Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

Διον. Μεντζενιώτη. "Επίτομος Πολυλογία"

 Μιά αχτίδα φωτός, στη μαυρίλα που μας τυλίγει. 

   Λίαν αγαπητός φίλος της στήλης είχε την καλοσύνη να μου γνωρίσει ένα έξοχο φιλοσοφικό πόνημα ιδιαίτατα επίκαιρο κατά την σημερινή εποχή, το οποίον και αποτελεί το ευαγγέλιον απάντων των Νεοελλήνων πολιτικών, δημοσιογράφων και γενικώς απάντων των καλουμένων "διαμορφωτών της κοινής γνώμης". 
   Αποτελεί προϊόν εμπεριστατωμένης μελέτης και εμβάθυνσης του τρανού Άγγλου φιλοσόφου, κοινωνιολόγου και ειδήμονος περί την Πολιτική Πολυλογία, Καθηγητού κ. Αμδέ Σανκεμάς, σε μία εμπνευσμένη μετάφραση του δικού μας πεφωτισμένου Καθηγητού κ. Διονυσίου Μπεντζενιώτη, μαθηματικού και διατρίβοντος εις την επιστήμην της Πολυλογητικής, με επί μέρους εξειδίκευσιν εις ειδικόν κλάδον, γνωστόν ως "Κλάδος Ιστορικού Πλατειασμού".
   Ο διαπρεπής Έλλην Καθηγητής, διά την εκλαϊκευσιν της πεμπτουσίας και της αναμφιβόλου μεγάλης αξίας της άνευ ουσίας Πολυλογίας και τον περαιτέρω εμπλουτισμόν του πνευματικού της οπλοστασίου, απεδέχθη προ δεκαετίας ήδη, την παράκλησιν των ελλογιμωτάτων Καθηγητών της Πολυλογητικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ.κ. Χρυσοστόμου Καλαλές και Ευλαλίας Θεοφράστου, όπως συμβάλλων εις την περαιτέρω  τεκμηρίωσιν της χρησιμοτέρας των Επιστημών, συγγράψει σύντομον δωδεκάτομον περίληψιν, διά τον εύχρηστον χειρισμόν και την πλατυτέραν διάδοσιν της πολυλογίας εις τας μάζας.
   Τελικώς, ως απάνθισμα αυτής της περιλήψεως προέκυψε και η μικρά "ΕΠΙΤΟΜΟΣ ΠΟΛΥΛΟΓΙΑ", (Εκδόσεις ΕΚΑΤΗ, 1997), εν είδει πίνακος περιεχομένων, ή μικρά σύντομα σταχυολογήματα.
   Ως μικρόν δείγμα, σταχυολογώ και εγώ, σύντομον πολυλογικόν αφήγημα περί της ζωής του διαπρεπούς αμπελοφιλοσόφου, εραστού της πλατωνικής φιλοσοφίας, του παμμέγιστου Ευσάπιου Παραπίνι, το οποίον αντιγράφω, αυτολεξεί.

 "Λόγος περί μεθόδου"

Ο μέγας φιλόσοφος της Πολυλογητικής Ευσάπιος Παραπίνι

       Εν Κονεκτικούτη είδεν ο Ευσάπιος Παραπίνι το πρώτον φώς του ηλίου. Εις νεαράν ηλικίαν ηυτοκτόνησεν, επιβάλλων εις εαυτόν τον εξ ασιτείας θάνατον, αφ' ου ανέγνωσεν τον περί αθανασίας της ψυχής διάλογον του Πλάτωνος.
   Αργότερον, έρως προς την γνώσιν ακάθεκτος ήγαγε τον Ευσάπιον εις την ιδιωτικήν του Πρωτοβούλου σχολήν, όπου εσπούδασεν μεταψυχικήν, φιλοσοφίαν της αναρριχήσεως και διοίκησιν επιχειρήσεων.
   Υπήρξεν έξοχος οικοδεσπότης και πρότυπον επιστήμονος και συγγραφέως.
   Ως διανοούμενος υπέγραψεν πλείστα όσα κείμενα καλούμενα "Χ διανοούμενοι υπογράφουν". Προϊόντος όμως του χρόνου, η αμφιβολία αντικατέστησεν την  "αυτάρεσκον βαρύτητα της επωνυμίας". (Βλ. Ε. Παραπίνι: "Η τέχνη του υπογράφειν").
   Ο Παραπίνι είχεν οδηγηθεί εις το έσχατον εκείνο σημείον του να μην αναγνωρίζη εάν διά της υπογραφής του εβεβαίωνε τα του κειμένου ή απλώς το γεγονός ότι ήτο διανοούμενος. Εσκέπτετο δε ότι εάν το επιχείρημα ήτο ορθόν, μία ή καμμία υπογραφή θα ήσαν αρκεταί. Επί πλέον οι μη υπογράψαντες  ήσαν σαφώς περισσότεροι. Αυταί αι σκέψεις τον ωδήγησαν εις την απόρριψιν της περίφημης μεθόδου της, δι επιγραφών, αποδείξεως.
   Ο Παραπίνι, καύχημα της μητρός του, δεν εστάθη εις την στείραν απόρριψιν, αλλά προχώρησεν εις την θεμελίωσιν νέας μεθόδου αποδείξεως της καλουμένης "αντιθετοαντιστροφής εμπειρικής βάσεως".
   Ο σοφός αυτός και τίμιος, πλην πτωχός, διανοούμενος, εγνώριζεν καλώς ότι η πρότασις  "Όλοι οι κόρακες είναι μαύροι" ήτο λογικώς ισοδύναμος, δι' αντιθετοαντιστροφής, με την πρότασιν "Όλα τα μη μαύρα πράγματα δεν είναι κόρακες"!
   Διά την απόδειξιν της πρώτης, ή, έστω, δι' απλήν ενίσχυσίν της, ήτο ανάγκη όπως συγκεντρωθώσι και ταξινομιθώσι πλήθος κοράκων, οίτινες έπρεπε να ελεγθώσιν ως προς το χρώμα, το κορακίζειν και άλλα ουσιώδη χαρακτηριστικά. Η εργασία αύτη, ως ήτο φυσικόν, αφεώρα παρελθόντας, παρόντας και μελλοντικούς κόρακας. Ήτο εργασία βαρεία, άνευ υπερωριακών αποδοχών και εντελώς βαρετή. Εις τον Παραπίνι ήρεσαν η ποικιλία, η διαφορά και η ζωηρότης του θείου δώρου της ζωής.
   Συμφώνως τη λογική θεωρία, πάσα επιβεβαίωσις μίας εκ δύο λογικώς ισοδυνάμων προτάσεων αυτομάτως επιβεβαιώνει και την ετέραν εξ αυτών. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ο Παραπίνι, μεγαλοφυώς φερόμενος, απεφάνθη ότι αντί της συλλογής βαρετών κοράκων, η έρευνα ηδύνατο να προχωρήση διά της παρατηρήσεως και συλλογής αλλοτρίων αντικειμένων, ως λευκών μανδηλίων, καθισμάτων, πίλων, ροπών, χειροκτίων, κ.α. Όσον περισσότερα εξ αυτών των αντικειμένων ηύρισκεν τόσον περισσότερον εβεβαιούτο ότι "Όλοι οι κόρακες είναι μαύροι", και μάλιστα διά μεθόδου ευχαρίστου, ήτις επέτρεπεν -αν δεν επέβαλλεν- τας εκδρομάς, τας χοροεσπερίδας, τα φλέρτ και τας νυκτερινάς απολαύσεις.
   Προτάσεις καθολικαί, ως η αναφερομένη επί των κοράκων πρότασις, αποτελούν την βάσιν της επιστήμης. Τοιουτοτρόπως, ο καθείς δύναται να αντιληφθή ότι η προσφορά του Ευσαπίου Παραπίνι εις την μεθοδολογίαν ήτο σαφώς ένα τεράστιον διά την ανθρωπότητα και την επιστημονικήν κοινότητα, βήμα.
   Μεγάλη, τέλος, ήτο η προσφορά του Παραπίνι και εις την πάταξιν του εγκλήματος και της τρομοκρατίας. Χάριν εις την μέθοδόν του, αι υπηρεσίαι ασφαλείας δεν ευρίσκοντο πλέον εις την δυσάρεστον θέσιν του να κυνηγούν εγκληματίας ή τρομοκράτας. Βάσει ειδικής τροπολογίας, συνελάμβανον πλέον όλους τους πολίτας και, κατόπιν ερεύνης, ελευθέρωναν μόνον τους αθώους! 

   Ας είσαι καλά, βρε Γιάννο μου, που μας διασκέδασες, πρωινιάτικα, με το φίνο χιούμορ του κ. Μεντζενιώτη, μέσα στη μαύρη απελπισία που μας τυλίγει. Ξέροντας, μάλιστα, τί λούκι περνάς κι εσύ!

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Ζήτω η 28η Οκτωβρίου 1940!



Τα ΝΑΙ του ΟΧΙ και τα ΟΧΙ του ΝΑΙ!
Αέρααααα!
   Έρχεται και φέτος  η γνωστή επέτειος και θα ξανανοίξει πάλι ο γνωστός φραμπαλάς των συζητήσεων, με τα ανιστόρητα επιχειρήματα και τις ατέρμονες κοκορομαχίες. Θα ξανακούσουμε πάλι τις ίδιες αριστερές φανατισμένες ηλιθιότητες.

   - «Το ΟΧΙ δεν το είπε ο Μεταξάς, το είπε ο λαός»!!!

   Όσο αφιονισμένα ηλίθιος κι αν είναι κάποιος, χρειάζονται απύθμενα αποθέματα δογματικής αγκύλωσης και βλακείας, ώστε να μην μπορεί να αντιληφθεί πως την μοίρα των λαών την καθορίζουν, τελικά, οι ηγέτες, (καλοί ή κακοί), και όχι οι λαοί. Οι λαοί απλώς ακολουθούν, και σπανίως εξεγείρονται και ανατρέπουν τους ηγέτες τους. Αλλά και όταν συμβεί αυτό, (όταν και αν), πάλι κάποιοι άλλοι «ηγέτες» θα πάρουν τα ηνία της τύχης του λαού! Οι επώνυμοι «στρατηγοί» γράφουν πάντα την Ιστορία, με δόξα ή ανάθεμα, και  οι «φαντάροι», απλά, τσοντάρουν με…. την ανώνυμη ζωή τους, στη συγγραφή της! Παγκόσμιος νόμος.
   Ο Λεωνίδας, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο Μεταξάς, ο Ντούμπτσεκ, ο…., ο….., είπαν, σε μιά ιστορική στιγμή, ΟΧΙ, ενώ ο Κουίσλινγκ, ο Πεταίν, ο Τσολάκογλου, ο…., ο…., σε κάποια άλλη, είπαν ΝΑΙ! Κάποιοι πιστώνονται το ΟΧΙ και κάποιοι χρεώνονται το ΝΑΙ, ή αντιστρόφως. Όλα τα άλλα είναι παραμύθια γιά αφελείς. Και δεν αποτελεί κανόνα απαράβατο ένας δικτάτορας να μην παίρνει ποτέ(!), ούτε μία σωστή απόφαση γιά τον λαό που κυβερνά και δυναστεύει! Έγκλημα δογματικής καθοσιώσεως γιά τον αριστερό «μπουμπουνοκεφαλισμό»  να δεχθεί πως ο Μεταξάς έκανε και… κάποια καλά πράγματα γιά τον τόπο!

