Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

PERU. Από τη Νάσκα στην Αρεκίπα.

Ταξιδιωτικά

Hotel Cantayo
   Στη Νάσκα υπάρχει ένα εξαιρετικό και πολύ γραφικό ξενοδοχείο. Μιά παλιά χασιέντα ανακαινισθείσα που θυμίζει απόλυτα κλασσικές σπανιόλικες, τo Hotel Cantayo. Στη άκρη ενός αχανούς κτήματος και την καρδιά μιας όασης που δημιουργεί το κατέβασμα ενός ποταμού, το οποίο παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά ενός μικρού ζωολογικού κήπου. Κυριαρχούν τα άλογα κι εντυπωσιάζουν οι ρέες. Η αμερικανική εκδοχή της στρουθοκαμήλου λέγεται ρέα.
   Πρόκειται για ένα πολύ μεγάλο πουλί που…. δεν πετάει, αλλά διαθέτει ένα αρκετά μεγάλο … πουλί γιά να ζευγαρώνει! Έχει χαρακτηριστική συμπεριφορά με τους ανθρώπους και είναι πολύ επικοινωνιακή. Με άλλους είναι πολύ φιλική κι εκδηλώνει συμπάθεια και με άλλους όχι. Εμένα, κάποια που προσπάθησα να πλησιάσω, δεν με πήγε καθόλου! Παρά τρίχα γλίτωσα κτύπημα καράτε με το ράμφος της, καθώς δεν εκτίμησα καλά το μεγάλο μήκος του λαιμού της, ποντάρισα λάθος στη συμπάθειά της και ξεπέρασα τα εσκαμμένα.
   Δυό πελώρια αυγά που αγόρασα, με μιά μικρή τρύπα στο κάτω μέρος τους, προκειμένου ν’ αδειάσει το περιεχόμενό τους και να φτιαχτεί ομελέτα, τουλάχιστον γιά 15 άτομα, μου θυμίζουν το πέρασμά μου από την χασιέντα αυτή. Μαζί με μιά μικρή λάμπα ασετιλίνης που κρατούσαν οι εργάτες των παλιών ορυχείων αργύρου του Potosi, την οποία αγόρασα σε κάποιο επόμενο πέρασμα απ’ εκεί.
   Το ξενοδοχείο διαθέτει μιά εξαίρετη μικρή μπουτίκ, την οποία ο ρέκτης ιδιοκτήτης του την γεμίζει με διάφορες αντίκες και άλλα έργα τέχνης που μαζεύει από την περιοχή και την οποία αδειάζουν, με τη σειρά τους, οι φιλότεχνοι πελάτες του.


Από Νάσκα σε Αρεκίπα

   Συνεχίζοντας γιά Αρεκίπα, πάντα πάνω στην Παναμερικάνα Οδό, η οποία απέχει από τη Νάσκα περίπου 450 χιλιόμετρα, η διαδρομή σύντομα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού γιά εκατοντάδες χιλιόμετρα ο δρόμος φλερτάρει με τη θάλασσα. Η κίνηση ελαχιστοποιείται μέχρι μηδενισμού, κάνοντάς τον, (αν και όχι ιδιαίτερα φαρδύς), να φαντάζει αρκετά ασφαλής.
   Καθώς κατεβαίνουμε, το πλάτος της παραλιακής λωρίδος συνεχώς μικραίνει και οι Άνδεις, λοξοδρομώντας συνέχεια, πλησιάζουν τον Ειρηνικό. Μάλιστα σε κάποια σημεία και γιά αρκετά χιλιόμετρα ο δρόμος είναι σκαλισμένος απάνω σε κατακόρυφες πλαγιές των βουνών και θυμίζει την παλιά Κακιά Σκάλα, στο πολύ μακρύτερο και αρκετά πιό επικίνδυνο. Ο απέραντος Ωκεανός, έστω και χωρίς φουρτούνα,  φέρνει τεράστια βουβά κύματα τα οποία τσακίζονται πάνω στα πανύψηλα τείχη των βουνών και εκτοξεύουν σε απίθανα ύψη σταγονίδια νερού που σου δίνουν την αίσθηση πως η θάλασσα κοχλάζει σαν απέραντο καζάνι και οι υδρατμοί που δημιουργούνται φθάνουν στον ουρανό και δίνουν μιά αλλόκοτη ομιχλώδη εικόνα! Το αίσθημα του φόβου, με το βάραθρο να χάσκει δεξιά σου και την μαλακή σουσπασιόν του πούλμαν να το κάνει να κλυδωνίζεται, δεξιά-αριστερά στο συνεχές στροφιλίκι, φέρνει συχνά το περιεχόμενο του στομαχιού στο στόμα και στέλνει την  ψυχή των επιβατών στην .... Κούλουρη.  Απελπισμένοι, πολλές φορές μου έτυχε, να  μου ζητούν να επέμβω στον οδηγό γιά να κατεβάσει ταχύτητα! Ιδίως σε κάτι κατηφοριές, όπου το ρολάρισμα είναι μεγαλύτερο, ο φόβος δικαιολογείται ακόμη και γιά πολύπειρους οδηγούς και ταξιδιώτες.

Τσάλα
   Στο τρίτο, σχεδόν, της απόστασης Νάσκα – Αρεκίπα, συναντάμε το μεγαλύτερο χωριό της διαδρομής και το μόνο σημείο όπου η γεωγραφική αγριάδα υποχωρεί, δημιουργείται κάποιο πλάτωμα και σχηματίζονται μικροί όρμοι. Εκεί χτίστηκε το μοναδικό ψαροχώρι της περιοχής, η Τσάλα. Πρώτης τάξεως ευκαιρία γιά ένα πλούσιο σε θαλασσινά γεύμα και κυρίως απόλαυση του γνωστού, παραδοσιακού περουβιάνικου «σεβίτσε». Κομμάτια ωμού ψαριού μαριναρισμένα και ψημένα στο χυμό λεμονιού. Όπως εδώ κάνουμε τον γαύρο στο ξύδι.

   Η συνέχιση του ταξιδιού, και μέχρι το Καμανά, όπου θ’ αποχαιρετίσουμε τη θάλασσα, στρεφόμενοι βόρεια προς την ενδοχώρα και την Αρεκίπα , γίνεται συνεχώς και παράλληλα με τον Ειρηνικό. Μόνο που όσο κατεβαίνουμε και πλησιάζουμε στην επαρχία Τάκνα που γειτνιάζει με την Χιλή, η μυρουδιά της Ατακάμα, της περίφημης χιλιάνικης ερήμου, ίσως της πλέον αφιλόξενης της Γης, γίνεται αισθητή. Το τοπίο ερημώνει συνεχώς και διαμορφώνεται από σχηματισμούς τρομακτικών βράχων που προκαλούν δέος. Την έκφραση «σεληνιακό τοπίο» την έχω ακούσει άπειρες φορές, εδώ όμως την έζησα κυριολεκτικά, μαζί με όσους ταξιδιώτες είχαν την τύχη ν’ ακολουθούν αυτή την εκδρομή! Οι πιό πολλοί την απολαμβάνουν με κομμένη την ανάσα και οι πιό έμπειροι και ψαγμένοι δακρύζουν ασυναίσθητα, κατασυγκινημένοι από δύναμη του Δημιουργού και τα συγκλονιστικά του δημιουργήματα. Εικόνες απίστευτες,  μοναδικές!

   Κάπου εκεί, στη μέση του πουθενά, του απείρου και του χάους έζησα, στην τελευταία ιδιωτική μου μετάβαση, μιά σκηνή περίεργη, μοναδική και ανεξήγητη. Προπορευόμενο λεωφορείο αποβίβασε επιβάτη ο οποίος αμέσως τράβηξε, κάθετα στον δρόμο, προς το εσωτερικό. Ερχόμενος πίσω με βανάκι και σε αρκετή απόσταση, πρόσεξα το γεγονός και ζήτησα από τον οδηγό να σταματήσει. Γιά πολλή ώρα, σίγουρα πάνω από μισή, παρακολουθούσαμε κατάπληκτοι τον άνθρωπο να τραβάει, συνεχώς και κατ’ ευθείαν, προς το άγνωστο, μέχρι που έγινε μικρό κινούμενο σημαδάκι στο βάθος του ορίζοντα. Όσο έφτανε το ανθρώπινο μάτι, σε όλο το μήκος και το πλάτος, το τοπίο ήταν εντελώς άδειο. Χωρίς ίχνος ζωής και καμιά ένδειξη κτίσματος ή πρόχειρου καταλύματος. Στην απορημένη μου ερώτηση προς τον οδηγό:
   - Καλά, που πάει αυτός; Ο οδηγός ανασήκωσε τους ώμους! Δείγμα πως κι εκείνος, αν και Περουβιανός, απορούσε το ίδιο!

Αεροφωτογραφία Καμανά και ζώνη τσουνάμι
   Στο Καμανά οι δρόμοι μας με τον Ειρηνικό Ωκεανό χωρίζουν οριστικά. Θα τον ξαναβρούμε στη Λίμα, όταν τελειώσει το ταξίδι, προετοιμαζόμενοι γιά την ανασυγκρότηση και την επιστροφή. Η πόλη αποτελεί θέρετρο των κατοίκων της Αρεκίπα και όχι μόνο. Δυστυχώς γι’ αυτή, την βρήκα συντετριμμένη από κάποιο μεγάλο, παλαιότερο, σεισμό και όσες επόμενες φορές πέρασα τα σημάδια της καταστροφής δεν είχαν επουλωθεί. Καταραμένη φτώχεια! Παραγκαριό και ου συμμαζεύεται!
   Και όμως, πριν από το μοιραίο πρωινό της 23ης Ιουνίου του 2001, το Καμανά ήταν μιά θαυμάσια λουτρόπολη, στα περουβιάνικα μέτρα πάντοτε, που έσφυζε από ζωή και προοπτική. Τότε το χτύπησε ο μεγάλος σεισμός των 8,4 ρίχτερ, που τράνταξε και την μισή Χιλή. Τη μεγαλύτερη νίλα, όμως, την έπαθε από το τσουνάμι που ακολούθησε 20’ λεπτά, περίπου, μετά. Μολονότι το παλιρροϊκό κύμα ήταν, σχετικά, μικρότερο από άλλα τέτοια που γνωρίζουμε πλέον, (περίπου 8 μέτρα), η μορφολογία του εδάφους ήταν τέτοια, που δημιούργησε στην πόλη φοβερές καταστροφές.

   Σε βάθος 1200 μέτρων, αφού το μέρος είναι εντελώς επίπεδο και η κλίση ελάχιστη, όπου το υψόμετρο ανέβηκε στα 8 μέτρα, δηλαδή όσο και το τσουνάμι, δεν έμεινε όρθιο τίποτα! Σαρώθηκαν τα πάντα με αποτέλεσμα την πλήρη ισοπέδωση των, ούτως ή άλλως, ευπαθών οικοδομών της πόλης. Οι νεκροί έφτασαν τους 140, γεγονός που θεωρήθηκε θεϊκή εύνοια, αφού η νίλα τους χτύπησε ημέρα και σε νεκρή, τουριστικά, σαιζόν. Ως γνωστόν, λόγω νοτίου ημισφαιρίου, οι εποχές είναι αντίστροφες από τις δικές μας. Εκεί και τότε ήταν ντάλα….. χειμώνας. Έξι μήνες αργότερα, ή νύχτα και το δράμα θα ήταν τεράστιο.

   Όπως φαίνεται και στην αεροφωτογραφία της περιοχής εκτός από την εύφορη κοιλάδα που δημιουργεί ο ομώνυμος ποταμός, που κατεβαίνει από τις απότομες βουνοπλαγιές της Κορδιλιέρας, (όπως λέγεται από τους ισπανόφωνους η οροσειρά), το τοπίο είναι κατάξερο. Κυριαρχεί ένα λευκό πέτρωμα που λέγεται sillar και, αφού είναι ηφαιστειογενές είναι, προφανώς, μαλακό και ευκολοσκάλιστο. Από το πέτρωμα αυτό χτίστηκε η Αρεκίπα και από το χρώμα του πήρε την προσωνυμία της: «Λευκή Πόλη».

   Από το μηδενικό υψόμετρο του Καμανά μέχρι τα 2325 μ. της Αρεκίπα η ανάβαση είναι συνεχής και επίπονη. Το απόλυτο λευκό του τοπίου γύρω δίνει μιά αλλόκοτη αίσθηση, λες και κυκλοφορείς στο βασίλειο των φαντασμάτων, λες κι έγινες «ψυχή» που ανεβαίνει στους ουρανούς! Ευτυχώς η κίνηση που προοδευτικά πυκνώνει σε κρατάει στην πραγματικότητα. Είναι λογικό να υπάρχει έντονη κίνηση, αφού πρόκειται γιά πόλη με, σχεδόν, ένα εκατομμύριο κατοίκους, χτισμένη σ’ ένα εύφορο οροπέδιο και περιτριγυρισμένη από τρία μεγάλα κι ενεργά ηφαίστεια.

Η Αρεκίπα στην αγκαλιά του Ελ Μίστι

   Από αυτά, πλησιέστερα είναι το Ελ Μίστι, ύψους 5822 μ., επιβλητικό και σχεδόν απόλυτα κωνικό, που μοιάζει σαν να κρατά την λευκή πόλη στην ποδιά του και…. να την ταρακουνά, κάθε λίγο και λιγάκι!

Το ηφαίστειο Τσατσάνι, 6075 μ.

Όσες φορές πήγα στην Αρεκίπα, σε αρκετά μεγάλο διάστημα, ποτέ δεν το βρήκα να μην καπνίζει! Ευτυχώς όμως ποτέ δεν διασταυρώθηκα με σεισμό. Μία φορά μάλιστα, του ξέφυγα παρά τρίχα. Την επομένη της αναχώρησής μου η πόλη χόρεψε…. σουίνγκ και το αριστερό καμπαναριό του Καθεδρικού της ναού μετακινήθηκε τόσο που ήταν απορίας άξιο το πώς δεν ήρθε τούμπα. Σε επόμενη μετάβαση το είδα να κρέμεται σε μιά κλωστή κι απόρησα πως έστεκε ακόμη!  Μετά επισκευάστηκε.
Τα άλλα δύο ηφαίστεια, που λειτουργούν σαν ορχήστρα που επιμελείται των ….χοροεσπερίδων της πόλης, είναι το πανύψηλο Τσατσάνι, 6075 μ. και το Πίτσου-Πίτσου, 5571 μ., που φαίνονται στο βάθος, αρκετά μακρύτερα της πόλης.

(συνεχίζεται)








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου