Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Οι μεγάλες στιγμές των μικρών ανθρώπων.


Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός"
 
    Κάποτε, θέμα τύχης ή συμπτώσεως -όχι στην εμφάνιση, αλλά στην αποκάλυψή τους-  έρχονται στιγμές που δικαιώνουν το ευαγγελικό: «πλούσιος ή πένης, βασιλεύς ή στρατιώτης…». Είναι οι στιγμές εκείνες που η ομοιομορφία της σάρκας βγάζει τις ίδιες ακριβώς αδυναμίες, φθορές ή καταπονήσεις της κοινής μοίρας. Οι στιγμές της ανθρώπινης αδυναμίας μπροστά στην παντοδυναμία του Δημιουργού και η νομοτέλεια της φθοράς των δημιουργημάτων του. Οι στιγμές της ήττας του Ανθρώπου, με την επιβεβαίωση της ασημαντότητος, του εφήμερου και της ματαιότητος  των εγκοσμίων. Αλλά ταυτόχρονα, οι στιγμές που απελευθερώνουν τις κρυμμένες δυνάμεις των δικών τους, που τους παραστέκουν, αγωνιούν και συντρέχουν ακούραστοι, ξαγρυπνώντας δίπλα τους. 
   «Γέλα παλιάτσο…»! Γέλα, αστειέψου, άντλησε κουράγιο, στύβοντας την ψυχή σου, και δώστη να την βυζάξει, όσο μπορεί και όσο αντέχει, εκείνος ο αδύνατος μίσχος δίπλα σου, που κατάκοιτος παλεύει να κρατηθεί στη ζωή.
   Αυτή τη στιγμή δυό άγνωστοι-γνωστοί μου, φορτωμένοι τον σταυρό του ατομικού τους πεπρωμένου, τραβούν το δικό τους ανηφόρι, τον δικό τους μαρτυρικό Γολγοθά και δίνουν την άνιση μάχη με τη μοίρα, απλώνοντας το δράμα στους γύρω τους.

   Η γνωριμία μου έμμεση αλλά η επαφή συνεχής και το ενδιαφέρον αδιάπτωτο. Η Μάρθα στο πλευρό του Μηνά κι ο Γιάννης στο προσκέφαλο της Μαρίας, κάπου στην εντατική του Ευαγγελισμού, μετέχουν με τον ίδιο πόνο και περισσή καρτερία, στο παιχνίδι της Ζωής με το Θάνατο, ξοδεύοντας όση δύναμη, υπομονή κι αγάπη κρύβουν στην ψυχή τους.

   Θεατής σιωπηλός, σ’ αυτές τις «μεγάλες» ανθρώπινες στιγμές που όλοι θα ζήσουμε κάποτε, μιά λέξη μόνο διαγράφεται στο μυαλό μου: «Κουράγιο»! Το μεγαλείο του κάθε ανθρώπου μετριέται από το πώς αντιμετωπίζει τις ήττες της ζωής και κυρίως την Μεγάλη  Ήττα! Στις νίκες, τα πράγματα είναι εύκολα γιά όλους….

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Λόγια πίσω από τα λόγια κι οι πραγματικοί λόγοι!



Η κρίση «δείχνει» πόρτα στην «Πόρτα» της Ξένιας Καλογεροπούλου.
Η Ξένια σήμερα
   Ο φίλτατος  «pisostapalia»,  πολυσχιδής και πολυπλόκαμος «συνάδελφος», (πώς διάβολο τα προλαβαίνει τόσα!), μου έδωσε με σημερινή του ανάρτηση μιά ακόμη ευκαιρία γιά διαπίστωση δεδομένων και διατύπωση κάποιων σκέψεων, με αφετηρία τα περί του θεάτρου «Πόρτα».  

   Η γλυκύτατη ηθοποιός Ξένια Καλογεροπούλου ανακοίνωσε το κλείσιμο του θεάτρου της, με την… αισιόδοξη παρατήρηση: …«τουλάχιστον γιά την επόμενη σαιζόν»!

   Η πλήρης ανακοίνωση των δηλώσεών της παρατίθεται κατωτέρω:
   «Θα το κλείσουμε γιά ένα χρόνο γιά να πάρουμε κουράγιο  επειδή πιά το θέατρο γιά παιδιά έχει γίνει κάπως περίεργο, με όλα αυτά τα θεάματα. Θέλουμε να το ψάξουμε πριν ξαναξεκινήσουμε».

   Οι λόγοι που οδήγησαν στο να μπει προσωρινά λουκέτο στο θέατρο -σύμφωνα με την ηθοποιό- είναι «και οικονομικοί».