   Έτσι στο τέλος θα μας πουν πως το 8/ωρο στην εργασία το καθιέρωσαν τα κομμουνιστικά συνδικάτα και το ΙΚΑ το ίδρυσε ο…. Ζαχαριάδης!
Αν κάτι θα πρέπει να θυμόμαστε, ας είναι κάτι τέτοια!
   Όσο γιά την επέτειο του δικού μας «ΟΧΙ», και το ποιός θα πρέπει να το πιστωθεί, υπάρχει το προφανές επιχείρημα, πως αν ο Μεταξάς ενέδιδε στο ιταμό αίτημα του Μουσολίνι, (διά στόματος Γκράτσι), μέχρις ότου ο λαός ξυπνήσει το πρωί και πάρει, καλά-καλά, χαμπάρι τί συνέβαινε, οι Ιταλοί θα έμπαιναν, ατσαλάκωτοι, στην Πάτρα! 
   Πέραν αυτού, (και γιά κακή μας τύχη), υπάρχει ένα σύγχρονο ισοδύναμο παράδειγμα, που βάζει τα πράγματα στη σωστή τους θέση, βοηθάει τους σκεπτόμενους και τους νέους ν' αντιληφθούν τα γεγονότα και αποστομώνει τους ακραιφνείς φανατικούς «δημοκράταρους». Ένα σαφέστατο δείγμα γιά το ποιός αποφασίζει και ποιός ακολουθεί. Θέλοντας και μη. Γογγύζοντας, έστω, ή και βρίζοντας! Γιά το πώς εξελίσσονται οι καταστάσεις.


   Ο ελληνικός λαός, στην συντριπτική του πλειοψηφία, λέει ΟΧΙ στο μνημόνιο. Με στεντόρεια μάλιστα φωνή.  Η ηγεσία του όμως λέει ΝΑΙ! Αναλογιστείτε, τώρα, τί ισχύει και τί εφαρμόζεται!

   Εκτός κι αν λαθεύω και το ΝΑΙ στο μνημόνιο το είπε ο λαός, ο μπαγάσας, και τώρα μας... δουλεύει γκρινιάζοντας, τάχα!

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

«Μαρία», η μικρή «Εσμεράλδα» των Φαρσάλων.



«…Τσιγγάνα, γυφτοπούλα μου, πούλα μου, πούλα μου….»!
Η μικρή «Μαρία» των Γύφτων και των Αγγέλων

   Οι απόψεις της στήλης, γιά όσους την παρακολουθούν, είναι γνωστές και πολλάκις κατατεθειμένες, καθ’ όσον «scripta manent», σε ό,τι έχει σχέση με αυτές τις καραμέλες περί ρατσισμού και ξενοφοβίας, που οι περισσότεροι της πιπιλίζουν χωρίς να ξέρουν τη…. γεύση τους. Συνοπτικά επαναλαμβάνω πως δεν νοούνται «μειονότητες», ή… «πλειονότητες», αλλά κουλτούρες, πολιτιστικές κληρονομιές και, κυρίως, παραβατικές συμπεριφορές. Όλοι οι λαοί είναι καλοί, αλλά καλύτεροι στον τόπο τους. Όπως δεν ευδοκιμεί η ελιά στην Ταϋλάνδη, έτσι και δεν φτουράει η παπάγια στην Ελλάδα. Κατ’ ανοχήν και υπό την προϋπόθεση εξασφάλισης εργασίας, άρα νομίμου τρόπου επιβίωσης, όλοι είναι ευπρόσδεκτοι στη χώρα, υπό δύο προϋποθέσεις. Νόμιμος εισαγωγή και τήρηση της ελληνικής νομοθεσίας.

   
   Η περίπτωση των τσιγγάνων, (αθιγγάνων, γύφτων, ή όπως αλλιώς τους ονομάζουν), με μοντέρνα επικράτηση της λέξης Ρομά, (αριστεροκουλτουριάρικος χαρακτηρισμός, πιθανώς με παράλειψη του πρώτου γράμματος, που είναι το «β»!), είναι εντελώς ιδιαίτερη.


   Από μικρός θυμάμαι, από τότε που οι τσιγγάνες, με την κλαρωτή φούστα και το γαρύφαλλο στ' αυτί, έκλεβαν τις μπουγάδες, έλεγαν τη μοίρα στους αφελείς που «ασήμωναν», διαπιστώνοντας στο τέλος πως μάλλον …. «χρύσωναν», καθώς το πορτοφόλι τους είχε κάνει φτερά, και «έλυναν» μάγια δεμένα στο… μαντήλι, μαζί με κάποια χιλιάρικα που φτερούγιζαν κι αυτά στο τέλος, πως εγώ έτρεφα μιά ανεξήγητη συμπάθεια προς αυτή την περίεργη ράτσα. Κόντρα στην γενική άποψη της κοινής γνώμης του Βούθουλα, της γειτονιάς μου!

   Προχωρώντας στο χρόνο, θυμάμαι τον τότε  ιδιοκτήτη της υαλουργίας «Γιούλα», τον αείμνηστο Κ. Βουλγαράκη,  έναν έξοχο άνθρωπο, που μου έλεγε πως οι καλύτεροι πελάτες του ήσαν οι τσιγγάνοι! Και προλαβαίνοντας την απορία μου, πρόσθεσε:

   - Ένεκα της διάχυτης δυσπιστίας προς αυτούς, αγοράζουν μόνο, τοις μετρητοίς! Και πάντα προπληρώνουν!

   Στη συνέχεια, χρόνια μετά, γνώρισα, (κάπου κοντά στο σπίτι της Λέλας Καραγιάννη), έναν παλιατζή-αντικέρ, εξαιρετικά έντιμο και μπεσαλή τύπο, τον Δ.Μ., με τον οποίον έκανα του κόσμου τις δουλειές, (μέχρι και σπίτι του έχτισα στο Ζεφύρι), χωρίς κανένα πρόβλημα!

   Βεβαίως, δεν παραγνωρίζω πως στο σύνολό της η τάξη των Ρομά χτυπάει «πρωτάθλημα» στην παραβατικότητα, κυρίως λόγω αμορφωσιάς, κουτοπονηριάς και φτώχειας, αλλά και ανοχής των αρχών. («Πού να μπλέκω τώρα με τους γύφτους!  Άσ’ τους να… κουρεύονται»!).


   Στη συγκεκριμένη περίπτωση της μικρής «Μαρίας», της ξανθής κουκλίτσας που βρέθηκε στα χέρια τους και κινητοποιήθηκαν, ευαισθητοποιούμενες, όλες οι, κατά Κοέλιο, δυνάμεις του Σύμπαντος να βρουν άκρη και άρχισε η γόνιμη φαντασία των απανταχού μαρκουτσοφόρων Κλουζώ να πλέκει «σταυροβελονιές», (τώρα που ξέφτισε η υπόθεση της Χρυσής Αυγής και δεν πουλάει πλέον), πιστεύω από διαίσθηση, αλλά και λογική επαγωγή, πως τα πράγματα είναι απλούστερα από όσο θέλουν να μας τα φουσκώσουν.

    Προσωπικά ακολουθώ την άποψη πως το συγκεκριμένο μωρό παραδόθηκε στους τσιγγάνους και δεν εκλάπη απ’ αυτούς. Κι αυτό γιατί το κυκλοφορούσαν, φόρα παρτίδα, σε γιορτές και πανηγύρια και δεν το έκρυβαν. Φυσικά η τύχη και το μέλλον της μικρής «Μαρίας» θα ήταν άδηλο στα χέρια τους και κατά πάσα βεβαιότητα κακό, όμως δεν πρέπει να την έκλεψαν. Τις περιπτώσεις αρπαγής παιδιών -σίγουρα υπάρχουν και τέτοιες- όπως π.χ. του μικρού Μπεν στη Ρόδο, ή της μικρής Μαντλίν στην Πορτογαλία, και όσων άλλων δεν έγιναν γνωστές, οι τσιγγάνοι τις «καθαρίζουν» στα σβέλτα. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και πάντα προς το συμφέρον τους. Γι' αυτό και τα μικρά χάνονται από προσώπου γης. 
   Η περίπτωση της μικρής «Μαρίας» προδίδει αφέλεια, που σίγουρα δεν διαθέτουν, σε τέτοιο βαθμό, οι Ρομά.    

  

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Νίκος Καββαδίας. Ο ποιητής της αρμύρας και του ονείρου.



Mal du depart!

Το σεμνό «αποπαίδι» της ελιτίστικης ποίησης.
 
   Με τον Καββαδία, είχα την τύχη να διασταυρωθώ και ν’ ανταλλάξω λίγες κουβέντες. Και την ατυχία αυτό να γίνει σε μικρή ηλικία, όταν ήμουν ανώριμος. Κάπου μεταξύ ’58 κι ’60, χωρίς να μάθω τότε, όχι την ιδιότητα αλλά ούτε καν το όνομά του!

   Γιά τον απλό, δειλό και συνεσταλμένο ιδιόρρυθμο ποιητή και άνθρωπο έχουν γραφτεί πολλά. Έτσι αυτός, σαν θέμα, θεωρείται, μάλλον, εξαντλημένο. Γι’ αυτό θα καταθέσω μόνο προσωπική μαρτυρία από τη μικρή μας επαφή. Την σύντομη κι ασήμαντη, ίσως, γιά πολλούς, αλλά καθοριστική γιά τη διαμόρφωση της προσωπικότητος και τα ζυμώματα στη φαντασία ενός παιδιού στο κατώφλι της εφηβείας, από κάποιες μικρές και θαυμαστές αφηγήσεις του ποιητή.


   Ο Καββαδίας ήταν προσωπικός φίλος του Θανάση Καραβία, ενός βιβλιοπώλη που είχε το κατάστημά του στη γωνία Ακαδημίας 58 και Ιπποκράτους, όπου σήμερα βρίσκεται πολυκατοικία και το θέατρο Ακάδημος.  Απέναντι, Ακαδημίας 56, βρισκόταν το βιβλιοπωλείο του πατέρα, ο οποίος ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα ως υπάλληλος του Καραβία και στην διάρκεια της κατοχής, άνοιξε δικό του βιβλιοπωλείο, ακριβώς απέναντι! Οι δυό άντρες παρέμειναν φίλοι, συνεργαζόμενοι μέχρι τέλους.

   Τότε, δεκαετία του ’50, προς το τέλος της, και στις δύο γωνίες υπήρχαν καλόγουστα νεοκλασσικά, τα οποία δυστυχώς, γκρεμίστηκαν και μετετράπησαν στις σημερινές κακόγουστες πολυκατοικίες. Στα ημιυπόγεια και των δύο παλαιών κτιρίων υπήρχαν, μεταξύ άλλων καταστημάτων, και τα δύο βιβλιοπωλεία. Ο Καραβίας, αξιόλογος άνθρωπος με μόρφωση και καλλιέργεια, (μιά από τις πιό γνωστές του εκδόσεις οι «F.G.M. Ασκήσεις Γεωμετρίας των Ιησουιτών»), ο πατέρας με απολυτήριο δημοτικού. Βαθμός απολυτηρίου 5, διαγωγή κοσμία, λόγω ζωηράδας, και με βασικό σλόγκαν ζωής το «Εγώ τα βιβλία τα φτιάχνω και τα πουλάω, δεν τα διαβάζω. Δεν μου χρειάζεται!».


   Από το φθινόπωρο του ’57, λόγω θανάτου του πατέρα και μέχρι της εισόδου μου στο Πολυτεχνείο, ασχολήθηκα πολύ ενεργά, (θέλοντας και μη), με το βιβλιοπωλείο. Ως ο μικρότερος εκεί μέσα, όταν χρειαζόταν κάποιο εξωτερικό «τρέξιμο», αυτό το έκανε ο…. μικρός! Έτσι θυμάμαι μιά μέρα που κατέβηκα τα σκαλιά του κ. Θανάση, ζητώντας κάποιο βιβλίο γιά πελάτη μας, μ’ εντυπωσίασε, καθισμένος σε μιά καρέκλα στη άκρη του μαγαζιού, ένας περίεργος ανθρωπάκος. Στρογγυλούτσικος, φορώντας σκούρο ναυτικό «σουρτούκο», μπλέ σκούφο-μπερέ, με εκείνο το μικρό τσουτσούνι στη μέση και, το σπουδαιότερο, με δύο μεγάλα απλωμένα αυτιά, σαν κεραίες της NOVA!

   Μιλούσε με τον Καραβία και, προς στιγμήν, σταμάτησε, αλλά αμέσως, θεωρώντας κι αυτός αμελητέα την παρουσία μου, συνέχισε να διηγείται κάτι ιστορίες γιά την Κίνα. Ένας αλλόκοτος άνθρωπος έλεγε αλλόκοτα πράγματα γιά αλλόκοτους κόσμους και αλλόκοτους ανθρώπους! Το μόνο που συγκράτησα από όλα τα περίεργα που άκουγα, ήταν το όνομα Χονγκ Κονγκ! Η μαγική πόλη που επισκέφτηκα στο πρώτο μακρινό μου ταξίδι!

   Εκείνη την εποχή τέτοιοι προορισμοί φάνταζαν περίπου  εξωγήινοι γιά την φαντασία ενός πιτσιρίκου 16 χρόνων. Όμως οι διαστάσεις αυτού του παράξενου ανθρώπου με την περίεργη προφορά που έζησε τέτοιες ιστορίες έγιναν στη στιγμή τεράστιες, μυθικές! Δεν θυμάμαι πόσο με κράτησε η αφήγηση του Καββαδία, μαγεμένο, στο μαγαζί του Καραβία, θυμάμαι μόνο πως η μητέρα μου, ανησυχώντας, φάνηκε στο πλατύσκαλο και με φώναξε.

   Τυχαία, τον περίεργο αυτόν άνθρωπο, τον ξανασυνάντησα στο ίδιο μέρος, 2-3 φορές. Ποτέ δεν έμαθα, δεν ρώτησα, το όνομά του και ποτέ δεν κατάλαβα πως ήταν ποιητής! Τότε και από ποίηση είχα μαύρα μεσάνυχτα. Με σημάδεψαν όμως οι εξωτικές διηγήσεις του και με μπόλιασε με το μικρόβιο της φυγής και του ταξιδιού.


   Χρόνια μετά, φανατικός θαυμαστής της ιδιόμορφης ποίησής του, που σε τραβά σαν μαγνήτης και σε σπρώχνει στην αναζήτηση της θάλασσας, της περιπέτειας, του ονείρου και της πίστης σ’ αυτόν τον μποέμικο τρόπο ζωής, τυχαία πρόσεξα πως τρία από τα αξιολογότερα ποιήματά του είναι αφιερωμένα στον Θανάση Καραβία! Τον φίλο του και, όπως έμαθα, εκδότη των πρώτων εκδόσεων του έργου του. Τα «Οι προσευχές των ναυτικών», «FEDERICO GARCIA LORKA» και «GUEVARA». Κι έτσι κατάλαβα….!


   Σήμερα, το μόνο που με μελαγχολεί περισσότερο, σκεπτόμενος τον Καββαδία, είναι πως, όπως δείχνουν τα πράγματα, κι εγώ όπως κι εκείνος, «θα ’χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ/και μιά κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες». Κι έτσι συναισθάνομαι απόλυτα την ύστατη απογοήτευσή του!

   Τυχεροί οι λίγοι, εκείνοι που μπορούν να χαράζουν πορεία και να κρατούν πάνω σ’ αυτήν, το τιμόνι μέχρι τέλους.