Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Tα 3 Φεστιβάλ ελαφρού τραγουδιού στην Αθήνα.




Η μεταπολεμική άνοιξη του ελληνικού τραγουδιού.




    Η καθιέρωση του θεσμού των Φεστιβάλ ελληνικού τραγουδιού της Αθήνας, εννοείται ελαφρού, αφού τότε το μπουζούκι και γενικώς το λαϊκό τραγούδι ψυχαγωγούσε μόνο καραγωγείς και οπωρολαχανοπώλες της αγοράς του Ρέντη, αποτέλεσε ιδέα του τότε διευθυντού του ΕΙΡ, (Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας), Πύρρου Σπυρομήλιου.
   Μέτρησε μόνο τρεις διοργανώσεις, 1959, 1960, 1961, και έσβησε με τον θάνατο του εμπνευστού του παραδίδοντας τη σκυτάλη της οργάνωσης στην Θεσσαλονίκη. Προφανώς ως πολιτιστικό αβαντάρισμα της Διεθνούς Έκθεσης.
  Στα τρία αυτά φεστιβάλ εμφανίστηκε όλη η αφρόκρεμα συνθετών και τραγουδιστών παρουσιάζοντας ό,τι εκλεκτότερο τραγούδι γράφτηκε τότε, που παραμένουν ακόμη και σήμερα ανεξίτηλα χαραγμένα στη μνήμη των παλαιοτέρων, περιτυλιγμένα με τις πολύχρωμες σερπαντίνες της νιότης και της νοσταλγίας τους.
   Η εποχή εκείνη υπήρξε η αφετηρία μιάς φρενήρους κούρσας που έφερε το ελληνικό τραγούδι και την ελληνική μουσική σε πολύ υψηλές θέσεις, με αποκορύφωμα το Όσκαρ του Χατζηδάκη γιά τα «Παιδιά του Πειραιά».                     



   Στα δύο πρώτα Φεστιβάλ κυριάρχησε ο Χατζηδάκις κι η Μούσχουρη, του Θεοδωράκη απόντος στο Παρίσι και τυρβάζοντος ακόμη περί την κλασική μουσική.
   Το 1959 το βραβείο κατέκτησε το έξοχο «Κάπου υπάρχει η αγάπη μου», με τη Νάνα Μούσχουρη, η οποία τραγούδησε και το τραγούδι του Μίμη Πλέσσα «Ξέρω κάποιο αστέρι», που ήρθε δεύτερο.
   Κατά το 1960, πάλι σάρωσε το δίδυμο Χατζηδάκις – Μούσχουρη με δύο τραγούδια, όχι ιδιαίτατης ποιότητος, γιά τα μέτρα του Χατζηδάκι πάντα, τα οποία μάλιστα ισοψήφισαν στην πρώτη θέση! Το «Κυπαρισσάκι» και το «Τιμωρία».


  Στο τρίτο φεστιβάλ εισήλασε ορμητικός ο Θεοδωράκης και ο ανταγωνισμός, πέραν του καθαρά καλλιτεχνικού μέρους, πήρε και πολιτικές διαστάσεις. Δεξιά ο ένας, αριστερά ο άλλος! Μάλιστα και η ψηφοφορία έγινε περισσότερο με αυτά, τα τελευταία κριτήρια. Χαρακτηριστικό δείγμα και απόδειξη το εξής.
  Η αείμνηστη δημοσιογράφος Ελένη Βλάχου, η οποία μετείχε της επιτροπής, πάνω στη βαβούρα της ψηφοφορίας μπερδεύτηκε και αντί να ψηφίσει το τραγούδι «Κουρασμένο παλικάρι» του Χατζηδάκι, όπως δήλωσε κατόπιν πως ήθελε, (και είχαν συμφωνήσει κάποιοι να στηρίξουν, ώστε να κερδίσει), ψήφισε κατά λάθος το άλλο μετέχον τραγούδι του Χατζηδάκι, τον «Κυρ Αντώνη»! Και η λανθασμένη ψήφος της απεδείχθη καθοριστική αφού γιά μία ψήφο κέρδισε η «Απαγωγή» του Μίκη, αφήνοντας το «Κουρασμένο παλικάρι», δεύτερο και… κατακουρασμένο!
   Αυτό το τραγούδι, γνωστό και ως «Θα πάρω μιά βαρκούλα, καρδούλα μου», τραγουδήθηκε στο Φεστιβάλ από την Μαίρη Λίντα.


  Το τελευταίο Φεστιβάλ σημαδεύτηκε κι από ένα άκομψο… «φάουλ» που έκανε ο Θεοδωράκης στον Χατζηδάκι, το οποίο, με τις μετέπειτα εξηγήσεις που οπωσδήποτε θα εδόθησαν, πιθανόν να αποτέλεσε και την απαρχή της μεγάλης φιλίας και συνεργασίας που συνέδεσε αυτούς τους κορυφαίους της ελληνικής μουσικής. Τον ερωτικό Χατζηδάκι με τον επικό Θεοδωράκη.
   Επάνω στον ενθουσιασμό και τη μέθη της νίκης, μετά την απονομή, (όσοι είχαν παρευρεθεί καταλαβαίνουν), αρκετά μεγαλόφωνα ώστε να ακουστεί ευρύτερα, ο Θεοδωράκης απευθυνόμενος σε Μούσχουρη και Χατζηδάκι, είπε, προφανώς χαριτολογώντας:
   - Και τώρα Νάνα μου, θα γράψω και τον δικό σας «Επιτάφιο»!
   Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί πως τα 8 τραγούδια του μουσικού έργου «Επιτάφιος», σε στίχους Ρίτσου, γράφτηκαν το 1959 και την πρώτη εκτέλεση έκαναν η Μαίρη Λίντα με τον Μανώλη Χιώτη.

   Σαν επιμύθιο κρατώ πως η ποιότητα κι η μεγαλοσύνη των ανθρώπων, όταν υπάρχει, ξεπερνά κάθε εμπόδιο αντιπαλότητος, ιδίως τα πολιτικά, και φέρνει την προσέγγιση, την αλληλλοεκτίμηση, τον αλληλοσεβασμό και την αγνή φιλία.
   Χατζηδάκις – Θεοδωράκης, ή Θεοδωράκης – Χατζηδάκις. Δυό φίλοι γίγαντες και δυό γίγαντες φίλοι.



Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Το Μαντείο των Δελφών.


Ο τελευταίος χρησμός.



Το Μαντείο των Δελφών
   Γενικώς τα μαντεία ήσαν μιά πάρα πολύ καλή «μπίζνα» της αρχαίας εποχής. Είναι απόλυτα γνωστό και αποδεκτό, πως «οι καιροί αναπλάθουν αλλήλους». Έτσι, ακόμη και σήμερα, την υποτιθέμενη σύγχρονη εποχή με την συσσωρευμένη γνώση χιλιετιών, την υψηλή τεχνολογία των εποπτικών μέσων, την απολάκτιση των προκαταλήψεων και προλήψεων και την εμπειρία της πρακτικής εφαρμογής και συναγωγής απτών αποτελεσμάτων, η πίστη και το εξ αυτής φυσιολογικά προκύπτον δέος προς το άγνωστο και υπερφυσικό, μαζί με την επιθυμία γιά πρόγνωση και, ίσως,  πρόληψη του κακού, αποτελούν έμφυτο συμπαρακολούθημα της ανθρώπινης ψυχής. Οπότε εύκολα γίνεται αντιληπτό το τι θα συνέβαινε τα χρόνια εκείνα!
   Ας μην αυταπατόμαστε κορδακιζόμενοι με τον «αρχαίο ελληνικό πολιτισμό», γιατί, αφ’ ενός ήταν κτήμα των ολίγων, αφού οι περίφημες δημοκρατίες, π.χ. η αθηναϊκή, ήταν προνόμιο και όχι καθεστώς, που αφορούσε μόνο τους ελεύθερους πολίτες, εξαιρόντας δούλους και περίοικους, αφ’ ετέρου η πραγματική μόρφωση ήταν προσπελάσιμη στους ολίγους από τους… ολίγους! Κι αυτό γιά τις πρωτοκλασάτες, επιφανείς και ακμάζουσες πόλεις-κράτη. Αν απομακρυνθούμε λίγο απ’ αυτές, θα συναντήσουμε το χάος της αμάθειας και της δεισιδαιμονίας. Η μυθολογία και οι, όντως, χαριτωμένοι και διδακτικοί, μέσα στα παραβολικά τους πλαίσια, μύθοι το αποδεικνύουν περίτρανα. Συνεπώς είναι πολύ λογικό, οι αντίστοιχες Λίτσες Πατέρα και Δόκτορες Κάμα, (γνωστός αστρολόγος στους παλαιότερους), της εποχής να κάνουν χρυσές δουλειές.

   Δεδομένης της θρησκείας του Δωδεκάθεου, όπου η απόσταση μεταξύ Θεού και Ανθρώπου ήταν σαφώς μικρότερη, αφού όλοι οι αρχαίοι θεοί μαστίζονταν από πάθη και αδυναμίες ανάλογες με εκείνες των ανθρώπων, η θεϊκή βούληση είχε πολύ προσωπικό χαρακτήρα και ήταν προσβάσιμη στον κάθε ενδιαφερόμενο, αρκεί να έκανε την κατάλληλη ενέργεια γιά να του αποκαλυφθεί! Δηλαδή να αποταθεί σε κάποιο Μαντείο και να ζητήσει την θεία άποψη ή συμβουλή, την οποία και ελάμβανε. Εννοείται αφού προηγουμένως…. έπεφτε κανονικά!
   Ανάλογα με τις επιτυχημένες… «μαντεψιές» αναδεικνυόταν και η σπουδαιότητα του Μαντείου, απλωνόταν η φήμη του και αυξάνονταν οι εισπράξεις του!
   Τα σπουδαιότερα Μαντεία του ελλαδικού χώρου ήσαν αυτό του Δία στη Δωδώνη, και των Δελφών, του Φοίβου Απόλλωνα. Δευτερεύοντα Μαντεία ήσαν του Ακραιφνίου στη Βοιωτία και αρκετά διάσπαρτα στις ελληνικές αποικίες, όπως του Κλάρου και των Πατάρων στη Μικρά Ασία και του Άμμωνος Διός στη Λιβύη. (Εκεί που ο ιερεύς προσφώνησε τον προσερχόμενο νεαρό Μεγαλέξανδρο «παιδίον» κι αυτός το εξέλαβε ως «Παι Διός» και …. καμάρωνε, με το ....Γραφείο Τύπου και την Υπηρεσία Προπαγάνδας του να το εκμεταλλεύονται καταλλήλως!
  
   Τα μηνύματα οι θεοί τα έστελνα με διάφορους τρόπους που αποκρυπτογραφούσαν οι … ειδικοί ιερείς και μάντεις. Αυτοί οι τρόποι ήσαν πολλοί και διάφοροι, όπως οιωνοσκοπία, (συμπεράσματα από το πέταγμα και το κρώξιμο των πουλιών οιωνών), η σπλαχνοσκοπία, η νεκρομαντεία, η υδροσκοπία, η καπνομαντεία και πλήθος άλλων που τελειώνουν σε -σκοπία, ή -μαντεία, μεταξύ των οποίων και η γνωστή μας χειρομαντεία! Εννοείται πως αν τότε ήταν γνωστός ο καφές, η καφεμαντεία θα έσκιζε!