   - «Παίρναμε, είπε, επιχορήγηση επί σειρά ετών και τώρα δεν παίρνουμε πιά. Είχαμε συνηθίσει να κάνουμε τη δουλειά μας «ακριβά», ν' ανεβάζουμε απαιτητικές παραγωγές, να πληρώνουμε καλά και να κάνουμε αυτό που πιστεύουμε. Πέσαμε έξω σίγουρα. Ελπίζω να καταφέρουμε ν' ανοίξουμε σύντομα, αφού πρώτα το ψάξουμε ώστε να είμαστε πιό σίγουροι γιά κάποια καινούρια πράγματα».

    
   Στέκομαι στο επιχορήγηση και αμέσως έρχεται στο μυαλό μου η βασική αιτία που πτώχευσε τη χώρα και που την συναντάμε με διάφορα ονόματα, αλλά την ίδια πάντα έννοια.

 Ενισχύσεις, επιδοτήσεις, χορηγήσεις, επιχορηγήσεις, προικοδοτήσεις, αποζημιώσεις και διάφορα τέτοια, που στην ουσία σημαίνουν ελλείμματα, δάνεια, χρέη και στο τέλος χρεωκοπία! Η με τόσο στενοχωρημένο αυθορμητισμό και χαριτωμένη αφέλεια ομολογία της καλής μας Ξένιας, αποτελεί μεγαλόπρεπη επιβεβαίωση αυτής της διαπίστωσης! Μαζί και του πόσο λάθος βάδιζε η χώρα επί χρόνια, τρώγοντας τις σάρκες της και πριονίζοντας το κλαδί στο οποίο καθόταν!

   
  Η στήλη ουδέποτε πίστεψε στο λαϊκίστικο παραμύθι του τάχα «αλάνθαστου κριτηρίου του λαού»! Δυστυχώς ο λαός και γνώριζε και αδρανούσε και του άρεσε να εξαπατάται αιθεροβατώντας. Βολεμένος πίσω από την ραστώνη της «ήσσονος προσπαθείας» και το ραχάτι του ωχαδερφικού δημοσιοϋπαλληλισμού, ο οποίος κάλπαζε καλυπτόμενος από μαξιμαλιστικές απαιτήσεις ενός φαύλου και διεφθαρμένου συνδικαλισμού και του επίσης διεφθαρμένου πολιτικού κατεστημένου. Ο Γιάννης Μαρίνος, διευθυντής του «Οικονομικού Ταχυδρόμου», με άρθρο του από 22ας Μαΐου του 1986, είχε προφητεύσει την κατάληξη της χώρας με ακριβέστατη επαλήθευση!

   Ομοίως αποκρούει, ως στρουθοκαμηλική συμπεριφορά, διάφορες προβαλλόμενες αιτιάσεις και δικαιολογίες. Ιδίως αυτό το «ας προσέχατε τι ψηφίζατε» είναι τελείως έωλον. Και εξηγούμαι: Από τη μεταπολίτευση κι εντεύθεν οι σοβαρές πολιτικές επιλογές ήσαν 4. ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΝ και ΚΚΕ. Οι δύο πρώτοι σχηματισμοί κυβέρνησαν, αλλά και οι άλλοι δύο επηρέασαν αποφασιστικά τις αποφάσεις των πρώτων, γιά διάφορους και προφανείς λόγους, από διάφορα μετερίζια, διαμορφώνοντας απαράδεκτες καταστάσεις. (Όρα το σημερινό χάλι των Πανεπιστημίων). Αυτά τα περί «γαλάζιων» και «πράσινων» παιδιών είναι κουταμάρες. Η τεράστια συγκέντρωση αριστερών στο δημόσιο, ευρύτερο και στενότερο, το αποδεικνύει.

   Ο ΣΥΡΙΖΑ, εγγονός του ΣΥΝ, τώρα που σοβάρεψαν τα πράγματα κι απέκτησε προοπτική εξουσίας, φαντάζει πελαγωμένος και εντελώς αναξιόπιστος. Κυριολεκτικά γιά τα πανηγύρια. Πόσο μάλλον σε προηγούμενες εποχές που, με πλήρη ανευθυνότητα, αποτελούσε απλώς αλογόμυγα στα καπούλια της εξουσίας. Παίζοντας μόνο  ρόλο ομαδούλας διαμαρτυρίας, ήταν δυνατόν ν’ αποτελέσει σοβαρή επιλογή και εναλλακτική πρόταση εξουσίας;

   Το απολιθωμένο ΚΚΕ, ναρκωμένο κι αμήχανο από τις ραγδαίες εξελίξεις των καιρών, ήταν δυνατόν να κυβερνήσει, όταν ξεριζώθηκε ακόμη κι από το λίκνο του και παρέμεινε πεντάρφανο και πελαγωμένο ως κόμμα εξουσίας, με  μόνο αδελφάκι την…. Βόρεια Κορέα;

   Δυστυχώς, στην μεταπολιτευτική περίοδο, μόνη λύση μέσα στην υπάρχουσα ιδεολογική γκάμα ήταν η ανανέωση του… πολιτικού προσωπικού, πράγμα που η έλλειψη τόλμης και φαντασίας, σε συνδυασμό με την φαύλη διαπλοκή δεν επέτρεψε να συμβεί. Με κύριο υπεύθυνο τον λαό που τώρα στενάζει και σκούζει! Ενδεικτικά, αναδημοσιεύω απόσπασμα από μιά παλιά μου ανάρτηση, (Παρασκευή 4/9/2009), στην οποία όποιος θέλει μπορεί να ανατρέξει και διαβάσει ολόκληρη. (Γραμμένη πριν εμφανιστεί ο μπαμπούλας-μνημόνιο)!


....Όμως το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης γιά την απαρχή της εξυγίανσης της πολιτικής ζωής πέφτει στο λαό. Στον απλό ψηφοφόρο και στη τεράστια δύναμη της ψήφου του. Που αντί να σταυρώνει το "βουλευτή του", προσβλέποντας στο ρουσφέτι, τη μικροσυναλλαγή και την ιδιοτέλεια, ή να πετάει σταυρούς, επιπόλαια εδώ κι εκεί, άκριτα και αβασάνιστα, να καθίσει να προβληματιστεί, να μελετήσει, να πληροφορηθεί και, τελικά, να επιλέξει, μέσα στον ιδεολογικό του χώρο, μέσα στο ψηφοδέλτιο του κόμματός του, τους ικανότερους, τους καλύτερους και, πάνω απ' όλα, τους πιό έντιμους και πιό αδιάφθορους. Γιατί, ναι, υπάρχουν και τέτοιοι! Σε όλες τις παρατάξεις και όλους τους πολιτικούς χώρους! Ψάξιμο θέλει, αρκετό.
    Και μόνον έτσι μπορεί να αναστηλωθεί και αποκατασταθεί το κοινοβουλευτικό μας σύστημα στο προσήκον ύψος του και η εμπιστοσύνη στις αποφάσεις του. Ειδ' άλλως η φαυλότης, η διαφθορά και η αναποτελεσματικότης θ' ανακυκλώνεται και η χώρα συνεχώς θα βυθίζεται. Μόνο ο λαός μπορεί ν' αλλάξει την πορεία της μοίρας του. Και της κακομοιριάς του. Αν δείξει φρόνηση και ωριμότητα. Αν αξιοποιήσει τις εμπειρίες του παρελθόντος......
  
   Και τελειώνοντας, πιστεύω πως οι Έλληνες, σε σχέση με όσα μας οδήγησαν στο σημερινό χάλι, διακρινόμαστε σε δύο κατηγορίες. Στους «υπεύθυνους», κάποιοι σχετικά λίγοι, και στους «συμμέτοχους», στους οποίους ανήκουμε όλοι! Αφού όλοι «γλύψαμε» έστω ένα κοκαλάκι, (εν αγνοία μας, δίκην ανύποπτου κλεπταποδόχου), από κάποιο «τσιμπούσι» σπάταλα, άκριτα και με δανεικά, το οποίο δεν έπρεπε ποτέ να στηθεί!


Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

Υπάρχουν, άραγε, ακόμη Άγγελοι στη Γή;


Η ιστορία της Λου Ξιαογίνγκ.




Ρακοσυλλέκτρια βρήκε και έσωσε 30 βρέφη απ'τα σκουπίδια
Λου Ξιαογίνγκ

  Αυτό που θα διαβάσετε πιό κάτω είναι η απίστευτη ιστορία μιάς Κινέζας ρακοσυλλέκτριας, της Lou Xiaoying, η οποία κατάφερε μέσα σε 40 χρόνια να σώσει και αναθρέψει 30 εγκαταλελειμμένα μωρά!
    
   Στην Κίνα, η βρεφοκτονία και η βρεφική εγκατάλειψη είναι, ανέκαθεν, σε μόνιμη έξαρση λόγω των σκληρών πολιτικών μέτρων που επιτρέπουν μόνο ένα παιδί σε κάθε οικογένεια, και μάλιστα ως προϊόν μόνο νομίμου γάμου, γιά λόγους ελέγχου και περιορισμού των γεννήσεων ένεκα υπερπληθυσμού. Έτσι οι Κινέζοι, ωθούμενοι από τη φτώχεια και την αυστηρότητα του νόμου, αναγκάζονται να εγκαταλείπουν μωρά, εφόσον είναι τα δεύτερα της οικογένειας, ή ακόμα να προβαίνουν και σε βρεφοκτονίες, αν το πρώτο τους παιδί είναι κορίτσι. Θεωρώντας πως ένα αγόρι θα ανταποκριθεί καλύτερα στις οικονομικές ανάγκες της οικογένειας.

   Τρομακτικά περιστατικά νεογέννητων μωρών, πεταμένων σε κάδους σκουπιδιών, είναι καθημερινό φαινόμενο. Πρόσφατα, στα φώτα της δημοσιότητας ήρθε περιστατικό μικρού κοριτσιού το οποίο έφερε και μαχαιριά στο λαιμό. (Ευτυχώς, στο μωρό μετά τη γενική κατακραυγή παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και τώρα βρίσκεται σε άριστη υγεία και στο δρόμο γιά υιοθεσία).
    
   Ποιός όμως γονιός, έχων σώας τα φρένας, μπορεί να προβεί σε τέτοιο έγκλημα; Δύσκολο να απαντηθεί, αν και το μορφωτικό επίπεδο ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού το επιτρέπει. Γεγονός όμως είναι πως το ανάλγητο κινεζικό κράτος προβαίνει ακόμα και σε υποχρεωτικές εκτρώσεις, όπως στην περίπτωση νεαρής Κινέζας που εκτός από έκτρωση της επέβαλαν και πρόστιμο! Και μιά και δεν είχε να πληρώσει, (ναι, πρόστιμο γιά την ανθρώπινη ζωή!), της επέβαλαν ως τιμωρία, να κρατήσει στο κρεβάτι της τη σακούλα με το νεκρό έμβρυο! Παγώνει ο νους και μόνο στη σκέψη, γι’ αυτό και δεν αναρτώ σχετικές φωτογραφίες που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο και σε κάνουν να νοιώθεις ντροπή, αηδία και οργή, επειδή ανήκεις στο ανθρώπινο γένος. Αλλά, δυστυχώς, πώς  μπορεί κανείς να αντισταθεί και αντιδράσει στην τεράστια δύναμη του κινέζικου κράτους;

   Στον αντίποδα όλων αυτών, υπάρχει η υπέροχη, και 89χρονη πλέον, (αν ζει), ρακοσυλλέκτρια Lou Xiaoying, η οποία, παρέα με τον θανόντα, από 18/ετίας, άντρα της, κατάφεραν να σώσουν και αναθρέψουν 30 μωρά χωρίς να τους πεθάνει κανένα! Η ίδια αναφέρει περισσότερα από 20, αλλά η κόρη της προσδιορίζει τον αριθμό στο 30. Πάμπτωχοι από χρήματα, πάμπλουτοι από αγάπη και εσωτερική ευδαιμονία!
   
   Θέλοντας να τους προσφέρουν πραγματικά ό,τι καλύτερο μπορούσαν, φρόντισαν γιά την τροφή, το ρουχισμό, την ανατροφή, την εκπαίδευση, αλλά και το πνεύμα τους. Ανέθρεψαν οι ίδιοι 4 από αυτά, δίνοντας τα υπόλοιπα γιά υιοθεσία σε άκληρους φίλους και συγγενείς, ώστε να πάνε σχολείο και να ζήσουν όσο γίνεται καλύτερα.
  
 - «Πήγαινα πάντα αιφνιδιαστικά στα σπίτια των παιδιών γιά να ελέγξω πως περνάνε και πάντα φρόντιζα τις Κυριακές να είναι μαζί μου γιά να βγαίνουμε βόλτα στα δάση και τη φύση, ώστε να νοιώθουν την φροντίδα, την αγάπη και την προστασία που χρειάζονταν».

   Η ιστορία της Λου ξεκίνησε το 1972 στους δρόμους της πόλης Jinhua όταν είχε βγει, κατά την καθημερινή της συνήθεια, να ψάξει γιά χρήσιμα αντικείμενα από τα σκουπίδια των κάδων. Εκεί μέσα βρήκε, πεταμένο, ένα μικρό κοριτσάκι. Ο κίνδυνος αν την ανακάλυπταν ήταν μεγάλος, λέει η ίδια σε συνέντευξή της, στην κινέζικη εφημερίδα Yanzhao Metro Daily:


   - «Δεν το σκέφτηκα όμως, ούτε στιγμή. Θα είχε πεθάνει αν δεν την είχαμε πάρει να την φροντίσουμε. Τότε ακριβώς κατάλαβα πως αγαπάω τα παιδιά και θα ήθελα να τους προσφέρω ό,τι καλύτερο μπορούσα! Το να την βλέπουμε να μεγαλώνει ήταν γιά μας κάτι το μοναδικό! Όλα αυτά τα παιδιά χρειάζονταν αγάπη και φροντίδα. Είναι μοναδικά κι αξιαγάπητα ανθρώπινα πλάσματα. Δεν το χωράει ο νους μου πώς είναι δυνατόν κάποιοι να τα πετάνε στα σκουπίδια.... Η κόρη μου αυτή, η πρώτη, είναι σήμερα 40 χρόνων κι έχει τώρα δικό της παιδί!»


  Η καταπληκτική αυτή γιαγιά νοσηλευόταν πέρυσι σε νοσοκομείο λόγω νεφρικής ανεπάρκειας, όπου την φρόντιζαν και  περιέβαλλαν με στοργή και αγάπη, όλα της τα παιδιά. Εκεί και αναπολούσε:
   
- «Τον πιό μικρό μου γιό, τον Ζανγκ Γκιλίν που είναι σήμερα μόλις 7 χρονών, τον βρήκα, πεταμένον κι αυτόν, σε έναν κάδο σκουπιδιών. Ήμουν τότε 82 χρονών. Πάρα πολύ μεγάλη γιά να αναθρέψω ένα ακόμη παιδί, το έκτο μου. Όμως δεν μπορούσα με τίποτε να τον αφήσω στο έλεος του Θεού. Τον κοίταζα και μου χαμογελούσε. Ήταν τόσο γλυκούλης! Ήταν αδύνατο να μην τον φροντίσω! Τον πήρα λοιπόν στο σπίτι μας στην εξοχή, (Σημ. μιά παράγκα που μπάζει από παντού, μέσα σ' ένα δάσος), τον φρόντισα και τον περιέθαλψα. Του έδωσα το όνομα Ζανγκ Γκιλίν που σημαίνει Σπάνιος και Πολύτιμος! Με βοήθησαν και τα μεγαλύτερα παιδιά μου στην ανατροφή του. Τώρα πιά είναι ένας απόλυτα υγιής και χαρούμενος νεαρός! Ξέρω πως οι μέρες μου ίσως δεν είναι πολλές. Θα ήθελα όμως πριν φύγω να τον δω κι αυτόν να πηγαίνει στο σχολείο.»

Η Λου  στο νοσοκομείο, πέρυσι


   Η Λου, εκτός των υπολοίπων 30 παιδιών της έχει και μία βιολογική κόρη η οποία εμπνεόμενη από την μητέρα της έχει αφιερώσει κι αυτή τη ζωή της στην αναζήτηση  και υποστήριξη εγκαταλελειμένων παιδιών. Η ιστορία αυτών των γυναικών έχει ευαισθητοποιήσει ολόκληρη την Κίνα και το έργο της έχει βρει παντού επώνυμους και ανώνυμους μιμητές.



  Η Λου απέκτησε δίκαια το προσωνύμιο «Επίγειος Άγγελος» και αποτελεί τη ζωντανή απόδειξη ότι δεν χρειάζεται να έχεις τίποτα απολύτως γιά να δώσεις αγάπη και φροντίδα. Κι ακόμα μεγαλύτερη απόδειξη ότι ο καθένας μας, από όποια θέση κι αν βρίσκεται, μπορεί να γίνει διάβολος ή άγγελος. Δική μας η επιλογή!

   Αυτή τη στιγμή, δεν γνωρίζω αν ζει η Λου Ξιαογίνγκ, καθ' όσον η τελευταία αναφορά σ' αυτήν έγινε πριν από έναν ακριβώς χρόνο.  Νεώτερα δεν υπάρχουν.
   
   Σχετικά με το ερώτημα του τίτλου, η απάντηση είναι:
   - Ναι, σίγουρα ναι! Πολύ πιθανόν, ένας από τους εναπομείναντες τελευταίους, αφού τέλειωσε ευδοκίμως τη θητεία του σ' αυτόν τον κόσμο, Αυτός που τον έστειλε να τον έχει ανακαλέσει, τοποθετώντας τον στα δεξιά Του.


ΥΓ.  Το παρόν αφιερούται, ως συμβολική συμμετοχή στον γενικό πανηγυρισμό, επ' ευκαιρία της γεννήσεως του τρίτου, κατά σειράν διαδοχής, διαδόχου του βρετανικού θρόνου. Χωρίς εμπάθεια, χωρίς ειρωνεία, χωρίς σχόλιο. Ή μάλλον με το εξής:
Δυστυχώς υπάρχουν πολλών θεών παιδιά. Ο παγκόσμιος νόμος της ανισότητος που πρώτος επεσήμανε ο Αριστοτέλης
 



 

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2013

Μαντάμ Σουσού. Η διαχρονική, η ανεπανάληπτη!



«Επέστρεφε συχνά και παίρνε με…..» (Κ. Καβάφης)


Η Μαντάμ Σουσού, σε σκίτσο του Φώκου Δημητριάδη
   Η Μαντάμ Σουσού, ως ηρωίδα πληθώρας παραλλαγών, εκδοχών, παρουσιάσεων, διαστρεβλώσεων και κακοποιήσεων, (από τη στιγμή που έπεσε στα νύχια της τηλεοράσεως κι έγινε σήριαλ), είναι προϊόν της γόνιμης φαντασίας ενός πολύ μεγάλου Έλληνα κωμωδιογράφου και χρονογράφου των μέσων, περίπου, του 20ου αιώνα, του Δημήτρη Ψαθά.
   Η εμβάθυνση σ’ αυτό το έργο, από εκείνους που είχαν την τύχη και την ευκαιρία να το βιώσουν  στη ρίζα, το λίκνο και την ατμόσφαιρα της γέννησής του, σε σχέση με την πληθώρα των μετέπειτα «εκδοχών», παραλλαγών και «εμπλουτισμού» του, δίνει μιά θαυμάσια ευκαιρία να αναλογιστούν τον βαθμό αλλοίωσης, έως κακοποίησης, του έργου του Αριστοφάνη. Κάθε αντιγραφή, ανεξαρτήτως του βαθμού προσέγγισης στο αρχικό πνεύμα ενός έργου κι ενός δημιουργού, δεν παύει να αποτελεί κόπια, με μεγάλη διαβάθμιση αποτελέσματος κι επιτυχίας. Και πάντοτε σε υποκειμενική βάση, κατά το δοκούν και τα γούστα του διασκευαστού. Όμως, ακριβώς αυτή η συνεχής προσπάθεια απόδοσης της Μαντάμ Σουσού με ερμηνείες, προσθήκες και παραλλαγές και η συστηματική και κατά καιρούς επαναφορά και παρουσίασή της, καθιστούν το έργο  «κλασσικό», με όλη τη σημασία και ουσία του όρου.

   Είχα την ευκαιρία και τη χαρά, (κάτι που πολύ μεταγενέστερα συνειδητοποίησα), να βρεθώ στον τόπο και τον χρόνο που ο συγγραφέας και η ηρωίδα του «έδρασαν». Ο Δημήτρης Ψαθάς, απλός και πάντα σοβαρός, συνωστιζόταν κι αυτός στο λεωφορείο της γραμμής Ομόνοια – Ακαδημία Πλάτωνος και, πατικωμένος στα σαράβαλα μπλε «κονσερβοκούτια», ανεβοκατέβαινε σπίτι-δουλειά. Σχεδόν καθημερινά τον διασταύρωνα, σχολώντας μεσημέρι από το γυμνάσιο, και ουκ ολίγες φορές στεκόμουν ολόκληρη τη διαδρομή, όρθιος και κολλημένος, δίπλα του. Τον θυμάμαι, ψηλό με άσπρα, όλα πίσω, μαλλιά και λακκάκι στο πηγούνι, να φορεί πάντοτε ανοιχτόχρωμο κοστούμι, (πιθανότατα το ίδιο), να κρατάει δίχτυ με ψώνια, σαν καλός φαμελιάρης, και να φυσάει και ξεφυσάει, σκουπίζοντας με το μαντήλι τον ιδρώτα του. Έμενε κάπου στην οδό Ναυπλίου και κατέβαινε μιά στάση προ εμού, στον Άι Γιώργη.

   Οι σημερινές γενιές είναι αδύνατον να διανοηθούν τις συνθήκες διαβίωσης εκείνων των εποχών. Από Κατοχή μέχρι τη λήξη του Εμφυλίου και λίγο μετά. Το ψωμί το αγόραζες με το δελτίο, όπου ο φούρναρης σου έκοβε, καθημερινά, το αντίστοιχο κουπόνι από το βιβλιάριο άρτου που είχαν όλοι, μικροί μεγάλοι, με ονοματεπώνυμο και φωτογραφία! Μόνος ασφαλτοστρωμένος δρόμος, από την Σπύρου Πάτση και κάτω ήταν ο κεντρικός λεωφοριόδρομος, που σήμερα λέγεται οδός Πλάτωνος και τότε Κίμωνος. Μετά τον Άγιο Γεώργιο, επόμενη και προ τελευταία στάση ήταν αυτή του Κρίθαρη, στη διασταύρωση με την οδό Κορίνθου. Εκεί στη γωνία υπήρχε ένα ψαράδικο και όταν ο καλός Θεούλης έριχνε νερό με τους κουβάδες και πλημμύριζε το σύμπαν, ο παμπόνηρος ψαράς έβγαζε ψαροκασέλες στο δρόμο, σε μιά γειτονιά που θύμιζε… Βενετία, και κάνοντας τον γονδολιέρη πέρναγε τους ταλαίπωρους Βουθουλαίους από το ένα πεζοδρόμιο στο απέναντι, εισπράττοντας δεκαρίτσες! Όταν βέβαια, το εισιτήριο του λεωφορείου ήταν μόλις σαράντα λεπτά!
   Η περιοχή λεγόταν Ακαδημίας Πλάτωνος, και ανάθεμα κι αν κανείς από τους πρώτους κατοίκους της γνώριζε ποιός ήταν ο Πλάτωνας. Αν ρωτούσες, οι πιό πολλοί θα απαντούσαν:  
    - Η ποδοσφαιρική μας ομάδα! Αφού πράγματι, αυτή η ομάδα υπήρχε και ήταν το καμάρι ολόκληρης της συνοικίας!
   Το κακόηχο «Βούθουλας» προέκυψε από το γεωγραφικό ανάγλυφο της περιοχής, η οποία συνιστούσε ένα μεγάλο γούβωμα με αποτέλεσμα, σε περίπτωση νεροποντής, αυτό που προανέφερα με τον ψαρά. Δηλαδή να μετατρέπεται ολόκληρη σε λιμνοθάλασσα γιά ώρες!

   Αυτό ήταν, σε γενικές γραμμές, το σκηνικό που μαζί με την απόλυτη φτώχεια, ενέπνευσε τον Ψαθά, ο οποίος είχε ιδιαίτερη αδυναμία, και ικανότητα, στο «σκιτσάρισμα» διαφόρων τύπων της εποχής. Η Μαντάμ Σουσού υπήρξε υπαρκτό πρόσωπο. Μάλιστα πολλές γειτόνισσες θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τον τίτλο του πρωτοτύπου. Γνώρισα τουλάχιστον πέντε που θα μπορούσαν, άριστα, ν’ αποτελούν την αυθεντική Σουσού. Από το σουλούπι μέχρι την τελευταία κίνηση. Με μία μόνο έλλειψη, το φασαμέν! Αυτό πιστεύω πως αποτελεί φανταστική γαρνιτούρα του Ψαθά. Πάντως, το πιθανότερο και απολύτως λογικό είναι την πραγματική Μαντάμ Σουσού ο συγγραφέας να την «καδράριζε» σε μία κοντινή του γειτόνισσα. Τουλάχιστον ως πηγή έμπνευσης.
   Η ιστορία της αρχίζει λίγο πριν τον πόλεμο, με την δημοσίευση στο μοναδικό εβδομαδιαίο περιοδικό που κυκλοφορούσε τότε, τον «Θησαυρό», (το «Ρομάντζο» βγήκε λίγο αργότερα), των περιπετειών μιάς ξιπασμένης κι αγράμματης «λιγούρως», της Μαντάμ Σουσού, όπως την βάφτισε ο «μπαμπάς» της Δημ. Ψαθάς.   

   (Σημ.  Ο «Θησαυρός», που κάπου σε κάποια άκρη και με μικρά έγραφε και τη λέξη «οικογενειακός», είχε στο εξώφυλλο εξαιρετικές έγχρωμες γελοιογραφίες των Αρχέλαου, Βασ. Χριστοδούλου και άλλων σπουδαίων γελοιογράφων της εποχής, με πρώτη και καλύτερη το σήμα κατατεθέν του, τη «Χοντρή και τον Ζαχαρία», του Μιχ. Γάλλια).

   Μέσα στην Κατοχή, (νομίζω το '41), τα έργα και ημέρες της Μαντάμ Σουσού έγιναν βιβλίο και το 1942, (σωτήριο και σημαδιακό έτος γιά την αφεντιά μου!), θεατρικό έργο. Προφανώς δεν το είδα, όμως το καστ ήταν εξαίρετο. Αιμίλιος Βεάκης, (λαϊκός Παναγιωτάκης), Κώστας Μουσούρης, (αριστοκράτης απατεών Καντακουζηνός) και Σουσού η Κατερίνα Ανδρεάδη, η οποία ως γνωστόν απαιτούσε να την αποκαλούν «Κα Κατερίνα» και η οποία δεν υπεδύετο τον ρόλο αλλά το …ζούσε, λόγω χαρακτήρος!

  Η δική μου επαφή με την Μαντάμ Σουσού έγινε με το κινηματογραφικό έργο, (πρωτοπαίχτηκε το 1948), στο οποίο πρωταγωνιστούσαν  η αξεπέραστη «ζαργάνα» Μαρίκα Νέζερ και ο μεγαλύτερος κωμικός του ελληνικού κινηματογράφου, ο Βασ. Λογοθετίδης. Ένας απίθανος λαϊκός ιχθυοπώλης Παναγιωτάκης, με υποτεταγμένο ύφος και μουστακάκι ποντικοουρά! Αναζήτησα επίμονα αλλά μάταια την ταινία, έστω κάποιες σκηνές της. Δυστυχώς κατέστη αδύνατον να βρω ίχνος της. Καλό θα ήταν να βρεθεί κάποτε κάτι σχετικό και αναρτηθεί στο διαδίκτυο.

Μαρίκα Νέζερ. Η δική μου Μαντάμ Σουσού.

   Ο «σουσουδισμός», ως φαινόμενο, αποτελεί γνήσια ελληνική και διαχρονική αντίληψη. Θυμάμαι, πριν 2-3 χρόνια, που ο μικρός εγγονός μου προσκλήθηκε σε πάρτι γενεθλίων συμμαθητή του. Το πάρτι  έλαβε χώρα στον…. Ιππικό Όμιλο Παραδείσου και η μαμά του εορτάζοντος υποδεχόταν τις άλλες μαμάδες, που συνόδευαν τους νεαρούς βλαστούς τους, με μακριά τουαλέτα, σκίσιμο στο πλάι και γόβες διώροφες-στιλέτο! Τους πρόσφερε δε, σαμπάνια σε κολονάτο ποτήρι, πρωινιάτικα!    
    Όμως η σημερινή οικονομική πραγματικότητα, παρά την πρόσφατη αποκαθήλωση των «ειδώλων» και την αποκάλυψη της γύμνιας μας, έχει πολύ μικρότερη απόσταση μεταξύ της πραγματικής αριστοκρατίας και της «σνομπαρίας» των «δήθεν», από όσα ίσχυαν την εποχή που «γεννήθηκε» η Σουσού. Ο μοναδικός Δημ. Ψαθάς συνέλαβε, μάλλον οσμίστηκε, τον παλμό της εποχής, αποτύπωσε στο χαρτί το πνεύμα της και το πέρασε στην Ιστορία. Σήμερα κάτι τέτοιο μοιάζει απλό και εύκολο. Ίσως και λιγότερο κωμικό. Αλλά σε μιά λαϊκή συνοικία, με απέραντη φτώχεια, αμορφωσιά και απίθανη λετσαρία, οι  λέξεις: «Πτωχέ!», ή «Βλαξ!», δημιουργούν έκρηξη γέλιου, καθώς το όλο «στήσιμο» εγγίζει άκρον άωτον κωμικότητος. Όπως και το θέαμα μιάς κορδωμένης κουρελόντυτης ξερακιανής, να βαδίζει με τουπέ και φασαμέν, ακολουθούμενη, σε ικανή απόσταση, από αμήχανο και συνεσταλμένο…«δουλικό», εν μέσω φτωχολογιάς, σκόνης, λάσπης και φτωχομάγαζων με την πραμάτια στο πεζοδρόμιο!
   Τέτοιες εικόνες και τέτοιες λιγόλογες λεκτικές παρεμβολές είναι αδύνατον να εκτιμηθούν σήμερα στο ακριβές ύψος και μέγεθός τους. Ακόμη κι εμείς που ζήσαμε την εποχή, χρειάζεται να επιστρατεύσουμε όλες τις πτυχές της μνήμης γιά να αναπαραστήσουμε εκείνο το ντεκόρ και να απολαύσουμε, αναδρομικά, το φίνο άρωμα και το χιούμορ που διέχεε το μαστορικό γράψιμο του Ψαθά. Όσο κι αν διανθισθούν με έξυπνες ατάκες οι σύγχρονες «εκδοχές» του έργου, είναι αδύνατον αυτό  ν’ αναπλαστεί. Θα παραμένουν πάντα «κόπιες» και η αίσθηση που θα δίνουν στον παλιό και γνώστη, θα μένει πάντα στο…. περίπου. Εκείνη η λαχτάρα κι ο πόθος γιά μεταπήδηση από την ανέχεια και μιζέρια στο ανώτερο επίπεδο… της «αριστοκρατίας» και του «καλού κόσμου», που διακατείχε πλήθος λαϊκών «σουσούδων» και παρέμενε σαν σπίθα που σιγοκαίει κάτω από τις στάχτες του παρατεινόμενου πολέμου, αποτελούσε λογικό απωθημένο που εκφράστηκε με τον καλύτερο τρόπο από τον Δημ. Ψαθά και την Μαντάμ Σουσού του.

   Όσο γιά το περίφημο πυργάκι της… πυργοδέσποινας Μαντάμ Σουσού, αναμφιβόλως ο Ψαθάς θεωρούσε εκείνο που έφραζε γιά χρόνια την μισή Κίμωνος, μεταξύ των οδών Μύλων και Αλεξανδρείας. Κάπου 25-30 μέτρα από το σπίτι μου. Όμως οι ανάγκες του γυρίσματος της ταινίας, απαιτούσαν κάτι πιό απλόχωρο και βολικό. Έτσι στο φιλμ, εμφανίζεται ένα αντίστοιχο διώροφο σαράβαλο – σαράι, επί της οδού Άργους, περίπου στο ύψος της Δημοσθένους.

   Αξέχαστες εποχές. Όλοι εμείς που, παιδιά τότε, ζήσαμε τον «σουσουδισμό», τον «απολαμβάνουμε» στην αποθέωσή του και σήμερα. Τον μεν αυθεντικό, τον εισπράττουμε θετικά, μέσω των διεργασιών της μνήμης, όπου η φτώχεια, η μιζέρια και το καρακατσουλιό της εποχής, δεν ενοχλούσε αλλά απλώς μας διασκέδαζε, ως κοινός παρονομαστής, ενώ ο σύγχρονος μας αηδιάζει λόγω της χυδαιότητος που ακτινοβολεί. Το «καρακιτσαριό», (κατάσταση προ της καθιέρωσης του όρου), που εξέφραζαν εκείνες οι αθώες καρικατούρες έφερναν γέλιο και χαρά, ενώ τα «κιτς» του σήμερα, πόνο, θλίψη και οργή.

ΥΓ. Το παρόν γράφτηκε κατόπιν προτροπής του άγνωστου φίλου μου «pisostapalia», παλιού «συνβουθουλαίου», στον οποίον και αφιερούται.