Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Μένω φεύγοντας μέχρι να φύγω μένοντας!

Επικαιρότης

   Μετά και το χθεσινό, απόλυτα προβλέψιμο, επεισόδιο του απολαυστικότατου σήριαλ: «Δεν πάω πουθενά, πουθενά, εδώ θα μείνω»(!), ο Γιωργάκης είπε άλλο ένα «πριτς»! σε όσους επιθυμούσαν, ευχόντουσαν και περίμεναν την, επί τέλους, αναγγελία αποχώρησής του από την ηγεσία του κόμματος!
   Η όλη κατάσταση ξεπερνάει πλέον κάθε όριο γελοιότητος και, αναντίρρητα, περνάει σε άλλους, πονηρότερους, χώρους. Κάτι πολύ σοβαρό πρέπει να κρύβει η μετά μανίας επιθυμία παραμονής του στο πολιτικό προσκήνιο και η λυσσαλέα αγκίστρωση στον προεδρικό θώκο, πέρα από κάθε αγνό «έρωτα» γιά εξουσία και παθολογικές ηγετικές εμμονές. Οι καιροί είναι πολύ δύσκολοι και εξόχως πονηροί, η διαφθορά διάχυτη και «τα λεφτά είναι πολλά Άρη», όπως έλεγε κι ο μακαρίτης Καλογήρου, σε μιά παλιά ελληνική ταινία.

   Η στήλη, ξύνοντας τη μνήμη της, θυμάται μία ανάλογη περίπτωση, με πρωθυπουργό τον Ιωάννη Κωλέττη, ο οποίος μετά την καταψήφιση της κυβέρνησής του από τη Βουλή, ανέβηκε στο βήμα και είπε:
   - Όπως προκύπτει από το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας, η Βουλή δεν περιβάλλει με την εμπιστοσύνη της την Κυβέρνηση…. Την περιβάλλουμε όμως ημείς, εφ’ ω και δεν παραιτούμεθα!!!
   Η πολιτική συμπεριφορά του Γιωργάκη-Κωλέττη, με τα περίπλοκα τερτίπια, τις παραπλανητικές ίντριγκες και τις σιβυλλικές δηλώσεις, όλα μαζί, κατατείνουν σε μία αστεία και απόλυτα αναξιοπρεπή, γιά πολιτικό πρώτης γραμμής, παρελκυστική τακτική λήψης σοβαρών και καθαρών αποφάσεων. Η ξαφνική εμπλοκή του, άνευ θεσμικού ρόλου, αδελφού Νίκου στο πολιτικό παιχνίδι και η προσπάθεια ισχυρού αβανταρίσματος του ευρισκόμενου σε δυσχερή θέση «ηγέτη-σωτήρα», σε συνδυασμό με όσα συγκεκριμένα, σαφή και τεκμηριωμένα, αλλά «μισοπνιγμένα» χωρίς διάψευση, έχουν καταγγελθεί, σχετικά με την εμπλοκή της οικογένειας Παπανδρέου σε ύποπτα διεθνή χρηματιστηριακά παιχνίδια και εγχώριες οικονομικές διαπλοκές, (Υπόθεση Ψυχάρη), δημιουργούν σοβαρές υπόνοιες ότι ο Γιωργάκης, ίσως δεν είναι και τόσο χαζός, όσο τουλάχιστον δείχνει!

   Η στήλη, από τη φύση της καλόπιστη, αρχίζει τώρα να προβληματίζεται και δεν θα εκπλαγεί καθόλου εάν κάποιες φαινομενικά ηλίθιες ενέργειες, (π.χ. επαφές με ΔΝΤ και Στρος-Καν, από τον Ιούνιο’09, υπαγωγή της χώρας σε «μνημόνια»), ή βλακώδεις δηλώσεις, (π.χ. «κυβερνώ διεφθαρμένη χώρα», «περίστροφο στο τραπέζι», τα περί Τιτανικού και, κορυφαίο, η εμμονή στο απίθανο δημοψήφισμα!), που δημιούργησαν τεράστιες οικονομικές αναταράξεις και ευκαιρίες άνομου πλουτισμού σε επιτήδειους «γνώστες εκ των προτέρων», αποδειχθούν όχι τυχαίες, αλλά σκόπιμες! Μιά ακόμη καλοστημένη παπανδρεϊκή «μηχανή» με τίτλο «Κολασμένα πάθη γιά χρήμα κι εξουσία» κι εκτελεστή τον Άβερελ της οικογένειας Παπανδρέου-Ντάλτον, ή και, απλά, εκτέλεση διατεταγμένης, έξωθεν, υπηρεσίας. Φυσικά με το αζημίωτο!

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Το ΠΑΣΟΚ, ο Γιωργάκης, η καρέκλα και…. τα όργανά του!

Επικαιρότης

   Αύριο, πρώτα ο Θεός, συνέρχεται γιά πολλοστή φορά κάποιο πολιτικό όργανο του ΠΑΣΟΚ, (αυτό το κόμμα από όργανα άλλο τίποτα), γιά να παίξουν, όλοι μαζί, άλλο ένα επεισόδιο από το γνωστό έργο της κ. Χαλιμά, το «Χίλιες και μία νύχτες». (Τίτλος επεισοδίου: «Φύγε γιατί μας έσκασες!). Μία χαριτωμένη κομεντί συνεχείας, (ελληνιστί «σήριαλ»), όπου κάμποσοι εν δυνάμει δελφίνοι, θα ξεροσταλιάσουν πάλι στην αναμονή και τη τσίτα, γιά να δουν, τελικά, τα χαρτιά του Γιωργάκη! Εννοείται ότι, όπως και όλες τις άλλες φορές, αυτός θα τους δείξει και πάλι…. τα «όργανά» του! Άντε, ξανά-μανά, τα χρονοδιαγράμματα, οι επιτροπές, οι οδικοί χάρτες, οι δημοκρατικές διαδικασίες, οι συνελεύσεις, τα συμβούλια, τα διαβούλια και ένα σωρό άλλες προφασιστικές κουταμάρες, («θα κάνω το καθήκον μου»!), προκειμένου να πάει…. η μπάλα στην εξέδρα γιά καθυστέρηση!

   Η πρόσφατη ανακοίνωση του αδελφού του Νίκου, ασύντακτη, ασυνάρτητη -οικογενειακό κεκτημένο η αγραμματοσύνη- αλλά απολύτως καθεστωτική, προαναγγέλλει με ακρίβεια τα μελλούμενα. Ο Γιωργάκης «δεν πάει πουθενά, πουθενά, εδώ θα μείνει»! Και το δούλεμα προς τον αγωνιούντα χαχολικόν εσμόν τραβάει κορδέλα! Προς τέρψη των απανταχού Ελλήνων επιθεωρησιογράφων, προεξάρχοντος του αναμενόμενου να εμφανιστεί πάλι Λαζόπουλου!
   Η οικογένεια και οι στρατιές των αμειβομένων αδρά συμβούλων, φαίνεται πως κάνουν καλά τη δουλειά τους. Δηλαδή την προάσπιση και διατήρηση, με νύχια και δόντια, του πατρικού τσιφλικίου. Πρώτιστο καθήκον κάθε σωστού πολίτη, («πρώτα ο πολίτης», έλεγε κάποτε!), είναι η διαφύλαξη της πατρικής κληρονομιάς. Άλλωστε ο Γιωργάκης το είπε καθαρά και ξάστερα. «Θα κάνω το καθήκον μου»! Άρα....

   Ο Γιωργάκης, η μεγαλύτερη φούσκα που γέννησε η νεοελληνική πολιτική σκηνή, είναι τελειωμένος από το πολιτικό γίγνεσθαι του τόπου, σταμπαρισμένος ανεξίτηλα με το στίγμα του ασήμαντου, του ανίκανου, του ανεγκέφαλου. Περίγελος στην ομήγυρη των Ευρωπαίων ηγετών, που με τον τρόπο τους πέτυχαν την αποξήλωσή του, προσπάθησε να κυβερνήσει μιά χώρα, στη χειρότερη και δυσκολότερη καμπή της Ιστορίας της, με παρεΐστικη αφέλεια και πρόσωπα του γυμναστηρίου του και της ταβερνούλας! Με χα-χα-χα και τρα-λα-λα, πράσινη ανάπτυξη και πράσιν’ άλογα. Με χαζογαρούμενα κοριτσόπουλα και στομφώδεις τζιτζιφιόγκους, με επικίνδυνους αυτοσχεδιασμούς και ανόητες μπλόφες. Παιδιάστικες σαχλαμαρίτσες! Και την έστειλε στον πάτο! Τόσο μυαλό και τέτοια υπευθυνότητα. Μόνο του προσόν το όνομα και η οικογενειακή παράδοση, κυρίως σε ό,τι δημαγωγικό, λαϊκίστικο και ιδιοτελές στοιχείο χαρακτήριζε την οικογένεια. Χωρίς όμως την καπατσοσύνη του πρώτου διδάξαντος πατρός, αλλά, το σπουδαιότερο, με εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Σε καιρούς ζόρικους διεθνώς, με άδεια ταμεία και ημιπαράλυτο κράτος. Φυσικά η παρτίδα δεν του βγήκε! Τα έκανε μαντάρα, αποσυναρμολόγησε τα πάντα, διέλυσε τη δημόσια διοίκηση, χρεοκόπησε το κράτος, εξαθλίωσε τον λαό και σήμερα, με τα χαζοτερτίπια που του μεθοδεύουν οι πάσης φύσεως συμβουλάτορες, κινδυνεύει να εξευτελιστεί τελείως, γκρεμίζοντας σαν χάρτινο πύργο ό,τι με τόση πονηριά και φαυλότητα έχτισε ο πατέρας του, από πλευράς υστεροφημίας.

   Πιθανόν, όπως διαφαίνεται και από κάποιες βλακώδεις «αγιογραφίες» που του φιλοτεχνούν στο εξωτερικό κάτι απίθανοι και σπιθαμιαίοι δημοσιογράφοι, καταφανώς πληρωμένοι γιά να γράψουν ό,τι γράφουν, όχι τόσο γιά το αναγνωστικό τους κοινό, αλλά γιά κατανάλωση στη χώρα μας, να αποβλέπει στη διατήρηση της προεδρικής καρέκλας της Σοσιαλιστικής Διεθνούς. (Χωρίς καρέκλα αυτό το παιδί δεν ζει κι ας λέει!). Μιά οργάνωση που ποτέ δεν κατάλαβα τη σοβαρότητα και τη χρησιμότητά της. Ένα «μαγαζί» που ποτέ δεν είδα να ενδιαφέρονται σοβαρά γι’ αυτό σοβαροί Ευρωπαίοι σοσιαλιστές. Κάτι Καντάφιδες, Μουμπαράκηδες και ΜπενΑλήδες διακοσμούσαν τη βιτρίνα του. Και μεταξύ αυτών, πρώτος και καλύτερος, ο…. Πρόεδρος Γιωργάκης, καμαρωτός σαν γύφτικο σκεπάρνι! Η τελευταία τους συγκέντρωση στην Κρήτη μιλάει γιά την σπουδαιότητα όλων αυτών των καμωμάτων, από μόνη της.

   Όποιος περιμένει κάτι αποφασιστικό να συμβεί αύριο στην πασοκική σύναξη, μάλλον θ’ απογοητευτεί. Οι μόνοι που τρίβουν τα χέρια τους ευχόμενοι μακροημέρευση του Γιωργάκη στην προεδρία του ΠΑΣΟΚ, (τουλάχιστον μέχρι τις προσεχείς εκλογές και ει δυνατόν εσαεί), και αντοχή της κόλλας που πασάλειψε την καρέκλα του, είναι οι εξωκομματικοί του αντίπαλοι. Κάτι Σαμαράδες, Κουβέληδες και Τσιπραίοι ανάβουν καντήλια, υπέρ της διατήρησης του Γιωργάκη στην πασοκική σαλαμούρα. Τα ίδια καντήλια που κατεβάζουν Λοβέρδοι, Χρυσοχοΐδηδες, Διαμαντοπουλίνες και ιδίως ο χοντρομπαλάς, «Ιζνογκούντ», Ευφράδειας, που κάνει την πάπια παραδειγματισμένος από τη σφαλιάρα του '07, αφού τους έχει κάνει τα νεύρα τσατάλια καθώς δεν παύουν να τον σπρώχνουν, «ευγενικά», στην έξοδο, λέγοντας από μέσα τους. 
   - Όξω, π… τη από την παράγκα, ενώ αυτός δεν λέει να ξεκολλήσει απ' την καρέκλα! 

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011

Να τα πούμε; ......

Επικαιρότης


-Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,
και τρόμος στα νοικοκυριά
κι α-α-αρχή, αρχή-δια νέος χρόνος,
ο Γιωργάκης δεν ξεκολλ’ απ’ το «θρόνος».

-Μας έχει βγει και ο Χριστός,
δεν μας φτουράει ο μισθός,
με-ε-ε αυτά, αυτά που ‘χουν αφήσει
και μας έ-, και μας έχουν κατουρήσει.

- Χοντρο-Βαγγέλας έρχεται,
αδέρφια να προσέχετε
α-α-α-από, από την Εφορία,
μας ξεζού-, μας ξεζούμισαν κυρία.

- Αυξήσεις πάλι στη ΔΕΗ,
τα φώτα πλέον στη «κλειστή»,
γυ-υ-υ-υρίστε στην ασετυλίνη
κι ετοιμά-, ετοιμάστε βαζελίνη.

- Τον Παπαδήμο βάλανε
αφού αυτόν γουστάρανε,
ό-ό- όμως, σας λέω νέτα-σκέτα,
Παπαδή-, Παπαδήμος μαριονέτα.

- Τρων μανιτάρια αλά κρεμ,
συλλάβανε και τον Εφραίμ,
προ-ο-οκά-, προκάλεσαν τον Πούτιν,
άστε μας, χέστε μας μ’ αυτόν τον π… ην.

- Αποπροσανατολισμός,
κορόιδα, πάρτε το αλλιώς
για-α-ατί, σ’ αυτή τη παραζάλη,
θα σας πά-, θα σας πάρουν το κεφάλι.

- Βαστούν χαράτσια στο χαρτί,
και μας τη ρίχνουν σβουριχτή,
χα-α-α-αρτί, χαρτί και καλαμάρι,
μας «φοράν», μας «φοράν» το «παλαμάρι».

- Το καλαμάρι έγραφε,
το χάλι μας κατέγραφε
ο-ο-ο-ο κό-, ο κόσμος δεν σας θέλει
αϊ σιχτίρ, αϊ σιχτίρ, Χοντρο-Βαγγέλη!






Άντε και του χρόνου!.... (Όποιος επιζήσει!).








Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

«Υπόθεση Εφραίμ». Ίντριγκες και αστειότητες!

Επικαιρότης

   Αναντίρρητα, η ισότητα όλων, ανεξαιρέτως, απέναντι στο Νόμο είναι και πρέπει να είναι απόλυτη. Αυτό θεωρείται δεδομένο και αδιαπραγμάτευτο. (Ασχέτως του πώς γίνεται αυτό αντιληπτό στην Ελλάδα!). Καθώς και το ότι οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης θα πρέπει να γίνονται απολύτως σεβαστές, έστω κρινόμενες ή σχολιαζόμενες από την κοινή γνώμη. Αυτό το παραμύθι: «Οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης δεν κρίνονται», καλόν είναι να σταματήσει κάποτε γιατί αποτελεί στρέβλωση της λογικής και μεγάλη, εκ του πονηρού, παρανόηση. Άλλο το «κρίνω» κι άλλο το «σέβομαι». Σε μία ευνομούμενη, πολιτισμένη και μορφωμένη κοινωνία συνυπάρχουν, ωραιότατα, και τα δύο. Η αποδοχή μιάς δικαστικής απόφασης είναι μεν δεσμευτική, αλλά αυτό δεν εμποδίζει το κριτικάρισμά της. Άλλωστε, στη ζωή, όλοι και όλα κρίνονται! Τα πάντα!
   Θα πρέπει να διευκρινιστεί, ώστε να γίνει κατανοητό απολύτως, ότι οι αποφάσεις περί προφυλάκισης ή όχι, δεν «δικάζουν» μία υπόθεση στην ουσία της. Αυτό γίνεται σε μελλοντικό χρόνο, στην τακτική δίκη που ακολουθεί. Το δίδυμο ανακριτής-εισαγγελέας -και σε περίπτωση διαφωνίας, το Συμβούλιο Εφετών- απλώς κρίνει αν ο κατηγορούμενος θεωρείται ύποπτος φυγής ή πιθανολογείται έντονα πως, αν μείνει ελεύθερος, μπορεί να διαπράξει και άλλα, παρόμοια, κακουργήματα! Γι’ αυτό και αποφασίζεται η προφυλάκισή του, ή όχι, ως προληπτικό και αποτρεπτικό μέτρο. Και μέχρις εκεί!
   Εννοείται ότι η λέξη «κατηγορούμενος» δεν σημαίνει τίποτε πριν από την τελική, την τελεσίδικη απόφαση. Αποτελεί έννοια τελείως παρεξηγημένη και, πάρα πολύ κακώς, ο κόσμος στο άκουσμά της τρομάζει, ή προκαταλαμβάνεται. Το να καθίσει κάποιος στο «σκαμνί», δεν λέει τίποτα, εκείνο που μετράει είναι το πώς θα σηκωθεί απ’ αυτό! Γνωρίζω πολλές περιπτώσεις που αθώοι άνθρωποι ταλαιπωρήθηκαν, μεν, άδικα αλλά στο τέλος δικαιώθηκαν και αποδόθηκαν άσπιλοι στην κοινωνία.
   Στην υπόθεση του ηγούμενου Εφραίμ διατάχτηκε προφυλάκιση που, κατά τα προηγούμενα, δεν σημαίνει, οπωσδήποτε, κι ενοχή κατά το κατηγορητήριο. Αυτό θα προκύψει από την προσεχή δίκη, οπότε επ’ αυτού ουδέν σχόλιον. Αν κριθεί ένοχος, ας πάει μέσα, εκατό φορές! Σχολιάζεται όμως η τωρινή, περί προφυλάκισής του, απόφαση.

   Απερίφραστα, την θεωρώ προσχηματική, άδικη και υποβολιμαία. Ανήκει σ’ εκείνα τα τερτίπια που εκθέτουν ανεπανόρθωτα τη Δικαιοσύνη και αποτελεί έναν ακόμη κρίκο της μεγάλης αλυσίδας των αποδείξεων περί της πλήρους διάλυσης και αποσύνθεσης θεσμών, κοινωνίας και, εν τέλει, ολόκληρου του ελληνικού κράτους.
   Είναι προφανές, μάλλον καταφανές, πως ο γέροντας Εφραίμ, ο οποίος «τσακίστηκε» να γυρίσει από την Ρωσία γιά να παρευρεθεί στην τελευταία φάση των διαδικασιών της «περιπετείας» του, δεν είναι δυνατόν να την «κοπανήσει» και να κρύβεται, φυγόδικος εδώ κι εκεί, σαν κοινός εγκληματίας, διακυβεύοντας το κύρος και τη θέση του, όπως π.χ. ο διαβόητος Ψωμιάδης, ή «Αγαπούλας», προκειμένου ν’ αποφύγει την προφυλάκιση, η οποία, πλην των άλλων, θα τον ηρωοποιήσει, (μάλλον υπερβολικά), αφού η όποια κράτησή του δεν θα πραγματοποιηθεί, λόγω ονόματος, ηλικίας και κύρους, σε συνθήκες Κορυδαλλού ή Γιεντί Κουλέ, αλλά θα του δώσει προσχήματα να μιλάει γιά «σταυρούς μαρτυρίου» και άλλα τέτοια λαϊκίστικα και πονοψυχιάρικα! Εγώ, αν ήμουν ο Εφραίμ, πολύ ευχαρίστως θα το επιθυμούσα, αφού αυτές οι υπερβολικές δικαστικές αστειότητες πιό πολύ θα με «ανέβαζαν», παρά θα με «κατέβαζαν» στην παγκόσμια κοινή γνώμη και θα με καθιστούσαν «νεομάρτυρα» της χριστιανικής πίστης και θύμα πολιτικών παιχνιδιών!
   Επίσης, πολύ γελοίος φαντάζει, γιά την περίπτωση, ο δεύτερος λόγος που δικαιολογεί μιά προφυλάκιση. Δηλαδή την πρόληψη διάπραξης νέων παρεμφερών «κακουργημάτων»! Αν είναι δυνατόν να σταθεί λογικά ένας τέτοιος παραλογισμός!!
   Κοντολογίς, δεν υπήρχε κανένας λόγος να συρθεί, χριστουγεννιάτικα, ο ηγούμενος της Μονής Βατοπεδίου, σε μιά τέτοια περιπέτεια. Όταν μάλιστα δεκάδες άλλοι συγκατηγορούμενοί του γιά την ίδια υπόθεση έχουν, ήδη, απαλλαγεί.

   Επισημαίνεται ότι η όλη ιστορία του, δήθεν, σκανδάλου αυτού, στην ουσία της δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία προσπάθεια αντιπερισπασμού στην πληθώρα των πραγματικών λοβιτούρων του πασοκικού εσμού. Όταν η χώρα όζει από την μπόχα των πάσης φύσεως Τσοχανταρέων, Μαντέληδων, Τσουκάτων, και λοιπών, που «κατασπάραξαν» σε μίζες και απάτες άφθονο δημόσιο χρήμα, αλλά και τόσων άλλων που κάνουν τώρα την «πάπια», μπας και διασωθούν διά της σιωπής, (γιά να μην πάω βαθύτερα στο χρόνο, σε Κουτσόγιωργες, πάμπερς, Κοσκωταίους, Μαυράκηδες κι Αντρέηδες), και όταν οι ίδιοι οι πασόκοι βουλευτές, παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειές τους, δεν μπόρεσαν να βρουν στοιχεία γιά υπουργούς της ΝΔ και αναγκάστηκαν να τους αθωώσουν, ο γέροντας Εφραίμ μας μάρανε!!!
   Εδώ θα πρέπει να τονιστεί η διαφορά μεταξύ αθώωσης και παραγραφής. Ο Μαντέλης κι ο Τσοχαντζόπουλος, λαδιάρηδες όντες, την γλύτωσαν λόγω παραγραφής του αδικήματος. Όμως Ρουσόπουλοι, Δούκες, Κοντοί, ψηλοί και σία, αθωώθηκαν πανηγυρικά!

   Πιστεύω πως η όλη ιστορία, στη γελοιότητά της, αποτελεί μία ακόμη ίντριγκα του βυθιζόμενου πασοκικού σκάφους, έμπνευση του «βαθέως» ΠΑΣΟΚ κι εφαρμογή μέσω του γνωστού «καλλιγωτή» των ψύλλων και των δικαστικών του διασυνδέσεων, προκειμένου να εμψυχωθεί το χαχολικόν πλήρωμά του. Κίνηση αντιπερισπασμού και αποπροσανατολισμού, που την πληρώνει ο Εφραίμ και… η κοινή λογική! Αυτή που λείπει απ’ το πασοκικό χαχολολόι. Όλους όσοι, στη φανατισμένη ανοησία τους, προτιμούν να αποδιαλυθεί η μισοδιαλυμένη χώρα, παρά να γλιτώσει από την «εμπνευσμένη» ηγεσία του προσφιλούς τους… Γιωργάκη και της λοιπής πασοκικής κομπανίας! Ο αείμνηστος Τσώρτσιλ επαληθεύεται και πάλι:
   - Κάθε λαός έχει την ηγεσία που του αξίζει!

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Μιά παλιά πρωτοχρονιάτικη ιστορία....

 Κάτι σαν παραμύθι. 

   Ένας φίλος μου έστειλε κάτι επίκαιρο, μιά παλιά πρωτοχρονιάτικη ιστορία. Την αναρτώ ευχαρίστως, ως αντίβαρο στη μιζέρια, την κακογουστιά και την ευτέλεια που αποτέλεσαν αφορμές, έναυσμα και θεματολογία των τελευταίων μου αναρτήσεων. Ξέσπασμα αναζήτησης «καθαρού» αέρα, συγκίνησης και μιάς χαμένης αθωότητος. Μαζί με τις ολόθερμες ευχές μου, αφιέρωμα γιά τις χρονιάρες ημέρες που έρχονται, προς όλους τους αναγνώστες της στήλης.

   Οι εποχές δύσκολες, θυμίζουν στους γηραιότερους χρόνια κατοχικά. Οι μέρες μικρές, χειμωνιάτικες και οι νύχτες μακριές και κρύες, όπως τότε. Το ίδιο σκοτεινές κι οι ψυχές των ανθρώπων. Μελαγχολικά πρόσωπα κυκλοφορούν, σκεφτικά, στους δρόμους της μεγάλης πολιτείας. Η γιορταστική ευωχία, η ανεμελιά και η μαγεία τέτοιων ημερών ίσα που αχνοφαίνεται στη συμπεριφορά τους, χαμένη κι αυτή στο βάθος της μνήμης και πλακωμένη από χιλιάδες, τωρινές έννοιες, αγωνίες, ανασφάλειες. Έδαφος πρόσφορο γιά ν’ αναστηθεί στη μνήμη μιά ξεχασμένη, επίκαιρη ιστορία, που μπορεί να διαβαστεί και σαν παλιό παραμύθι της γιαγιάς… Να θυμίσει κάτι στους παλιούς και να προϊδεάσει τους νέους.

                                              
                                                 ΤΟ ΤΟΠΙ ΤΟΥ ΑΡΟΥΛΗ
  
   Η ιστορία που θα σας διηγηθώ σήμερα και μοιάζει με πρωτοχρονιάτικο παραμύθι, συνέβη πριν πολλά-πολλά χρόνια σε κάποια μεγάλη πόλη της Ελλάδας, που τότε φάνταζε μικρή, στην Αθήνα. Την εποχή εκείνη όλα τα σπίτια ήσαν μικρά, φτωχικά και τις νύχτες σκοτεινά. Τα περισσότερα ήσαν πέτρινα, όπως πέτρινα ήσαν και τα χρόνια που ζούσαν οι άνθρωποι. Η φτώχεια ήταν απλωμένη σαν αόρατο μαγικό δίχτυ απάνω από τις περισσότερες συνοικίες της, όμως οι άνθρωποι τότε, παρ’ όλη τη μιζέρια και την κακομοιριά τους, μπορούσαν να χαμογελούν και η καρδιά τους ξεχείλιζε από καλοσύνη και αθωότητα. Οι γειτονιές ήσαν ήσυχες και ασφαλείς και μόνο οι παιδικές, χαρούμενες κι αμέριμνες, φωνές διατάραζαν την απέραντη σιωπή, γεμίζοντας με ζωή κι αισιοδοξία την ατμόσφαιρα και ζεσταίνοντας τις ψυχές των μεγάλων, που απέβλεπαν στους μικρούς αεικίνητους διαβόλους τους γιά ένα καλύτερο αύριο.
   Οι νύχτες, ιδίως τον χειμώνα, ήσαν σκοτεινές, κατάμαυρες όπως σκοτεινή και μαύρη ήταν κι η ζωή των ανθρώπων. Τότε, στις ατέλειωτες χειμωνιάτικες νύχτες το κρύο ήταν τσουχτερό κι ο παγωμένος αέρας -φαρμάκι- ξύλιαζε το σώμα και μαζί την, ήδη, παγωμένη τους ψυχή. Μόλις ο ήλιος έπεφτε και χανόταν στο βάθος του ορίζοντα, πίσω από το βουνό, ερχόταν βιαστικά η νύχτα κουβαλώντας μαζί της ένα απόλυτο σιωπητήριο στα σπίτια και μιά απέραντη ακινησία στους δρόμους. Τα μικρά, ξύλινα πατζούρια σφάλιζαν βιαστικά γιά να κρατήσουν μέσα, όσο μπορούσαν, τη σπιτική θαλπωρή εμποδίζοντας, κατά το δυνατόν, το άγριο κρύο να μπει και να περονιάσει τα κόκαλα των κατοίκων. 
   Μόλις σκοτείνιαζε έπιαναν δουλειά οι σόμπες του κωκ, του ανθρακίτη, ή των ξύλων, καθώς και τα ταπεινά μαγκάλια που μάζευαν γύρω τους τα μέλη της οικογένειας. Γιά να ζεσταθούν και αποτελειώσουν οι μικροί τη μελέτη των αυριανών μαθημάτων και οι μεγάλοι, μαμάδες, γιαγιάδες, θείες, να καταπιαστούν με τις συνηθισμένες γυναικείες ασχολίες τους. Σίδερο, ράψιμο, μπάλωμα, κέντημα.
   Ο μικρός Αρούλης, μαζί με τα άλλα τρία μικρότερα αδελφάκια του, καθόταν κι αυτός κατάχαμα, πάνω στο παλιό τριμμένο χαλί με τα ζωγραφισμένα ελάφια στην περίμετρο, που σκέπαζε το κέντρο του δωματίου, ενώ ολοτρίγυρα αυτό συμπληρωνόταν από μικρές κουρελούδες που, όλα μαζί, προσπαθούσαν να κόψουν το κρύο που αναδινόταν σαν φαρμακερό φίδι, μέσα από τα τετράγωνα μωσαϊκά πλακάκια με τα οποία ήταν στρωμένο το κεντρικό δωμάτιο του σπιτιού. Ένας μεγάλος χώρος που ήταν σαλόνι, τραπεζαρία, καθημερινό. Ένα δωμάτιο γιά όλες τις χρήσεις. Στο κέντρο του, το μεγάλο μαγκάλι, φτιαγμένο από ένα πελώριο στρογγυλό λαμαρινένιο ταψί, στηριγμένο σε χαμηλό σιδερένιο τρίποδο, είχε μέσα του απλωμένη, πάνω σ’ ένα παχύ υπόστρωμα στάχτης και χόβολης, μιά στρώση πυρήνα ελιάς που σιγοκαιγόταν τριζοβολώντας και λαμπυρίζοντας σκορπούσε ολοτρίγυρα αλλόκοτες, μαγικές φωτεινές ανταύγειες μαζί με τη γλυκιά τoυ ζέστη.
   Οι μικροί, λουσμένοι από το αχνό φως της μεγάλης λάμπας πετρελαίου που την σιγοντάριζαν οι κόκκινες φωτίτσες του μαγκαλιού, ήσαν σκυμμένοι πάνω από τα βιβλία και τα τετράδια, απορροφημένοι στη μελέτη τους, σ’ ένα σκηνικό που θύμιζε κρυφό σχολειό της Τουρκοκρατίας! Έγραφαν, έσβηναν, λογάριαζαν ή σιγοψιθύριζαν συλλαβίζοντας τα μεγάλα γράμματα των αναγνωστικών, έτοιμοι γιά την αυριανή εξέταση της δασκάλας. Όμως το μυαλό του Αρούλη, όσο ζύγωναν οι γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, τριβελιζόταν από μία και μόνη, την ίδια πάντα, πολύ επίμονη κι ανομολόγητη σκέψη, που πλησίαζε κι αυτή με τις γιορτές σαν … τραίνο. Όπως τα τραίνα που έβλεπε να έρχονται από μακριά, καθώς στεκόταν ανάμεσα στις γραμμές τους, εκεί στη ΒΙΟ, και τα κοιτούσε κατάφατσα που ολοένα μεγάλωναν και μεγάλωναν, καθώς πλησίαζαν βιαστικά, μέχρι που ο μηχανοδηγός να σφυρίξει θυμωμένα γιά να διώξει τον ανόητο μικρό που στεκόταν ασυλλόγιστα κι επικίνδυνα στην πορεία του. Τα μάτια του ήσαν καρφωμένα, σαν μαγεμένα, στις εναλλασσόμενες κόκκινες ανταύγειες κι η σκέψη του κόλλαγε στα κόκκινα ρούχα του αγαπημένου Άγιου, του Άγιου Βασίλη, που του θύμιζε η αναμμένη πυρήνα στο μαγκάλι.
   Η μητέρα στη διπλανή κουζίνα ετοίμαζε, σαν τελευταία ασχολία της ημέρας όπως πάντα, το βραδινό φαγητό. Λιτό και φτωχικό πάντοτε, περιμένοντας τον πατέρα να γυρίσει, ξεθεωμένος, απ' τη δουλειά. Έτσι, όλοι μαζί να κλείσουν τον ημερήσιο κύκλο μ’ ένα βαθύ πιάτο σούπα χυλοπίτες, ή τραχανά, που έφτιαχνε μόνη της το φθινόπωρο, γιά να γεμίζει τις χειμωνιάτικες νύχτες το στομάχι και να ζεσταίνει, συνάμα, το κορμί των μελών της φαμελιάς της. Και μετά, όλοι μαζί τρεχάτοι, να χωθούν κάτω από τις βαριές φλοκάτες των κρεβατιών τους, φορώντας τις πυτζάμες που είχαν προηγουμένως ζεστάνει, ένας-ένας, στη ζεστή ανάσα που έβγαζε το μαγκάλι.

   Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν κι έφερναν μαζί τους μιά αλλιώτικη ατμόσφαιρα στο σπίτι. Η μητέρα, αναστατωμένη και φουριόζα, πάντα τέτοιες ημέρες αλαφιαζόταν περισσότερο! Καθαριότητα γενική και ειδικές ετοιμασίες. Μιά μεγάλη λαμαρίνα, δανεική από το φούρνο, γέμιζε με λαχταριστά μελομακάρονα και μυρωδάτους κουραμπιέδες. Λιχουδιές εποχιακές που έρχονταν στο σπίτι γιά λίγες ημέρες και μετά χάνονταν στη λήθη και την νοσταλγία, γιά να ξανάρθουν πάλι του χρόνου, μαζί με τους… καλικάντζαρους! Στο μυαλό των τεσσάρων μικρών διαβόλων της οικογένειας, Χριστούγεννα σήμαινε σχολικές διακοπές και απέραντο παιχνίδι στις οδούς και τις ρούγες της γειτονιάς. Όχι σχολείο, όχι διαβάσματα, όχι πειθαρχία!
   Η ιστορία της γέννησης του μικρού Χριστού στην ταπεινή φάτνη, μιά ιστορία που η καλή θεία Μαρία, με την αργή, ζεστή και λίγο βραχνή, φωνή της διηγιόταν γλαφυρά, ζωντανά και παραστατικότατα, μετέφερε το εκστατικό παιδικό ακροατήριο κατ’ ευθείαν μέσα στη φάτνη της Βηθλεέμ και συγκινούσε μέχρι δακρύων τις τρυφερές ψυχές τους. Γοητευμένοι παρακολουθούσαν την τόσο ζωντανή αφήγηση της θείας και ένοιωθαν, εκστατικοί, να τους ζεσταίνει πιότερο η ανάσα των αλόγων της φάτνης, παρά η χόβολη του μαγκαλιού! Καθώς η διήγηση προχωρούσε το μισοσκότεινο δωμάτιο μεταμορφωνόταν σε φάτνη, έτσι που όλοι περίμεναν ν’ ανοίξει ξαφνικά η
πόρτα και να εμφανιστούν οι τρεις μάγοι με τα δώρα!
   Στην παιδική τους φαντασία και μέσα στην έξαψη της αφήγησης, οι γύρω σκιές εξέφραζαν τους βοσκούς, τον Ιωσήφ, την Παναγία. Και όλοι, μέσα τους, έβλεπαν την αφεντιά τους σαν τον μικρό, νεογέννητο Ιησού! Η μαγεία των στιγμών κατίσχυε των πάντων και κάλυπτε κάθε γωνίτσα της παιδικής ψυχής. Νικούσε την φτώχεια, τη στέρηση, την ανέχεια και τα οδηγούσε, με την αθωότητα της ηλικίας, κατ’ ευθείαν στον ουρανό, να κολυμπούν ανάερα κι ανάλαφρα παίζοντας με τα Χερουβείμ!
   Ο μικρός Αρούλης, ο μεγαλύτερος, ένας μπόμπιρας της 5ης Δημοτικού, ήταν ο πιό προβληματισμένος απ’ όλα τ’ αδέλφια. Οι συγκινητικές αφηγήσεις της θείας Μαρίας δεν σταματούσαν στη γέννηση του Χριστού, αλλά προχωρούσαν, λόγω των ημερών, και στη γοητευτική ιστορία του Άγιου Βασίλη. Του μεγάλου κι αγαπημένου φίλου των παιδιών.
   Και τι δεν έλεγε η θεία Μαρία γι’ αυτόν τον καλοκάγαθο, χοντρούλη Άγιο. Όλο το χρόνο, αποτραβηγμένος στο εργαστήρι του στον βορά, στην παγωμένη κι απρόσιτη Λαπωνία, κάπου στην άκρη του κόσμου, κατασκευάζει μαζί με τους βοηθούς του, τα ξωτικά και τις νεράιδες, χιλιάδες παιχνίδια. Αυτοκινητάκια, τραινάκια, ποδηλατάκια, κούκλες, επιτραπέζια και διάφορα άλλα παιχνίδια, πέρα από κάθε φαντασία και την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα φορτώνει σ’ ένα μεγάλο έλκηθρο που το σέρνουν δώδεκα δυνατοί τάρανδοι, κάτι σαν τεράστια ελάφια με μεγάλα υπέροχα κι επιβλητικά κέρατα, και ξεκινάει από τα βάθη της Ανατολής, την πατρίδα του την Καισαρεία, να τα μοιράσει στα αγαπημένα του παιδιά! Όμως όχι σε όλα. Μόνο σε όσα εκείνο το χρόνο ήσαν φρόνιμα στο σπίτι και καλοί μαθητές στο σχολείο! Ο Άγιος Βασίλης, σαν Άγιος που ήταν, γνώριζε τα καμώματα όλων των μικρών του φίλων και επιβράβευε πάντοτε τα καλά παιδιά, δίνοντας ταυτόχρονα ένα καλό μάθημα στα άτακτα γιά το τι θα παθαίνουν στη ζωή τους, αν δεν συμμορφωθούν και γίνουν καλοί άνθρωποι.
   Ο Αρούλης πάντα προσπαθούσε να είναι καλό, ευγενικό και υπάκουο παιδί. Πρόσεχε, όσο μπορούσε, να μην κάνει σκανταλιές, να μην στενοχωρεί και θυμώνει τη μητέρα και να είναι καθαρός κι επιμελής στο σχολείο. Προσπαθούσε! Όμως φαίνεται πως δεν τα κατάφερνε πάντοτε γιατί, άθελά του, όλο και κάποια ζαβολιά και αταξία θα έκανε την οποία ο καλός Άγιος, που όλα τα έβλεπε και όλα τα πρόσεχε, την κατέγραφε αμέσως στα κατάστιχά του. Έτσι, κάθε χρόνο μάταια ο Αρούλης περίμενε να του φέρει ο Άγιος εκείνο το δώρο που ποθούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής του και που πάντα ανέφερε, ανελλιπώς, στην καθημερινή του προσευχή. Ένα μόνο δώρο λαχταρούσε η καρδούλα του και ένα μόνο ζητούσε, ο μικρός Αρούλης, από τον Άγιο Βασίλη. Ένα και μόνο ένα. Και το ίδιο πάντα! Αυτό που χρόνια έβλεπε να παίζουν κάτι πλουσιόπαιδα στην πάνω γειτονιά, στον Κολωνό, ενώ αυτός και όλη η μικρή παλιοπαρέα του, μόνο στα καλύτερά τους όνειρα έβλεπαν ότι έχουν. Ένα τόπι!
   Ένα ωραίο, μεγάλο τόπι. Ένα τόπι λαστιχένιο, που να πηδάει και να γκελάρει μέχρι εκεί πάνω! Όλοι στη γειτονιά ήξεραν πως αυτό που η μαμά του Ζήση, η μοδίστρα, έφτιαχνε, παραγεμίζοντας με κουρέλια μιά παλιά κάλτσα και ράβοντάς την σφιχτά, μόνο τόπι δεν ήταν, αφού ούτε τη μισή δουλειά του δεν έκανε! Δεν «μπίσταγε» στο χώμα, ούτε κλωτσιόταν σωστά και μακριά! Κι αυτό το κλοτσοσκούφι που έπαιζαν με δαύτο, μόνο ποδόσφαιρο δεν μπορούσε να είναι, αλλά άθλιο σουράβλι.
   - Αχ, και να είχαν ένα αληθινό τόπι! Ένα ολοστρόγγυλο, μεγάλο άσπρο τόπι! Τι ωραίο ποδόσφαιρο θα έπαιζαν. Αν……
   Όμως όλα τα παιδιά στη γειτονιά είχαν φτωχούς γονιούς. Κι ο Στράτος, κι ο Στέλιος κι ο Ζήσης κι ο Νότης, όλοι. Και κανένας δεν μπορούσε ν’ αγοράσει στο παιδί του ένα αληθινό, πραγματικό άσπρο τόπι! Έτσι τα όνειρα και οι ελπίδες του Αρούλη είχαν εναποτεθεί, αποκλειστικά, πάνω στον Άγιο Βασίλη. Μαζί με τα θερμά παρακάλια και τις ικεσίες που κάθε βράδυ, όλο το χρόνο, με βουρκωμένα μάτια του έστελνε.
   - Αχ’, Άγιε μου Βασίλη, σε παρακαλώ, φέρε μου ένα τόπι! Θα είμαι καλό παιδί!
   Αλλά, όπως φαινόταν, οι παιδικές αταξίες ήσαν αναπόφευκτες κι έτσι ο καλός Άγιος, αυστηρός αλλά δίκαιος, του έφερνε μόνο μικρά ή άσχετα δώρα, τιμωρώντας τον γιά όλες τις αταξίες της χρονιάς και αρνούμενος να πραγματοποιήσει την σφοδρή του επιθυμία. Όπως έλεγε η μητέρα, ο σοφός Άγιος Βασίλης, που ήξερε την φτώχεια και τις ανάγκες της οικογένειας, του έφερνε πρακτικά και χρήσιμα δώρα και όχι περιττές πολυτέλειες! Κανένα πουλοβεράκι, τίποτε παπούτσια ή καμιά κασετίνα με μολύβια! Τέτοιες αηδίες, όπως έλεγε μέσα του ο Αρούλης, και ποτέ τόπι! Γι’ αυτό, όταν η μητέρα πήγαινε επίσκεψη, βαρετή καθ’ όλα, στη θεία τη Χαρίκλεια, πέρα από τον Κολωνό, κατά τον Λόφο του Στρέφη, με πολλή χαρά την ακολουθούσε, με την κρυφή ελπίδα να ξεκλέψει λίγη ώρα, να ξεγλιστρήσει από τα φουστάνια των γυναικών κι ανακατωμένος με τους άλλους μπόμπιρες της περιοχής, να κλωτσήσει λίγο ένα πραγματικό τόπι! Με τα γκελ και τα φάλτσα του! Να παίξει αληθινό ποδόσφαιρο, με τα δυνατά σουτ των επιθετικών και τα θεαματικά πλονζόν των τερματοφυλάκων. Στιγμές άφθαστης απόλαυσης! Τι ευτυχία, Θεέ μου!

   Αυτή τη χρονιά, μεγαλύτερος και προσεκτικότερος, είχε βάλλει τα δυνατά του να είναι φρόνιμος και καλός και πίστευε ακράδαντα πως ετούτη τη φορά ο καλός του Άγιος δεν θα είχε καταγράψει πολλά στο μεγάλο βιβλίο με τις παιδικές σκανταλιές, οπότε θα του κάνει, επί τέλους, το χατίρι. Δεν είχε τραβήξει καμιάς γάτας την ουρά, δεν είχε σπάσει με την σφεντόνα κανένα τζάμι γειτόνισσας, δεν είχε στήσει ξόβεργες γιά σπουργίτια και ούτε είχε σουφρώσει με το διχαλωτό καλάμι τα σύκα από τη συκιά του γείτονα, που τα κλαδιά της βρίσκονταν σύρριζα με τη μάντρα της αυλής τους! Ήταν ένα πολύ καλό και φρόνιμο παιδάκι! Και στην τάξη πρώτος. Δέκα με τόνο στον έλεγχο και διαγωγή κοσμιωτάτη! Άρα είχε κάθε δικαίωμα να ελπίζει ότι, επί τέλους, ο Άγιος θα εκτιμούσε την καλή του συμπεριφορά και θα του έφερνε το δώρο που λαχταρούσε. Δεν τον ένοιαζαν τα μεγάλα κουρντιστά αυτοκινητάκια, οι εντυπωσιακές τορπιλάκατοι, οι σβούρες, οι χοντρές γυάλινες γκαζές και, βεβαίως, οι κούκλες. Αυτές τις βλακείες που έπαιζαν, γλυκανάλατα, τα κορίτσια! Αυτός περίμενε ένα μεγάλο, καλοφουσκωμένο και ολοστρόγγυλο τόπι! Άσπρο με κόκκινες και μπλε βούλες, που θα το χτυπάς κάτω και θα γκελάρει ίσαμε τον ουρανό!
   Όσο πλησίαζε η μεγάλη ημέρα, η παραμονή πρωτοχρονιάς, η μέρα που ο Άγιος Βασίλης θα έκανε τη διανομή των δώρων του, τόσο η καρδιά του Αρούλη χτυπούσε όλο και πιό δυνατά. Δυνατότερα κι από το μεγάλο ρολόι στον τοίχο με τον κούκο, που κάθε ώρα έσκαγε μύτη και διαλαλούσε τις ώρες. Τικ-τακ. Τικ-τακ, τικ-τακ! Κούκου! Ολοένα πιό δυνατά, όλο και πιό ανυπόμονα! Είχε βάλει στο μυαλό του μιά πονηριά. Όμως μιά πολύ αθώα πονηριά! Είχε σκεφτεί, το βράδυ που όλοι στο σπίτι θα έπεφταν γιά ύπνο, κουκουλωμένοι κάτω από τις χοντρές φλοκάτες, μπας και γλιτώσουν το κρύο που ερχόταν, σβέλτο και τσουχτερό μόλις έσβηνε η σόμπα και η πυρήνα στο μαγκάλι γινόταν άσπρη στάχτη, και αφού θα άφηνε να περάσει κάμποση ώρα, ώστε να βεβαιωθεί πως ο βαθύς ύπνος τους είχε πάρει όλους στην αγκαλιά του, αυτός θα σηκωνόταν αθόρυβα, θα έπαιρνε μαζί του την κουβέρτα και πατώντας στις μύτες των ποδιών θα έβγαινε στην αυλή κι από εκεί, με τη σιδερένια στριφογυριστή σκάλα, γραμμή γιά την ταράτσα!
   Μέρες πριν, είχε καταστρώσει το καταπληκτικό του σχέδιο, πιστεύοντας πως, στην απίθανη περίπτωση που ο Άγιος Βασίλης, καταλογίζοντάς του κάποια αταξία που ο ίδιος έκανε ακούσια, χωρίς να το καταλάβει, δεν τον υπολόγιζε και φέτος στα καλά παιδιά και δεν σκόπευε να του ικανοποιήσει την παραγγελία, όταν θα τον έβλεπε, περνώντας από ψηλά, να τον περιμένει με τόση αγάπη και τόση λαχτάρα μέσα στο κρύο, σίγουρα θα συγκινιόταν, θα τον συγχωρούσε και θα του έδινε κι εκείνου το τόπι που καρτερούσε τόσα χρόνια! Σίγουρα, όλο και κάποιο τόπι θα περίσσευε του Άγιου. Είναι αδύνατον να μην είχε σκεφτεί να έχει και κάποια παιχνίδια ρεζέρβα, γιά κάποια καλά παιδιά, που μέσα στους πολλούς μπελάδες και τις φούριες των ημερών τα είχε ξεχάσει! Και ο ίδιος ήξερε καλά πως ο Άγιος Βασίλης, ποτέ μα ποτέ, δεν άφησε παραπονεμένο κανένα, πραγματικά καλό παιδάκι! Άρα απόψε, ο Αρούλης είχε πάρα πολλές πιθανότητες.
   Από τις διηγήσεις της θείας Μαρίας, ο Αρούλης ήξερε πως το έλκηθρο του Άγιου Βασίλη ερχόταν από την ανατολή, γι’ αυτό και διάλεξε γιά να κουρνιάσει τη γωνία του στηθαίου με το πλυσταριό. Ήταν σχετικά απάνεμο και αντίκριζε, φάτσα, την εκκλησία του Άι Γιώργη, που όπως έδειχνε η μικρή πυξίδα που ήταν κολλημένη στη σφυρίχτρα που του είχε χαρίσει ο θείος ο Σταύρος στα γενέθλιά του, ήταν στη μεριά της ανατολής.
   Μόλις έσβησε κι η τελευταία λάμπα και στο σπίτι απλώθηκε απόλυτη σιωπή που την διέκοπτε μόνο κάποιο απότομο, στιγμιαίο, ροχάλισμα του κουρασμένου πατέρα, ο Αρούλης εφαρμόζοντας το σχέδιό του, βγήκε με τις πιτζάμες, τα παντοφλάκια και τη βαριά φλοκάτη, διπλωμένη στην πλάτη, στην ταράτσα. Κούρνιασε στη γωνία που είχε διαλέξει και διπλοκουκουλώθηκε με την κουβέρτα, όντας απόλυτα σίγουρος πως ο καλοκάγαθος Άγιος θα εντόπιζε αμέσως τον μικρό σκούρο όγκο στην γωνιά της ταράτσας και θα καταλάβαινε ποιός τον περίμενε με αγωνία κάτω από την φλοκάτη. Τα μάτια του δεν ξεκολλούσαν από τον ουρανό, εκεί στο βάθος του ανατολικού ορίζοντα και περίμενε!
   Ναι, όσο το σκεφτόταν τόσο σιγουρευόταν πως το κόλπο του θα έπιανε. Ήταν απόλυτα σίγουρος και περίμενε να φτάσουν τα μεσάνυχτα! Πίστευε στον Άγιο Βασίλη και την ιστορία του, ακριβώς όπως τους την διηγιόταν η θεία Μαρία, η οποία τα ήξερε καλά αυτά, αφού κάθε μέρα τριγύριζε από εκκλησία σε εκκλησία. Πίστευε με όλη τη δύναμη της ψυχής του και αδιαφορούσε γιά όσα, κάτι κακόπιστα και άτακτα παλιόπαιδα, διέδιδαν στο σχολείο. Ότι, δήθεν, δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης, ότι όλα είναι φαντασίες και παραμύθια των μεγάλων γιά να κρατούν τα παιδιά φρόνιμα όλη τη χρονιά και πως τα δώρα τα αγόραζαν οι γονείς από τα παιχνιδάδικα της οδού Αιόλου! Ήξερε πως όλα αυτά ήσαν κακοήθειες, ζήλιες και δικαιολογίες όλων εκείνων των άτακτων παιδιών που ο Άγιος Βασίλης αγνοούσε με το δίκιο του. Έτσι ήθελαν, από ζήλια και φθόνο, να κλονίσουν την πίστη των καλών στον Άγιο και να τα παρασύρουν στις αταξίες τους! Όχι, ο Αρούλης δεν τα δεχόταν αυτά. Δεν θα του την έσκαγαν οι πονηροί. Πίστευε στο καλό, την καλοσύνη, τις καλές πράξεις και στον Άγιο Βασίλη που τις επιβραβεύει με τα δώρα του! Και απόψε, σε λίγες ώρες, θα τους το απόδειχνε.

   Ένας χειμωνιάτικος, μα καθαρός ουρανός, γεμάτος αστέρια φώτιζε πολύ την κατασκότεινη γειτονιά, παρ’ όλο που δεν φαινόταν πουθενά το φεγγάρι. Όλος ο κόσμος κοιμόταν, περιμένοντας να ξημερώσει ο καινούριος χρόνος και μόνο, πού και πού, κάποιο μακρινό γαύγισμα έσπαγε τη σιωπή και τρόμαζε, ξαφνικά όπως ακουγόταν, τον κουκουλωμένο Αρούλη, που γιά πρώτη του φορά έμενε τόσο αργά έξω στην ταράτσα και μάλιστα χειμωνιάτικα. Οι μόνες υπαίθριες διανυκτερεύσεις γινόντουσαν κάποιες πολύ ζεστές καλοκαιριάτικες νύχτες, όπου ολόκληρη η οικογένεια, στρωματσάδα ο ένας δίπλα στον άλλο, αναζητούσε στον ύπνο τη δροσιά της ταράτσας. Όμως τώρα, τα πράγματα ήσαν τελείως διαφορετικά. Όσο περνούσε η ώρα τόσο το κρύο γινόταν όλο και πιό δυνατό, σε βαθμό που η φλοκάτη δεν μπορούσε, πλέον, να το σταματήσει. Κουλουριαζόταν όλο και περισσότερο μέσα της, μικραίνοντας το κορμί του και χουχούλιαζε με την ανάσα τις χούφτες του
προσπαθώντας να ζεστάνει τα παγωμένα του δάχτυλα που, λίγο-λίγο, έπαυε να τα αισθάνεται.
   Ήταν αδύνατον να προσδιορίσει πόσος χρόνος είχε περάσει και πόσος απέμενε μέχρι το πέρασμα του Άγιου Βασίλη. Το μόνο που καταλάβαινε καλά ήταν το πώς θα ένοιωθε ο νεογέννητος Χριστός, γυμνός και μικρός, μέσα στην παγωμένη φάτνη, ζεσταμένος μόνο με την ανάσα λίγων αλόγων, μιά βδομάδα νωρίτερα!  Γιά να φύγει, ούτε λόγος. Καμία δύναμη και κανένα κρύο δεν θα τον έκανε να εγκαταλείψει την ταράτσα γυρίζοντας στο ζεστό του κρεβάτι. Θα έμενε εκεί περιμένοντας τον Άγιο Βασίλη. Ο κόσμος να χαλάσει! Αφού ήταν απόλυτα σίγουρος ότι απόψε θα τον συναντούσε. Όσο κι αν αργούσε αυτός, όσο κρύο κι αν έκανε. Θα έμενε και έναν ολόκληρο χρόνο, αν χρειαζόταν. Πάει και τελείωσε!
   Δεν ήξερε πιά αν ο χρόνος κυλούσε, ή είχε σταματήσει εντελώς. Ούτε κι αν προχωρούσαν οι ώρες στο ρολόι του τοίχου. Εκείνο που καταλάβαινε μόνο ήταν ότι, σιγά-σιγά, είχε πάψει να αισθάνεται τα πόδια του, που είχαν παγώσει. Το ίδιο όπως και τα χέρια του, που ήταν αδύνατον πλέον να ζεστάνει με την ανάσα του. Δεν ήξερε αν κι αυτή έβγαινε ζεστή ή κρύα! Μόνο η καρδιά του χτυπούσε ακόμη και ένιωθε τον αργό της χτύπο, συνεχώς και αργότερο. Καταλάβαινε πως δουλεύει ακόμα, όπως και τα μάτια του που έμεναν καρφωμένα στην ανατολή, πάνω από τον τρούλο του Άι Γιώργη και περίμεναν ανυπόμονα.
   Ξάφνου, καθώς το βλέμμα του είχε θολώσει αρκετά από το κρύο, ένα άστρο του φάνηκε σαν να κουνιόταν λίγο. Ναι, ναι!, ένα άστρο είχε ξεκολλήσει από τον ουρανό και πλησίαζε προς την ταράτσα με μεγάλη ταχύτητα. Καθώς σίμωνε γινόταν όλο και πιό μεγάλο, όλο και πιο φωτεινό! Σε βαθμό που τον θάμπωνε. Ο Αρούλης μισόκλεισε τα μάτια γιά ν’ αντέξουν το εκτυφλωτικό φως. Όταν μπόρεσε να διακρίνει καθαρά πάλι, είδε ένα μεγάλο έλκηθρο να κατεβαίνει στην ταράτσα. Δώδεκα τεράστιοι τάρανδοι, με δυνατά στήθη και μεγάλα επιβλητικά κέρατα, σαν βασιλικά στέμματα στο κεφάλι, που ξεφυσούσαν σαν ατμομηχανές το προσγείωσαν σαν πούπουλο μπροστά του. Ένα έλκηθρο γεμάτο κουτιά τυλιγμένα με πολύχρωμα χαρτιά και δεμένα με παρδαλές γιορταστικές κορδέλες! Ακριβώς όπως το περιέγραφε στις αφηγήσεις της η θεία Μαρία!
   Μόλις προσγειώθηκε το έλκηθρο -Ω’, Θέ μου- πρόβαλε μέσα από τους σωρούς των δώρων, ο Άγιος Βασίλης! Ο ίδιος, αυτοπροσώπως, με το ίδιο γλυκό καλόκαρδο γέλιο, ακριβώς όπως στις περιγραφές και τις φωτογραφίες που ήξερε ο Αρούλης από τις εφημερίδες! Ο Άγιος πλησίασε, τον πήρε αγκαλιά, του χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά, ζεσταίνοντας με το χοντρό μάλλινο γάντι του το παγωμένο του πρόσωπο και είπε αργά, με τη βαριά του φωνή.
   - Αρούλη, είσαι ένα πολύ καλό παιδί. Το πιό καλό παιδί του κόσμου! Αυτό που έκανες απόψε γιά μένα, ποτέ κανένα άλλο παιδάκι δεν σκέφτηκε και δεν τόλμησε να κάνει μέχρι σήμερα!
   Τον φίλησε στοργικά στο μέτωπο και τον τύλιξε απαλά με τη φλοκάτη, μαζί και το μεγάλο, ολοστρόγγυλο, καλοφουσκωμένο και γυαλιστερό τόπι που έβαλε στην αγκαλιά του. Ένα μεγάλο άσπρο τόπι με ωραίες κόκκινες και μπλέ βούλες!
   Ο Αρούλης έκλεισε τα μάτια τρισευτυχισμένος! Δεν ένιωθε πιά κανένα κρύο. Μιά γλυκιά ζέστη τον είχε αγκαλιάσει ολόκληρο.

   Όταν ξύπνησε, ίσως το άλλο πρωί, ίσως το παρ’ άλλο, ίσως πολλά πρωινά μετά, δεν έχει σημασία, βρισκόταν σ’ ένα λευκό δωμάτιο, κουκουλωμένος σ’ ένα άσπρο κρεβάτι όπου πάνω και γύρω του κρέμονταν διάφορα σωληνάκια. Η μητέρα, με πρόσωπο σφιγμένο και την αναστάτωση ζωγραφισμένη επάνω του, καθόταν σε μιά καρέκλα δίπλα του κι η θεία Μαρία, όρθια στο κάτω μέρος του κρεβατιού, τον σταύρωνε από απόσταση. Τα πόδια και τα χέρια του ήσαν τυλιγμένα με άσπρους επιδέσμους και δίπλα, σ’ ένα ψηλό λευκό κομοδίνο, το μεγάλο, ολοστρόγγυλο και καλοφουσκωμένο άσπρο τόπι, με τις μεγάλες κόκκινες και μπλε βούλες! Το τόπι που του έφερε ο αγαπημένος φίλος των καλών παιδιών, ο Άγιος Βασίλης!
   Ο Αρούλης ξανάκλεισε πάλι τα μάτια γιά να ζήσει στα μικρά του όνειρα, το μεγάλο όνειρο της μικρής του ζωούλας. Ένα πλατύ χαμόγελο ευδαιμονίας σφράγιζε το πρόσωπό του και δεν αισθανόταν πλέον κανένα πόνο στο σώμα, ούτε έβλεπε τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια της μητέρας και της θείας του, καθώς έπαιζε «δίτερμα» στον ουρανό με τους αγγέλους! Εννοείται με το μεγάλο άσπρο τόπι που του έφερε, πρωτοχρονιάτικο δώρο, ο αγαπημένος του Άγιος Βασίλης. Ο αγαπημένος Άγιος όλων των φρόνιμων μικρών και των αγαθών μεγάλων. Ο Άγιος των δώρων και της ελπίδας. Αυτής που προσδοκούμε και σήμερα όλοι, περισσότερο από ποτέ.

   Αφιερωμένο στον εγγονό μου Αριστείδη και χαρισμένο σε όλα τα παιδιά του κόσμου, μεγάλα και μικρά, που εξακολουθούν να κάνουν όνειρα και, κυρίως, να τα κυνηγούν, πιστεύοντας σ’ αυτά και ξεπερνώντας τα όρια.

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Βίοι παράλληλοι, ή "οι καιροί αναπλάθουν αλλήλους"!

Γιά γέλια και γιά κλάματα

   Η βλακώδης μπουφονική φαρσοκωμωδία, με τον κορεάτικο «θρήνο», που έκλεισε το κεφάλαιο Κιμ κ.λπ. στην Βορ. Κορέα, ανοίγοντας το νέο κεφάλαιο Κιμ κ.λπ.(!!), έφερε στο μυαλό μου, με αφορμή χθεσινό δημοσίευμα σε πρωινή εφημερίδα, ένα άλλο, ελληνικό αυτή τη φορά, δείγμα βλακώδους προσωπολατρίας. Στη στήλη γνωστού γιά την ποιότητα πνεύματος δημοσιογράφου, γράφτηκε μέρος ενός «επικού» ποιήματος (;) που «εμπνεύστηκε»  ο Γιάννης Ρίτσος, λάβρος, γεμάτος πόνο, έμπλεος συγκίνησης και απέραντου κομμουνιστικού φανατισμού και ορμής, επί τη αναγγελία του θανάτου του μεγάλου σφαγέα, του «πατερούλη» Στάλιν, τον Μάρτιο του ’53. Ένα αγλάισμα λιβανιστικής μπουρδολογίας, όχι μόνο στην ελληνική ποίηση, αλλά σ’ ολόκληρη την παγκόσμια λογοτεχνία!
   Ανέτρεξα -κάτι είχα ακούσει μικρός γιά το «ποίημα» αυτό- στα πλούσια οικογενειακά κομμουνιστικά αρχεία και κατάστιχα που διαθέτω και ξετρύπωσα, ολόκληρο, το σπαραχτικό λογοτεχνικό «αριστούργημα» που παραθέτω, ατόφιο κι αυτούσιο. Προς δόξα της παγκόσμιας ποιητικής κακογουστιάς, της φανατικής, κολλημένης, προσωπολατρίας και της διανοητικής μειονεξίας κάποιων παθιασμένων πρωταγωνιστών μιάς ταραγμένης, ιστορικά, εποχής.
   Αφού το τάλαντο δεν αποτελεί απαραίτητο συνοδευτικό ευφυΐας διατηρώ την ελπίδα πως ο δημιουργός του, στην μετέπειτα λογοτεχνική του διαδρομή, πιθανόν να κατάλαβε και να το κατέταξε στα ποιητικά του περιττώματα. Και, ίσως-ίσως, να ντρεπόταν γι’ αυτό.
   Απολαύστε το!

    ΙΩΣΗΦ ΒΗΣΑΡΙΟΝΟΒΙΤΣ ΣΤΑΛΙΝ

   - Όχι δεν είναι αλήθεια. Δεν είναι αλήθεια.
Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες. Σταματήστε τις.
Ό Ιωσήφ Στάλιν δεν πέθανε.
Είναι παρών ο Στάλιν,
στο παγκόσμιο πόστο του.
Ό Στάλιν ανεβάζει στις επάλξεις
των πέντε Ηπείρων
τις σημαίες τής ειρήνης.
Ό Στάλιν ετοιμάζει
με το σκόρπιο αλεύρι του κόσμου
ένα ολοστρόγγυλο καρβέλι υγείας.
Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες. Σταματήστε τις.
   - Όσο κι' αν τα μονόφθαλμα κανόνια
στρέφουν το μαύρο ρύγχος τους
ίσα κατά την υψικάμινο της ελπίδας μας
ο Στάλιν αγρυπνεί
στο παγκόσμιο πόστο του.
Σώπα γιαγιά
και σκούπισε με το μαύρο τσεμπέρι σου τα μάτια σου.
Όταν σβύνει ή φωτιά σου κάτου απ’ το τσουκάλι σου
είναι ο Στάλιν πού σκύβει και φυσάει τη φωτιά σου ν' ανάψει.
   - Όταν λείπει απ’ το τραπέζι μας το ψωμί
κι' απ’ το στρώμα μας τ' όνειρο
κι' απ’ το δώμα μας το λυχνάρι
είναι ο Στάλιν πού ανάβει τα μεγάλα
ηλεκτρικά στον ορίζοντα
κι' ακούμε κάτου απ’ τα τούνελ της νύχτας
την βουή των τραίνων.
πού μεταφέρουν λάδι και ψωμί και κάρβουνο στους πεινασμένους.
Γιατί ο Στάλιν είναι
ό πρωτογιός των προλετάριων
κι' ό Στάλιν είναι κι ο πατέρας τους.
Γιά τούτο κι' ο πιο μαύρος τοίχος
τής πιο μαύρης νύχτας
είναι γιομάτος απ’ τούς σωλήνες του φωτός.
Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες.
Οι αιώνες σκαρφαλώνουν
στην κορφή τής ψυχής του ν' ανασάνουν.
Μην πείτε πώς ο ήλιος ορφάνεψε.
Κυτάχτε.
Κάθε ήλιος και σελίδα —μέρα με την μέρα—
με τούς ήλιους των 74 χρόνων του,
έφτιαξε ένα χοντρό βιβλίο από ατσάλι
και τ' ακούμπησε στα γόνατα του κόσμου Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Στάλιν.
Με τ' όνομά του ανοίγει ή Ιστορία τις Πύλες της στον Άνθρωπο.
Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Στάλιν. το έργο του:
Λευτεριά.
Σταματήστε λοιπόν τις καμπάνες κι' ακούστε.
Πάνου απ’ την κόκκινη πλατεία στην εξέδρα του ήλιου.
Ό Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς Στάλιν μιλάει:
«Υπερασπίστε, λαοί, την Ειρήνη».


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ 4-3-53

   Όπου η θεία τέχνη ανταμώνει την ανθρώπινη μα…ία και προχωρούν, χέρι-χέρι! Κρίμα, γιατί κάποτε εκτιμούσα τον άνθρωπο. Τον ποιητή του εξαίρετου «Επιταφίου» και της σπουδαίας «Ρωμιοσύνης»!
   Φαίνεται πως, ενίοτε, το τυφλό πάθος, πολιτικό ή άλλο, είναι ικανό να οδηγήσει και τον πιό ταλαντούχο δημιουργό στη γελοιότητα και ανυποληψία, αφού μπορεί να τον σπρώξει στο να «δημιουργεί» κάτι τέτοιες, (επιεικέστατα), αφελείς βλακείες, αναξιοπρεπή γλυψίματα και αηδή λογοπλαστικά ξεράσματα!
   Όταν ένα έργο τέχνης δημιουργείται βεβιασμένα, χάριν σκοπιμότητος, π.χ. πολιτικής, και υπό πίεση χρόνου, το αποτέλεσμα θα είναι από κακόγουστο έως γελοίο.
   - Γράφω γιατί πρέπει να γράψω και όχι γιατί μου ’ρθε να γράψω!
   Προϋποθέσεις μιάς ποιοτικής καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι -πάνω απ' όλα- η ελευθερία σκέψης, (έμπνευση), του καλλιτέχνη, η ανεξάρτητη, σφαιρική, θεώρηση του υλικού και άυλου κόσμου γύρω του, τα πραγματικά και όχι «επιστρατευμένα» και κατευθυνόμενα ερεθίσματα και η αποδέσμευση από πιέσεις χρόνου.

   Αφού στην χώρα που γέννησε το φως, το πνεύμα και τον πολιτισμό, πριν από χιλιάδες χρόνια, γράφονται τέτοιες σαχλαμάρες από, υποτίθεται, καταξιωμένους πνευματικούς ανθρώπους, (έστω κι αν η καταξίωση «στήνεται», κυρίως, από ένα συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, γεγονός που δικαιώνει τον μεγάλο Χατζηδάκι στο απόφθεγμά του περί των προϋποθέσεων επιτυχίας εν Ελλάδι -γιά να πετύχεις εδώ, είπε, πρέπει να είσαι ή κομμουνιστής ή π… ης- ), τι θα μπορούσε να περιμένει κανείς από μιά εσαεί τριτοκοσμική χώρα που γεννά μόνο «άχεστους» (!) ηγέτες, όπως η Βόρεια Κορέα. Και πάλι καλά γι’ αυτήν. (Την Κορέα, εννοείται!).
   Η μόνη, μεγάλη, απορία που μένει γιά τον Ρίτσο, είναι πώς με τέτοια ποιητική αρλουμπολογία του ξέφυγε το Νόμπελ λογοτεχνίας του έτους 1968! όπου σίγουρα κάποια αριστερή «διανόηση» θα τον είχε προτείνει. Βεβαίως, το βραβείο Λένιν που του απονεμήθηκε το 1977, ήταν, όπως και να το κάνουμε, μιά κάποια ανταμοιβή και αναγνώριση! Πιό πολύ γιά το πιστό του νεροκουβάλημα στον κομμουνιστικό μύλο, παρά γιά την ποιητική του αξία και έργο. Αφού είναι γνωστό ποιοί, πώς και γιατί καταξιώνονται, κυρίως, σ’ αυτό το βραβείο.





Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Ο απίθανος «σύντροφος» Κιμ !

Γιά γέλια και γιά κλάματα

   Μετά την ανάληψη στους ουρανούς του μεγάλου ηγέτη της Β. Κορέας, του σπάνιου αυτού ανθρώπινου είδους, (γιά την ακρίβεια μοναδικού δείγματος στην ανθρώπινη ιστορία), βλέπουν φως δημοσιότητος, μαζί με τα ευτράπελα του δημόσιου ανταγωνισμού «θλίψης» και διάφορες τερατώδεις, εν τη αφελεία τους, πληροφορίες, που επί χρόνια κυκλοφορούσαν στην ταλαίπωρη χώρα και είχαν «ξεπλύνει» τα μυαλά των κατοίκων της, μετατρέποντάς τους σε αποχαυνωμένα δίποδα όντα!
   Η πιό ενδιαφέρουσα κι απίθανη είναι, οπωσδήποτε, αυτή που θέλει τον μεγάλο ηγέτη, τόσο διαφορετικό και εξιδανικευμένο πλάσμα, ώστε δεν ουρούσε, ούτε αφόδευε ποτέ! Τόσο αλλιώτικος ήταν! Υπάρχουν πολλές θεωρίες επεξήγησης του φαινομένου. Συμβολικές, υπερφυσικές, ή
ρεαλιστικές.
   Κατά την πρώτη, ιδιαίτερα συμβολικού χαρακτήρα, επιδιωκόταν να εμφανιστεί ο «μεγάλος» ως μη έχων ανάγκη «σφουγγοκωλαρίων», αφού δεν υπήρχε η ουσιαστική, κυριολεκτική τους χρησιμότητα! Όσο γιά την μεταφορική έννοια του όρου, είχε κι αυτή απαλειφθεί, ως κοινός παρονομαστής, αφού απαξάπαντες οι Βορειοκορεάτες πολίτες έπρεπε να είναι, διά βίου, συστηματικοί «κωλογλείφτες» του! Απλό!
   Η δεύτερη, καθαρά υπερβατική εκδοχή, έχει σχέση με το σταθερό γιά χρόνια βιοτικό επίπεδο της χώρας και την συνεισφορά του ηγέτη σ’ αυτό. Είναι γνωστό πως ο λαός της Β. Κορέας λιμοκτονεί. (Εδώ άρχισε να πέφτει άγρια πείνα στην Ελλάδα και δεν θα πεινάνε οι Βορειοκορεάτες!).
   - Γυναίκα, τι θα φάμε σήμερα; Η στερεότυπη ερώτηση του κατάκοπου βορειοκορεάτη συζύγου, όταν γυρίζει βράδυ απ’ τη δουλειά.
   - Σκατά!, η ίδια στερεότυπη απάντηση της συζύγου.
   Συνεπώς, εις απόδειξη του ότι ο «μέγας» ηγέτης δεν ευθύνεται γιά την κακή διατροφή του λαού, (οι ιμπεριαλιστές φταίνε πάντα!), οι παρατρεχάμενοι διέδωσαν πως
   - Ο μεγάλος «Στρατηγός» δεν αφοδεύει ποτέ! Άρα… ψάξτε αλλού γιά φαΐ!
   Η τρίτη, απολύτως ρεαλιστική, εκδοχή, (αλλά μη απολύτως εξακριβωθείσα, γιά τους γνωστούς λόγους), αναφέρει ότι ο «ουρανόπεμπτος» ηγέτης δεν αφοδεύει τα γνωστά προϊόντα, όπως όλοι οι θνητοί, αλλά «παράγει»…. σοκολατάκια! Μάλιστα σοκολατάκια!
   Λέγεται δε, πως μετά το πρωινό πάει στην τουαλέτα και «φτιάχνει» σοκολατάκια ….γάλακτος. Όταν τρώει φρούτα «κατασκευάζει» σοκολάτες φουρέ. Με κεράσι, ανανά, πορτοκάλι, και άλλες τέτοιες λιχουδιές. Και όταν είναι απολύτως υγιής «κάνει» σοκολάτες υγείας! Μάλιστα τα απογεύματα, πίνοντας και τρώγοντας ξηρούς καρπούς, «παράγει» αριστουργήματα! Σοκολατάκια με λικέρ 
και πραλίνες. Απίθανα δημιουργήματα! Συλλεκτικά κομμάτια σε συσκευασία δώρου, γιά τους επιτελείς του κόμματος!
   Φήμες από την Πυονγκγιάνγκ, μάλιστα, αναφέρουν πως τα περίφημα σοκολατάκια FERRERO ROCHER, σαν ιδέα και έμπνευση, προέρχονται από κάποια παλιά βαρυστομαχιά και δυσκοιλιότητα του μεγάλου «ζαχαροπλάστη», που προήλθε από το πολύ φουντούκι που είχε φάει γιά να τονωθεί σεξουαλικά! Έτσι προέκυψαν τα, σαν από τεράστια κατσίκα φτιαγμένα, ωραία, μεγάλα και ολοστρόγγυλα φημισμένα σοκολατάκια, τα αγαπημένα των πρέσβεων! (Όπως έλεγε και μιά παλιά διαφήμιση).

   Στο μεταξύ, τα καραγκιοζιλίκια με τους κακοστημένους κι απλοϊκούς «θρήνους και κοπετούς» γιά την μεγάλη απώλεια του αναντικατάστατου «Στρατηγού» συνεχίζονται στην Β. Κορέα με αμείωτη ένταση και συνεχώς αυξανόμενη ευρηματικότητα σε κωμικά πλάνα και φαιδρά ενσταντανέ.
   Ας είναι καλά, εκεί που πήγε, ο μεγάλος ηγέτης. Στο χάλι που βρισκόμαστε και στην επικρατούσα κατάθλιψη, οι λίγες στιγμές ιλαρότητος που μας προσφέρει η σαχλότητα των «ολοφυρόμενων» κίτρινων ανθρωποειδών μοιάζουν με στάλες βάλσαμο και όαση ψυχαγωγίας γιά μας!
   Όμως, πέραν από την αρχική διασκέδαση που προσφέρει ο κωμικός «σπαραγμός», αυτή η ομαδική ψεύτικη υστερία αποκαλύπτει, με πολλή μελαγχολία και οίκτο ορώμενη, το μέγεθος του εφηρμοσμένου εξευτελισμού και τα απεριόριστα όρια της ανθρώπινης αναξιοπρέπειας.