Πυθία εν δράσει

   Σίγουρα δημοφιλέστερο όλων ήταν το Μαντείο των Δελφών, αφού οι ιερείς του ήσαν και οι πλέον καπάτσοι και μπαγάσηδες! Εκεί το «μαγαζί» δούλευε ως εξής. Μιά ιέρεια, μεγάλης κατά κανόνα ηλικίας, που είχε τον ιερατικό τίτλο «Πυθία», (το Πυθία δεν αποτελούσε όνομα, η κάθε Πυθία είχε δικό της), καθισμένη σ’ ένα τρίποδο μασούσε φύλλα δάφνης, ενώ σε κάποιο σκεύος που κρατούσε καίγονταν κάποιες ουσίες των οποίων ο αναθρώσκων καπνός  την «μαστούρωνε» και πέφτοντας σε καταληψία, έβγαζε διάφορες κραυγές, συνήθως άναρθρες, τις οποίες παρευρισκόμενος ιερεύς αποκρυπτογραφούσε και κατέγραφε δημιουργώντας τον «χρησμό», που αποτελούσε και την απάντηση του Απόλλωνα στο τεθέν ερώτημα του πελάτη!
   Η πονηριά, αλλά και η επιτυχία του Μαντείου στηριζόταν στην ικανότητα διατύπωσης της απάντησης αυτής κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η Πυθία να πέφτει πάντα…. μέσα! Γι' αυτό και καθιερώθηκε κάθε διφορούμενος λόγος να λέγεται «χρησμός»!
   Κλασσικότερος, και χαρακτηριστικότερο δείγμα τέτοιου  χρησμού, είναι ο εξής περίφημος: «ΗΞΕΙΣ ΑΦΗΞΕΙΣ ΟΥK ΕΝ ΠΟΛΕΜΩ ΘΝΗΞΕΙΣ»! Η μετάφραση στα νεοελληνικά είναι «ΘΑ ΠΑΣ ΘΑ ΓΥΡΙΣΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ». Εδώ η πονηριά βρισκόταν στο κόμμα! Αν το έβαζες πριν από το ΟΥK, δεν θα πέθαινες στον πόλεμο και θα γύριζες ζωντανός. Αν το έβαζες μετά, δεν θα γύριζες αλλά θα πέθαινες στον πόλεμο!
   Βέβαια, με τα χρόνια και τη προϊούσα αφύπνιση του λαού, τα Μαντεία έχασαν την αίγλη και τις… πιένες τους, παρέμειναν όμως σε λειτουργία μέχρι της πτώσεως του Δωδεκαθέου και την μάταια τελευταία προσπάθεια αναστύλωσής του από τον Αυτοκράτορα Ιουλιανό, ο οποίος, ακριβώς γι’ αυτό, απεκλήθη «Παραβάτης».

   Επειδή στη ζωή, (και τον έρωτα!), σημασία έχει ο «πρώτος» και ο «τελευταίος», στην ιστορική πορεία του Μαντείου των Δελφών, ο μεν πρώτος χρησμός δεν διεσώθη, γιά τον τελευταίο όμως ερίζουν δύο! Ο ένας, με Πυθία την Νικάνδρα, λέει:
   « ΕΣΤ’ ΗΜΑΡ ΟΤΕ ΦΟΙΒΟΣ ΠΑΛΙΝ ΕΛΕΥΣΕΤΑΙ ΚΑΙ ΕΣ ΑΕΙ ΕΣΕΤΑΙ»! (Θα ’ρθει μέρα που ο Απόλλων θα επιστρέψει και θα μείνει γιά πάντα!).
   Ο χρησμός αυτός, που πολύ θυμίζει το «Πάλι με χρόνια, με καιρούς, πάλι δικά μας θα ΄ναι», που άκουγα από τη γιαγιά μου και θα ακούγεται γιά πάρα πολλές διαδοχικές γιαγιάδες, θεωρείται κάλπικος και μηδέποτε δοθείς. Άλλωστε πιό πιθανό φαντάζει, έτσι όπως πάνε τα πράγματα,  να επαληθευθεί κάποιος αντίστοιχος των Τουρκισών γιαγιάδων γιά την.... Τριπολιτσά, παρά των δικών μας γιά την.... Κωνσταντινούπολη!
   Ωστόσο, αν αναφέρεται στον ποδοσφαιρικό Απόλλωνα Αθηνών και την επιστροφή του στην Α΄ Εθνική, ο χρησμός έχει κάποια πιθανότητα επαλήθευσης!

   Ο δεύτερος επίσης αμφισβητούμενος χρησμός, μετά βεβαιότητος, δεν δόθηκε ποτέ από  Πυθία  στον Ορειβάσιο, γιατρό του Ιουλιανού, όπως φημολογείται, αλλά θεωρείται χριστιανικό κατασκεύασμα γιά να τελειώνουνε με την υπόθεση Δωδεκαθέου και τους νοσταλγούς του. Αυτός έλεγε τα εξής απελπιστικά και ξεκάθαρα:
   «ΕΙΠΕΤΕ ΤΩ ΒΑΣΙΛΕΙ, ΧΑΜΑΙ ΠΕΣΕ ΔΑΙΔΑΛΟΣ ΑΥΛΑ, ΟΥΚΕΤΙ ΦΟΙΒΟΣ ΕΧΕΙ ΚΑΛΥΒΗΝ, ΟΥ ΜΑΝΤΙΔΑ ΔΑΦΝΗ, ΟΥ ΠΑΓΑΝ ΛΑΛΕΟΥΣΑΝ. ΑΠΕΣΒΕΤΟ ΚΑΙ ΛΑΛΟΝ ΥΔΩΡ».
   Δηλαδή «Πέστε στον βασιλιά, πως γκρεμίστηκαν τα περίπλοκα ανάκτορα και  ο Φοίβος Απόλλων δεν διαθέτει (πλέον) ούτε καλύβα, οι μάντισες δεν έχουν φύλλα δάφνης, (να μασήσουν), ούτε (υπάρχει) ρέουσα πηγή. Και το νερό που κυλούσε στέρεψε». Κοντολογίς, ξέχνα το!



Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Διακόσιους χιλιάδες τόνους…αγραμματοσύνης!



   Ωχ΄, το μάτι μου!

   Η μεγαλύτερη ζημιά που έκανε η μεταπολίτευση επισυνέβη στον …. εκδημοκρατισμό της παιδείας. Εκεί όπου κονταροχτυπήθηκαν, γιά το ποιός θα κάνει τη μεγαλύτερη, η αρχή της «ήσσονος προσπαθείας», (τεμπελιά, αδιαφορία, ανικανότητα, σύμπλεγμα) με την πολιτική σκοπιμότητα, η οποία θα δημιουργούσε πνευματικό χυλό, αντί σκεπτόμενα άτομα, άρα και εύκολα ρυμουλκούμενη και κατευθυνόμενη μάζα.
   Φαίνεται πως αυτός ο αγώνας, που δεν έληξε ακόμα, συνεχίζεται ισόπαλος και με μεγάλο σκορ! Μάλιστα, η παραγωγή της πρώτης αμόρφωτης φουρνιάς, που εν συνεχεία…. (παρα)μορφώνει, ως διδάσκουσα ελίτ, την επόμενη, (μεταλαμπαδεύουσα την τύφλα και  την ανεπάρκειά της), μεγαλώνει το πρόβλημα της α-παιδείας. Και μάλιστα κατά γεωμετρική πρόοδο!

   Έτσι φτάσαμε στο σημερινό αίσχιστο χάλι, όπου τα χιλιάδες … πνευματικά ιδρύματα της χώρας, είτε να αποτελούν μοχλούς οικονομικής συντήρησης τοπικών κοινωνιών, π.χ. ΤΕΙ Άμφισσας, μη προσφέροντας τίποτα στην κοινωνία, παρά μόνο άχρηστα κι ανεξαργύρωτα πτυχία, χωρίς γνώσεις και χωρίς επαγγελματική εξαργύρωση, (σε όσους καταφέρουν να πάρουν κι αυτά), είτε πυκνώνουν, ως ΑΕΙ της πλάκας, τις τάξεις του πνευματικού -αλλά, όλα κι όλα, διπλωματούχου παρακαλώ- προλεταριάτου. Με τις κυβερνήσεις να παρακολουθούν αδιάφορα τον εκχυδαϊσμό της Παιδείας, τόσον από πλευράς εμφάνισης κτιρίων, (γκράφιτις, ανηρτημένη κουρελαρία, κ.α.), και υλικοτεχνικής υποδομής, (σπασμένα θρανία, κλεμμένοι υπολογιστές, κ.λπ.), όσο και από πλευράς εξαγομένου κάκιστου «προϊόντος», αν θεωρηθεί «προϊόν» το εις αυτά παραγόμενο πνευματικό και διδακτικό έργο.
   Διά του λόγου το αληθές, αυτή η εξαθλίωση απεικονίζεται καθαρά στις θέσεις που καταλαμβάνουν, στον οικείο διεθνή κατάλογο, τα ελληνικά Πανεπιστήμια. Πάτος των πάτων! Εννοείται πως η περιστασιακή εμφάνιση, δίκην διάττοντος αστέρα, κάποιας ελληνικής «ιδιοφυΐας», ουδόλως ανατρέπει την αναφερθείσα πραγματικότητα, ίσα-ίσα που την επιβεβαιώνει, στη λογική του: «η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα».
   Στο απερίγραπτο χάλι των… πνευματικών μας ιδρυμάτων ταιριάζει, γάντι, και ο όρος «κατάντια», αφού ως τοιαύτη λογίζεται κάθε κατηφορική πορεία. Ας αναλογιστούμε πως κάποτε, στη δεκαετία του ’60, τα Πανεπιστήμιά μας φιγουράριζαν στις πρώτες θέσεις των αντίστοιχων καταλόγων, ιδίως το ΕΜΠ! Τώρα, απλώς, …..εκδημοκρατίστηκαν, πατώνοντας!

   Βασικός καταγραφέας και αψευδές βαρόμετρο του μορφωτικού επιπέδου ενός λαού αποτελεί η γλώσσα, ως κατ’ εξοχήν εκφραστής του εγκεφαλικού περιεχομένου του. Πλούσια γλώσσα, πλούσιο περιεχόμενο. Δυστυχώς σήμερα, εκεί απεικονίζεται, τραγελαφικά, απόλυτη ένδεια. Τόσο στο νοητικό μέρος, (απόψεις), όσο και στον τρόπο έκφρασης αυτών, (γλώσσα).

   Στέκομαι σε μιά έκφραση, η οποία κάποτε -πρωτοάκουστη- με διασκέδαζε, αφού την χρησιμοποιούσε καθημερινά η γνωστή μεγαλεμπόρισα χαλιών και…. λέκτωρ των νέων ελληνικών, η οποία πλασάριζε, ταυτόχρονα, το χαλί της περσικής αγοράς και το χάλι της ελληνικής γλώσσας, σε μιά απολαυστική συσκευασία των δύο σε ένα.
   Κατά την… Μοιραία σύγκρουση της ατσίδας κυρίας, (αγράμματη μεν, τετραπέρατη δε), με την ελληνική γλώσσα, η μεν τα «οικονομούσε», (κατά το ο τρελός με την τρελάρα του…), η φουκαριάρα, όμως, γλώσσα υπέστη μίαν ακόμη… ανήκεστον βλάβη!
   Έτσι πέραν από τις αναφορές στην «πυκνότητα και κρουστότητα» των χαλιών της κυρίας και την λεπτομερή αναφορά των αποχρώσεών τους, πληροφορηθήκαμε και γιά το πλήθος των κόμβων τους, ως εξής, π.χ:

   - Αυτή η Μπουχάρα έχει διακόσιους χιλιάδες κόμβους στο τετραγωνικό εκατοστό!

   Μετά τα πρώτα ξεκαρδίσματα, αφού το γένος δεν πηγαίνει στο τελικό αντικείμενο, (κόμβους), αλλά στον ποσοτικό προσδιορισμό, (χιλιάδες), οπότε η σωστή έκφραση είναι «διακόσιες χιλιάδες κόμβους», παρατήρησα ότι αυτό το λάθος γίνεται συστηματικά, πλέον, στο γυαλί και μάλιστα από σημαίνοντα και, τάχα, μορφωμένα πρόσωπα, όπως υποτίθεται πως είναι οι, (Μμμμμμ!), κ.κ. βουλευταί, υφυπουργοί και υπουργοί μας!
   Τελευταία εκτόξευση τοιούτου …. μαργαριταριού, από το … καλάθι των προαναφερθέντων…. «προσώπατων», που μετά πλείστης περίσκεψης και υπευθυνότητος επιλέξαμε ως ταγούς μας, συνέβη προ ολίγων μόλις ωρών, από κάποιο πολιτιστικό κέντρο-κανάλι. Απ’ αυτά που μας ανεβάζουν το μορφωτικό επίπεδο, μας επιδιορθώνουν την πατροπαράδοτη ελληνική κουλτούρα και μας προετοιμάζουν γιά το, επί θύραις, μουσουλμανικό μας «αύριο»! Οπότε:
   - Και συ, τέκνον Βρούτε; Πέσε, λοιπόν, Καίσαρ!

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

Οδός Πανδρόσου.



Σταγόνες ιστορίας που εκπλήσσουν.

   Φρονώ πως όλοι γνωρίζουν την οδό Πανδρόσου, το στενό δρομάκι που αρχίζει από την Πλατεία της Μητρόπολης και τερματίζεται στο Μοναστηράκι. Τον δρόμο με τα, πάλαι ποτέ, εντυπωσιακά παλιατζίδικα και αντικάδικα και νυν τις τουριστικές καρακατσουλιές και «παλιoτσοκαρίες». Όμως πιστεύω πως λίγοι γνωρίζουν ότι η ονομασία δεν τιμά κάποιον αρχαίο άνδρα, τον Πάνδροσο, ας πούμε, αλλά γυναίκα, την Πάνδροσο.

   Κατά την ελληνική μυθολογία η Πάνδροσος ήταν η μία από τις τρεις θυγατέρες του Κέκροπα, του ιδρυτού και πρώτου βασιλιά της Αθήνας.
   Ο Κέκροπας, απετέλεσε τον κριτή στη διαμάχη μεταξύ Αθηνάς και Ποσειδώνος γιά την επικυριαρχία της πόλης. Και αυτός, ως γνωστόν, επέλεξε την Αθηνά, εξ ου και το όνομα της πόλεως. Σύζυγός του ήταν η Άγραυλος και κόρες του, πλην της Πανδρόσου, η `Ερση και η Άγραυλος, η νεότερη.

   Κάποτε η Αθηνά εμπιστεύτηκε στην Έρση και την Άγραυλο την φύλαξη, σε κλειστό καλάθι, του Ερεχθέα. Αυτές όμως διέπραξαν το λάθος να ανοίξουν το καλάθι όπου η θεά Αθηνά είχε κρύψει τον μικρό Ερεχθέα και είδαν μέσα το βρέφος τυλιγμένο με φίδια. Το θέαμα αυτό τις τρόμαξε τόσο, ώστε τρελάθηκαν και γκρεμίσθηκαν από την Ακρόπολη! Έτσι, μόνη τροφός του Ερεχθέα απέμεινε η Πάνδροσος. Ο Ερεχθέας μεγάλωσε μέσα σε υπάρχοντα παλιό ναό της Αθηνάς στην Ακρόπολη, που αργότερα ονομάστηκε Ερεχθείο.
   Οι αρχαίοι Αθηναίοι θεωρούσαν την Πάνδροσο ως τη γυναίκα που εφεύρε το κλώσιμο.(Προσοχή στη σωστή προφορά!). Τη λάτρευαν στο Ερεχθείο και πίστευαν ότι γιός της από τον θεό Ερμή ήταν ο Κήρυξ, ο μυθικός γενάρχης του πολύ γνωστού στην αρχαία Αθήνα ιερατικού γένους των «Κηρύκων».

   Συνώνυμος με την μυθική Πάνδροσο είναι και μία από τις λιγοστές γυναίκες μαθηματικούς της αρχαιότητος, γνωστή και ως Πανδροσίων (4ος μ. Χ. αιώνας), μαθήτρια του Πάππου, η οποία έμεινε γνωστή στην Ιστορία επειδή κατέταξε τα γεωμετρικά προβλήματα σε τρεις κατηγορίες.
(«Τρία γένη εισίν των εν Γεωμετρία προβλημάτων και τα μεν αυτών επίπεδα καλείσθαι, τα δε γραμμικά»).





Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Tα πρωτοτόκια της βίας και της κατάντιας.


Κουίζ.

   Η προηγούμενη ανάρτηση είχε δύο στόχους και διπλή σκοπιμότητα. Η πρώτη και προφανής, να καταγράψει ένα άγνωστο, εν πολλοίς, περιστατικό της παιδικής ηλικίας του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα και η δεύτερη ν’ απεικονίσει αλληγορικά τον επικίνδυνο παραλογισμό στον οποίον εισήλθε, πλέον, η ζωή μας.

   Θα μπορούσε λοιπόν, ωραιότατα, ο Καπετάν Μιχάλης της ανάρτησης να εκφράζει την τρομοκρατία και τον θρασύτατο τσαμπουκά των πάσης φύσεως μειοψηφιών, (και των περιθωριακών συμπεριλαμβανομένων), που ευκαιρίας δοθείσης, κάνουν ….ό,τι κατεβάσει η γκλάβα τους και αλίμονο σε όποιον δεν ενδώσει. Τα πάσης φύσεως μπουκαρίσματα σε Υπουργεία, δημόσιους χώρους κι οι καθημερινοί ποικίλοι τραμπουκισμοί, (πάντα εν ονόματι της δημοκρατίας, εννοείται), αυτό δείχνουν. Η λογική και το μέτρο έχουν χαθεί μπροστά στο φάσμα της πείνας και την υποδαύλιση από την «πολιτική πείνα» κάποιων πολιτικάντηδων. Το δίκιο του ισχυροτέρου, του πεζοδρομίου, της μολότωφ, του καλάσνικωφ, του έτσι …γουστάρω!

   Ο μουδιασμένος δασκαλάκος εκφράζει όλο εκείνο το σύνολο των ταλαίπωρων κι ανυπεράσπιστων, απέναντι στον τσαμπουκά των τραμπούκων, ανθρώπων που θέλοντας και μη υποτάσσονται στη βαρβαρότητα της βίας, από το φόβο του αόρατου κινδύνου που εκφράζεται με αιφνίδια και ύπουλα θανάσιμα χτυπήματα.
   Η περίπτωση του ατυχούς οδοντογιατρού, «ομήρου» των τρομοκρατών της Βελβενδούς, ο οποίος από όμηρος εξελίχθηκε σε «κακόμοιρο», είναι χαρακτηριστική. Αφού η καρδούλα του πηγαινοήρθε στην Κούλουρη με την ιστορία που έζησε, γιά να μην αναγκαστεί να την έχει μονίμως εκεί, δεν βγάζει άχνα γιά την περιπέτειά του. Ή μάλλον, δεν βγάζει κακή «άχνα», αφού ο φόβος φυλάει τα έρημα! Σε κάτι μισόλογες δηλώσεις του, μόνο σοκολατάκια πως δεν τον κέρασαν, είπε ο φουκαράς, περίπου… εκθειάζοντάς τους.
   Αυτό μου θυμίζει μιά παλιά ιστορία, με πρωταγωνιστές έναν, αποδημήσαντα πλέον, περίφημο «γιδοβοσκό» της δημοσιογραφίας, ο οποίος μετά από ταβερνιαρέικη ευωχία, κάπου στον Βύρωνα, και εν ευθυμία διατελών και οδηγών, στραπατσάρισε το αμάξι ενός δυστυχούς αστυφύλακα, (γνωστότερου ως «μπάτσος-γουρούνι-δολοφόνος»), ο οποίος, και λογικά, αντέδρασε με, εννοείται, την επίσης γνωστή αλαζονεία της εξουσίας, απειλώντας με συλλήψεις, αγωγές, μηνύσεις και τα συναφή. Ε΄, λοιπόν, από την επομένη και γιά ημέρες, ο ταλαίπωρος αστυφυλακάκος, (ο «μπάτσος-γουρούνι-δολοφόνος»), περιήλθε όλα τα κανάλια εξηγώντας πόσο τιμά, σέβεται και υπολήπτεται τον κ. Κακαουνάκη…κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ., κάνοντας γαργάρα όσα είπε εν θερμώ! Ευθέως μόνο συγγνώμην που δεν του ζήτησε, το υπαινίχθηκε όμως σαφώς! Εννοείται πως το περιστατικό συνέβη στα χρόνια της πασοκικής παντοδυναμίας, όπου ως Καπετάν Μιχάλης εκλαμβάνεται το άθροισμα: «δημοσιογράφος + πολιτικό κατεστημένο» και δάσκαλος ο «μπάτσος-κ.λπ.…..».
   Επίσης, όποιος προσέξει τη στάση των σημερινών σοβαρών δημοσιογράφων, (οι κοντοκουρεμένες ξανθές δεν μετράν ανάμεσα), θα παρατηρήσει την έκδηλα ανάλογη  συμπεριφορά με εκείνη του «δασκάλου», στους περισσότερους! Μισόλογα και «εκ …περιδιαγραμμάτου» γιά την υπόθεση. Ναι μεν αλλά! Και λιτές μόνο και ξερές αναφορές στο γεγονός, χωρίς σχόλια. Το βάρος όλο στην αστυνομική... βία και τα «βαβά» των καημένων των παιδιών-τρομοκρατών! Των ... αιχμαλώτων πολέμου!! (Να ’χουμε και το νου μας γιατί σέρνονται και περίστροφα. Και όποιος φυλάει τα ρούχα του….!). Και όποιος ισχυριστεί πως η τρομοκρατία δεν έχει φέρει αποτελέσματα, ας το ξανασκεφτεί. 
   Η φουκαριάρα η μάνα του αστυνομικού με το σεμνό πλακάτ, πέρασε στο ντούκου. Μάλιστα κάπου γράφτηκε ότι ήταν μάνα... αγρότη που απλώς πήγε γιά..... συμπαράσταση στις μανάδες των αστυνομικών!
   Σαφής, κάθετη και κατηγορηματική καταδίκη όλης αυτής της αλητείας που εξελίσσεται σε σοβαρό κοινωνικό καρκίνωμα, από ουδένα! Και όσοι το τόλμησαν, είναι ήδη πολιτικοί στόχοι. Ωραία πράγματα! Ανάρχαν και θεοί πείθονται!

   Στο επεισόδιο, ο τρίτος της παρέας, ο μικρός Νικολάκης, εκφράζει τον «άμαχο», απλό, απορημένο και ταλαιπωρημένο λαό. Την αδρανή μάζα, που όπως και να γίνει το πράγμα, (είτε από δω, είτε από εκεί), και ό,τι και να γίνει, αυτός μόνο, (και όλο), θα τις… τρώει!

  

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Νίκος Καζαντζάκης. Παραλειπόμενα.








O καπετάν Μιχάλης και τα πρωτοτόκια.
  
   Όλων των συγγραφέων, όλων ανεξαιρέτως, η έμπνευση επηρεάζεται από προσωπικά βιώματα και προσληφθείσες παραστάσεις. Αυτά, σαν αρχικά ερεθίσματα, μπερδεύονται με την φαντασία, τα γενικότερα «πιστεύω», θεωρίες και απόψεις του γράφοντος, ζυμώνονται στον νου του και προκύπτει... ό,τι προκύψει!
   Ο Καζαντζάκης δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγει απ’ αυτόν τον κανόνα. Ένα από τα τελευταία, τα δυνατότερα και διασημότερα έργα του, ο «Καπετάν Μιχάλης», έχει πηγή έμπνευσης τον πατέρα του, του οποίου το όνομα κρατά στο μυθιστόρημα. Το βιβλίο, σε γενικές γραμμές, συντίθεται από πραγματικά γεγονότα με  έντεχνη συρραφή, επεξεργασία και προσθήκες της δημιουργικής φαντασίας του σπουδαίου συγγραφέα. Στον κεντρικό ήρωα δε, προσπάθησε να «φορέσει» όλη την τραχύτητα κι αδρότητα, μαζί με τη λεβεντιά, τη φιλοπατρία και φιλοτιμία, που αποτελούσαν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του πατέρα του. Και το πέτυχε απόλυτα.

    Ένα, όχι πολύ γνωστό, περιστατικό της παιδικής ηλικίας του Νίκου Καζαντζάκη, αλλά και της φήμης του πραγματικού καπετάν  Μιχάλη,  ο  οποίος   λόγω   της   αυστηρής  του
δωρικότητας υπήρξε φόβος και τρόμος στο χωριό του, είναι και το εξής.

   Εννοείται πως η αφήγηση της ιστοριούλας που ξεκίνησε από τον ίδιο τον συγγραφέα και πρωταγωνιστή του επεισοδίου, πιθανόν στην πορεία να διαφοροποιήθηκε στις λεπτομέρειες, όμως ο κορμός και η ουσία είναι ίδια. Όπως το άκουσα, έτσι το αναμεταδίδω. 

   Κάποτε στην τάξη του μικρού Νίκου, στο δημοτικό, ο δάσκαλος δίδαξε στα θρησκευτικά την ιστορία του Ησαύ και το πώς πούλησε στον μικρότερο αδελφό του τον Ιακώβ τα δικαιώματά του, ως το μεγαλύτερο παιδί του πατρός Ισαάκ, τα περίφημα «πρωτοτόκια». Και μάλιστα «αντί πινακίου φακής», (δηλαδή γιά ένα πιάτο φακές)! Η φράση, έκτοτε, έμεινε ιστορική και υποδηλώνει ανισοβαρείς συναλλαγές, όπου γιά σημαντικά πράγματα προσφέρονται ευτελή ανταλλάγματα. Ο Νίκος, με την γρήγορη και ασαφή διατύπωση του δασκάλου δεν πολυκατάλαβε τον όρο και την έννοια της λέξης «πρωτοτόκια». Έτσι το απόγευμα, μετά το φαγητό, όταν ο πατέρας του απολάμβανε μακαρίως την πίπα του μπροστά στο τζάκι κι αυτός διάβαζε τα μαθήματά του, βάλθηκε να τον ρωτά:
   - Μπαμπά, ίντα ’ναι μαθές τα «πρωτοτόκια»;
   Ο καπετάν Μιχάλης, που δεν του έτρεχε δα κι απ’ τα μπατζάκια η μόρφωση, έκανε το κορόιδο και πως δεν άκουγε, φουμάροντας αρειμανίως και κοιτώντας το ταβάνι. Ο μικρός όμως επέμενε και ρωτούσε συνέχεια και συνέχεια!
   Στο τέλος, ο παρευρισκόμενος θείος του, αδελφός του καπετάν Μιχάλη, άλλο αγλάισμα μόρφωσης κι αυτός, γιά να ξεφορτωθεί τον μικρό και να βγάλει από τη δύσκολη θέση τον αδελφό του, πετάχτηκε αυτόκλητος:
   - Τα «πρωτοτόκια» παιδί μου είναι οι…φορεσιές του κυνηγιού!
   Ο καπετάν Μιχάλης συγκατάνευσε με ανακούφιση, κουνώντας επιβεβαιωτικά το κεφάλι και το θέμα έληξε.

   Την άλλη μέρα στο σχολείο, εξετάζοντας ο δάσκαλος, ρώτησε:
   - Ίντα ’ναι μπρε κοπέλια, μαθές, τα «πρωτοτόκια»;
   Ο Νικολάκης, πρώτος-πρώτος, κόντεψε να βγάλει το μάτι του δάσκαλου:
   - Κύριε, κύριε, εγώ!
   - Πεσ’ μας, μπρε Νικολό!
   - Οι φορεσιές του κυνηγιού, δάσκαλε!
   Το μάτι του δασκάλου πρώτα άστραψε και μετά αλληθώρισε, πιστεύοντας πως ο μικρός τον κορόιδευε, οπότε κραδαίνοντας την εκ κλάδου μουριάς βίτσα του προχωρούσε προς… τακτοποίηση του αναιδούς Νικολάκη, που αποσβολωμένος από την αναπάντεχη εξέλιξη της υπόθεσης, είχε ζαρώσει στο θρανίο του!
   Ο δάσκαλος πλησίασε αγριεμένος και ύψωσε τη βίτσα ρωτώντας:
   - Και ποιός κερατάς μπρε, σου ’μαθε πως πρωτοτόκια είναι ..φορεσιά κυνηγιού;
   - Ο…,ο…. ο …. κύρης μου, δάσκαλε. Ο πατέρας μου!
   Το χέρι του φουκαρά του δάσκαλου μαρμάρωσε σηκωμένο, μαζί με τη βίτσα. Ξέροντας καλά, όπως κι όλοι στο χωριό, τον καπετάν Μιχάλη και μόνο η σκέψη να τον αμφισβητήσει και να τα βάλει μαζί του, τον πάγωνε.
   Κατέβασε το χέρι αργά-αργά, πήρε ύφος, τάχα βαθύτατα προβληματισμένου ανθρώπου, χάιδεψε το μουστάκι του και είπε:
   - Εδά που το ξανασκέφτομαι καλύτερα, και υπό μίαν ευρύτερη έννοια, τα «πρωτοτόκια» μπορεί να εκφράζουν και… ρούχα κυνηγίου!!

   Άντε εσύ να κοντράρεις τον καπετάν Μιχάλη!      

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

"Μπαμπάδες γιά φίλημα".


     

                                Μικρό αφιέρωμα σ’ έναν πραγματικό ήρωα.

                                                             
           
  

Το πλαστό το πασαπόρτι,
σαν και την καρδιά σου μόρτη,
σαν την κάλπικη καρδιά σου
τη σκληρή.

Μη βροντοχτυπάς τις χάντρες,
η δουλειά κάνει τους άντρες,
το γιαπί, το πιλοφόρι, το μυστρί.

Ρημαδιό ζωή και σπίτι,
απ’ τα χούγια σου αλήτη,
που μετράς το αντριλίκι
με βρισιές.

Μη βροντοχτυπάς τα ζάρια,
όσοι είναι παλληκάρια
τη ζωή τους την περνούν στις σκαλωσιές

   Το τραγούδι αυτό που γράφτηκε απ’ τον Μάνο Λοΐζο, σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου το πρωτάκουσα τραγουδισμένο από την Ελένη Ροδά, ευρισκόμενος εκεί που …λέει! Σεμνά όμως και χωρίς αντριλίκι, παλικαριά, έπαρση και ξερολισμό, αφού στο επάγγελμα, μόλις άνοιγα μάτια, σκέτο νεογέννητο κουτάβι.

   Μαζί με την παρακάτω ιστορία, αυθεντική 100% αν και απίστευτη, το αφιερώνω σε όσους «παίζουν» τη ζωή αλλιώς. Αυτούς που βλέποντάς την σαν ταύρο, ορμούν πάνω της στα ίσα, την γραπώνουν απ’ τα κέρατα, την παλεύουν και την βάζουν κάτω! Λεβέντικα και τίμια. Όχι με τα μυαλά εκείνου του άθλιου γονέα που κορδακίζεται επειδή θα… έστελνε, λέει, ο γιός του τρεις … «μπάτσους-γουρούνια-δολοφόνους» στο νεκροτομείο! Αν και εφ’ όσον, βέβαια. Με την υπερβολή στο στόμα και τη λύσσα στην ψυχή. Προς το παρόν όμως, στον υιόν, τον … τίγρη των πολεμικών τεχνών, απενεμήθη η μπλε-μαρέν ζώνη, στο αριστερό μάτι νομίζω, και αν δεν αλλάξει μυαλά, (πράγμα πολύ δύσκολο με τέτοια πατρική καθοδήγηση), τον περιμένουν και άλλες …τιμητικές διακρίσεις. Μέχρι και σύγχρονο… Μπρους Λι, τον βλέπω!

   Ο Τάσος Ζαρακόπουλος, με το παρατσούκλι «Χλέπας», υπήρξε ένα γελαστό παιδί, τουλάχιστον τότε που τον γνώρισα, παιδί κι εγώ, στο πατρικό βιβλιοπωλείο, σαν βοηθό τυπογράφο ενός παλιού και καλού συνεργάτη, του Γιώργη Αποστολόπουλου. Δυστυχώς, σήμερα δεν ζουν κι οι δύο.

Άρης Βελουχιώτης

   Ο Τάσος γεννήθηκε στα Τρίκαλα τα χρόνια της Κατοχής και βίωσε στο πετσί του τον Εμφύλιο, που τον άφησε πεντάρφανο και παντέρημο από τα 5 του χρόνια. Χρόνια φτωχά, μίζερα, σκληρά και φρικτά. Ο ίδιος μου είπε πως θυμόταν το κεφάλι του Βελουχιώτη, μαζί με κάποιου άλλου, κρεμασμένα σε μιά κολώνα στα Τρίκαλα!

   Γιά να ζήσει, παιδάκι όντας, έκανε ακροβατικές τούμπες στον Λιθαίο, τον ποταμό που διασχίζει τα Τρίκαλα, από την κεντρική γέφυρα, μαζεύοντας πενταροδεκάρες. Και τα βράδια κοιμόταν κάτω από τη γέφυρα, μαζί και μ’ άλλους πιτσιρίκους που είχαν την ίδια, μ’ αυτόν, τύχη. Συνήθως έτρωγε στα μαγέρικα της πόλης, καιροφυλακτώντας, να βουτήξει τ’ αποφάγια των άδειων τραπεζιών, πριν τα καθαρίσει ο «μικρός» του μαγαζιού. Άλλοτε με την ανοχή κάποιων γκαρσονιών κι άλλοτε κάτω από τις σφυριχτές καμτσικιές της πετσέτας που είχαν ριχτή στον ώμο οι σερβιτόροι. Tην στριφογύριζαν και του την σβούριζαν στα γυμνά πόδια.
   - Και έτσουζε η ρημάδα! Μου έλεγε γελαστά και ήρεμα, σαν να διηγιόταν ιστορίες για παπάκια στη λιμνούλα και αρνάκια στο γρασίδι!

   Στα έξι του δεν άντεξε άλλο. Μαζί με κάποιον άλλον πιτσιρίκο, μπήκαν κρυφά σε φορτηγό βαγόνι κι αριβάρισαν στο Σταθμό Λαρίσης, κρατώντας σφιχτά κάποια λίγα κέρματα που μάζεψε από τις τελευταίες βουτιές στον Λιθαίο.
   Μαζί με το φίλο του διανυκτέρευαν σ’ εγκαταλελειμμένα βαγόνια του Σταθμού, τρώγοντας με τον ίδιο τρόπο. Δηλαδή αποφάγια άδειων τραπεζιών εστιατορίων!
   Την ημέρα έπαιρνε σβάρνα τα καταστήματα αναζητώντας δουλειά, ώσπου κάποια μέρα, σε ένα τυπογραφείο της οδού Αχιλλέως, στο Μεταξουργείο η τύχη του χαμογέλασε και του μισοάνοιξε την πόρτα της. Έπιασε δουλειά γιά θελήματα! Μάλιστα σε λίγο, όταν τ’ αφεντικό έμαθε την ιστορία του μικρού και συγκινήθηκε, τον άφησε να κοιμάται σε μιά γωνιά στο υπόγειο, που αποτέλεσε το πρώτο του σπίτι, και του έδειξε το χαμάμ, πίσω από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και δίπλα από την Παιδική Χαρά, γιά να κάνει μπάνιο και να ξεγλιτσιάζεται.
   Με τον καιρό ο Τάσος βρήκε το δρόμο του και εξελίχτηκε σε γνώστη της δουλειάς του, βοηθός τελικά του Αποστολόπουλου και πολύτιμο στέλεχος του τυπογραφείου.

   Σήμερα που, επ’ ευκαιρία αυτής της ανάρτησης, τον αναζήτησα, μετά περίπου 30 χρόνια από την τελευταία μας συνάντηση, προκειμένου να συντάξω το παρόν, έμαθα μετά λύπης μου πως «έφυγε» προ διετίας.

   Δακρυσμένος στο πληκτρολόγιο, δηλώνω πως κάθε φορά που θα … τιμάται η μνήμη των διάφορων Γρηγοροπουλέων και των συν αυτώ, η δική μου θα τρέχει στον Τάσο Ζαρακόπουλο, τον «Χλέπα». Το αυθεντικό ήρωα, που δεν ήξερε μεν… πολεμικές τέχνες , ώστε να τον ...  σφαλιαρίζουν αρκούντως οι «μπάτσοι-γουρούνια-δολοφόνοι», αλλά τη βούτηξε την πουτάνα τη ζωή απ’ τα κέρατα, την έβαλε κάτω και της έδωσε και κατάλαβε!