Φιλική σύσταση, πριν ταξιδέψετε στις χώρες των Άνδεων, (Περού, Βολιβία, Εκουαδόρ), διαβάστε πολύ. Γιά να μην σας στείλουν.... αδιάβαστους οι διάφοροι παραμυθάδες!
   Σε κάποια επίσκεψη, ο ξεναγός όπως εξηγούσε στο κύριο πλάτωμα τα δικά του, ξαφνικά έσκυψε κι άρχισε να σκάβει αποκαλύπτοντας σε μικρό βάθος ένα… κόκαλο, το οποίο θεώρησε, με ενθουσιασμό γιά το εύρημα, τμήμα αρχαίου σκελετού. Αργότερα στο ξενοδοχείο, ο μάγερας στον οποίον το έδειξα και του ζήτησα τη γνώμη, απεφάνθη πως ήταν …παϊδάκι από αλπακά του γάλακτος!
   Όμως πράγματι το μέρος απέπνεε μιά μυστηριώδη ενέργεια στην ατμόσφαιρα και σε δύο διαφορετικά ταξίδια βρήκα γκρουπς, συγκεντρωμένα στον ίδιο επίπεδο χώρο να κάνουν περίεργες αργές κινήσεις, κάτι μεταξύ χορού αρχαίας τραγωδίας και αρχαίας κινέζικης γυμναστικής «τάι τσι». Με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό και τα βλέμματα απλανή, μαζεύοντας, λέει, θετική ενέργεια! Την, όντως, διαφορετική συναίσθηση που νοιώθεις εκεί, εγώ την αποδίδω στην πρώτη επαφή με το μεγάλο υψόμετρο. Όσο το ότι και τα δύο γκρουπς ήσαν αμερικανικά, το θεωρώ ….απλή σύμπτωση!

   Η καλύτερη δυνατή εγκατάσταση στην περιοχή του Πούνο, ακούει στο όνομα «Λιμπερταδόρ Ίσλα Εστέβες». Ένα εξαίρετο ξενοδοχείο χτισμένο πάνω σ’ ένα στενόμακρο νησάκι μέσα στη λίμνη Τιτικάκα που ένας οδικός στενός μίσχος του καταργεί, ουσιαστικά, την έννοια του νησιού. Αν πάτε ποτέ ζητήσατε επίμονα δωμάτιο με ανατολικό προσανατολισμό. Η ανάδυση του ήλιου μέσα από τα νερά της λίμνης και τα διάσπαρτα πλωτά νησάκια των Ούρος,  αποτελεί μοναδική εμπειρία.

(συνεχίζεται)






Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Η εσώκλειστη βλακεία της «εξυπνότερης» φυλής του κόσμου.

Γιά γέλια και γιά κλάματα

   Σήμερα είχα κατά νου άλλη ανάρτηση. Όμως δύο απανωτά κρούσματα «ξερολικής» ελληνικής ηλιθιότητος μου άλλαξαν τον προγραμματισμό.
   Γυρίζοντας, αυθημερόν, από μετάβαση-αστραπή στην Αθήνα, γιά κάποιο σοβαρό λόγο, έπεσα απανωτά σε δύο χαρακτηριστικά συμπτώματα μαγκιάς και «αυθεντίας», τα οποία καταγράφω κι αρχειοθετώ γιά… ιστορικούς λόγους!

   - Περιστατικό Α΄
   Περιμένοντας ν’ αράξει το φέρρυ-μπωτ στην Ερέτρεια και ν’ ανοίξει ο καταπέλτης γιά να βγούμε, πρόσεξα γιά πρώτη μου φορά, αν και έχω κάνει τη διαδρομή πάμπολλες φορές, μιά μεγάλη πινακίδα κολλημένη στο πλάι που έγραφε, μεταξύ άλλων :
                                M.E.B. ANA TΡΟΧΟ 5000 ΤΟΝ. !
   Απευθύνομαι στο μέλος του πληρώματος που θα επέβλεπε την αποβίβαση και του λέω, δείχνοντας την ταμπέλα:
   - Φίλε, εκεί υπάρχει λάθος. Προφανώς αναφέρεται στο μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος ανά τροχό και εννοεί τους 5 τόνους. Οπότε ή πρέπει να γραφτεί 5 ΤΟΝ, ή 5000 ΚΙΛΑ.
   - Σιγά που ξέρεις εσύ και δεν ξέρει αυτός που το ’γραψε, η άμεση απάντηση!
   - Αν το θέτεις έτσι, ναι δεν ξέρει. Δεν υπάρχει τροχός οχήματος στον κόσμο που να σηκώνει 5000 τόνους φορτίο! Κι αν υπήρχε θα τρύπαγε το καράβι!
   - Όλο εξυπνάδες είσαι! Ξέρεις εσύ και δεν ξέρουμε εμείς, που είμαστε της δουλειάς!
   Η συζήτηση, κατόπιν τούτου, τέλειωσε εκεί και η υπόθεση παραπέμπεται στους Μακαρισμούς του Ευαγγελίου.

   - Περιστατικό Β΄
   Στη συνέχεια μπαίνω σε ταξί να με πάει στο κτήμα. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής η τοπογραφία της διαδρομής είναι όπως στο σκίτσο που αναφέρω δίπλα, με τον ταξιτζή, εν όψει στροφής αριστερά, να τοποθετεί το αμάξι στη θέση Α, αντί της ορθής Β, ενοχλώντας τους τυχόν ερχόμενους από Αλιβέρι και επιθυμούντες να στρίψουν αριστερά. Δεν άντεξα και του λέω.
   - Φίλε, μήπως παραπήγες δεξιά, σε σχέση με την πορεία μας; Έτσι θα έπρεπε να πας, αν η πορεία μας  ήταν προς Αλιβέρι.
   - Ποιός είσαι εσύ θα μου μάθεις τη δουλειά μου; Eδώ έπρεπε να έρθω!
   - Μα έτσι εμποδίζεις τους ερχόμενους από δεξιά (Αλιβέρι) που, τυχόν, θέλουν να στρίξουν αριστερά, ενώ αφήνεις πάρα πολύ χώρο γι’ αυτούς που στρίβουν από αριστερά σου (Χαλκίδα)!
   - Είμαι 40 χρόνια επαγγελματίας και δεν θα μου μάθεις πώς να οδηγώ!
   - Τα χρόνια δεν έχουν τόση σημασία, όση η τακτική, το μυαλό. Κι ο Χάμιλτον οδηγεί μόνο 5 χρόνια, αλλά είναι πρωταθλητής στη φόρμουλα 1!
   - Άσε μας ρε φίλε με τις θεωρίες σου που θα μας μάθεις τη δουλειά μας!
   Κι αυτή η συζήτηση κόπηκε εκεί, δεν ξαναμίλησα, με την περίπτωση να πηγαίνει, ομοίως, τσιφ! γιά τους Μακαρισμούς! «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι….»!
   Όχι γιά την ορθότητα ή μη των απόψεων, αλλά γιά τον τρόπο και τη λογική που τις διαμορφώνουν και, εν συνεχεία, τις υποστηρίζουν.

   Αν έχουν περισσέψει Έλληνες που να μην σκέπτονται όπως τα προαναφερθέντα «περιστατικά», θα μπορούν να καταλάβουν εύκολα γιατί η χώρα έφτασε στο χάλι που είναι τώρα.
   Γιατί και πώς κατάντησε ο λαός που έδωσε τα φώτα του πολιτισμού και του πνεύματος στην Οικουμένη και δεν κράτησε, γιά πάρτη του, ούτε σπαρματσέτο! Γιά μιά ώρα ανάγκης, βρε παιδάκι μου!

   Κι έτσι ξεμείναμε, κατά το παλιό λαϊκό κολωνιώτικο ρητό, με πολύ «μαγκιά», πολλή κλ…ιά και πολλή …εξάτμιση! Εμείς ο περιούσιος λαός!





Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

PERU. Αρεκίπα, (υστερόγραφο)

Ταξιδιωτικά

   Finito ta musica, passato la fiesta. Επί τέλους τέλειωσε το μαρτύριο με τα ανούσια προεκλογικά πανηγύρια, τα δημόσια τηλεοπτικά «ξεκατινιάματα» των φερέλπιδων νεοσσών, υποψήφιων ταγών μας. Των ημιαγράμματων εμπαθών «εθνοπατέρων και των ξανθών νυμφιδίων-«εθνομητέρων», που ενώ δεν ξέρουν γρι από το τί θα πει πραγματική ζωή και δεν καταλαβαίνουν την τύφλα τους στο πού πατούν και πού βρίσκονταικαι πώς βγαίνει το «καρβέλι» , φιλοδοξούν και μάχονται αφιονισμένοι γιά εξουσία και, το εξ αυτής, προσωπικό τους «βόλεμα». Να μας κυβερνήσουν και να μας.... σώσουν!
   Παρ’ όλο που γιά λίγο καιρό ακόμη θα ζούμε αποπροσανατολισμένοι στον απόηχο των αποτελεσμάτων και της νεόποπης κι αλλόκοτης κυβέρνησης ανάγκης, που πολύ αμφιβάλλω αν δώσει βιώσιμη λύση στα τόσα ελληνικά προβλήματα και αν επιφέρει αποτελεσματική διέξοδο, ή έστω ανακούφιση, από τα τεράστια συσσωρευμένα αδιέξοδα που δημιούργησαν, όλοι μαζί, οι «σωτήρες» που θέλουν τώρα να μας σώσουν πάλι, η στήλη θεωρεί και σκόπιμο και επιβεβλημένο να γυρίσει σε πιό σοβαρές ασχολίες. Έτσι, συνεχίζει την περιήγησή της στο συναρπαστικό Περού!



Το κελί της Αγίας Άννας

   Επειδή η Αρεκίπα συγκαταλέγεται στις πιο αγαπημένες μου πόλεις, ας μου επιτραπεί η ανάρτηση κάποιων φωτογραφιών, σαν υστερόγραφο και φόρο τιμής παλιών καλών στιγμών κι εμπειριών απ’ αυτήν. Ιδίως το Μοναστήρι της Σάντα Καταλίνα και η Εκκλησία Γιαναχουάρα θέλω να τονιστούν μέσα από προσωπικά βιώματα. Η μικρή δεξιά πόρτα αποτελεί την είσοδο του κελιού της Αδελφής Άννας, (νομίζω  Άννα ντε λος Ανχελες Μοντεαγούδο, το πλήρες όνομά της), η οποία αγιοποιήθηκε το 1985. Εδώ εμόνασε μέχρι τον θάνατό της το 1668.

Το ελληνικό group εν δράσει

Δίπλα, ένα ελληνικό γκρουπ προχωρεί στα στενά δρομάκια του μοναστηριού, γυρίζοντας με το νου, κάμποσους αιώνες πίσω.


                                                            


Patio δοκίμων μοναχών

   Μία ανοιχτή αυλή, (patio), στους χώρους των δοκίμων μοναχών, που όπως προαναφέρθηκε χρωματίζονται με μπλέ-λουλακί υδρόχρωμα. Σ’ αυτούς τους χώρους διαβιούν οι δόκιμες και κατηχούνται μέχρις ότου γίνουν αποδεκτές ως κανονικές μοναχές.


Ξενάγηση

Είσοδος μοναστηριού
Μετά την πρώτη μικρή αυλή της εισόδου και στη δεύτερη αψίδα αναγράφεται η λέξη SILENCIO, δηλαδή «Σιωπή», κάτι που χαρακτηρίζει όλα τα μοναστήρια του κόσμου.

Σε κάποια μετάβαση ευτύχησα να παρακολουθήσω και μερικούς ντόπιους λαϊκούς χορούς, στον πρώτο όροφο της περιμετρικής στοάς της Plaza de Armas, όπου το ξενοδοχείο El Portal. Ειδική «παραγγελιά», τι άλλο παρά, κάποιου Αμερικανού τουρίστα.
   Και μαζί με τον βασιλικό…..





Ένα από τα πιό αγαπημένα μου σημεία της Αρεκίπα είναι ο Mirador, στην Yanahuara. Με την υπέροχη θέα στο οροπέδιο και την γραφική  Εκκλησία Γιαναχουάρα με την ολόγλυπτη είσοδο.







 
 
 



































(συνεχίζεται)


























Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Δέσπω, η «λαϊκιά».

Κατευόδιο

   Μόλις προ ολίγου, η ψυχούλα μιάς ακόμη τετράποδης μικρούλας συντρόφισσάς μου πέταξε στον ουρανό. Έφυγε, πλήρης ημερών και πήγε να συναντήσει τις άλλες δύο φίλες της, την Lady, που μας άφησε προ ημερών κι αυτή σε πολύ βαθιά γεράματα, και την αδικοχαμένη Ρεγγίνα που έφυγε πολύ πρόωρα, αθώο θύμα της ανθρώπινης κακίας και μιάς φόλας που κάποιος άγνωστος-γνωστός γείτονας την φιλοδώρησε, γιά να εκδικηθεί εμένα. Επειδή… δεν τον καταδέχομαι!
   Το προαναφερθέν τετράποδο τρίο απετέλεσε τη γενεσιουργό αιτία του να βρίσκομαι εγκατεστημένος, τώρα, εδώ. Ιστορία πολυειπωμένη και γνωστή.

   Από την αρχική τριπλέτα, η Δέσπω ήταν η πιό πονηρή, η πιό καταφερτζού κι η πιό ανήσυχη. Λάτρευε τις βόλτες με τ’ αυτοκίνητο. Έβγαζε το κεφάλι έξω από το παράθυρο κι απολάμβανε το αεράκι που της χτύπαγε το πρόσωπο παρατηρώντας, σοβαρή και ακίνητη, τον κόσμο τριγύρω της. Μόλις άνοιγε πόρτα αυτοκινήτου, τσούπ!, η Δέσπω τρύπωνε πρώτη, πριν την πάρεις χαμπάρι!
   Ήταν κοντοπόδαρη, στραβοκάνα κι είχε ένα στυλ που θύμιζε κυρά-Κατίνα σε αυλή λαϊκής γειτονιάς, εξ ου και το προσωνύμιο «λαϊκιά». Κάτι σαν Γεωργία Βασιλειάδου, σε σκυλίσια έκδοση. Μόνο το φακιόλι στο κεφάλι της έλειπε!
   Θύμιζε πολύ κυνηγόσκυλο, και πιθανόν από κάτι τέτοιο να κράταγε η σκούφια της, όμως ήταν εντελώς «εκφυλισμένη» κι ανεκπαίδευτη και το μόνο που κυνηγούσε ήταν τις γάτες, όταν…. της έτρωγαν το φαΐ. Φοβερή «λιγούρω» μέχρι τέλους.
   Θα πρέπει να πέρασε τα 110, ανθρώπινα, χρόνια, (σκυλίσια 16), από τα οποία τα δύο τελευταία υπήρξαν μαρτυρικά. Παραμορφωτικός αρθριτισμός στα πόδια, καταρράχτης στα μάτια, αναπνοή σαν ατμομηχανή στην ανηφόρα και σερνόμενο περπάτημα με μιλιούνια μύγες να την συνοδεύουν, σαν εν δυνάμει κινούμενο πτώμα. Όμως στο φαΐ, πρώτη!

   Πριν από λίγο, πριν προλάβει η λυτρωτική ένεση να δώσει ανακουφιστικό τέλος στο μαρτύριο της ζωούλας της, που τις τελευταίες ημέρες είχε φτάσει στην κορύφωσή του, καθώς η αναπνοή της ήταν φοβερά δύσκολη και αγχωτική, η ανάσα έγινε ρόγχος και τελικά σταμάτησε οριστικά. Ανάσαινε λίγο-λίγο την ασφυξία του θανάτου που την πλησίαζε γοργά, μέχρι που την έκλεισε οριστικά στην αγκαλιά του.

   Τσαχπίνα και ζωηρή στα νιάτα της, με την πρώτη ευκαιρία που εύρισκε πόρτα ανοιχτή την κοπάναγε στο δάσος, ώσπου κάποτε μιά παρέα κυνηγών, που την θεώρησε κελεπούρι λαγωνικού, την έκλεψε! Σε λιγότερο από μήνα…. μου την ξανάφεραν και την άφησαν έξω από την πόρτα! Προφανώς κατάλαβαν.

   Η Δεσπούλα υπήρξε ένα πολύ γλυκό, υγιέστατο και ανενόχλητο πλάσμα, που έζησε στην αφάνεια και κάτω από τη σκιά των πιό λαμπερών αδελφών της και μας άφησε τελευταία και υπέργηρη. Όμως μέχρι τέλους, απέραντα τρυφερή, χαδιάρα και… φαγού.

   Τώρα, λυτρωμένη από το μαρτύριο της παρηκμασμένης σάρκας, κοιμάται ήρεμη και περιμένει τον κηπουρό γιά να την τοποθετήσουμε, με προσοχή και σεβασμό, δίπλα στη φίλη της τη Lady, σαν μιά ακόμη απτή ένδειξη που θα μας θυμίζει συνεχώς τη μοίρα που περιμένει κι εμάς. Με τη σειρά και τη νομοτέλεια που καθορίζει ο Δημιουργός, όπως κάνει γιά όλα του τα πλάσματα.

   Ένα-ένα, τα παράθυρα της ζωής μας κλείνουν, τα ποτάμια που τροφοδοτούν την λίμνη της ύπαρξής μας, ένα-ένα κι αυτά, στερεύουν κι ο ζωντανός περίγυρος, που συνηθίσαμε και μας συνήθισε, συνεχώς στενεύει, μέχρι να πνίξει κι εμάς.

   Καλό δρόμο, κορίτσι μου! Θα τα ξαναπούμε όταν έρθει η ώρα μας!

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Η επόμενη μέρα. Πρώτες διαπιστώσεις.

Επικαιρότης

   Ο ελληνικός λαός με την χθεσινή του ψήφο διόρθωσε, εν μέρει, το εκλογικό του ατόπημα της 6ης Μαΐου. Έστω και δειλά, άτολμα και με το δρεπάνι της καταστροφής να πλανάται πάνω από το κεφάλι του. Χωρίς όμως και να δώσει σταθερή και βιώσιμη λύση στο πρόβλημα διακυβέρνησης της χώρας. Η κυβέρνηση που θα προκύψει θα είναι ασταθής και αναλώσιμη. Ένας χάρτινος πύργος που θα καταρρεύσει σύντομα από τις καταιγίδες που έρχονται.
   Παρ’ όλες τις ωραιολογίες και αοριστολογίες των οπαδών της απλής αναλογικής, που διαψεύστηκαν στην πράξη στις 6 Μαΐου, το χθεσινό εκλογικό αποτέλεσμα, σαν βήμα, υπήρξε μετέωρο, αλυσιτελές  και ατελέσφορο. Ο δικομματισμός, ως ο μόνος υγιής θεσμός λειτουργίας ενός δημοκρατικού πολιτεύματος, (κοιτάξτε τα πρότυπα των σοβαρότερων και μεγαλύτερων κρατών), ενισχύθηκε μεν, αλλά όχι αρκετά και αποφασιστικά, σε βαθμό που να δώσει σταθερή κυβέρνηση στη χώρα.

   Όπως φάνηκε καθαρά από τις πρώτες δηλώσεις των κομμάτων, διάθεση γιά σύμπνοια, σύγκλιση απόψεων και πραγματική συνεργασία δεν υπάρχει. Το κομματικό συμφέρον, οι μικροπολιτικές ιδιοτέλειες και οι προσωπικές εμπάθειες παραμένουν κυρίαρχες. Π.χ. οι απόψεις Βενιζέλου, που αναθεωρούνται και αλλάζουν δυό φορές την ώρα! Το βιολί της λυκοφιλίας και της αλληλοϋποβλέψεως όχι μόνο θα συνεχιστεί, αλλά τώρα θα φουντώσει!
  
   Η πολιτική κουλτούρα του Έλληνα δεν περιλαμβάνει πουθενά τον όρο «συνεργασία», γι’ αυτό και οι όποιες απόψεις περί του αντιθέτου κινούνται στη σφαίρα της ουτοπίας και αποτελούν φενάκη που κάποιοι, αθεράπευτα ρομαντικοί ή βλάκες, αρνούνται να δουν και αποδεχθούν.

   Η στήλη επιμένει στην προεκλογική της άποψη: «Αν βγει ο Σαμαράς δεν θα χαρώ ιδιαίτερα κι αν δεν βγει, δεν θα λυπηθώ καθόλου». Εννοείται πάντα κάτω από το πρίσμα της σταθερής μου ένταξης στον αστικό χώρο. Το μέγεθος των προβλημάτων, η διεθνής συγκυρία, η οικονομική εξάντληση του λαού, (μαζί με την υπομονή του), και η ολοκληρωτική διάλυση του κρατικού μηχανισμού δεν προοιωνίζονται αίσιες ημέρες γιά τις «καυτές» υπουργικές καρέκλες που περιμένουν να τσουρουφλίσουν τα οπίσθια των νέων κατόχων τους. Η αναπόφευκτη δε, συγκατοίκηση με το διαβολικό ΠΑΣΟΚ, που διψά γιά εκδίκηση, στην κυβέρνηση αποτελεί πρώτης τάξεως ασφαλή ένδειξη του τι μέλλει γενέσθαι.
   Η στήλη προχωρεί σε μία πρόβλεψη, με την ολόθερμη ευχή να διαψευστεί. Η κυβέρνηση που θα προκύψει, (αν προκύψει τελικά), θα είναι εξαιρετικά αδύναμη και ευάλωτη και δεν θα βγάλει τη χρονιά. Ο χαρακτήρας του βουλιμικού γιά εξουσία και μοχθηρός κ. Ευφράδειας αποτελεί την καλύτερη εγγύηση πως θα φροντίσει γι’ αυτό. Αρκεί να τον κοιτάξετε κατάματα γιά να το αντιληφτείτε καθαρά.

   Κατά τα λοιπά, τα ποσοστά των άλλων κομμάτων βρέθηκαν μέσα στο εύρος του αναμενόμενου. Σε κρίσιμες στιγμές, η πόλωση και συσπείρωση κυριαρχεί και η ύπαρξη μικρών πολιτικών σχηματισμών αποτελεί περιττή πολυτέλεια.
  
   Εντύπωση προκαλεί η ανίατη αρτηριοσκλήρυνση του ιερατείου του ΚΚΕ, που το οδηγεί μαθηματικά στον πλήρη εκμηδενισμό. Μήπως ήρθε η ώρα, εκεί στον Περισσό, ν’ ανοίξουν κανένα παράθυρο; Για δύο, βασικά, λόγους. Να μπει λίγο φρέσκος αέρας, αλλά κυρίως, γιά να πετάξουν έξω, απ' αυτό, την «κοντή» με το δυσκοίλιο ύφος και την παλαιολιθική της κλίκα.


Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

Κόπωση και νοσταλγία

Στοχασμοί

   Σχεδόν γιά πάνω από δύο μήνες διαρκεί αυτή η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος που διέλυσε εντελώς ό,τι απέμενε όρθιο από την, κατ’ ευφημισμό, κρατική μηχανή και την όποια εθνική παραγωγική διαδικασία, αλλά ο κόσμος δεν φωτίστηκε καθόλου. Βολοδέρνει έντρομος κι απελπισμένος από κανάλι σε κανάλι και παρακολουθεί τα κακοστημένα «ξεκατινιάσματα» που οι πονηροί και άθλιοι λαϊκιστές παρουσιαστές πρωινάδικων, μεσημεριανάδικων, απογευματάδικων και βραδυνάδικων οργανώνουν, με το ένα μάτι στην AGB, προς ίδιον όφελος από το δημιουργούμενο τζέρτζελο, σε συνδυασμό με το ελάχιστο κόστος του πολύτιμου τηλεοπτικού χρόνου που κάνει τους καναλάρχες να τρίβουν τα χέρια τους με ικανοποίηση.
   Οι καθ’ όλους τους συνδυασμούς αναπτυσσόμενες κοκορομαχίες δεν έδωσαν εξηγήσεις και δεν έπεισαν κανένα, ως προς τι μέλλει γενέσθαι, με το ξημέρωμα της 18ης Ιουνίου και προς τα πού θα πάει η χώρα. Καμία παράταξη δεν έδωσε σαφές δείγμα των προθέσεών της, πιθανότατα γιατί κι αυτή δεν ξέρει τι θα γίνει και προς τα που θα πάει το καράβι. Πορευόμαστε, σαν έθνος, στο άγνωστο, χωρίς βάρκα και χωρίς ελπίδα! Χωρίς πιλότο και χωρίς πυξίδα.
   Η μόνη σκοπιμότητα που εξυπηρετούν τα «μαλλιοτραβήγματα» στο γυαλί από τα αμετροεπή «ξανθά», (φυσικά, βαμμένα, ή εν δυνάμει), υστερικά νυμφίδια και τους φωνακλάδες αρσενικούς πολιτικάντηδες και το μόνο που επιτυγχάνεται είναι το να δημιουργείται ένταση, συσπειρωτικός φανατισμός και να φουντώνει το διάχυτο κλίμα της αβεβαιότητος και του φόβου στον αμήχανο κοσμάκη.

   Μιά αυτόματα, μέσα μου και από καιρού, αναφυείσα και προοδευτικά αυξανόμενη άπωση και αηδία γιά όλα αυτά που συμβαίνουν, σε συνδυασμό με το αναπόφευκτα δρομολογημένο τέρμα του δρόμου, που είναι το γκρέμισμα με πάταγο στο βαθύ φαράγγι της απόλυτης καταστροφής, το μυαλό με σπρώχνει από ενστικτώδη αντίδραση, όσο μακρύτερα γίνεται στο χρόνο πίσω. Με ξαναγυρίζει σε εποχές πολύ πιό δύσκολες και πολύ πιό φτωχές. Με πολύ αίμα να ρέει, ζεστό και άδικο, με πόνο, δάκρυ και δυστυχία αλλά και μιά μεγάλη και καθοριστική διαφορά. Πίσω και πέρα από το «βομβαρδισμένο» έδαφος εκείνου του φοβερού «σήμερα», υπήρχε η βεβαιότητα της προοπτικής. Οι ουρανοί, παραμένοντας ανοιχτοί, ήταν σίγουρο πως θα καθάριζαν πάλι από τους καπνούς της παγκόσμιας αναστάτωσης και το «σκαμμένο» έδαφος θα παρέμενε πάντα γόνιμο γιά τη σπορά και το κάρπισμα της ελπίδας ενός καλύτερου αύριο, που υπήρχε και μας έγνεφε αισιόδοξο. Κάτι που ούτε κατά διάνοια διαφαίνεται σήμερα

   Ξαναγυρίζω στην ανάμνηση ενός παλιού ραδιοφώνου Αιρμέκ, σφραγισμένου στην Κατοχή από τους Γερμανούς και τη μαγεία ενός τριώροφου επίπλου-πικάπ. Το πάνω κομμάτι, επενδεδυμένο με κόκκινη τσόχα περιείχε ένα γραμμόφωνο που έπαιζε «πλάκες» 78 στροφών με μιά μακριά βελόνα που κάθε τόσο ήθελε άλλαγμα, όταν άρχιζε να γρατζουνάει αισθητά τον δίσκο. Το μεσαίο είχε το μπαρ. Ένα όνειρο γιά τα παιδικά μάτια, με γύρω-γύρω καθρέφτες που αντανακλούσαν το φως και δημιουργούσαν μαγική αίσθηση από τον πολλαπλασιασμό των πολύχρωμων όμορφων μπουκαλιών με τα περίεργα σχήματα και τα περίεργα ποτά που στέγαζε. Κουαντρό, βενεδικτίνη, πίπερμαν είναι τα μόνα λικέρ που θυμάμαι από όσα, απαγορευμένα στα παιδιά, περιείχε. Κι αυτό γιατί ήσαν τα μόνα που, κάπου-κάπου και στη ζούλα, δοκιμάζοντας από μιά γουλίτσα, μου άρεσαν! Στο κάτω μέρος υπήρχε η δισκοθήκη. Η πρώτη μου γνωριμία με τον μαγικό κόσμο της μουσικής. Ένας ονειρικός καταιγισμός από νότες, αποτελούσε καταφύγιο και τον πρώτο ρυθμιστή της ψυχικής μου διάθεσης.

   Πρώτος και αγαπημένος μου δίσκος, «πλάκες» τους λέγαμε τότε, η περίφημη «Lili Marleen» με την Μάρλεν Ντήτριχ, στα γερμανικά. Μιά νοσταλγική μελωδία, που με συντρόφευε γιά πολλά-πολλά χρόνια, τα κρύα χειμωνιάτικα βράδια, πριν πάω να κουκουλωθώ κάτω από τη φλοκάτη που πλάκωνε, βαριά και παγωμένη, το στενό μου κρεβάτι. Άλλη, επίσης αγαπημένη πλάκα, εντελώς ανεξήγητα τότε, μία που μου έφερε από την Ιαπωνία, μαζί με μιά ξύλινη τορπιλάκατο, ο λοκατζής λοχαγός εξάδελφός μου που υπηρέτησε στο Εκστρατευτικό Σώμα της Κορέας. Το τραγούδι, αν και γιαπωνέζικο, λεγόταν «Κινέζικες νύχτες» και απέπνεε τέτοια και τόσο αφόρητη και μυστηριακή νοσταλγία όση δεν κατάφερε να δώσει ολόκληρη η μεταγενέστερη μουσική μου εμπειρία. Πιθανότατα λόγω έντονης φαντασίας της ηλικίας και κενών θηκών στη μουσική μου μνήμη. Ακόμη και τώρα, σε στιγμές αφόρητης ασφυξίας, γεμίζει τ’ αυτιά μου η τσιριχτή φωνούλα μιάς γιαπωνεζούλας.
   - «Ιιιιιι ινάνο γιόρου, ιιιιιι ινάνο γιόρου ινά….».

   Στα πλαίσια μικρής αναπαυτικής αδείας, μετέφεραν τους μαχητές μέχρι την Ιαπωνία, γιά να ξεκουραστούν, να ξεδώσουν λιγάκι και να πάρουν νέες δυνάμεις. Έτσι ήρθαν τα καλούδια που προανέφερα. Δυστυχώς, η παιδική διαολιά και ο πανδαμάτωρ χρόνος έβγαλε τα μάτια, σχετικά γρήγορα, της πραγματικά θαυμάσιας τορπιλακάτου που δούλευε με μπαταρία και αποτελούσε εξωγήινο κατασκεύασμα γιά ολόκληρο το πιτσιρικαριό του Βούθουλα, χωρίς ν’ αξιωθεί ποτέ στη σύντομη ζωούλα της να μπεί στο νερό, πάνω από 2-3 φορές! Η πλάκα όμως άντεξε περισσότερο και ίσως βρεθεί κάποτε, κάπου χωμένη. Νομίζω ήταν της Columbia.
   Από όλη αυτή την ιστορία και από τη μνήμη δεν θα φύγει ποτέ η σκηνή αποχαιρετισμού του ξαδέλφου μου στον Πειραιά. Ένα μεγάλο μαύρο καράβι πλευρισμένο και μιά μακριά ξύλινη σκάλα ανέβαζε τη φανταρία, αργά-αργά, στο κατάστρωμα. Ο στεριανός χώρος άδειος, χωρίς κιγκλιδώματα και φράχτες. Κόσμος παρατεταγμένος αραιά αποχαιρετούσε σιωπηλός τη μακριά σειρά των φαντάρων που προχωρούσε προς το καράβι, σε φάλαγγα κατ’ άνδρα με πλήρη εξάρτηση. Θυμάμαι έντονα το παγούρι στη ζώνη, ντυμένο με χακί τσόχα γιά να κρατάει, κατά το δυνατόν, δροσιά στο νερό, το σακίδιο με την μαζεμένη περιφερειακά κουβέρτα, δεμένη γερά πάνω του και το όπλο στον ώμο.
   Όπως προχωρούσε η σειρά, ένας στρατιώτης ξέκοψε βιαστικά απ’ αυτήν και λοξοπατώντας και χωρίς κουβέντα μου έχωσε κάτι στην τσέπη του κοντού παντελονιού. Μετά, το ίδιο αμίλητος ξαναπήδηξε στη σειρά του και προχώρησε γιά το καράβι, χωρίς ποτέ να γυρίσει να κοιτάξει πίσω. Τον παρακολούθησα ν’ ανεβαίνει στο πλοίο, μέχρι που χάθηκε από τον ορίζοντά μου. Το μάτι του δεν με αναζήτησε ποτέ! Όταν έψαξα τη τσέπη μου βρήκα τέσσερα πορτοκαλιά τσαλακωμένα δεκαχίλιαρα, εκείνα με το κεφάλι του Αριστοτέλη στην μιά τους όψη. Τα δεκάρικα δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ από μένα. Μέχρι που η αλλαγή νομισμάτων εξανέμισε την αξία τους και οι συνεχείς μετακομίσεις να τα εξαφανίσουν, χωρίς όμως και να τα σβήσουν από τη μνήμη. Οι ευχές που συνόδευαν τον άγνωστο φαντάρο, ελπίζω να τον κράτησαν έξω από τη λίστα των 168 εκείνων, που δεν γύρισαν ποτέ πίσω, αλλά έμειναν γιά πάντα χωμένοι μέσα στην φιλόξενη κορεάτικη γη, την οποία πότισαν πρώτα με το αίμα τους. (Μαζί με τους 6 αξιωματικούς και τους 12 αεροπόρους, που πέταξαν, κατ’ ευθείαν, από την Κορέα γιά ψηλότερους ουρανούς).

   Τις παιδικές μουσικές μου επιλογές συμπλήρωνε το «Μεγάλο Εμβατήριο», από την «Αΐντα» του Βέρντι, η «Καλίνκα» με την ορχήστρα του μεγάλου Αλεξάντερ Αλεξαντρώφ, οι μελωδίες του Τίνο Ρόσσι, κυρίως το «Violino Tzigano», το «Quitarra romana» και μερικές άλλες που ο πέπλος του χρόνου καλύπτει. Κάποια τανγκό του Αργεντίνου Κάρλος Γκαρντέλ, προφανώς πεσκέσια του θείου Νίκου από το Σαντιάγκο της Χιλής, και μιά μεγάλη γκάμα του μάγου του τανγκό Εντουάρντο Μπιάνκο απασχολούσαν, επίσης, ευχάριστα τ’ αυτιά μου τις πρώτες βραδυνές, προ ύπνου, ώρες.
   Βεβαίως η Βέμπο, η Κούλα Νικολαΐδου, (μεγάλη αγάπη της συνονόματης μητέρας) κι ο Φώτης Πολυμέρης είχαν μεγάλο σουξέ και περίοπτη θέση στην πρώτη οικογενειακή δισκοθήκη.

   Τώρα που ο ήλιος μου γέρνει γιά τα καλά προς τη δύση του, θεωρώ απείρως προτιμότερο, από το να παρακολουθώ ανούσιες, φανατισμένες και βλακώδεις τηλεμαχίες μικρών και μωροφιλόδοξων ανθρώπων, να «ψαρεύω» ακροάματα από τα καθάρια νερά των χρόνων της αθωότητος. Μη φανταζόμενος ποτέ πως το κλειδί που άνοιξε τη ψυχή μου στον κόσμο, κάνοντας μεγάλο και αρκετά μακρόχρονο κύκλο σ’ αυτόν, θα χρειαζόταν επειγόντως γιά να την ξανακλειδώσει και πάλι. Και μάλιστα κάτω από όμοια τραγικές και μίζερες συνθήκες.