Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

«Εδώ Πολυτεχνείο…!». 40η επέτειος της εξέγερσης.



Μιά σύνοψη σε αλλιώτικο τόνο.
Ένα τανκ ετοιμάζεται να... φοιτήσει στο ΕΜΠ!
   
   Ουφ, πέρασε κι αυτό! Το ουφ, γιατί  η φετινή πορεία ήταν αναίμακτη. Χωρίς εκτεταμένα επεισόδια, πρόσθετες εντάσεις και το γνωστό…. μπάχαλο. Αρκούν όσα πραγματικά σύγχρονα προβλήματα μας δέρνουν αλύπητα.

   Ως «παλιός φούρναρης», που έζησε σε νεαρή, σχετικά, ηλικία εκείνα τα γεγονότα, με την ίδια νηφαλιότητα, ψυχραιμία και προσπάθεια αντικειμενικής θεώρησης τότε, όπως άλλωστε και τώρα, παρατηρώ ως πρώτο βήμα σοβαρής και κατασταλαγμένης τοποθέτησης, την πλήρη απουσία του πομπώδους, όσο ανόητου και δημαγωγικού, εκείνου περί των «χιλιάδων νεκρών του Πολυτεχνείου»!

   Επί τέλους, όπως όλα τα ιστορικά γεγονότα που αποκαλύπτονται μετά την καθίζηση από τον χρόνο, η υπόθεση άρχισε ν’ απογυμνώνεται από τους μύθους της, ώστε στο τέλος ν’ απομείνει η αλήθεια, όπως θα πρέπει να καταγράφεται στην Ιστορία. 
   Ο μεγαλύτερος μύθος που απέμεινε και θα πρέπει να καταπέσει στο μέλλον, κάτι που γιά προφανείς λόγους θεωρώ σχεδόν αδύνατον, είναι αυτός της, δήθεν, «καθολικής αντίστασης του λαού στη χούντα».

    
   Την τιμή μιάς απέραντης μάζας από βολεψάκηδες, αδιάφορους και… χέστες, επί 6 και, συναπτά έτη, προσπαθούσε να σώσει μιά χούφτα σκόρπιων και μεμονωμένων ελεύθερων και αδάμαστων συνειδήσεων, όπως  π.χ. ο Αλ. Παναγούλης, οι «Ελεύθεροι Έλληνες», και άλλοι λίγοι, οι οποίοι  με ερασιτεχνικές, (μπροστά στον άκρο επαγγελματισμό των σύγχρονων τρομοκρατών), έως αφελείς και ατελέσφορες προσπάθειες, προέβαλαν κάποια συμβολική και αναιμική αντίσταση. Κάτι που πλήρωσαν πολύ ακριβά στα μπουντρούμια του ΕΑΤ-ΕΣΑ.

    
   Η στάση της ελληνικής κοινωνίας ήταν, στην συντριπτική της πλειοψηφία, απαθής έως αδιάφορη, με μόνη αντίδραση τις χαμηλόφωνες συζητήσεις και τα ανέκδοτα. Κι αυτά σε χαμηλούς τόνους, κλειστά παράθυρα και έμπιστη ομήγυρη.

    
   Πέραν από,  αυταπόδεικτα, μαζικές και κραυγαλέες μαρτυρίες, όπως τα γεμάτα στάδια στις καρακιτσάτες τελετές, π.χ. περί της «πολεμικής αρετής των Ελλήνων», (που μιμείται σήμερα κι ο Σκοπιανός Γκρουέφσκι με την ελληνική καταγωγή), πέραν από την  γελοία κι εμετική συμπεριφορά αυτών που στις περιοδείες του Παττακού έτρεχαν να του φιλήσουν το χέρι και να του ζητήσουν… σπίτι, υπάρχει και η κατάπτυστη προπαγανδιστική συμπεριφορά του τύπου της εποχής, (με φωτεινή εξαίρεση την έντιμη και γενναία στάση των εντύπων Βλάχου και Αθανασιάδη), που κατάγλειφε την «εθνοσωτήριο Επανάσταση». Κάθε φορά που διαβάζω, τώρα και από μακριά στα περίπτερα γιά την αποφυγή μολύνσεως, τους πηχυαίους τίτλους της, κάργα, «δημοκρατικιάς» ναυαρχίδας του γνωστού Συγκροτήματος, χαμογελώ με πίκρα. Τέτοιο θράσος, τόση ξεφτίλα!

    
   Σχετικά, διαθέτω και μπόλικες προσωπικές εμπειρίες, χαρακτηριστικές του κλίματος εκείνων των ημερών. Της «βολής» και του διάχυτου φόβου. («- Πού να μπλέκω τώρα»!). 
   Ενδεικτικά αναφέρω συνάντησή μου στην οδό Πανεπιστημίου με στενό φίλο, ο οποίος έτρεχε σαν κυνηγημένος:
   - Πώς τρέχεις έτσι μωρέ, γιά πού  το ’βαλες φουσάτος;
   - Άσε με, μου είπε ψιθυριστά στ’ αυτί, βιάζομαι. Έχω στην τσάντα κάτι δίσκους του Θεοδωράκη και πάω να τους καταχωνιάσω στο σπίτι της πεθεράς μου. Είναι γριά και κουφή κι ελπίζω πως δεν θα την ψάξουνε!

   Άλλο δείγμα. Όταν έπαιζε τελικό κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης με τον Άγιαξ ο Παναθηναϊκός, στους κεντρικούς δρόμους του  Λονδίνου κυκλοφορούσαν περισσότεροι Έλληνες παρά Εγγλέζοι. Σημαίες, λάβαρα, χαμός!

   Κατά την είσοδο στο Γουέμπλεϋ το ίδιο. Προχωρώντας στην αργοκίνητη ουρά αντιλήφθηκα αρκετούς νεαρούς  Έλληνες, προφανώς φοιτητές εξωτερικού,  να μοιράζουν προκηρύξεις με αντιδικτατορικά μανιφέστα. Το ενδιαφέρον μου εστιάστηκε στην παρακολούθηση των αποδεκτών. Οι περισσότεροι τραβούσαν το χέρι τους έντρομοι, άλλοι αρνιόντουσαν ευγενικά, κάποιοι κοιτούσαν γύρω τους συνωμοτικά, έριχναν μιά ματιά στην προκήρυξη και την πέταγαν επιδεικτικά κάτω. Μόνο ελάχιστοι αντιδρούσαν φυσιολογικά. Έλεγαν, -«Ευχαριστώ», έπαιρναν το χαρτί και, αργά-αργά, το έβαζαν στην τσέπη γιά να το διαβάσουν στο… ημίχρονο!

    
   Ακριβώς γι’ αυτό, γιά τις ενοχές που, ίσως, ενδόμυχα αισθάνονται οι εκ του ασφαλούς πλασιέ της αλά καρτ «δημοκρατίας», αλλά και την πολιτική σκοπιμότητα, εκμεταλλεύονται επί δεκαετίες το «ξεχείλισμα» εκείνης της τίμιας αγανάκτησης του καταπιεσμένου λαού που με φυσικό μπροστάρη τα νιάτα, και όχι κανέναν «ινστρούχτορα» του ΚΚΕ, ταμπουρώθηκε στο Πολυτεχνείο και άρχισε να φωνάζει «Λαέ, βοήθεια»! Πραγματικά όμως κι όχι καραγκιοζίστικα, όπως…. καλή ώρα, οι θορυβώδεις κακότεχνες καρατερίστες της σύγχρονης πολιτικής σκηνής.

   Και κατασκεύασαν έναν ηρωικό μύθο γιά… χιλιάδες νεκρούς και άλλα παραμύθια, μεγαλοποιώντας τον ρόλο τους και εξαργυρώνοντας με πολιτικά σαλταρίσματα, από κόμμα σε κόμμα, την εκεί συμμετοχή τους.

    
   Οπωσδήποτε η ιστορία του Πολυτεχνείου αποτελεί την μεγαλύτερη παλλαϊκή εξέγερση του αιώνα που πέρασε και αξίζει καλύτερης τύχης. Με την ομόθυμη και αυθόρμητη συμπαράσταση, έστω και χωρίς ενεργό συμμετοχή, όλων των «αγανακτισμένων» και καταπιεσμένων Ελλήνων, που διαδήλωσαν περίτρανα τη θέλησή τους γιά «ελευθερία». Τα άλλα δύο συνθήματα  μπήκαν, επιδέξια, γιά μπούγιο. «Ψωμί» τότε υπήρχε, άφθονο σε σχέση με σήμερα. Όσο γιά «παιδεία», ας μην το συζητάμε καλύτερα! Το αίτημα «απεικονίζεται» πλέον, με τα σχολεία ως εχθρικά οχυρά, κατάλληλα μόνο γιά επιθέσεις, ούρδου, και γιά κατάληψη. Τα δε πανεπιστήμια, μονίμως κλειστά και ανενεργά, αποτελούν χώρους γιά αφισοκολλήσεις, χαβαλέ, λιανεμπόριο «μαϊμούδων» από αλλοδαπούς, ασχημίες, γκράφιτις και  είναι χρήσιμα μόνο γιά την παροχή άχρηστων διπλωμάτων. Ανοιχτά δε, μόνο στις εξετάσεις!

   Ευτυχώς, ο εορτασμός έχει και κάποιους, απτά και μετρήσιμα, ωφελημένους. Τους λουλουδάδες, τους πλανόδιους μικροπωλητές και, κυρίως, τους τσικνάτους σουβλατζήδες!

    
   Και μιά απορία, μόνιμη. Αυτή η καθιερωμένη πορεία στην αμερικανική πρεσβεία, όπως να το κάνουμε, δεν κολλάει τελείως. Είναι, λέει, αντιιμπεριαλιστική, όμως εκτροχιάζει τον σκοπό της εξέγερσης και τον αυθορμητισμό της συμμετοχής σ’ αυτήν. Άλλωστε, σαν τόπος κατάληξης, κάτω από τις σημερινές συνθήκες, η γερμανική πρεσβεία, «δένει» καλύτερα.  Ας το σκεφτούν οι αρμόδιοι διοργανωτές γιά του χρόνου. Ένα νιού λουκ, ένα φρεσκάρισμα, μιά ανανέωση, τέλος πάντων, δεν θα έβλαπτε. Ίσα-ίσα, θα αναβάπτιζε το «δημοκρατικό» τους βίτσιο.           

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου