Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Ο Γολγοθάς είναι παντού... (V)

Μιά σύγχρονη πασχαλινή ιστορία  

(συνέχεια από το προηγούμενο)


Γυρίζοντας  το  κλειδί  κι  ανοίγοντας  την  πόρτα,  απόρησε  με  την  απόλυτη ησυχία  και  τo σκοτάδι που βασίλευαν στο διαμέρισμα. Η Νανά θα έπρεπε να ήταν, ήδη, εδώ. Ό,τι σόι εξετάσεις κι αν της έκαναν, τέτοια ώρα θα πρέπει να είχαν τελειώσει. Δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της, καθώς το μοναδικό κινητό της οικογένειας, από την αναστάτωση και τη βαβούρα της σύλληψης του Ιάσονα, βρίσκεται ξεχασμένο στο σπίτι, ενώ θα έπρεπε να είναι στην τσάντα της. Δυστυχώς, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να περιμένει τη Νανά και μετά να πάνε στη ΓΑΔΑ και να πάρουν τη Νιόβη, μαζί με τα νεώτερα του Ιάσονα,  γιά την Ανάσταση. Αναμονή λοιπόν.
   Δεν άνοιξε τηλεόραση γιατί μπορεί κάτι να άκουγε, κάτι βαρύ γιά το γιό του κι αυτή τη δημόσια διαπόμπευση, στην κατάσταση που βρισκόταν, δεν την άντεχε. Τουλάχιστον, αν γινόταν τίποτε χειρότερο, ας μην το ξέρει τώρα. Ας το μάθει μετά το Πάσχα, ή από πρώτο χέρι. Ιδιωτικά και  αδιαπόμπευτα.



   Έψαξε στη δισκοθήκη και διάλεξε την «Απασιονάτα» του Μπετόβεν, ό,τι πρέπει γιά την περίσταση, και προσπάθησε ν’ αφήσει γιά λίγο το μυαλό του ελεύθερο να το χαλαρώσουν οι απαλές νότες της αγαπημένης του σονάτας, όσο ο μαλακός καναπές αναλάμβανε την ανάπαυση του ταλαιπωρημένου του κορμιού.  
   Το δυνατό κουδούνισμα στο τηλέφωνο του τάραξε την προσήλωση στις θεϊκές νότες  του μεγάλου  μουσουργού  και  τα  μαγικά  δάκτυλα  του  Ο’ Κόνορ,  του ταχυδακτυλουργού πιανίστα,    συντρίβοντας   και    τη    διάχυτη   ατμόσφαιρα μυσταγωγίας  της  σάλας. Έτρεξε με αγωνία, προσδοκώντας  το  άκουσμα της φωνής της Νιόβης, ή της Νανάς. 
  
    - Εμπρός, άρχισε με παλλόμενη από αδημονία φωνή.
   - Την κυρία Παπαγεωργίου, ζήτησε μιά αντίστοιχη και ήρεμη γυναικεία.
   - Αυτή τη στιγμή απουσιάζει. Μήπως θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω εγώ; Είμαι ο σύζυγός της.
- Βεβαίως και μπορείτε. Τηλεφωνώ από την «Χουίτ εντ Κορν», την εταιρεία που εργαζόταν. Θα ήθελα να της πείτε πως το πλάνινγκ της εταιρείας άλλαξε, μετά τις τελευταίες εξελίξεις και η έδρα της θα παραμείνει στη χώρα σας. Με τροποποιημένο  κάπως  το  οργανόγραμμα,  μικρότερο  μπάτζετ   και   κάπως λιγότερο προσωπικό. Οι υπάλληλοι αξιολογήθηκαν εξ υπαρχής,  και στη σύζυγό σας ανατίθεται η θέση της ιδιαιτέρας του κυρίου Μερσιέ, του γενικού. Σας έψαχνα από το μεσημέρι γιά το καλό νέο, θέλοντας να συμβάλλω στο να περάσετε ένα καλύτερο Πάσχα με αυτή την είδηση. Είμαι η σύζυγος του κυρίου Μερσιέ και σας εύχομαι Χρόνια πολλά και Καλή Ανάσταση! Και μην ξεχάσετε, Τετάρτη πρωί-πρωί θα πρέπει να βρίσκεται στη θέση της. Χαίρετε κύριε Παπαγεωργίου!
   
    Μιά βραχνή από τη συγκίνηση φωνή, μόλις που πρόλαβε να σπρώξει τον κόμπο που εμπόδιζε την έξοδό της και ν’ αρθρώσει:
   
    - Σας ευχαριστώ κυρία Μερσιέ. Σας ευχαριστώ και γιά την επιλογή και γιά την καλοσύνη της πληροφόρησης. Θα της το διαβιβάσω αμέσως μόλις επιστρέψει! Καλό Πάσχα να έχετε. Τα σέβη και τις ευχές μου στον κύριο Μερσιέ!
   
    Ο Θωμάς σωριάστηκε, ράκος, στον καναπέ. Βλέπεις δεν σε «σκοτώνουν» μόνο τα κακά νέα, συνηθέστατα το καταφέρνουν, εξ ίσου καλά, και τα ευχάριστα!
   Βυθισμένος στις σκέψεις του, επιτέλους μιά λευκή πινελιά στο γκρίζο της ψυχής του, κι απορροφημένος από το μαγικό αλλέγκρο του τρίτου μέρους της «Απασιονάτας», ούτε που κατάλαβε την … έφοδο της Νανάς.
   
    - Μπαμπά μου, μπαμπακούλη μου! Χύθηκε και χώθηκε στην αγκαλιά του. Ήταν λάθος. Όλα ήταν λάθος! Πάνω στη φούρια της δουλειάς και την απειρία μιάς νέας γραμματέως, μπέρδεψαν τα ονόματα και μου  έδωσαν τις εξετάσεις  άλλης. Το απόγευμα τηλεφώνησαν από την «Βιοερευνητική» και μου ζήτησαν να περάσω από εκεί. Μου εξήγησαν πως δεν έχω τίποτε σοβαρό, μιά απλή αιμορραγία ήταν, μου ζήτησαν χίλιες συγγνώμες και μαζί μ’ αυτές, λόγω ψυχικής οδύνης αλλά και των ημερών, μου έβαλαν στο φάκελο και χίλια… ευρώ! Να τα! Κι η Νανά, αναποδογυρίζοντας την τσάντα της, άφησε να ξεχυθούν στο πάτωμα ένα μάτσο πενηντάρικα!
  
    Ο Θωμάς κόντεψε να πάθει αποπληξία. Δυό καλά νέα, απανωτά και τέτοια εποχή, σαν πολλά φαίνονται. Και οπωσδήποτε αντέχονται δύσκολα!
   
    - Το μόνο που σκέφτομαι μπαμπά μου, είναι εκείνη τη φουκαριάρα με τις ελπίδες που της έδωσαν από τις δικές μου εξετάσεις και μετά τις πήραν πίσω!
    
   Ο πατέρας δεν άκουγε τίποτε. Μιά υποψία είχε αρχίσει να μπαίνει ανεπαίσθητα στο μυαλό του και να το σγαρλίζει. Μιά υποψία που άρχισε να την σκέφτεται ολοένα και να την ψάχνει, σιωπηλός κι απορροφημένος.
   
    - Πατέρα, σήκω και ντύσου πιό καλά, μέχρι να ετοιμαστώ κι εγώ. Θα περάσουμε από την ασφάλεια, να μάθουμε νέα γιά τον Ιάσονα και να κάνουμε μετά Ανάσταση με τη μαμά εκεί δίπλα, στον  Άγιο Δημήτρη. Κατόπιν θα πάμε κάπου να τσιμπήσουμε κι οι τρεις μας, κερνάω εγώ απόψε! Η περιπέτεια του Ιάσονα δεν σηκώνει, βέβαια, αναστάσιμες χαρές και πανηγύρια, επιτρέπει όμως ταβερνάκι και λίγο κρασάκι, που σ’ αρέσει πονηρούλη. Η Νανά βλέποντας τον Θωμά σκεφτικό τον μέτρησε γιά στενοχωρημένο και προσπάθησε να του φτιάξει λίγο το κέφι.

*
   Δεν είχαν προλάβει ν’ αφήσουν την πόρτα του ασανσέρ γιά να κατευθυνθούν προς την κεντρική είσοδο, όταν ένα ταξί σταμάτησε μπροστά στο πορτάκι της πρασιάς κι από μέσα βγήκε η Νιόβη κι ο… Ιάσονας!
   Το πώς βρέθηκε ξαπλωμένος στον καναπέ, με μιά βρεγμένη πετσέτα στο κεφάλι και τρία άλλα κεφάλια σκυμμένα από πάνω του, ο Θωμάς ούτε που το κατάλαβε. Όμως έτσι συνέβαινε! Μόλις συνήλθε και βεβαιώθηκε πως, μάλλον, απέφυγε το εγκεφαλικό, αφού το στόμα του ήταν ολόισιο και όταν έλεγε, π.χ. τη λέξη  «νερό»,  ακουγόταν  «νερό»  και  όχι…. «ταξίαρχος»,  κάτι  που συνηθίζεται πολύ  στα εγκεφαλικά   επεισόδια  με   το  στράβωμα   του  στόματος,  ο  Ιάσονας  τους εξιστόρησε όλη την δραματική του ιστορία με το τελικό χάπυ έντ.

   
   - Σε μιά γιάφκα στο Χαλάνδρι βρέθηκε αθλητική τσάντα που είχε απάνω, εκτός όλων των άλλων, και τα δικά μου αποτυπώματα. Γι’ αυτό με «τσίμπησαν»!
    - Καλά πώς ήξεραν ότι ήταν δικά σου; απόρησε ο Θωμάς!
  
  Μέσα στην παραζάλη του είχε ξεχάσει την ιστορία με το μηχανάκι και το δίπλωμα που οδήγησε το γιό του πέρυσι στη Σήμανση. Ο Ιάσονας του το θυμίζει και προχωρεί στην εξιστόρηση.
   
    - Αρνιόμουν κατηγορηματικά πως η τσάντα είναι δική μου και τους έλεγα πως ανήκει σε άλλον. Όμως αυτοί το βιολί τους.
   - Μίλα, ρε! Πέσ’ τα όλα γιά να ελαφρύνεις τη θέση σου!
   - Η Aντιτρομοκρατική, με βάση και άλλα αποτυπώματα που υπήρχαν απάνω της συνέλαβε και τον Ηλία Νικηφόρου, που γυμναζόταν κι αυτός στο γυμναστήριο και κατείχε τον διπλανό μου φοριαμό. Στην ανάκριση ήταν σφίγγα και δεν του έπαιρνες κουβέντα, αλλά κι εμένα δεν μου πήγαινε να τον καρφώσω, με κατηγορίες ή υποψίες. Ας τα εύρισκαν μόνοι τους, αυτή είναι η δουλειά τους. Εγώ απλά επέμενα πως η τσάντα, που είχε μέσα αθλητικά παπούτσια, δεν ήταν η δική μου. Τελικά, αναζήτησαν στο γυμναστήριο το δικό μου ντουλάπι, το άνοιξαν και βρήκαν μέσα κι άλλη τσάντα, όμοια με την υποτιθέμενη «δικιά» μου, αυτή της γιάφκας, που περιείχε παπούτσια, υποτίθεται πάλι, «δικά» μου. Όμως όλα αυτά τα μπλεγμένα, καθόλου δεν ξεκαθάριζαν την υπόθεση και τίποτα δεν αποδεικνυόταν αμάχητα, αφού υπήρχαν πολλά και διάφορα αποτυπώματα παντού. Τελικά, η παρατηρητικότητα ενός υπαστυνόμου, καλή του ώρα, κάτι «ψυλλιάστηκε» και έδωσε τη λύση. Πρόσεξε πως τα παπούτσια της τσάντας του δικού φοριαμού ήσαν μικρά,  38 νούμερο, ενώ εγώ φοράω 42. Μας είπε να βγάλουμε τα παπούτσια, εμένα και του Νικηφόρου, και να σταθούμε δίπλα-δίπλα. Οι πατούσες του ήσαν λεπτεπίλεπτες σαν της Ουλάνοβα κι οι δικές μου ψαρόβαρκες! Αμέσως κατάλαβε πως ο Νικηφόρου πήρε, κατά λάθος, την τσάντα μου κι άφησε πίσω τη δική του! Έτσι εμένα μεν, με άφησαν κι εκείνος χάθηκε διά τα… περαιτέρω. Μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ο υπαστυνόμος με πήγε ως το διάδρομο, στη μαμά και μ’ ένα χτύπημα στην πλάτη μας αποχαιρέτησε.
  - Πηγαίνετε να κάνετε Ανάσταση και να… προσέχετε!
   
    Το μυαλό του Θωμά, τώρα που τρίτωσε το… καλό, τώρα είναι που δεν ξεκόλλαγε από τη φιγούρα του …. Σαμαρά! Λες;
   Μέσα στην βαθιά του περισυλλογή ούτε κουδούνι άκουσε, ούτε τη Νανά που μπήκε στην κάμαρα σίφουνας.
  
    - Μπαμπά τρέξε. Πάρε την ταυτότητά σου και έλα. Σε ζητάει ένας κύριος!

*
(συνεχίζεται)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου