Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

«Ήταν» ένα τόσο δα μικρό γατάκι.



Το «ήταν», και όχι σκέτο ήταν, φαντάζομαι προφανές.
Κάτι τέτοιο, κάπως έτσι. Αλλά στο πολύ ομορφότερο

   Το βρήκα προ διμήνου νεογέννητο κι εγκαταλελειμμένο στην αυλή ενός διπλανού σπιτιού. Ο φίλος γείτονας, μου έχει αφήσει το κλειδί της αυλόπορτας γιά να ρίχνω -πού και πού- καμιά ματιά. Τόσα γίνονται σήμερα. Ιδίως σε μία εξοχική περιοχή που πεθαίνει τον χειμώνα κι ανασταίνεται από το Πάσχα και πέρα.

   Ένα απ’ αυτά που «γίνονται» ήταν κι η εμφάνιση, σε μιά απάνεμη γωνιά της αυλής, ενός παρδαλού νεογέννητου γατιού, του οποίου το αδύναμο κλάμα πρόδιδε ηλικία, εγκατάλειψη και πείνα. Η συνέχεια γνωστή κι αναμενόμενη. Μπήκε κι αυτό στη χορεία των μικρών τετράποδων διαβόλων που μοιραζόμαστε, ό,τι απέμεινε από την τέως αξιοπρεπή σύνταξή μου. Χαρούμενο, ζωηρό και παιχνιδιάρικο ανταπέδιδε την φροντίδα μου με απεριόριστη εμπιστοσύνη κι αγάπη. Το κρατούσα, το χάιδευα κι αυτό με κοίταγε με τις μικρές παμπόνηρες χαντρούλες που είχε στις κόγχες των ματιών. Δεν το πήρα σπίτι, να το ανακατέψω με τους δικούς κακομαθημένους και τεμπέληδες χοντρομπαλάδες, γιατί θεώρησα σίγουρο πως θα το φθονούσαν, θα το αγρίευαν και, έτσι ήρεμο που ήταν, θα το έδιωχναν και θα χανόταν. Το άφησα να στεριώσει στο μέρος όπου βρέθηκε κι εγκλιματίστηκε. 
   Έτσι έγινε και όλα πήγαιναν μιά χαρά. Κάθε χάραμα και κάθε σούρουπο με περίμενε στην πόρτα του δικού μου κτήματος και με συνόδευε με χαρούμενα νιαουρίσματα και τσαλίμια στα πόδια μου, μέχρι το δικό του σπίτι και πιατάκι, το οποίο φρόντιζα να τροφοδοτώ ανελλιπώς. Σε λίγες ημέρες, άλλες δύο γάτες, μία μπασταρδοσιαμέζα και μία παρδαλή και γκαστρωμένη -πιθανότατα μάνα του από προηγούμενη γέννα- είχαν προστεθεί στο συσσίτιο το οποίο -αναγκαστικά- έγινε οδυνηρότερο γιά την τσέπη μου. Όμως χαλάλι!


   Χθες το πρωί το γατάκι έμοιαζε σαν μαστουρωμένο και στον κόσμο του. Ακίνητο, σιωπηλό, άκεφο κι αδιάφορο στην πρόκληση της λαχταριστής κονσέρβας ψαριού που καταβρόχθησαν με όρεξη οι άλλες. Ένα μικρό αναγούλιασμα έβγαλε λίγο άσπρο υγρό που, αισιόδοξα αλλά λανθασμένα, απέδωσα σε δυσπεψία, ποντάροντας στις επτά ψυχές που κρύβουν μέσα τους τα γατιά κι ευελπιστώντας πως το «δικό» μου, άντε να μείνει με τις έξι. Δεν χάθηκε δα κι ο κόσμος.

   Το απόγευμα κατάλαβα, αργά δυστυχώς, πως κάποια από τις φόλες που σκορπίζουν απλόχερα στα δάση μερικές ντόπιες «ευγενικές και πολιτισμένες ψυχές» -για να «φιλέψουν» τα αδέσποτα σκυλιά- βρήκε λάθος αποδέκτη. Λίγο ζεστό γάλα που με μιά μικρή σύριγγα του έβαλα στο λαρύγγι, προσπαθώντας να σώσω την «παρτίδα», δεν έφερε αποτέλεσμα. Νωρίς σήμερα το ξημέρωμα το βρήκα ξυλιασμένο, με μιά γκριμάτσα οδύνης στο παραμορφωμένο πρόσωπο και μιά σταγόνα γάλακτος ξεραμένη στο μισάνοιχτο στόμα του.


   Τώρα, μιά σπιθαμή πλασματάκι, «κοιμάται» πρόωρα. Ήρεμο, ξένοιαστο και ασφαλές. Προστατευμένο πλέον από την ανθρώπινη κακία κι ανοησία, στη ρίζα ενός μεγάλου πεύκου, στο απέναντι μικρό δασάκι. Μέσα στο αφράτο από τη βροχή χώμα και με μιά μεγάλη επίπεδη πέτρα -γιά κουβέρτα- επάνω του. Το προσέχει, πλέον, η Μεγάλη Μάνα. Το άφησα στη φροντίδα της.

  «Ήταν» ένα μικρό γατάκι…  

2 σχόλια:

  1. Ποιός να είναι αυτός ο μπάσταρδος που μοιράζει φόλες;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δυστυχώς είναι πολλοί. Και κυρίως τσοπαναρέοι που αμολάν ελεύθερα κι αφύλαχτα τα πρόβατά τους και κάποτε κάποιο ξελιγωμένο από πείνα αδέσποτο "σβερκώνει" κι από κανένα.
    Επίσης η δημοτική αρχή, όταν γίνονται πολλά τα αδέσποτα, εξαπολύει πογκρόμ στη λογική: "πονάει μάτι, βγάζει μάτι".
    Αλλά με κύριους υπεύθυνους όσους ψευτοφιλόζωους δεν αγαπούν, δεν στειρώνουν και δεν προσέχουν τα ζώα τους, αλλά τα παρατούν όταν τα βαρεθούν, ή δεν μπορούν να τα ζήσουν.
    Νεοελληνικός "πολιτισμός" του Καγιέν, της ψησταριάς στον κήπο, της αστακομακαρονάδας στην παραλία και του σκύλου, γιά να παίζουν τα παιδιά. Ένας πολιτισμός που πιστοποιείται εύκολα από τους κάδους των σκουπιδιών και τους γύρω συχαμερούς -όπως τους καταντούν- χώρους. Φρίκη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή