Τρίτη, 4 Ιουνίου 2013

«Αθηναϊκή Δημοκρατία»



Μύθοι και πραγματικότητες

    Αρχείο:Ο Περικλής Αγορεύων στήν Πνύκα (Philipp von Foltz).JPG

   Ζώντες στην εποχή του λαϊκισμού,  του τσαρούχειου «ό,τι δηλώσεις είσαι»  (αν και αμφισβητείται η πατρότητα του γνωμικού) και της καπηλείας των πάντων, ένας πεπλανημένος όρος που κυριαρχεί και κατακρεουργείται, ερμηνευόμενος κατά το δοκούν, είναι η πολύπαθη «Δημοκρατία». Όταν μάλιστα γίνει και καμιά περισπούδαστη αναφορά στην αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία, τότε γελά κι ο κάθε πικραμένος. Αρκεί βέβαια να ξέρει από Ιστορία. (Εννοείται όχι μελετώντας το «δόγμα Ρεπούση», ή τις θεωρίες του «τσαχπίνη» πολυπηδηχταρά της ελληνικής Βουλής).

    Όπως είναι και φυσικό και λογικό, ένα πολίτευμα, οπουδήποτε στη Γη,  δεν είναι δυνατόν να παραμένει αταλάντευτα σταθερό γιά πάρα πολλά χρόνια, αλλά να εξελίσσεται αναλόγως των εκάστοτε συνθηκών.  Ισχυρές προσωπικότητες και αντίστοιχα ισχυρές ανθρώπινες φιλοδοξίες διαμορφώνουν καταστάσεις, ανταγωνισμούς, πολέμους και καθορίζουν τη μοίρα των απλών ανθρώπων, οι οποίοι τελικά, απλά ακολουθούν αγεληδόν. Είτε διαμαρτυρόμενοι, (π.χ. «αγανακτισμένοι», κίνημα του «δεν πληρώνω»), είτε χειροκροτώντας ενθουσιωδώς, (π.χ. «μαζί σου Αντρέα, γιά μιά Ελλάδα νέα»!). Όλοι αφελείς και πρόβατα επί σφαγήν στο βωμό των ισχυρών, που ούτως ή άλλως, τους ρυμουλκούν και εκμεταλλεύονται.

   Ανατρέχοντας στον Πλάτωνα, (παλιό μου γείτονα!), θα δούμε πως αυτός στην ιδανική του Πολιτεία, προσδιορίζει και ιδανικό αριθμό πολιτών. Με επιχείρημα πως αυτοί θα πρέπει να γνωρίζονται μεταξύ τους, εκτιμά τον κατάλληλο αριθμό στους 5.000 κατοίκους. Εννοείται πως στον αριθμό, όπως και όσους αναφερθούν περαιτέρω, δεν περιλαμβάνονταν ούτε οι γυναίκες, ούτε τα παιδιά! Και το γεγονός ας εκληφθεί ως ένα πρώτο, αλλά πολύ χαρακτηριστικό  δείγμα «δημοκρατικότητος».

   Κατά την περίοδο της ακμής των Αθηνών, τον περίφημο «χρυσό αιώνα του Περικλέους», η πόλη είχε γιγαντωθεί και αριθμούσε περίπου 40.000 πολίτες. Δηλαδή ελεύθερους ανθρώπους με πλήρη πολιτικά δικαιώματα, κυρίως στο «εκλέγειν» και «εκλέγεσθαι». Αυτοί διοικούσαν και αυτοί «κουμαντάριζαν» την πόλη-κράτος των Αθηνών. Πέραν τον αναλογούντων σ’ αυτούς γυναικόπαιδων, με την καταμέτρηση των οποίων ουδείς ασχολείτο σοβαρά, υπήρχαν ακόμη και 20.000 μέτοικοι, δηλαδή Έλληνες μεν, αλλά προερχόμενοι από άλλη ελληνική πόλη, οι οποίοι επέλεγαν να κατοικήσουν και εργαστούν στην Αθήνα και άγνωστος αριθμός δούλων. Ο αριθμός τους εκτιμάται σε αρκετά πάνω από 100.000 άτομα.

   Θεωρώντας αυτούς τους αριθμούς ως, κατά προσέγγιση ακριβείς, έχουμε μιά δημοκρατία του 25% των κατοίκων της και αν υπολογίσουμε και τις γυναίκες, (τα παιδιά, φυσικά, δεν ψηφίζουν, τότε μιλάμε γιά δημοκρατία του 10-15% και, βεβαίως ως έννοια, γιά δημοκρατία της πλάκας!

   Γιά πληρέστερη εικόνα και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των Αθηνών εκείνη την εποχή, πρώτα-πρώτα, ας γνωρίσουμε την κάθε κοινωνική ομάδα.

    - Αθηναίοι πολίτες:   Ως Αθηναίοι πολίτες λογίζονταν άνδρες που είχαν συμπληρώσει 18 χρόνια ζωής και είχαν προγόνους τριών, τουλάχιστον, γενεών Αθηναίους. Όλοι αυτοί απολάμβαναν ίσα δικαιώματα πολίτη και αναλάμβαναν ίσες υποχρεώσεις συμμετοχής σε υπηρεσίες της πόλεως. Αυτό ήταν υποχρεωτικό γιά όλους και η συγκεκριμένη επιλογή γιά υπηρεσία, γινόταν καθημερινά διά κληρώσεως στην Εκκλησία του Δήμου. Αυτού του είδους η συμμετοχή στα κοινά περιποιούσε τιμή σε κάθε πολίτη και η αποχή αποτελούσε ένδειξη κραυγαλέας ανικανότητας, σωματικής ή πνευματικής, η οποία επέβαλλε και τους όρους «ιδιώτης» και «ιδιωτεύω». Δηλαδή άχρηστος, δηλαδή βλάκας! Κατά περίεργο τρόπο, οι Άγγλοι χρησιμοποιούν τον όρο με την αρχαία της σημασία, (idiot = ηλίθιος), ενώ εμείς όχι. Απλά καλούμε «ιδιώτη» όποιον δεν ασχολείται με το δημόσιο. Δηλαδή το τελείως αντίθετο της αγγλικής ερμηνείας, αφού γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ΄60, όποιος, π.χ. μηχανικός, πήγαινε να γίνει δημόσιος υπάλληλος και να παίρνει τρείς κι εξήντα, (ενώ μπορούσε να κάνει καριέρα ως ιδιώτης), ήταν σαφώς ηλίθιος!

   Αυτό το σύστημα της ουσιαστικής ολιγαρχίας συσσώρευε, με την πάροδο του χρόνου, τον πλούτο στα χέρια των περισσοτέρων Αθηναίων πολιτών, οι οποίοι απαξιούσαν εντελώς να ασχοληθούν με κάθε χειρωνακτική εργασία, (έστω και καλλιτεχνικής φύσεως), ακόμη και με τη διαχείριση της περιουσίας τους. Όλες οι δουλειές που απαιτούσαν κόπο και μόχθο, όπως π.χ. η καλλιέργεια της γης, αποτελούσαν υποτιμητική απασχόληση!  Έτσι τα καθήκοντα αυτά τα ανέθεταν, επί πληρωμή, είτε σε έμπιστους μέτοικους, είτε σε έμπιστους «θήτες». Θήτες ονόμαζαν τους φτωχότερους Αθηναίους πολίτες οι οποίοι, ισότιμοι μεν, κέρδιζαν όμως το ψωμί τους με το μεροκάματο και τον ιδρώτα του προσώπου τους! Επειδή, λόγω της διά κληρώσεως υποχρέωσης των θητών σε δημόσια απασχόληση, έχαναν ημερομίσθια, η Εκκλησία του Δήμου είχε θεσπίσει σχετικές αποζημιώσεις γι’ αυτούς όταν, απέχοντας από τις δουλειές τους, εκτελούσαν δημόσια διατεταγμένη υπηρεσία.
   Με τον τρόπο αυτό, οι πλούσιοι Αθηναίοι διαθέτοντας πολύ ελεύθερο χρόνο ασχολούνταν με τα συμπόσια, τη φιλοσοφία, την πολιτική και, βεβαίως, το…. πήδημα! (Παντοιοτρόπως, κι ας προσπαθούν κάποιοι να εξιδανικεύσουν καταστάσεις. Κι εμείς ερωτευτήκαμε  -την αρχαιότητα-  αλλά δεν τρελαθήκαμε τόσο, ώστε να παραβλέπουμε και τις πομπές της!).
   Φορολογικά και γιά την αντιμετώπιση των κρατικών εξόδων, το κοινωνικό αθηναϊκό κράτος προέβλεπε ισόποση καταβολή φόρου εκ μέρους όλων των πολιτών του! Η διαφορά της οικονομικής κατάστασης των Αθηναίων «εξαργυρωνόταν» με την ανάληψη «χορηγιών». Ένας πολύ ωραίος όρος που επαναφέρθηκε τα τελευταία χρόνια γιά να βαφτίσει κομψά τους διαφημιζόμενους! «Τω καιρώ εκείνω», κάθε Αθηναίος πολίτης, ανάλογα με την οικονομική του κατάσταση, αναλάμβανε την χρηματοδότηση κάποιου έργου. Ειδικά σε περιόδους πολεμικού συναγερμού, οι οικονομικά λιγότερο ισχυροί  συντηρούσαν στρατιωτικά σώματα και άλογα, ενώ οι πλουσιότεροι κι επιφανέστεροι πλήρωναν την κατασκευή πολεμικού πλοίου ή πλοίων, (τριήρεις),  και μετείχαν στον πόλεμο ως καπετάνιοι τους. Αυτοί αποκαλούνταν «τριηράρχες». (Εδώ σημειώνεται η σύμπτωση να υπηρετούν και σήμερα οι γόνοι των λεγόμενων «καλών οικογενειών» στο Ναυτικό!). Αυτή η οικονομική επιβάρυνση των πλουσίων Αθηναίων, (γαιοκτήμονες, κατά κανόνα), κατά περίεργο γιά τα σημερινά δεδομένα, αναλαμβανόταν με μεγάλη προθυμία από τους «έχοντας και κατέχοντας», διότι αποτελούσε μεγάλη τιμή γιά τον χορηγό. Ας μην ξεχνάμε πως η κοινωνία, όπως και να το κάνουμε, ήταν μικρή και τα νέα έτρεχαν με ταχύτητα. (Αν και σχετικά άσχετο, παραθέτω εδώ την πρώτη κουβέντα που άλλαζαν μεταξύ τους οι προσερχόμενοι στην Αγορά, πολίτες: «Έχεις τι καινόν»; Κουτσομπολιό, δηλαδή! ).

   Στους πολέμους, κατά κανόνα, μετείχαν όλοι οι ελεύθεροι Αθηναίοι, κυρίως ως βαθμοφόροι ή κωπηλάτες στις τριήρεις. (Το όνομα τους δόθηκε από τις τρεις σειρές κουπιών που διέθεταν). Κατ’ εξαίρεση οι μέτοικοι μπορούσαν να συμμετάσχουν μόνο ως οπλίτες και οι δούλοι μόνο… ως υπηρετικό προσωπικό, (π.χ. βαστάζοι, ιπποκόμοι, κ.λπ.), φέροντας ελαφρύ οπλισμό, όπως λ. χ. σφεντόνες! Έτσι ας μην φανεί παράξενο πως, π.χ.  ο Σωκράτης πολέμησε, κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, σε τρεις μάχες, (Από το 424 έως το 422 π. Χ., σε Ποτίδαια, Δήλιον Βοιωτίας και Αμφίπολη) και ο Αισχύλος στη μάχη του Μαραθώνος, 490 π. Χ.)
   Το κωμικοτραγικό της υπόθεσης ήταν η περίπτωση των θητών. Τηρουμένων των αναλογιών με τα  σημερινά δεδομένα, αυτοί αποτελούσαν την… σνομπαρία της Αθήνας, ή μάλλον της «Πόλεως των Αθηνών», όπως αυτάρεσκα αποκαλούσαν οι Αθηναίοι την πόλη τους. Οι θήτες, αν και οικονομικά σκέτοι «λιγούρηδες» ήθελαν, φερόμενοι υπεροπτικά, να δείξουν κι αυτοί ότι κάτι… είναι!  Έτσι, συχνότατα, πήγαιναν κωπηλάτες στις τριήρεις προκειμένου να προβάλλουν και αναδείξουν την ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη!
   Οι Αθηναίοι, απόλυτα και σε βαθμό αλαζονείας υπερήφανοι γιά την καταγωγή και την οργάνωση της κοινωνίας και του κράτους τους, συμμετείχαν στην διοίκησή του με τρόπον που, μοιραία, δεν αποφεύγονταν και τα κακά συνεπακόλουθα της Δημοκρατίας. Όπως υπέρμετροι εγωισμοί, φιλαυτίες, δημαγωγίες, αυταρχισμοί και εκτροπές.
   Ο βασικός αναδιοργανωτής και αναμορφωτής του αθηναϊκού πολιτεύματος, ο Κλεισθένης, (570 – 507 π. Χ), έκανε ό, τι μπορούσε, όμως η ανθρώπινη φύση δεν νικιέται με τίποτα!
   Μέσα στα λαμβανόμενα μέτρα γιά την εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος ήταν η απόλυτη τήρηση των Νόμων, στον σεβασμό των οποίων υπόκεινταν απαξάπαντες.  Οι αυστηρότατες ποινές που επιβάλλονταν, πέραν του δημόσιου ψόγου και της ατίμωσης του παραβάτη, υπήρξαν οι καλύτεροι εγγυητές αυτής της τήρησης. Πλην της εσχάτης των ποινών, της θανατικής, υπήρχε η άρση των δικαιωμάτων του πολίτη, η κατάσχεση της περιουσίας του και η εξορία. Η τελευταία λεγόταν «εξοστρακισμός», από τον τρόπο που λαμβανόταν η απόφαση. Στην Εκκλησία του Δήμου, (στην Ολομέλεια, ας πούμε, της Εθνοσυνέλευσης), χάραζες το όνομα του πολίτη που ήθελες να εξορισθεί σε ένα όστρακο και το έριχνες στην κάλπη. Αν συγκεντρώνονταν πάνω από 6.000 όστρακα με το όνομά σου γραμμένο, υποχρεωνόσουν να εγκαταλείψεις τα όρια της πόλης γιά 10 χρόνια.
(συνεχίζεται).

   Σημείωση:  Το ιστορικό περιεχόμενο του κειμένου, (και στο σύνολο και στις λεπτομέρειές του), είναι απόλυτα ακριβές, ελεγμένο και διασταυρωμένο. Η απόδοση της αφήγησης, μόνο, γίνεται σε σύγχρονη μορφή και με γλώσσα ελεύθερη. (Ας πούμε κατά τρόπον αριστοφανικό). Ελπίζω να προλάβω την ολοκλήρωση των θέματος, πριν η γνωστή ιστορική … αιθαλομίχλη χτυπήσει και πάλι, εκτοξεύοντας τις απίθανες… ρεπουσιώδεις ανατρεπτικές απόψεις που κάνουν την ιστορική αλήθεια σκ… και σαν τα μούτρα της!    
    


3 σχόλια:

  1. Έχει και συνέχεια. Πιστεύω ενδιαφέρουσα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Στη ρύμη της ευαρέσκειας, παρέλειψα το "ευχαριστώ"!
    Αγένειά μου.
    Σπεύδω να επανορθώσω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή