Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Κόπωση και νοσταλγία

Στοχασμοί

   Σχεδόν γιά πάνω από δύο μήνες διαρκεί αυτή η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος που διέλυσε εντελώς ό,τι απέμενε όρθιο από την, κατ’ ευφημισμό, κρατική μηχανή και την όποια εθνική παραγωγική διαδικασία, αλλά ο κόσμος δεν φωτίστηκε καθόλου. Βολοδέρνει έντρομος κι απελπισμένος από κανάλι σε κανάλι και παρακολουθεί τα κακοστημένα «ξεκατινιάσματα» που οι πονηροί και άθλιοι λαϊκιστές παρουσιαστές πρωινάδικων, μεσημεριανάδικων, απογευματάδικων και βραδυνάδικων οργανώνουν, με το ένα μάτι στην AGB, προς ίδιον όφελος από το δημιουργούμενο τζέρτζελο, σε συνδυασμό με το ελάχιστο κόστος του πολύτιμου τηλεοπτικού χρόνου που κάνει τους καναλάρχες να τρίβουν τα χέρια τους με ικανοποίηση.
   Οι καθ’ όλους τους συνδυασμούς αναπτυσσόμενες κοκορομαχίες δεν έδωσαν εξηγήσεις και δεν έπεισαν κανένα, ως προς τι μέλλει γενέσθαι, με το ξημέρωμα της 18ης Ιουνίου και προς τα πού θα πάει η χώρα. Καμία παράταξη δεν έδωσε σαφές δείγμα των προθέσεών της, πιθανότατα γιατί κι αυτή δεν ξέρει τι θα γίνει και προς τα που θα πάει το καράβι. Πορευόμαστε, σαν έθνος, στο άγνωστο, χωρίς βάρκα και χωρίς ελπίδα! Χωρίς πιλότο και χωρίς πυξίδα.
   Η μόνη σκοπιμότητα που εξυπηρετούν τα «μαλλιοτραβήγματα» στο γυαλί από τα αμετροεπή «ξανθά», (φυσικά, βαμμένα, ή εν δυνάμει), υστερικά νυμφίδια και τους φωνακλάδες αρσενικούς πολιτικάντηδες και το μόνο που επιτυγχάνεται είναι το να δημιουργείται ένταση, συσπειρωτικός φανατισμός και να φουντώνει το διάχυτο κλίμα της αβεβαιότητος και του φόβου στον αμήχανο κοσμάκη.

   Μιά αυτόματα, μέσα μου και από καιρού, αναφυείσα και προοδευτικά αυξανόμενη άπωση και αηδία γιά όλα αυτά που συμβαίνουν, σε συνδυασμό με το αναπόφευκτα δρομολογημένο τέρμα του δρόμου, που είναι το γκρέμισμα με πάταγο στο βαθύ φαράγγι της απόλυτης καταστροφής, το μυαλό με σπρώχνει από ενστικτώδη αντίδραση, όσο μακρύτερα γίνεται στο χρόνο πίσω. Με ξαναγυρίζει σε εποχές πολύ πιό δύσκολες και πολύ πιό φτωχές. Με πολύ αίμα να ρέει, ζεστό και άδικο, με πόνο, δάκρυ και δυστυχία αλλά και μιά μεγάλη και καθοριστική διαφορά. Πίσω και πέρα από το «βομβαρδισμένο» έδαφος εκείνου του φοβερού «σήμερα», υπήρχε η βεβαιότητα της προοπτικής. Οι ουρανοί, παραμένοντας ανοιχτοί, ήταν σίγουρο πως θα καθάριζαν πάλι από τους καπνούς της παγκόσμιας αναστάτωσης και το «σκαμμένο» έδαφος θα παρέμενε πάντα γόνιμο γιά τη σπορά και το κάρπισμα της ελπίδας ενός καλύτερου αύριο, που υπήρχε και μας έγνεφε αισιόδοξο. Κάτι που ούτε κατά διάνοια διαφαίνεται σήμερα

   Ξαναγυρίζω στην ανάμνηση ενός παλιού ραδιοφώνου Αιρμέκ, σφραγισμένου στην Κατοχή από τους Γερμανούς και τη μαγεία ενός τριώροφου επίπλου-πικάπ. Το πάνω κομμάτι, επενδεδυμένο με κόκκινη τσόχα περιείχε ένα γραμμόφωνο που έπαιζε «πλάκες» 78 στροφών με μιά μακριά βελόνα που κάθε τόσο ήθελε άλλαγμα, όταν άρχιζε να γρατζουνάει αισθητά τον δίσκο. Το μεσαίο είχε το μπαρ. Ένα όνειρο γιά τα παιδικά μάτια, με γύρω-γύρω καθρέφτες που αντανακλούσαν το φως και δημιουργούσαν μαγική αίσθηση από τον πολλαπλασιασμό των πολύχρωμων όμορφων μπουκαλιών με τα περίεργα σχήματα και τα περίεργα ποτά που στέγαζε. Κουαντρό, βενεδικτίνη, πίπερμαν είναι τα μόνα λικέρ που θυμάμαι από όσα, απαγορευμένα στα παιδιά, περιείχε. Κι αυτό γιατί ήσαν τα μόνα που, κάπου-κάπου και στη ζούλα, δοκιμάζοντας από μιά γουλίτσα, μου άρεσαν! Στο κάτω μέρος υπήρχε η δισκοθήκη. Η πρώτη μου γνωριμία με τον μαγικό κόσμο της μουσικής. Ένας ονειρικός καταιγισμός από νότες, αποτελούσε καταφύγιο και τον πρώτο ρυθμιστή της ψυχικής μου διάθεσης.

   Πρώτος και αγαπημένος μου δίσκος, «πλάκες» τους λέγαμε τότε, η περίφημη «Lili Marleen» με την Μάρλεν Ντήτριχ, στα γερμανικά. Μιά νοσταλγική μελωδία, που με συντρόφευε γιά πολλά-πολλά χρόνια, τα κρύα χειμωνιάτικα βράδια, πριν πάω να κουκουλωθώ κάτω από τη φλοκάτη που πλάκωνε, βαριά και παγωμένη, το στενό μου κρεβάτι. Άλλη, επίσης αγαπημένη πλάκα, εντελώς ανεξήγητα τότε, μία που μου έφερε από την Ιαπωνία, μαζί με μιά ξύλινη τορπιλάκατο, ο λοκατζής λοχαγός εξάδελφός μου που υπηρέτησε στο Εκστρατευτικό Σώμα της Κορέας. Το τραγούδι, αν και γιαπωνέζικο, λεγόταν «Κινέζικες νύχτες» και απέπνεε τέτοια και τόσο αφόρητη και μυστηριακή νοσταλγία όση δεν κατάφερε να δώσει ολόκληρη η μεταγενέστερη μουσική μου εμπειρία. Πιθανότατα λόγω έντονης φαντασίας της ηλικίας και κενών θηκών στη μουσική μου μνήμη. Ακόμη και τώρα, σε στιγμές αφόρητης ασφυξίας, γεμίζει τ’ αυτιά μου η τσιριχτή φωνούλα μιάς γιαπωνεζούλας.
   - «Ιιιιιι ινάνο γιόρου, ιιιιιι ινάνο γιόρου ινά….».

   Στα πλαίσια μικρής αναπαυτικής αδείας, μετέφεραν τους μαχητές μέχρι την Ιαπωνία, γιά να ξεκουραστούν, να ξεδώσουν λιγάκι και να πάρουν νέες δυνάμεις. Έτσι ήρθαν τα καλούδια που προανέφερα. Δυστυχώς, η παιδική διαολιά και ο πανδαμάτωρ χρόνος έβγαλε τα μάτια, σχετικά γρήγορα, της πραγματικά θαυμάσιας τορπιλακάτου που δούλευε με μπαταρία και αποτελούσε εξωγήινο κατασκεύασμα γιά ολόκληρο το πιτσιρικαριό του Βούθουλα, χωρίς ν’ αξιωθεί ποτέ στη σύντομη ζωούλα της να μπεί στο νερό, πάνω από 2-3 φορές! Η πλάκα όμως άντεξε περισσότερο και ίσως βρεθεί κάποτε, κάπου χωμένη. Νομίζω ήταν της Columbia.
   Από όλη αυτή την ιστορία και από τη μνήμη δεν θα φύγει ποτέ η σκηνή αποχαιρετισμού του ξαδέλφου μου στον Πειραιά. Ένα μεγάλο μαύρο καράβι πλευρισμένο και μιά μακριά ξύλινη σκάλα ανέβαζε τη φανταρία, αργά-αργά, στο κατάστρωμα. Ο στεριανός χώρος άδειος, χωρίς κιγκλιδώματα και φράχτες. Κόσμος παρατεταγμένος αραιά αποχαιρετούσε σιωπηλός τη μακριά σειρά των φαντάρων που προχωρούσε προς το καράβι, σε φάλαγγα κατ’ άνδρα με πλήρη εξάρτηση. Θυμάμαι έντονα το παγούρι στη ζώνη, ντυμένο με χακί τσόχα γιά να κρατάει, κατά το δυνατόν, δροσιά στο νερό, το σακίδιο με την μαζεμένη περιφερειακά κουβέρτα, δεμένη γερά πάνω του και το όπλο στον ώμο.
   Όπως προχωρούσε η σειρά, ένας στρατιώτης ξέκοψε βιαστικά απ’ αυτήν και λοξοπατώντας και χωρίς κουβέντα μου έχωσε κάτι στην τσέπη του κοντού παντελονιού. Μετά, το ίδιο αμίλητος ξαναπήδηξε στη σειρά του και προχώρησε γιά το καράβι, χωρίς ποτέ να γυρίσει να κοιτάξει πίσω. Τον παρακολούθησα ν’ ανεβαίνει στο πλοίο, μέχρι που χάθηκε από τον ορίζοντά μου. Το μάτι του δεν με αναζήτησε ποτέ! Όταν έψαξα τη τσέπη μου βρήκα τέσσερα πορτοκαλιά τσαλακωμένα δεκαχίλιαρα, εκείνα με το κεφάλι του Αριστοτέλη στην μιά τους όψη. Τα δεκάρικα δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ από μένα. Μέχρι που η αλλαγή νομισμάτων εξανέμισε την αξία τους και οι συνεχείς μετακομίσεις να τα εξαφανίσουν, χωρίς όμως και να τα σβήσουν από τη μνήμη. Οι ευχές που συνόδευαν τον άγνωστο φαντάρο, ελπίζω να τον κράτησαν έξω από τη λίστα των 168 εκείνων, που δεν γύρισαν ποτέ πίσω, αλλά έμειναν γιά πάντα χωμένοι μέσα στην φιλόξενη κορεάτικη γη, την οποία πότισαν πρώτα με το αίμα τους. (Μαζί με τους 6 αξιωματικούς και τους 12 αεροπόρους, που πέταξαν, κατ’ ευθείαν, από την Κορέα γιά ψηλότερους ουρανούς).

   Τις παιδικές μουσικές μου επιλογές συμπλήρωνε το «Μεγάλο Εμβατήριο», από την «Αΐντα» του Βέρντι, η «Καλίνκα» με την ορχήστρα του μεγάλου Αλεξάντερ Αλεξαντρώφ, οι μελωδίες του Τίνο Ρόσσι, κυρίως το «Violino Tzigano», το «Quitarra romana» και μερικές άλλες που ο πέπλος του χρόνου καλύπτει. Κάποια τανγκό του Αργεντίνου Κάρλος Γκαρντέλ, προφανώς πεσκέσια του θείου Νίκου από το Σαντιάγκο της Χιλής, και μιά μεγάλη γκάμα του μάγου του τανγκό Εντουάρντο Μπιάνκο απασχολούσαν, επίσης, ευχάριστα τ’ αυτιά μου τις πρώτες βραδυνές, προ ύπνου, ώρες.
   Βεβαίως η Βέμπο, η Κούλα Νικολαΐδου, (μεγάλη αγάπη της συνονόματης μητέρας) κι ο Φώτης Πολυμέρης είχαν μεγάλο σουξέ και περίοπτη θέση στην πρώτη οικογενειακή δισκοθήκη.

   Τώρα που ο ήλιος μου γέρνει γιά τα καλά προς τη δύση του, θεωρώ απείρως προτιμότερο, από το να παρακολουθώ ανούσιες, φανατισμένες και βλακώδεις τηλεμαχίες μικρών και μωροφιλόδοξων ανθρώπων, να «ψαρεύω» ακροάματα από τα καθάρια νερά των χρόνων της αθωότητος. Μη φανταζόμενος ποτέ πως το κλειδί που άνοιξε τη ψυχή μου στον κόσμο, κάνοντας μεγάλο και αρκετά μακρόχρονο κύκλο σ’ αυτόν, θα χρειαζόταν επειγόντως γιά να την ξανακλειδώσει και πάλι. Και μάλιστα κάτω από όμοια τραγικές και μίζερες συνθήκες.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου